Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. 3η μέρα.






                                              BadasconyBalatonfured. 43.6 χιλιόμετρα.





   Οι πολύωρες προπονήσεις μπορούν να χτίσουν ένα ανθεκτικό καρδιοαναπνευστικό σύστημα, ικανό να αντέχει καταπονήσεις ωρών ή ακόμα και ημερών. Οι δρομείς μεγάλων αποστάσεων, όμως, εκτός από την κούραση αντιμετωπίζουν έναν άλλο, ακόμα μεγαλύτερο εχθρό. Τους πόνους. Δεν ξέρω άλλα αθλήματα, συμπεριλαμβανομένων και των πολεμικών τεχνών, όπου οι αθλητές να υφίστανται τόσο πόνο. Ούτε ξέρω άθλημα που μπορεί να σε κάνει να κουτσαίνεις για μέρες, χωρίς να σ’ έχει χτυπήσει κανείς.
Ο πόνος δίνει μια διαφορετική διάσταση στους αγώνες δρόμων. Πρέπει να μάθεις να τον διαχειρίζεσαι, και οι αναγνώσεις των εγχειριδίων δεν βοηθούν πολύ σ’ αυτό. Εκτός από το να μπορείς να τον υπομένεις, πρέπει να μπορείς και να παίρνεις αποφάσεις, και μάλιστα σε στιγμές που είσαι πολύ κουρασμένος για να σκεφτείς. Να εκτιμήσεις πόσο σοβαρός είναι, πως θα μπορούσε να εξελιχθεί αν τον αγνοήσεις, πόσο σημαντικός είναι ο αγώνας για να τον εγκαταλείψεις και τι πιθανόν να χρειαστεί να θυσιάσεις, αν επιμείνεις να συνεχίσεις.
Ο πόνος προσθέτει επίσης κάτι το ηρωικό. Είναι ο συντελεστής που προστίθεται στις δυσκολίες με τις οποίες πρέπει ν’ αναμετρηθείς, σε όλα τα επίπεδα. Είναι ο φόβος που καραδοκεί. Είναι ο αντίπαλος που δεν μπορείς να εξορκίσεις, όσο καλά προπονημένος κι αν είσαι. Είναι ο παράγοντας που μπορεί να ανατρέψει σχέδια και πλάνα καταρτισμένα επιμελώς. Αλλά είναι στοιχείο συνυφασμένο με το άθλημα. Χωρίς τον πόνο οι μεγάλες αποστάσεις δεν θα ήταν αυτό που είναι.


   Στη διαδρομή της τρίτης μέρας, παρέα πάντα με τη Szilvia, κερδίζαμε θέσεις, χωρίς να χρειαστεί να κάνουμε πολλά γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα, χωρίς να κάνουμε τίποτα, πέρα από το να τρέχουμε με το συνηθισμένο, αλλά σίγουρο, ρυθμό μας. Ήδη, στην εκκίνηση, οι αθλητές ήταν αισθητά λιγότεροι. Σίγουρα, η ανάπαυλα που μεσολαβεί βοηθά τον οργανισμό να πάρει μια ανάσα, αλλά όποιος στέκεται λίγο παραπάνω απ’ όσο πρέπει σ’ ένα σταθμό, ξέρει πόσο δύσκολο είναι να πείσει τα πόδια του να ξεκινήσουν πάλι να τρέχουν.
Στη διάρκεια της τρίτης μέρας ο αγώνας έδειχνε πια το σκληρό του πρόσωπο. Είναι η πιο δύσκολη, ακόμα κι από ψυχολογικής πλευράς, κι ίσως γι’ αυτό οι διοργανωτές της προσέδωσαν τα λιγότερα χιλιόμετρα από κάθε άλλη. Την τρίτη μέρα υποφέρεις από την συσσωρευμένη κούραση των δυο προηγούμενων, ενώ έχεις ακόμα μπροστά σου το αποθαρρυντικό άλλο μισό να καλύψεις.
Φανερά καταβεβλημένοι αθλητές προσπαθούσαν πια, απλώς, να φτάσουν μέχρι το τέλος. Αρκετοί, κρίνοντας από τον τρόπο που κινούνταν, φαίνονταν πως δύσκολα θα το κατάφερναν. Ο διασκελισμός τους ήταν βαρύς κι ακανόνιστος. Σκέφτηκα πως όλοι τους ήταν αθλητές με άπειρες ώρες προπόνησης κι εμπειρία αγώνων στην πλάτη τους, πως αλλιώς, άλλωστε, θα τολμούσαν συμμετοχή σε τέτοιο αγώνα. Κι όμως.
Σε κάποιο σημείο, μετά το 30ο  χιλιόμετρο, είδαμε μπροστά μας μια κοπέλα που παράπαιε. Ήταν ψηλή, λεπτή, εντυπωσιακά όμορφη, γι’ αυτό κι εύκολα αναγνωρίσιμη, ωστόσο δυσκολευτήκαμε μέχρι να βεβαιωθούμε πως ήταν, πράγματι, αυτή, ένα από τα φαβορί του αγώνα. Κάθε μέρα ξεκινούσε με τους πρώτους, αλλά τώρα πήγαινε σαν σπασμένη κούκλα. Μου έδωσε την εντύπωση πως αντιμετωπίζει πολλαπλά προβλήματα και παραπάνω από έναν τραυματισμούς. Η Szilvia αντάλλασσε μερικές οικείες κουβέντες με τους συμπατριώτες της που προσπερνούσαμε, αλλά φυσικά δεν καταλάβαινα, παρά μόνο αυτά που μου αποκάλυπταν οι γκριμάτσες της. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα χρειαζόταν να ρωτήσω, η κοπέλα που βλέπαμε δεν θα τα κατάφερνε. Πριν την αφήσουμε πίσω οριστικά γυρίσαμε και την είδαμε να συνεχίζει, υποβασταζόμενη από κάποιον φανερά ανήσυχο συνοδό. Δεν ξέρω για ποιο λόγο επέμενε. Φαντάζομαι πως είναι δύσκολο να περνάς από τη διάκριση στην εγκατάλειψη, ωστόσο σε κάθε βήμα προξενούσε ανυπολόγιστη ζημιά στα πόδια της, κι ήταν αρκετά έμπειρη για να μην το ξέρει. Όντως, μάθαμε πως εγκατέλειψε λίγο αργότερα. Λίγους μήνες μετά, στο μαραθώνιο της Βουδαπέστης, την αναγνώρισα, έτρεχε ξανά σαν τον άνεμο, όπως και τις δυο πρώτες μέρες στην Balaton. Ό,τι κι αν της είχε συμβεί, το είχε ξεπεράσει.
Φυσικά και δυσκολεύεσαι να εγκαταλείψεις έναν αγώνα για τον οποίο έχεις προετοιμαστεί σκληρά, έχεις ταξιδέψει, έχεις ξοδευτεί και, το κυριότερο, δεν μπορείς να ξαναδοκιμάσεις, παρά μόνο αν δεχτείς να υποστείς νέες θυσίες και νέες εξαντλητικές προπονήσεις. Αν είσαι ξένος, όπως εγώ, τότε έχεις, όπως λένε, μία μόνο σφαίρα στη θαλάμη. Ή πετυχαίνεις ή όχι. Δυστυχώς, σε λίγες ώρες, θα υποχρεωνόμουν να πάρω συγκεκριμένη θέση σ’ όλους τους παραπάνω προβληματισμούς.
Η Balatonfured είναι η πόλη της λίμνης που θα επέλεγα να μείνω. Περιποιημένη, μοντέρνα, με υποδομές για άνετη κι ευχάριστη διανομή, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί αξιόλογα κτίρια του 18ου και 19ου αιώνα. Τραβήξαμε αρκετά στην μακριά προκυμαία της, μέχρι να φτάσουμε στο τέρμα, που ήταν στημένο εκεί. Μας οδηγούσε ο διοργανωτής, πάνω στη μηχανή του, με την οποία όργωνε ακούραστα τις διαδρομές, και τις τέσσερις μέρες του αγώνα. Εμφανιζόταν ξαφνικά, σε κάποιο σημείο του δρόμου, για να χαρίσει μια εμψυχωτική κουβέντα, κάποιο αστείο, ένα χαρούμενο ενθαρρυντικό σχόλιο, στην περίπτωσή μου στ’ αγγλικά, και μετά συνέχιζε για να συναντήσει και τους υπόλοιπους. Αντάλλασα μερικές κουβέντες μαζί του, και μου επιβεβαίωνε πως δείχνω εντάξει, και πως είναι σίγουρος πως θα τα καταφέρουμε, και αυτήν τη μέρα.
Για τους διοργανωτές, η παρουσία δυο αθλητών, ενός έλληνα και μιας δικιά τους, που γνωρίστηκαν στον αγώνα και συνέχιζαν μαζί, δημιουργούσε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον το οποίο αυξανόταν από το γεγονός πως η κούρσα μας ήταν ένα αμφίβολο ντέρμπυ με το χρόνο. Νομίζω πως μοιράστηκαν μέρος της αγωνίας και του στοιχήματός μας και πως προσπαθούσαν να μας βοηθήσουν. Σε κάθε σταθμό και σε κάθε έγκαιρο τερματισμό, ο πανηγυρισμός που εξέπεμπαν τα μεγάφωνα ήταν προς όλους, αλλά θέλω να πιστεύω πως έβγαινε κάπως πιο ενθουσιώδης, κάθε που η Zsiszka και ο Βασιλέιος - έτσι το πρόφεραν συνοδεύοντάς το με μια σπασμένη ελληνική καλημέρα - εμφανίζονταν και περνούσαν έναν ακόμα ‘κόφτη’.
Με όριο, 5 ώρες και 50 λεπτά τερματίσαμε σε 5.23΄΄39. Απέμεναν πια τα 52,2 χιλιόμετρα της τέταρτης μέρας, αλλά θα είχαμε πλέον το ψυχολογικό αβαντάζ πως θα ήταν η τελευταία της δοκιμασίας μας. Ήμουν πια πολύ κοντά, είχα πια πολλές πιθανότητες, δεν θα έχανα αυτόν τον αγώνα, έτσι ακριβώς ένιωθα εκείνη τη στιγμή.
Όχι όμως και την αμέσως επόμενη.


  Δεν είχαν περάσει παρά μόνο λίγα λεπτά που αποχωριστήκαμε με τη Szilvia. Ήμουνα ξανά στο προστατευτικό αντίσκηνο, μεγέθους στρατώνα, του τερματισμού. Άλλαζα ρούχα, μετέφερα τις εντυπώσεις στην παρέα μου και επιχειρούσα διατατικές σ’ ένα παγκάκι.
Δεν κατάλαβα πότε είχε συμβεί, ή κι αν το κατάλαβα δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Μάλλον οι παυσίπονες ενδορφίνες είχαν κάνει καλή δουλειά. Αλλά, τώρα, που το πόδι κρύωνε, μέσα μου μεγάλωνε μια φωνή άρνησης και διαμαρτυρίας. Μια φωνή που φώναζε πως, δεν είναι δυνατόν.
Αλλά ήταν.


   Στη διάρκεια των διαδρομών είχα χρησιμοποιήσει αρκετές φορές το ψυκτικό των ασθενοφόρων που περιπολούσαν. Όλα τα παλιά μου τραύματα ξυπνούσαν κατά καιρούς, και πάντα είχα τη μικρή αγωνία πως κάποιο από αυτά θα πεισμώσει. Πόνοι παρουσιάζονταν, μικροί και μεγαλύτεροι, αλλά όλοι τους έρχονταν και έφευγαν, σταδιακά. Κανένα από τα υποψήφια σημεία δεν έδειξε έντονες διαθέσεις εξέγερσης. Αντίθετα, το πρόβλημα παρουσιάστηκε σ’ ένα σημείο καλής διαγωγής και πρότερου έντιμου βίου. Ένα σημείο που δεν με είχε απασχολήσει ποτέ. Ήταν στο εξωτερικό της αριστερής κνήμης, περίεργο, αφού  δεν ήξερα να υπάρχει άρθρωση εκεί.
Ο αγώνας για μένα είχε κανονικά τελειώσει αυτήν την τρίτη και πιο κρύα μέρα του αγώνα. Την μέρα που έτρεξα με καλή διάθεση, τόση που ούτε ο παγωμένος αέρας της τελευταίας ώρας δεν με επηρέασε. Που έφτασα στον τερματισμό χοροπηδώντας από χαρά, καθώς συνειδητοποιούσα πως θα τα κατάφερνα τελικά. Πως ένα όνειρο όπως η ολοκλήρωση αυτού του αγώνα - που τόσο είχε τραβήξει την προσοχή μου όταν έπεσα πάνω του στο διαδίκτυο - ήταν δυνατή. Αλλά τώρα, όχι να τρέξω, ούτε να περπατήσω δεν μπορούσα πια. Ήμουν κουτσός, από ένα πόνο που, αντίθετα μ’ όλους τους άλλους, δεν είχε σκοπό να φύγει, παρά μόνο ίσως αν τον άφηνα ήσυχο για τρεις, τουλάχιστον, μέρες. Αλλά δεν είχα στη διάθεσή μου τρεις μέρες.
Προσπάθησα για λίγες ακόμα απόπειρες κανονικού βηματισμού και βεβαιώθηκα. Το μάτι μου πήρε τον διοργανωτή του αγώνα, ήταν παρών στους τερματισμούς κι εμψύχωνε τους τελευταίους αθλητές. Τον πλησίασα και τον ευχαρίστησα. Του είπα πως ο αγώνας, άσχετα από την εξέλιξη που είχε για μένα, ήταν υπέροχος, το ίδιο και η διοργάνωσή του. Κατάλαβε πως τον αποχαιρετούσα ευγενικά, και με πολύ ζεστά λόγια με παρότρυνε να εμφανιστώ την επομένη, στην εκκίνηση. Στο κάτω-κάτω ήμουν ο μόνος Έλληνας, κι αυτό μετρούσε. Για πολλές γενεές έχουν καθαρίσει η αρχαίοι μας. Αλλά δεν γινόταν να τρέξω.
Ανέβηκα στο δωμάτιο στηριζόμενος στην κουπαστή της σκάλας του ξενοδοχείου. Η βαριά ατμόσφαιρα είχε μεταδοθεί στην παρέα μου, κι αισθανόμουν άσχημα γι’ αυτό. Η επιτυχία μου δεν ήταν καθόλου σίγουρη εξ αρχής, κάθε άλλο, αλλά παρέμενε σημαντικός παράγοντας του ταξιδιού μας και κάτι που είχαμε αρχίσει να το πιστεύουμε πια. Δεν ήταν εύκολα κατανοητό να με βλέπουν να τερματίζω με άνεση και ξαφνικά να τους ανακοινώνω πως δεν μπορώ να συνεχίσω. Υπήρξαν ωστόσο, διακριτικοί όταν το έκανα, ήμουν ο μόνος αρμόδιος ν’ αποφασίσω. Δεν γινόταν να γνωρίζουν άλλωστε το μέγεθος του προβλήματος και ίσως να σκέφτηκαν πως το ίδιο ξαφνικά θα μπορούσα και ν’ αλλάξω γνώμη.
Το βράδυ πήρα το λάπτοπ στο δωμάτιό μου και μπήκα στο fb. Όλες αυτές τις μέρες είχε γεμίσει με τις φωτογραφίες του αγώνα και με τα σχόλια που τις συνόδευαν. Ήταν ή ώρα ν’ αποχαιρετίσω όσους μου συμπαραστάθηκαν, να τους στείλω ένα ευχαριστώ που με στήριξαν με τα καλά τους λόγια, να τους πω πως, ως εδώ ήταν.
Μόνο που για τους μακρινούς συμπαραστάτες μου αποδείχτηκε δυσκολότερο να το αποδεχτούν. Με κατέκλυσαν σχόλια λιγοστής σωφροσύνης και περίσσιας προτροπής. Ήμουν πολύ κοντά για να εγκαταλείψω τώρα, μου τόνιζαν. Λίγο κουράγιο ακόμα. Θα τα κατάφερνα, ήταν σίγουροι. Δεν θα τους απογοήτευα. Αυτά παθαίνεις, όταν το μεγαλύτερο ποσοστό των λίγων φίλων που αποδέχεσαι στο fb είναι αθλητές, και μάλιστα κλάσης.
Σκεφτόμουν πως δεν θα απογοήτευα μόνο αυτούς, θα απογοήτευα τον εαυτό μου. Ο τραυματισμός μου μπορεί να ήταν ατυχία, μπορεί όμως και αδυναμία. Αν ήταν το δεύτερο, δεν είχα δικαιολογία. Επίσης, δεν ήμουν μόνος πια σ’ αυτόν τον αγώνα. Υπήρχε και κάποιος άλλος, εκτός από τον διοργανωτή, που την επομένη το πρωί, μάταια θα έψαχνε να με βρει στην αφετηρία.
Σηκώθηκα κουτσαίνοντας κι έψαξα στο φαρμακείο μου για το αντιφλεγμονώδες αναλγητικό έκτακτης ανάγκης. Εδώ ασπιρίνες, εκεί ντεπόν, που είναι το μεζουλίτ; Πουθενά. Στη θέση του το ζιρτέκ, για τις αλλεργίες. Μοιάζουν τα κουτάκια, όταν δεν φοράς γυαλιά. Απίστευτα επιπόλαιος για αθλητής.
Πέρασα ένα εφιαλτικό βράδυ. Σηκωνόμουν και δοκίμαζα να περπατήσω, αλλά διαπίστωνα πως πονάω, απλώς με το να στηρίζομαι στο πόδι μου. Ξανάπεφτα για ύπνο. Ήταν περίεργος ο ύπνος μου αυτές τις μέρες. Συνήθως ξημερώνει χωρίς να το καταλάβω, και πάντα θέλω να καθυστερεί αυτή η ώρα, εκείνα τα βράδια, όμως, συνέβαινε κάτι περίεργο. Ξυπνούσα με την αίσθηση πως έχω κοιμηθεί για ώρες, για να διαπιστώσω πως οι δείκτες του ρολογιού έχουν ελάχιστα μετακινηθεί. Ξανακοιμόμουν, και ξαναξυπνούσα, για να κάνω πάλι την ίδια διαπίστωση. Ήταν ευεργετικό, καθώς ένιωθα σαν να παρατεινόταν η νύχτα για χατίρι μου, σαν να μεγάλωνε για να μου χαρίσει περαιτέρω ώρες ευεργετικής και σωτήριας ξεκούρασης. Την τελευταία νύχτα, όμως, ούτε αυτό το περίεργο φαινόμενο μπορούσε να σώσει την κατάσταση. Γιατί το πρόβλημα δεν είχε να κάνει με την εσωτερική εξάντληση, αλλά μ’ έναν τραυματισμό τόσο σοβαρό, που γι’ αυτόν οι ώρες μετρούσαν σαν λεπτά.

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 3.



 



                                                                Ζυρίχη, 20 Απριλίου 2008.






 Τις συνθήκες που με οδήγησαν στη Ζυρίχη τις δρομολόγησε ο αδερφός μου. Βλέποντας τις προτροπές του να πηγαίνουν στο βρόντο, και φοβούμενος πως μέχρι να το αποφασίσω θα έχουμε γεράσει, επέλεξε έναν ευρωπαϊκό μαραθώνιο που έπεφτε μέσα στις διακοπές του Πάσχα και κανόνισε τα πάντα. Την εγγραφή, τα εισιτήρια, τη διαμονή.
Ο ίδιος θα κυνηγούσε, τι άλλο; τις 4 ώρες. Πριν τρεις εβδομάδες κάναμε το τεστ σ’ έναν ημιμαραθώνιο στα Τρίκαλα. Αυτός ήταν στο ανέβασμά του, εγώ στο καινούργιο μου ξεκίνημα, και τον καταφέραμε στον ενθαρρυντικό χρόνο της μιας ώρας και 47΄. Βάσει μιας προγνωστικής φόρμουλας ο χρόνος του μαραθωνίου ισούται με το διπλάσιο του χρόνου του ημιμαραθώνιου, συν 10 λεπτά. Οπότε, 2 Χ 1.47 ίσον 3.34, + 10 ίσον 3.44. Θεωρητικά, οι 4 ώρες του κοινού μας στόχου ήταν παραπάνω από εφικτές.
Στην έκθεση του μαραθωνίου προμηθευτήκαμε το πλαστικό βραχιόλι, που ανέγραφε, ανά 5 χιλιόμετρα, τους διαιρεμένους χρόνους που θα μας οδηγούσαν στις 4 ώρες. Με το βραχιόλι στο ένα χέρι και το ρολόι στο άλλο θα ελέγχαμε την κατάσταση. Επιπρόσθετα, υπήρχε και η επιλογή του μπαλονιού. Τα χρωματιστά μπαλόνια ήταν περασμένα με σπάγκο στη μέση των ‘λαγών’ της διοργάνωσης και υψώνονταν αρκετά πάνω από τα κεφάλια των δρομέων, έτσι ώστε να είναι ορατά από απόσταση. Ακολουθώντας το μπαλόνι που ανέγραφε τον επιθυμητό σου χρόνο γλιτώνεις από αριθμητικούς υπολογισμούς, που όταν βρίσκεσαι σε ζόρι δεν είναι κι εύκολο να γίνουν.
Θα ακολουθούσαμε, λοιπόν, το δικό μας μπαλόνι.
Η Ζυρίχη είναι από τις πόλεις που ζηλεύεις. Δεν αναφέρομαι μόνο στα αυτονόητα περί καθαριότητας - σε ελβετικές δημόσιες τουαλέτες θα μπορούσες να κάνεις πικ νικ - μη καπνίσματος σε δημόσιους χώρους κλπ. Ούτε στα γενικά περί πολιτισμού και τρόπου συμπεριφοράς. Αυτά οι Ελβετοί τα έχουν διευθετήσει τόσο αποτελεσματικά που πιστεύεις πως ήταν αναγραμμένα στην πρώτη σελίδα του κοινωνικού τους κώδικα. Η πρωτιά που κέρδισε η Ζυρίχη στην έρευνα για τις πιο φιλικές προς διαβίωση πόλεις του κόσμου επιβεβαιωνόταν. Στην Ελβετία υπάρχει τάξη. Όχι μόνο με την έννοια της απόλυτης συμμόρφωσης προς τους νόμους - άλλωστε δεν μπορώ να φανταστώ πληθυσμό με μηδενική παραβατικότητα - ούτε της απαρέγκλιτης εφαρμογής τους. Αλλά για την ευπρέπεια των τρόπων και την ευρυθμία των λειτουργιών που επιβάλλουν οι αμοιβαίοι κανόνες μιας αρμονικής διαβίωσης. Δεν ξέρω πόσο ταιριαστό είναι αυτό με τη μεσογειακή ιδιοσυγκρασία μας. Μια άλλη έρευνα θα έλεγε πως η Ζυρίχη είναι ένα πληκτικό μέρος να ζεις. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω πως έχει όσα από μας λείπουνε.
Κατά κανόνα, ένας δρομέας είναι φίλος της τάξης. Έχει συνηθίσει σε όρους και όρια, γνωρίζει από κανονισμούς, ξέρει πως η ανταμοιβή επιβραβεύει μια προσπάθεια. Η Ζυρίχη ανταμείβει τους κατοίκους της με την καλαισθησία και την αρμονία της. Η βόλτα μου στην απέραντη λίμνη, με τις χιονισμένες κορυφές των Άλπεων στο βάθος, ήταν μια επιτομή όλων των παραπάνω. Ο ‘Οδυσσέας’ του Τζαίημς Τζόυς ήταν ο πνευματικός μου μαραθώνιος εκείνη την εποχή, και τώρα βημάτιζα στην ίδια προκυμαία που βημάτιζε κι αυτός, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Την φαντάστηκα σαν μια ανέλπιστη νησίδα ηρεμίας, μέσα στον χαλασμό του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.
Το ποιητικά μελαγχολικό κλίμα των βόρειων χωρών είναι συνδεδεμένο με τη γέννηση των έργων που σημάδεψαν τη λογοτεχνία του 20ου   αιώνα. Όπως δεν θα υπήρχε ο γαλλικός ιμπρεσιονισμός χωρίς τον ήλιο της Προβηγκίας, έτσι δεν θα υπήρχαν τα έργα του Τζόυς, του Κάφκα, της Γουλφ, αν αυτοί δεν περνούσαν την ανήσυχη ζωή τους μέσα σε κρύους χειμώνες, μακριές νύχτες και πυκνές ομίχλες. Η αρχιτεκτονική δεν είναι η μόνη αναπόσπαστη από το περιβάλλον της τέχνη, όλες είναι.
Πέρασα όμορφες, γαλήνιες στιγμές, στη Ζυρίχη. Με περιδιάβαση στ’ αξιοθέατα, γνωριμία με τις τοπικές γεύσεις και τα λαμπρά ζαχαροπλαστεία, και με τον αρχικό φόβο της ακρίβειας εξαφανισμένο, μιας και οι εθνικές μας ιδιοτροπίες είχαν καταστήσει τα επαρχιακά καφενεία της Ελλάδας πιο ακριβά από τα λουσάτα των Ελβετικών πόλεων. Ο καφές με γλυκό στο κέντρο της Ζυρίχης μας βγήκε πιο φτηνός από τον σκέτο ελληνικό, σε βενζινάδικο στο Αχλαδοχώρι.
Κάνοντας την τελευταία μας βόλτα στην πόλη, μας προβλημάτισε ένα μυστήριο. Δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη, πόσο μάλλον προετοιμασία, γι’ αυτό που θα συνέβαινε σε λίγες ώρες. Αναρωτηθήκαμε πότε η Ζυρίχη θα ανασκουμπωνόταν για ν’ αντιμετωπίσει την αυριανή πρόκληση. Πότε θα σήκωνε τα μανίκια της, για ν’ ανταπεξέλθει στις ανάγκες της επικείμενης διεθνούς διοργάνωσης.
Ο μαραθώνιος της Ζυρίχης δέχεται περί τους 4000 δρομείς. Τίποτα, όμως, δεν ταράζει την πόλη, που μένει γαλήνια σαν τα νερά της λίμνης της, πριν ή μετά από το γεγονός. Όταν το πρώτο φως αχνοφέγγει, εμφανίζονται, σαν μέσα από τη γη, άνθρωποι με στολές, που την μεταμορφώνουν. Μεθοδικά και μελετημένα στήνουν τα προστατευτικά κάγκελα, τις εξέδρες για τις μπάντες, τα κατευθυντήρια σήματα, τα τραπέζια του ανεφοδιασμού. Τα ίδια συνεργεία, με θαυμαστή ταχύτητα, αμέσως μετά το τέλος, θα επαναφέρουν την πόλη στην προηγούμενη μορφή της. Τίποτα δεν θα μαρτυρά αυτό που μεσολάβησε.
Στη διάρκεια του μαραθωνίου, όμως, όλα είναι διαφορετικά.
Η διαδρομή της Ζυρίχης είναι θαυμάσια. Μακάρι να μπορούσα να την ξανατρέξω κάποτε. Μισό πάνε, μισό έλα. Δίπλα στη λίμνη, με τις χιονισμένες κορυφές ν’ αστράφτουν από απέναντι. Με θεατές, που για πρώτη φορά έβλεπα τόσους πολλούς, και τόσο ακούραστους, να παραμένουν στη θέση τους, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Αυτοκίνητο, ούτε για δείγμα. Μια Ζυρίχη φτιαγμένη για μας. Ανεκτίμητο, πράγματι, δώρο.
Τα ευχάριστα τελείωσαν εκεί ή κάπου εκεί. Για την ακρίβεια τελείωσαν μετά από 2,5 ώρες τρεξίματος. Ήταν μεγάλο κρίμα, γιατί είχαν ξεκινήσει με τις καλύτερες προδιαγραφές. Στείλαμε νεύματα στα ελκυστικά κορίτσια, που χόρευαν ξέφρενα  τους ρυθμούς της σάμπας, στην εμψυχωτική εξέδρα του πέμπτου χιλιόμετρου. Αισθανόμασταν τόσο καλά που σύντομα κρίναμε ανάξιο των επιπέδου μας το μπαλόνι των 4 ωρών. Κάπου στο 15ο χιλιόμετρο προφτάσαμε των 3.45. Σύντομα κι αυτό ανάξιο μάς φάνηκε. Πριν την αναστροφή, στο μέσον της διαδρομής, στόχος μας πλέον ήταν το μπαλόνι των 3.30 ωρών.
Μήπως το σώμα μου είχε καταφέρει να διατηρήσει την πρότερη δρομική του ανάμνηση, έτσι ώστε οι λίγες εβδομάδες επανόδου μου να ήταν αρκετές για να εξαφανίσουν τις συνέπειες της μακράς απραξίας; Μήπως είχα ξαναγεννηθεί από τις στάχτες μου τόσο σύντομα, όσο το μυθικό, κι απεχθές λόγω του συμβολισμού του, πουλί;
Μπορεί. Γιατί όχι.
Κατά την επιστροφή μας συναντηθήκαμε με το μπαλόνι των 3.45, που ερχόταν ακόμα από απέναντι. Ακολουθούσε το πρώην γκρουπ μας, αυτών που πάσχιζαν για τις 4 ώρες. Είχαν αρκετό δρόμο μέχρι να πάρουν τη στροφή, για να ξαναβρεθούν στην ουρά μας. Η δύναμή μου περίσσευε και, καθώς τους έβλεπα,  σκέφτηκα πως αν ήξερα από κόλπα ζόρικα που κάνουν στην Ινδία θα έστελνα κοσμική ενέργεια, προς βοήθειά τους. Βέβαια, προβληματιστήκαμε κάπως από το γεγονός ότι στο μισό της διαδρομής ο χρόνος μας ήταν καλύτερος από τον ημιμαραθώνιο των Τρικάλων, όπου δεν είχαμε άλλα 21 χιλιόμετρα μπροστά μας. Αλλά ήταν ήδη αργά για μας.
Από το 30ο χιλιόμετρο και μετά δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα. Αυτά που ακολούθησαν ήταν τα στοιχεία ενός εφιαλτικού ονείρου, αρκετά περίεργου, βέβαια. Μια κόλαση που την έζησα σ’ όλες τις πρωτότυπες στιγμές της.
Φανταζόμαστε την κόλαση ως ένα αποτρόπαιο γεωφυσικό τοπίο, με τεράστιους βραστήρες κι ασίγαστα φλογοβόλα. Αλλά ποιος μπορεί να φανταστεί την κόλαση δίπλα στη λίμνη της Ζυρίχης, με τις λαμπρές Άλπεις στο βάθος, με ξανθιές κοπέλες να τον επευφημούν και με μουσικούς να του παίζουν όλα τα γνωστά είδη μουσικής; Ποιος;
Κατάλαβα πως δεν την έβγαζα, όχι εύκολα, δεν την έβγαζα καθόλου. Είχα συναντήσει το φόβητρο κάθε μαραθωνοδρόμου, τον ‘τοίχο’. Δεν υπήρχε λόγος να πάρω στον λαιμό μου τον αδερφό μου. Αν και εμφανώς καταβεβλημένος έδειχνε να τα πηγαίνει καλύτερα. Μας είχαν προσπεράσει ήδη, και κατά σειρά, το γκρουπ των 3.45 ωρών, μετά των 4. Σταθεροί, πειθαρχημένοι αθλητές, ακολουθούσαν το μπαλόνι που βιαστήκαμε να περιφρονήσουμε.
Στο 35ο χιλιόμετρο, ήδη, περπατούσα. Δεν βρίσκω κανένα πρόβλημα να περπατάω σε πολύωρους αγώνες βουνού, αλλά το να περπατάω σε μαραθώνιο το θεωρώ κακό, κι όχι επειδή κάτι τέτοιο επιβαρύνει τον τελικό μου χρόνο. Ούτε κι είναι απαραίτητα κακό, αλλά ο καθένας έχει τις ιδεοληψίες του, κι εγώ τις δικές μου. Πολύ σωστά ο Μουρακάμι θεωρεί τον μαραθώνιο ως running event. Πόσο μάλλον που δεν περπατούσα από τακτική, το έχω δει να γίνεται αυτό με θαυμαστά αποτελέσματα, αλλά από ανάγκη. Επιπλέον, θεωρώ πως αγγίζει τα όρια της απρέπειας το να περπατάς, όταν τόσος κόσμος γύρω σου σε προτρέπει να τρέξεις. Είναι σαν να απογοητεύεις τους θαυμαστές σου, και δεν σου δίδεται η ευκαιρία να έχεις συχνά θαυμαστές.
Ένα-ένα, όλα τα αβαντάζ της διοργάνωσης γίνονταν μπούμερανγκ και επέστρεφαν εναντίον μου. Αισθανόμουν άσχημα να με χειροκροτούν χωρίς να το αξίζω. Η μουσική από τις μπάντες ηχούσε σαν ειρωνεία. Ό,τι είχα πάρει από τους σταθμούς ήθελα να το ξεράσω, αλήθεια, πως και σε ποιο σημείο θα μπορούσα να το κάνω αυτό;
Τα όμορφα κορίτσια εξακολουθούσαν να χορεύουν ακούραστα τη χαρούμενη σάμπα, αλλά δεν είχα πλέον το κουράγιο, όχι νεύματα, ούτε ματιά να ρίξω. Αναλογίστηκα πως θα αποτύγχαναν να με συνεφέρουν ακόμα και με συνδυασμένες προσπάθειες φαντασιακού επιπέδου, πράγμα που ήρθε ως ένα επιπλέον πλήγμα στη μεσογειακή μου υπερηφάνεια. Ήμουν στα όρια της κατάρρευσης, αποκλείεται να τα κατάφερνα μέχρι το τέρμα. Το μόνο που έμενε να διευκρινιστεί ήταν το ακριβές σημείο του δικού μου τερματισμού.
Η σωτηρία ήρθε απρόσμενα, μ’ ένα επεισόδιο που θα μπορούσε ν’ αποτελεί ζωντανή διαφήμιση ενός διάσημου αναψυκτικού. Της κόκα κόλα.
Τρεισήμισι χιλιόμετρα πριν τον τερματισμό, η διαδρομή λοξοδρομεί και εισέρχεται για λίγο μέσα στα στενά της πόλης. Σ’ αυτό το λίγο τα πάντα αλλάζουν. Δεν υπάρχει κανείς εκεί, αφού όλοι προτιμούν να παρατάσσονται κατά μήκος της προκυμαίας, όπου άλλωστε οι αθλητές θα ξανακάνουν την εμφάνισή τους, έχοντας συμπληρώσει μέσα στους ήσυχους δρόμους τα απαραίτητα μέτρα που απαιτούνται. Δρόμοι στενοί, έρημοι και άδειοι. Ζώσα ψυχή πουθενά, λες κι ο έξω κόσμος έκλεισε ξαφνικά τις πύλες του. Μόνο εμείς. Και, στην περίπτωση, μόνο εγώ.
Και μια αρκετά όμορφη για την ηλικία της, περί τα σαράντα, κυρία, μ’ ένα μπουκάλι κόκα κόλα στο χέρι. Μόνη κι αυτή, σ’ έναν έρημο δρόμο, μπροστά από κλειστά καταστήματα. Κάπως έτσι δεν είναι τα οράματα;
Γενικά, δεν πίνω κόκα κόλα. Έπινα μικρός, τώρα δεν μ’ αρέσει. Χώρια που άκουσα πως έχει 6 κουταλιές ζάχαρη σε κάθε μπουκάλι. Ακόμα κι αν τις διπλασιάζει η συκοφαντία, πάλι πολλές είναι. Το διάσημο αυτό αναψυκτικό το πίνω μόνο όταν τροφικές δηλητηριάσεις κι εμετοί μ’ αφυδατώνουν επικίνδυνα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις μ’ ωφελεί, και επιπλέον αποτελεί υγρό που το στομάχι μου δέχεται ευχάριστα.
Στο κομμάτι εκείνο των άδειων δρόμων είχα και την εμφάνιση και τα συμπτώματα ενός αφυδατωμένου ασθενούς. Ήταν φανερό, ακόμα και μέσα από το μαύρο τζάμι ενός καταστήματος στο οποίο καθρεφτίστηκα στιγμιαία. Και η εν λόγω κυρία θα κατάλαβε πως κάθε άλλο παρά αρμοστό ήταν το σύνθημά της, ζούπα, ζούπα, ζούπα - προσφιλής ιαχή των Ελβετών, που μάλλον σημαίνει πως είσαι σούπερ - και μου έτεινε το χέρι στο οποίο κρατούσε μια μόλις ανοιγμένη κόκα κόλα.
Το να διαφημίζω προϊόντα πολυεθνικών δεν είναι το καλύτερό μου, αλλά θα ήταν άδικο αν δεν αναφερόμουν στο αναψυκτικό που θεωρώ πως οφείλω τον τερματισμό μου στη Ζυρίχη. Οι δυο, κιόλας, πρώτες γουλιές ήρθαν σαν βάλσαμο στο ανακατεμένο μου στομάχι και με βοήθησαν να βρω την απαραίτητη δύναμη, για να συνεχίσω στο λίγο που είχε απομείνει. Θέλησα να επιστρέψω το μπουκάλι, αλλά η κυρία μου έκανε νόημα να το κρατήσω.
Πριν πάρω τη στροφή που θα με ξανάφερνε στην τελική ευθεία της προκυμαίας, γύρισα να δω, για μια τελευταία φορά, τη σωτήρα μου. Φαινόταν χαρούμενη που με βοήθησε, ήταν εμφανής άλλωστε η διαφορά, αφού πριν την συναντήσω τρέκλιζα, ενώ τώρα απομακρυνόμουν απ’ αυτήν με κάτι που έμοιαζε με τρέξιμο. Μου έκανε νεύμα να συνεχίσω, φωνάζοντας, ζούπα, ζούπα, ζούπα.
Σκέφτομαι πως αν κάποια κάμερα είχε απαθανατίσει τη σκηνή, θα είχα βγάλει κάποιο κέρδος απ’ αυτήν τη διαφήμιση. Κι όσοι την έβλεπαν θα επαινούσαν τους ηθοποιούς για το πόσο σωστοί ήταν στο ρόλο τους. Αν τη δω να παίζεται στην τηλεόραση θα ζητήσω δικαιώματα. Αυτό όμως που καθιστά ιδιαίτερο το γεγονός, είναι πως έμοιαζε με διαφήμιση, χωρίς να είναι διαφήμιση. Ήταν πραγματικότητα, αλλά, πάλι, δεν έμοιαζε με πραγματικότητα.
Πιστεύω πως κάθε ζωή είναι ή θα μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα. Μυθιστορηματικά σκεπτόμενος, λοιπόν, καταλήγω στο συμπέρασμα πως εγώ και η κυρία δεν βρισκόμασταν ούτε σε διαφήμιση, ούτε στην πραγματικότητα. Νομίζω πως υπήρξαμε πρωταγωνιστές μιας σύγχρονης βιβλικής παραβολής, μ’ όλη τη διδακτική κι αλληγορική της σημασία. Η κόλαση που ανέφερα πριν ήταν η δοκιμασία της ζωής, που με βάσανα και κόπους προσπαθείς να τη φέρεις στον προορισμό της. Κι όταν δεν τα καταφέρνεις πια, όταν οι δυνάμεις σου σε εγκαταλείπουν, τότε ο Κύριος σου στέλνει έναν άγγελο με μορφή ξανθιάς σαραντάρας Ελβετίδας, και σου προσφέρει εμφιαλωμένη την χάρη του, ώστε να μπορέσεις να συνεχίσεις.
Μακάρι να μου χαριστεί το ίδιο θαύμα, σκέφτομαι συχνά, και την ώρα εκείνη, την ώρα που κανείς μας δεν θέλει να την δει να έρχεται. Μακάρι και τότε να εμφανιστεί μια απρόβλεπτη Ελβετίδα, για να μου δώσει επιπλέον δύναμη και ζωή, αν και, δεύτερη φορά, δεν το νομίζω. Δεν πειράζει, όμως. Σύμφωνα με τα Καβαφικά σκαλιά της ποίησης, και τόσο που αξιώθηκα λίγο δεν είναι.

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. 2η μέρα.




Fonyod - Sziglizet.  52.9 χιλιόμετρα.  



   Στην αφετηρία της δεύτερης μέρας μ’ έστειλε κυρίως η ντροπή να εγκαταλείψω τόσο νωρίς και η άρνηση μιας δεύτερης αποτυχίας σε διάστημα ενός μήνα. Θα έδινα μια ευκαιρία στον εαυτό μου, ελπίζοντας πως κι ο εαυτός μου θα μου έδινε μια ευκαιρία. Είχα όνειρα γι’ αυτόν τον αγώνα που δεν ήθελαν να πεθάνουν έτσι άδοξα. Ούτε ήθελα να μετατραπώ από πρωταγωνιστή σε άδοξο θεατή του υπόλοιπου μέρους του.
Η διαδρομή ξεκινούσε σ’ ένα στενό δρόμο, όπου, για λόγους ευρυχωρίας, παίρναμε εκκίνηση ανά δυο, ανάλογα με το χρόνο τερματισμού της προηγούμενης. Ακούγαμε στα ηχεία τα ονόματά μας, μπαίναμε στην γραμμή, περνούσαμε το τσιπ στο μηχάνημα, κι αυτό ήταν. Ο χρόνος μετρούσε. Το τραγούδι του αγώνα, ‘The road to hell’, του Chris Rea, βρισκόταν σε κάθε εκκίνηση, να μας εμψυχώνει με το ρυθμό του, αν και ο τίτλος του δεν προοιώνιζε καλά πράγματα.
Διαπίστωσα πως, παρ’ όλο τον αργό ρυθμό της προηγουμένης μέρας, δεν ήμουν ο τελευταίος, καθώς υπήρχαν αρκετοί πίσω μου που περίμεναν για να πάρουν εκκίνηση. Αλλά, σήμερα, σκόπευα να μείνω τελευταίος. Η παρουσία μου ήταν ήδη αρκετή αποκοτιά, και το λιγότερο που μπορούσα να κάνω είναι να πηγαίνω αργά και ν’ αφουγκράζομαι τα μηνύματα που θα στέλνει το σώμα μου. Να εξετάζω τις αναπνοές και να ελέγχω τους χτύπους της καρδιάς. Αν αντιλαμβανόμουν επικίνδυνα συμπτώματα, θα έπρεπε πια να σκεφτώ σοβαρά να εγκαταλείψω. Αν μου συνέβαινε κάτι κακό θα έκανα δύσκολη τη ζωή ολόκληρης της παρέας μου, που από τις εξοχές και τα πανδοχεία θα τραβολογιόταν στα νοσοκομεία μιας ξένης χώρας. Αυτό ήταν κάτι που έμπαινε στις σκέψεις μου σαν φοβία. Παραήταν εγωιστικό, από την ξεροκεφαλιά ενός, να καταλήξει ‘δρόμος για την κόλαση’, ένα όμορφο ταξίδι τεσσάρων ανθρώπων.


  Ως δρομέας έχω δυο κρίσιμες ιδιοτροπίες. Η πρώτη απ’ αυτές: Ενώ πιέζω τον εαυτό μου σε πράγματα ασυνήθιστα, δεν του επιτρέπω βοήθεια από τίποτα ασυνήθιστο. Δεν παίρνω ποτέ συμπληρώματα διατροφής, ούτε καν μια απλή ενισχυτική βιταμίνη. Προσέχω τη διατροφή μου, προσέχω τον ύπνο μου, κι αυτό είναι. Οποιοδήποτε χημικό παρασκεύασμα, ακόμα και το πιο αθώο, με κάνει να θεωρώ πως, παίρνοντάς το, αυτό που θα καταφέρω θα είναι κάτι που δεν με αντιπροσωπεύει. Επιδιώκω να βρω τα φυσικά μου όρια, όχι τα φαρμακευτικώς ενισχυμένα. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως μέμφομαι όσους παίρνουν βιταμίνες κι ενισχυτικά διατροφής, ιδίως όσους ο επαγγελματικός τους φόρτος δεν επιτρέπει προγραμματισμένη και σχολαστική διατροφή.
Η δεύτερη ιδιοτροπία μου είναι παράδειγμα προς αποφυγή. Δεν κάνω ποτέ ιατρικές εξετάσεις. Μια φορά, πάνε δέκα χρόνια, τα αποτελέσματα έδειξαν πεσμένες φερετίνες κι ο γιατρός μου δήλωσε πως αν δεν τις ανεβάσω θα πω αντίο στις μεγάλες αποστάσεις. Επειδή δεν ήθελα να πω αυτό το αντίο παρέβηκα την πρώτη μου αρχή, πήρα ορισμένες αμπούλες σιδήρου και μετά σταμάτησα και το σίδηρο και τις εξετάσεις.
Η ιδιοτροπία μου αυτή έχει να κάνει με φόβο. Φοβάμαι να ζήσω μια σκηνή όπου κάποιος γιατρός θα μου λέει συγκαταβατικά πως λυπάται πολύ, αλλά δεν έχω παραπάνω από τρεις μήνες ζωής. Είναι ανόητο, αφού οι εξετάσεις γίνονται για να προλάβεις αυτό ακριβώς το ενδεχόμενο, αλλά έτσι είμαι. Από την άλλη μεριά θεωρώ υπερβολικό αυτό που κάνουν πολλοί συναθλητές μου, να τρέχουν στους γιατρούς όλη την ώρα και για ψύλλου πήδημα. Να γνωρίζουν όλες τις τιμές των ουσιών στον οργανισμό τους, να ελέγχουν ανά πάσα στιγμή το σίδηρο, τον αιματοκρίτη, το μέγιστο και το ελάχιστο, το ύψιστο και το κατώτερο κι ένα σωρό άλλα που δεν ξέρω πόσο χώρο αφήνουν στην σκέψη για την εκτός τρεξίματος ζωή και την γενικότερη αρμονία. Φροντίζω να τους υπενθυμίζω πως ένας λόγος που αθλείται κάποιος είναι για ν’ αποφεύγει τους γιατρούς. Πάντως, είναι σίγουρα καλύτερο από το να μην πηγαίνεις καθόλου.
Το τρέξιμο είναι ο δικός μου τρόπος ψευδαίσθησης της αθανασίας, και μου αρκεί. Μου προσδίδει μια αυτοπεποίθηση, που μπορεί κάποτε να μου κοστίσει τη ζωή, όση όμως έχω φροντίζω να την κρατώ μακριά από το φόβο του θανάτου, κάτι που σημαίνει πως μπορώ να την κάνω ποιοτική. Κάθε φορά που προσερχόμουν στο αείμνηστο ΤΕΒΕ για να δηλώσω γιατρούς, έλεγα αστειευόμενος, αλλά το εννοούσα πλήρως, πως τις μόνες ειδικότητες που χρειαζόμουν ήταν ο ορθοπεδικός κι ο ψυχίατρος. Αν ο πρώτος δεν με θεράπευε από τον τραυματισμό που θα με εμπόδιζε να τρέχω, τότε θα αναλάμβανε ο δεύτερος.
Ο ορθοπεδικός είναι η μόνη ειδικότητα που επισκέπτομαι ενίοτε. Τον ψυχίατρο τον έχω αποφύγει προς το παρόν. Μάλλον επειδή μπορώ και τρέχω ακόμα.


   Ξεκίνησα αργά, χωρίς να νοιάζομαι αν με προσπερνούν, ακόμα κι οι τελευταίοι. Είχα αυστηρά διαιρέσει τους χρόνους, ήξερα πότε όφειλα να εμφανιστώ στους δυο ‘κόφτες’ της διαδρομής, θα φρόντιζα ν’ αφήνω κάποιο περιθώριο για ψυχολογικούς λόγους, κι αυτός θα ήταν ο στόχος μου. Τα τραγούδια κυλούσαν με τη σειρά τους αφημένη στη διάθεση του mp3. Για τόσες ώρες είναι μάταιο να επιδιώξεις κάποιο προγραμματισμό, ακόμα κι αν παίζεις στα δάχτυλα τη λειτουργία τέτοιων συσκευών. Η μέρα ήταν συννεφιασμένη και στην αφετηρία μας περόνιαζε το κρύο, αλλά τρέχοντας δεν το αισθανόμουν πια.
Αισθανόμουν όμως το μικρό θαύμα που γινόταν. Από το δεύτερο κιόλας χιλιόμετρο ήμουν σαν το ψάρι μέσα στο νερό. Η δυσφορία ολοένα και υποχωρούσε. Δεν ήταν η ιδέα μου, ένιωθα καλύτερα με κάθε μου βήμα, σαν το τρέξιμο να μην ήταν η δοκιμασία, αλλά η θεραπεία μου. Δεν βιάστηκα να το πανηγυρίσω, ούτε ν’ αλλάξω σχέδια, φυσικά. Εξακολουθούσε να μη μ’ ενδιαφέρει τίποτα εκτός από τον τερματισμό. Αλλά χαιρόμουν να διαπιστώνω πως ήταν όλα καλά, οι αναπνοές, οι χτύποι, ο ρυθμός μου. Ήμουν πάλι, εγώ κι ο αγώνας.
Αλλά σε λίγο θα ήταν και κάποιος ακόμα.


  Δεν ξέρω ποιες θα ήταν οι αναμνήσεις μου από τον αγώνα στη λίμνη, αν δεν ακολουθούσε ό,τι ακολούθησε. Σίγουρα θα ήταν διαφορετικές και πολύ φτωχότερες. Δεν ξέρω καν αν θα τα είχα καταφέρει, χωρίς την ανθρώπινη, και δη γυναικεία παρουσία, που τόσες φορές μ’ έχει ξελασπώσει στους αγώνες. Όσοι τρέχουν ξέρουν πόσο βοηθά μια συντροφιά δίπλα τους.
Φαίνεται πως το ήξερε κι η Szilvia. Το όνομά της το έμαθα μέρες μετά, τότε νόμιζα πως την λένε Sziszka, ή κάπως έτσι, μιας κι αυτό τ’ όνομα αναγραφόταν κάτω από το νούμερό της, κι αυτό ανήγγειλαν κάθε φορά στα ηχεία. Φαντάζομαι πως πρόκειται για υποκοριστικό, κάτι σαν το Λένα αντί για το Ελένη.
Ήταν στα πρώτα χιλιόμετρα, πάνω σ’ ένα πεζοδρόμιο, όπου φρόντιζα να κρατιέμαι στην άκρη, για να μην ενοχλώ όσους θέλουν να προσπερνούν. Δεν ξέρω με ποιο τρόπο η Szilvia κατάλαβε πως μας ενώνει η συμμαχία αυτών που βρίσκονται σ’ έναν αγώνα, πασχίζοντας, απλώς, να τον τερματίσουν έγκαιρα. Όσοι δεν πιστεύουν στη γυναικεία διαίσθηση, ας το ξανασκεφτούν. Υπάρχει, σε κάποιες γυναίκες τουλάχιστον, το βεβαιώνω ως πρώην άπιστος σε τέτοια μεταφυσικά. Το σίγουρο είναι πως κάποια στιγμή μ’ έφτασε και συνέχισε να τρέχει μαζί μου. Στην αρχή νόμισα πως με προσπερνούσε αργά, αλλά αυτή παρέμενε δίπλα μου.
Τα πράγματα συνήθως είναι όπως φαίνονται, αλλά αυτό που φαινόταν ήταν πολύ περίεργο για να βιαστώ να το προεξοφλήσω. Πιθανολόγησα πως σκόπευε να με προσπεράσει, μόλις συγκεντρώσει δυνάμεις που δεν διέθετε εκείνη τη στιγμή. Σκέφτηκα ν’ ανοίξω λίγο το ρυθμό, έτσι ώστε αν μ’ ακολουθούσε να σιγουρευόμουν πως, όντως, ήθελε παρέα, κάτι τέτοιο όμως θα φαινόταν αγένεια, σαν να της δήλωνα πως μ’ ενοχλεί. Άλλωστε, πόσο θα μπορούσα ν’ ανοίξω στην κατάσταση που βρισκόμουν; Προτίμησα να κόψω λιγάκι κι έκανε το ίδιο κι αυτή, συνεχίζοντας μαζί μου, χωρίς να με προσπερνά, όπως σίγουρα θα μπορούσε.
Αν επιδιώκω κάτι γράφοντας αυτά τα κείμενα, είναι το να αποσπάσω το τρέξιμο από την αντίληψη μιας απλής, μονότονης και μονόπλευρης αθλητικής δραστηριότητας. Να το συνδέσω μ’ ό,τι φυσικό και πνευματικό μας περιβάλλει. Να δείξω πως τα όριά του μπορούν να επεκταθούν, να διαποτιστούν και να διαποτίσουν όλους τους τομείς της ζωής μας. Πως αποτελεί μια μικρογραφία αυτής της ζήσης, έναν καθρέφτη που αντανακλά όλα τα όμορφα και τα δύσκολά της. Κάτι που κινείται παράλληλα, αλλά μπορεί να διασταυρωθεί, ανά πάσα στιγμή, με πράγματα που λανθασμένα θεωρείς άσχετα μ’ αυτό. Όλα όσα εκκινούν από το είναι μας, όπως τα κλαδιά από τον κορμό ενός δέντρου, σχετίζονται μεταξύ τους. Το κείμενά μου τα θεωρώ επιτυχημένα μόνο στο βαθμό που το καταφέρνουν αυτό.
Με τη Szilvia έχουμε, μέχρι σήμερα ακόμα, μια φιλία που ήταν και παραμένει βουβή. Θεωρώ το λόγο ως βασικό στοιχείο οιασδήποτε σχέσης, αλλά με την απρόβλεπτη παρέα μου θα αναπτύσσαμε μια ιδιότυπη κι έξω από το λόγο μορφή επικοινωνίας. Τα αγγλικά της ήταν τόσο καλά, όσο τα δικά μου ουγγρικά. Όμως το λεκτικό κενό αναπληρωνόταν από μια σιωπή που λειτουργούσε. Μπορούσαμε να καταλαβαινόμαστε, γιατί είχαμε ένα κοινό σκοπό. Αισθανόμασταν την ίδια ανασφάλεια, δίναμε την ίδια μάχη με τον εαυτό μας, νιώθαμε πως ο καθένας μας αποτελούσε σιωπηλό συμπαραστάτη του άλλου. Κανείς μας δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα πόδια ή την αντοχή του άλλου, ωστόσο η γνώση πως δεν ήμασταν μόνοι στον αγώνα μάς χάριζε δύναμη και κουράγιο. Το ίδιο ακριβώς κουράγιο που σου δίνει ένα φιλικό άγγιγμα στον ώμο, μια δύσκολη στιγμή.
Τρέχαμε για ώρες, απορροφημένοι από τη μουσική και τις σκέψεις μας. Επικοινωνούσαμε, ενίοτε, με μορφασμούς ενθάρρυνσης, κυρίως όταν φτάναμε σε κομβικά σημεία, στο 20, στο 30, στο 40 χιλιόμετρο. Δεν είχε ρολόι και με κοίταζε με αδημονία κάθε που συμβουλευόμουν το δικό μου. Βασιζόταν στις εκτιμήσεις και στις διαιρέσεις μου, κι εγώ με νοήματα της επιβεβαίωνα πως είμαστε εντάξει με το χρόνο μας. Ανταλλάσσαμε χαμόγελα ικανοποίησης, το V της νίκης, και πάλι μπροστά.

   Φτάσαμε στη Szigliget μαζί. Στα τελευταία πέντε χιλιόμετρα ένας διαολεμένος άνεμος, που μου θύμιζε τον πρόσφατο αγώνα στην Ψάθα, δοκίμαζε τις αντοχές μας στο κρύο. Τα ρούχα της ήταν από αυτά που βρίσκεις στο παζάρι, δεν νομίζω πως την προστάτευαν ιδιαίτερα. Εφ’ όσον κρύωνα εγώ, ο εξοπλισμένος με την υψηλότερη τεχνολογία, τότε φανταζόμουν ότι θα υπέφερε, πράγματι. Αλλά κοντεύαμε, και τα πέντε χιλιόμετρα δεν μας φαίνονταν πολλά πια. Ο χαρακτηριστικός λόφος της περιοχής, με το μεσαιωνικό κάστρο στην κορυφή του, διακρινόταν από την αρχή μιας μακριάς και, τελικής νομίσαμε, ευθείας. Κατέληγε τελικά σε μια μικρή αλλά απότομη ανηφόρα, που τραβούσε για κάποια μέτρα προς τον ηφαιστιογενή λόφο. Όμως φαινόταν πια το τέρμα, ο κόσμος που περίμενε, οι φίλοι κι οι γνωστοί, και τίποτα δεν μπορούσε να μας αποθαρρύνει. Τερματίσαμε τα 53χλμ σε 6.17΄53΄΄.
Κουκουλωθήκαμε με τις σακούλες που μας έδωσαν και χωθήκαμε στο τεράστιο αντίσκηνο της διοργάνωσης, στημένο για να μας προστατεύει απ’ τις καιρικές συνθήκες. Είχε παγκάκια για να κάτσεις, τραπέζια για να φας όσα σου προσέφεραν, χώρο για ν’ αλλάξεις. Αγκαλιαστήκαμε χαρούμενοι και δώσαμε, νοηματικά πάντα, ραντεβού στην αφετηρία, το πρωί της επομένης.
Στην Szigliget αξίζει να μείνεις και να την χαρείς, αν και το κρύο της συγκεκριμένης μέρας έκανε δύσκολη την περιήγηση. Ήταν κι αυτή νησί της λίμνης κάποτε. Τώρα βρίσκεται στη βορειότερη όχθη της. Η θέα από το χαρακτηριστικό της λόφο είναι πανοραμική, ενώ στον οικισμό που χρονολογείται από την νεολιθική και την περίοδο του χαλκού έχουν ανακαλυφθεί σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα. Δεν είχα το χρόνο, ούτε το κουράγιο, για τουρισμό, δυστυχώς. Οι ώρες ανάπαυσης ήταν λίγες και πολύτιμες. Χώθηκα στο πιο ζεστό δωμάτιο που έχω κοιμηθεί ποτέ, αφού δεν βρήκαμε τρόπο να χαμηλώσουμε τη θέρμανση. Οι υπόλοιποι υπέφεραν κάπως, αλλά το κρύο που είχα υποστεί και η συσσωρευμένη εξάντληση μου επέτρεπε να αισθάνομαι άνετα.
Ήμουν διπλά χαρούμενος. Δεν πέθανα κατά τη διάρκεια του αγώνα, όπως για μια στιγμή, χθες το βράδυ, φοβήθηκα πως θα μου συνέβαινε. Είχα βρει μια ιδιότυπη παρέα, που, και θα ήταν δίπλα μου, και θα μου επέτρεπε να παραμένω συγκεντρωμένος στο τρέξιμό μου. Και είχα βγάλει, ήδη, το μισό αγώνα. Από την επομένη το κάθε βήμα θα ήταν ένα θεωρητικό βήμα προς το τέλος του. Επέστρεφα. Ψυχολογικά, πάντα.

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. 1η μέρα.





                                               Siofok - Fonyod. 46.7 χιλιόμετρα.



   Στο μεσαίωνα η Fonyod αναφέρεται ως Funoldi, και στους χάρτες του 14ου αιώνα καταγράφεται ως νησί, καθώς η λίμνη ήταν μεγαλύτερη τότε. (Ευτυχώς για μας, μίκραινε αργότερα). Μετά την τουρκική εισβολή του 1575, και μέχρι τον 19ο αιώνα, έμεινε ακατοίκητη, ενώ η κατασκευή του σιδηρόδρομου στην Balaton, βοήθησε στην ανάπτυξη και στη σημερινή τουριστική εξέλιξή της. Το άλλοτε μεσαιωνικό χωριό είναι σήμερα μια πόλη 5.000 κατοίκων, στη νότια όχθη της λίμνης.
Η απόσταση των 46.8 χιλιομέτρων της πρώτης μέρας, από τη Siofok μέχρι τη Fonyod, με όριο 6 ώρες, βγήκε σχετικά εύκολα. Ο βροχή που μας συνόδευε από την αρχή, άλλοτε δυνατή, άλλοτε ως ψιχάλα, σταμάτησε κάποτε. Το mp3 μου αποδείχτηκε αδιάβροχο κι οι μουσικές μελωδίες γλύκαιναν τη διαδρομή, η οποία δεν ακολουθούσε αυστηρά την περίμετρο της λίμνης, αλλά ενίοτε επιχειρούσε παροδική είσοδο στην ενδοχώρα. Βρεθήκαμε να τρέχουμε στην παραλία, σε δρόμους οικισμών, σε μονοπάτια ανάμεσα σε δέντρα και στην άκρη σιδηροδρομικών γραμμών. Η λίμνη εμφανιζόταν κάθε φορά από διαφορετική γωνία, πράγματι ατέλειωτη. Ήξερα πως δεν θα έχω άλλη ευκαιρία, γι’ αυτό προσπαθούσα να συγκρατώ ό,τι μπορούσα από τις εικόνες που έβλεπα. Το καταφέρνεις κάπως αυτό, όταν πας αργά. Όταν, αργότερα, φτάνεις να παλεύεις με την κούραση, όλα όσα διάβηκαν τις αισθήσεις απομένουν τυλιγμένα σε μια αχλή ονείρου.
Στις πρώτες μου φωτογραφίες, λίγοι δρομείς με χωρίζουν από το ασθενοφόρο που ακολουθεί. Δεν μ’ ενοχλούσε αυτό. Οι πρώτες ώρες ενός τέτοιου αγώνα είναι τα πρώτα λεπτά ενός μαραθωνίου, κι όσο για τη θέση μου στη γενική κατάταξη, δεν είχα απαιτήσεις. Στο κάτω κάτω, αν κατάφερνα να αποφύγω το αποτρόπαιο DNF θα είχα περάσει αρκετούς - πέρα από το φιλοσοφημένο που λέει ότι και μόνο που στέκεσαι στην αφετηρία ενός αγώνα έχεις περάσει όσους δεν είναι εκεί. Επιπλέον, αν τερμάτιζα, θα περνούσα όσους δεν κατάφερναν να πιάσουν το όριο της κάθε μέρας. Όσους έχουν τερματίσει ώρες πριν από μένα στην πρώτη διαδρομή, αλλά κουτσαίνουν στη δεύτερη. Όσους τα πήγαν καλά την προηγούμενη, αλλά δεν εμφανίζονται στην αφετηρία την επόμενη. Λέγεται πως το πιο δύσκολο σ’ έναν αγώνα είναι να φτάσεις πρώτος ή τελευταίος, και, πράγματι, παρ’ όλες τις πολυπληθείς συμμετοχές μου, τίποτα από τα δυο δεν κατάφερα ποτέ.
Έφτασα στο Fonyod σε 5.19΄46΄΄, αρκετά μέσα στο όριο. Πέρασα το Π και πίεσα στο μηχάνημα του τερματισμού το τσιπ που είχα περασμένο στο δάκτυλό μου, σαν προτεταμένο νύχι. Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο σύστημα, στην αρχή με ξένισε, αλλά το συνήθισα γρήγορα. Παρέλαβα την επίδοσή μου εκτυπωμένη σ’ ένα χαρτί σε μέγεθος και είδος απόδειξης. Στο κάτω μέρος ανέγραφε συγχαρητήρια και σε καλούσε στο ραντεβού της επομένης, υπενθυμίζοντας τόπο και ώρα. Το αυτοκίνητο της παρέας με περίμενε για να με μεταφέρει στο καινούργιο κατάλυμα, ένα θαυμάσιο ξενοδοχείο-πύργο, σε μια ακόμα ειδυλλιακή τοποθεσία. Τώρα που όλα έχουν περάσει, τα δωμάτια και τα καταλύματα τα θυμάμαι με τα καλύτερα συναισθήματα, ίσως γιατί σ’ αυτά εναπόθετα κάθε μέρα ένα εξαιρετικά  κουρασμένο κορμί.
Και τότε, λίγες μόνο ώρες μετά το τέλος του αγώνα, συνέβη κάτι περίεργο. Είχαμε βγει για δείπνο, είχα παραγγείλει, τι άλλο; μακαρονάδα, όταν μια ανεξήγητη δυσφορία άρχισε να με καταβάλλει. Την χαρακτηρίζω ανεξήγητη, γιατί πολλές φορές μου συνέβη να αισθάνομαι άσχημα σε αγώνες, αλλά πάντα συνερχόμουν σύντομα, όταν τέλειωναν. Το αντίθετο, να αισθάνομαι καλά στη διάρκεια ενός αγώνα και άσχημα αργότερα, δεν μου είχε συμβεί ποτέ. Σκέφτηκα μήπως είχα κάνει λάθος, μήπως τα πρόσφατα 80 χιλιόμετρα στην Ψάθα δεν ήταν το χρήσιμο long run, αλλά μια υπερβολή που σπατάλησε πολύτιμες δυνάμεις. Που έριξε χρήσιμες τιμές στο αίμα μου, (που την κατάστασή του δεν εξέταζα ποτέ). Που χάλασε την κατανομή των ερυθρών και των λευκών αιμοσφαιρίων, πολύ πρόσφατα, για να προλάβει αυτή ν’ επανέλθει έγκαιρα.
Ήταν μια απρόσμενη εξέλιξη. Η ανησυχία πως θα πάει άπατος κι αυτός ο αγώνας, δηλητηρίασε τις όμορφες στιγμές χαλάρωσης με την παρέα μου. Δεν αποκάλυψα τίποτα, γιατί δεν ήθελα να χαλάσω τη χαρά τους. Έφαγα ανόρεκτα, πιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνει. Ήλπιζα πως το φαινόμενο θα περνούσε έτσι απότομα όπως ήρθε, όπως γίνεται όταν την μια στιγμή έχεις πυρετό και την άλλη αισθάνεσαι καλά. Όμως οι ώρες κυλούσαν κι αυτό επέμενε και καθιστούσε επιτακτική την απόφαση για το πρακτέο της επόμενης μέρας. Έπρεπε ν’ αποφασίσω, αν θα συνέχιζα ή όχι.
Ήταν πολύ δύσκολη απόφαση. Αν επέλεγα να τα παρατήσω, οι δυο απανωτές αποτυχίες σε μεγάλες αποστάσεις θα σφράγιζαν οριστικά την υπόθεση που λέγεται υπερμαραθώνιος. Στο εξής, 42, και πολλά είναι. Επιπλέον, δεν εμφάνιζα κάτι συγκεκριμένο, αλλά ένα σύμπτωμα που, ήλπιζα, μπορεί να εξαφανιζόταν. Θα ήταν εξωφρενικό να μην εμφανιστώ στον αγώνα και λίγες ώρες μετά, όσο αυτός ακόμα θα διαδραματίζεται, να αισθάνομαι καλά. Δεν θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου για τη λαθεμένη του απόφαση, ή ακόμα τη δειλία μου. Από την άλλη μεριά, για να τρέξω θα έπρεπε να αγνοήσω κάθε γνωστή οδηγία που πρόσταζε πως, αν δεν αισθάνεσαι καλά, μην τυχόν και επιχειρήσεις αγώνα, πόσο μάλλον τέτοιου είδους. Κι εγώ δεν αισθανόμουν καθόλου καλά.
Έκείνο το βράδυ έπεσα για ύπνο προσπαθώντας να καταπολεμήσω τις μαύρες σκέψεις που γύριζαν σαν σφίγγες γύρω από το κεφάλι μου.
Τώρα, 3 χρόνια μετά, σκέφτομαι πόσες ασκήσεις ζωής, πόσες εμπειρίες και γεγονότα, πόσες αναμνήσεις και συμβάντα θα είχα στερηθεί, αν τελικά υπάκουα στη λογική και δεν εμφανιζόμουν στον αγώνα την επόμενη μέρα. Πόσο πιο φτωχός θα αισθανόμουν σήμερα. Πόσο πλούτο, πόσα συναισθήματα, αλλά και πόσο πόνο θα είχα στερηθεί. Ξέρω, το να στερείσαι πόνο ακούγεται οξύμωρο, αλλά το να μην νιώθεις τίποτα, το να κυλά υπάκουα η ζωή σου σ’ έναν ανούσιο ρυθμό, είναι ακόμη χειρότερο. Απλά, δεν το κατανοούμε. Αν έβγαινα από τον αγώνα εκείνη τη μέρα δεν θα είχα συνείδηση της απώλειας, γιατί θα αγνοούσα τα όσα θα είχα στερηθεί. Πράγματα που ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές τα ξαναζώ ολοζώντανα. Γιατί μπορώ ν’ αποτραβώ την κούραση από τις αναμνήσεις μου, να ξαναφέρνω μπροστά μου τις στιγμές και να ξανατρέχω στη λίμνη, νοητά αυτή τη φορά, αποκομίζοντας την ίδια ευχαρίστηση, και μάλιστα απαλλαγμένη από τον πόνο, το άγχος και την αγωνία.
Μαγικό πράγμα το τρέξιμο. Μαγική γίνεται και η ζωή μας μέσα σ’ αυτό. Το ραβδί που στρεφόταν πάνω στους ήρωες των παιδικών μας παραμυθιών στρέφεται πάνω μας και μας μεταμορφώνει, από το πρώτο μας κιόλας βήμα. Αυτό κάνει και τη ζωή μας να μοιάζει παραμύθι, άξιο να το διηγηθείς 3 ή 63 χρόνια μετά.  

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 2.





                                                                                  Ο αδερφός μου κι εγώ.

  
   Αν και με χρόνια θητεία στο τρέξιμο τον πρώτο διεθνή μου μαραθώνιο, (εξαιρώ την Κλασική), τον μαραθώνιο της Ζυρίχης, τον οφείλω σ’ ένα πρώην καθιστικό μέλος της οικογένειας. Τον αδερφό μου. Η σχέση του αδερφού μου με το τρέξιμο έχει χαρακτηριστικό ενδιαφέρον κι αξίζει το δικό της κεφάλαιο.
Εγκατεστημένος στην Αθήνα μου προσέφερε στέγη και άνεση, κάθε φορά που κατέβαινα για να τρέξω στην Κλασική διαδρομή. Ο ίδιος, τρία χρόνια μικρότερος, με εμφανή τα ίχνη του χρόνου που η σωματική αδράνεια έχει την τάση να μεγεθύνει, δυσκολευόταν ακόμα και να διανοηθεί αυτό που σκόπευα κάθε φορά να κάνω.
Όχι πως υπήρξε απορριπτικός απέναντι στην επιλογή μου, κάθε άλλο. Φαινόταν να την σέβεται και να την θαυμάζει. Υπήρξε για χρόνια ο ακάματος αθλητικός μου αρωγός. Φρόντιζε για τις διατροφικές μου ιδιοτροπίες. Ξυπνούσε μαζί μου, τα χαράματα, τη μέρα του αγώνα, για να με μεταφέρει με τ’ αυτοκίνητό του στον Μαραθώνα, απαλλάσσοντάς με έτσι από οποιαδήποτε επιπρόσθετη ταλαιπωρία. Με περίμενε στον τερματισμό, για να με επιστρέψει ξανά στο σπίτι του. Με κουβαλούσε - αυτό είναι το κατάλληλο ρήμα - μέχρι το σταθμό του τραίνου ή το αεροδρόμιο, τις φορές που δεν κατέβαινα μ’ αυτοκίνητο στην πρωτεύουσα.
Η διαδρομή του μαραθωνίου με αυτοκίνητο φαίνεται πολύ μεγάλη, ακόμα και στους μαραθωνοδρόμους. Καθώς με οδηγούσε μέχρι την αφετηρία αναρωτιόταν πώς γίνεται να τρέχει κάποιος τόση απόσταση. Μετά τον αγώνα μου έδινε ενθουσιώδη συγχαρητήρια, επαναλαμβάνοντας την απορία, στη χρονική αυτήν τη φορά διάστασή της, πως δηλαδή γίνεται να τρέχει κάποιος για τόσες ώρες. Σ’ όλες τις περιπτώσεις φρόντιζα να του τονίζω πως δεν είναι τόσο φοβερό όσο φαίνεται. Αφού το έκανα εγώ, και τόσοι ακόμα άνθρωποι, σίγουρα, θα μπορούσε κι αυτός.
Δεν κατάφερνα να τον πείσω, το θεωρούσε υπεράνω των δυνάμεών του. Αυτός ήταν όμως που, σε ανύποπτο ακόμα χρόνο, μου έβαλε την ιδέα ενός διεθνούς μαραθωνίου. Κατά τη διάρκεια μιας σχετικής συζήτησης, μου ανέφερε πως αν ήταν στη θέση μου, που αποκλείεται δηλαδή, θα προτιμούσε να τρέχει έξω. Τα ταξίδια ήταν ένα κοινό μας πάθος. Αναρωτιόταν για ποιο λόγο να ξοδεύομαι για να τρέχω πέρα δώθε, σ’ αδιάφορα μέρη κι επαρχιακά πανηγύρια, αντί να επιλέγω έναν μόνο και καλό αγώνα το χρόνο. Ένα μαραθώνιο, στο Παρίσι, στη Ρώμη, στη Μαδρίτη, κάτι που θα συνδύαζε τις δυο αγάπες μου, το τρέξιμο και το ταξίδι. Αυτός, αν ποτέ, που αποκλείεται δηλαδή, αυτό θα έκανε.
Σήμερα το κάνει, και μάλιστα καλά. Ακόμα καλύτερα κι από μένα. Τρέχει σε μαραθώνιους του εξωτερικού, τρέχει στην κλασική, τρέχει στην Μεσσήνη και στη Θεσσαλονίκη, κυνηγώντας το όριο των 4 ωρών, πολλές φορές αγγίζοντάς το, χωρίς όμως ακόμα να καταφέρει να το σπάσει. Είναι κοντά, πιστεύω. Το 2011, στην Αθήνα, το έχασε για 2 λεπτά. Σ’ οποιαδήποτε άλλη μαραθώνια διαδρομή, εκείνη τη μέρα, θα το είχε καταφέρει.
Παραδόξως, δεν ήμουν εγώ που έπεισα τον αδερφό μου να τρέχει. Το έκανε ο γιατρός του, και κάτι αυξημένες τιμές στις εξετάσεις του. Στην πραγματικότητα η προληπτική αγωγή δεν του συνιστούσε καν να τρέχει. Το απλό περπάτημα κρίθηκε αρκετό. Το σπίτι του γειτνιάζει με το πεδίο του Άρεως, κι αυτό καθιστούσε την εκτέλεση της ιατρικής οδηγίας εύκολη. Το αρχικό περπάτημα άρχισε να πυκνώνει σε συχνότητα. Μετά να μεγαλώνει σε διάρκεια. Μετά μετατράπηκε σε χαλαρό τζόκινγκ. Σε κάποιο τηλεφώνημα μου ανακοίνωσε πως άρχισε να τρέχει. Έκανε νέες παρέες. Βρήκε το φετίχ του στα αθλητικά παπούτσια. Ανακάλυψε το ελληνικό περιοδικό Runner, πριν από μένα. Άρχισε να παίρνει μέρος σε μικρούς αγώνες στην Αθήνα και να μιλά μ’ ενθουσιασμό γι’ αυτούς. Στα τηλεφωνήματά μας η νέα του δραστηριότητα είχε κατά πολύ το πάνω χέρι έναντι όλων των άλλων οικογενειακών θεμάτων, εκτός κι αν αυτά πρέκυπταν σοβαρά.
Κακός συντονισμός. Τώρα ήμουν εγώ που, για διάφορους λόφους, σπάνια έτρεχα πια.
Πήγαμε, ωστόσο, για προπόνηση μαζί, μια από τις φορές που ήρθε στην Καβάλα. Τον οδήγησα, που αλλού; στον αγαπημένο μου, δασικό δρόμο. Μαθημένος στο Πεδίο του Άρεως, οι ανηφόρες του φάνηκαν βουνό. Επιπλέον κατάλαβε πως σε τέτοιες διαδρομές δεν μπορείς να σταματήσεις όποτε κουραστείς. Είχαμε φτάσει μέχρι το 6ο χιλιόμετρο, και θέλαμε, αναγκαστικά, άλλα τόσα για πίσω. Μου είπε πως τώρα καταλαβαίνει το λόγο για τον οποίο η Καβάλα βγάζει καλούς δρομείς.
Κάποτε έφτασε να τρέχει μαραθώνιο. Τα πρώιμα σημάδια του χρόνου είχαν εξαφανιστεί και το κέφι του ήταν ακατάβλητο. Έκανε πράξη το όνειρό του. Έτρεξε σε πρωτεύουσες της Ευρώπης, όσο εγώ, από αθλητικής σκοπιάς, δεν είχα ακόμα περάσει τα σύνορα. Μου περιέγραφε το μοναδικό κλίμα των διεθνών μαραθωνίων, τονίζοντας πάντα πως μόνο αν το ζήσω θα μπορούσα να το καταλάβω.
Χάρη σ’ αυτόν το έζησα και το κατάλαβα, αν και αρκετά οδυνηρά, την πρώτη φορά, στη Ζυρίχη. Αλλά αυτή η πρώτη  φορά ήταν το έναυσμα για όλες τις υπόλοιπες. Μιλάνο, Ντίσελντορφ, Βερολίνο, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι.
Δεν τρέχω πια μαραθώνιους. Δεν ξέρω αν θα ξανατρέξω ποτέ. Η άσφαλτος ταλαιπωρεί και πληγώνει πλέον τα πόδια μου με τρόπο που οι πολύωροι αγώνες στο βουνό δεν το κάνουν. Κάθε τόσο προσπαθώ να προσθέσω κάποια χιλιόμετρα πάνω της, πάντα όμως με αρκετά οδυνηρά αποτελέσματα. Ίσως κάνω μια προσπάθεια ακόμα, ίσως όχι. Μπορεί να φταίει και το ότι πλέον μου φαίνεται μονότονη κι ανιαρή. Όταν κάτι πάψεις να το αγαπάς πολύ, παύει να σε αγαπάει κι αυτό με τη σειρά του.
Έστω κι ως παρελθόν, όμως, οι μέρες των μαραθωνίων δρόμων του εξωτερικού είναι πια εγγεγραμμένες στην νωπογραφία της ψυχοσύνθεσής μου. Εκεί βρίσκονται όλες οι στιγμές, που είτε με κάποια διαφορά, είτε παρέα μέχρι τον τερματισμό, έτρεξα μαζί του. Τον εντοπίζω ακόμα και στους διεθνείς μου μαραθωνίους, όπου αυτός δεν υπήρχε, ως φυσική παρουσία τουλάχιστον. Υπήρχε όμως ως προτροπή, ως παρότρυνση, ως χαμόγελο επιβεβαίωσης. Ως ένα τηλεφώνημα που έρχεται τη μια να σου ευχηθεί, την άλλη να ρωτήσει πως τα πήγες, κι εσύ χαίρεσαι που άθελά του σου υπενθυμίζει πως πρέπει να αποδίδεις όλα τα όμορφα εκεί που τα οφείλεις.   

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. Εισαγωγή.



           BSI Lake Balaton Supermarathon.         194,5 χιλιόμετρα σε 4 μέρες.

                                             17-20 Μαρτίου 2011.


                                                      Εισαγωγή.


   Την τελευταία φορά που εγκατέλειψα το τρέξιμο νόμιζα πως θα ήταν…η τελευταία. Έκανα τα πάντα για να είναι. Αποκόπηκα από οτιδήποτε με συνέδεε με το άλλοτε αγαπημένο μου άθλημα. Αποποιήθηκα όλα τα στοιχεία που συνδέονταν μαζί του. Λίγο επειδή τα θεωρούσα περιττά, λίγο για να μην υπάρχει πια η γέφυρα που με πέρασε απέναντι. Πέταξα όλα τα ειδικά περιοδικά, χάρισα τα αποκτημένα από το εξωτερικό βιβλία μου, αραίωσα από τις σχετικές παρέες. Συγκάλυπτα επιμελώς και για λόγους ευγένειας την αδιαφορία μου στις κουβέντες περί τρεξίματος, όσων φίλων θεωρούσαν πως ακόμα με αφορούν. Είχα ανακαλύψει ξανά τη λογοτεχνία, διάβαζα κι έγραφα, κι ήθελα να μείνω σ’ αυτήν απερίσπαστος.
Μολονότι το διάστημα δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, εν τούτοις, όταν επέστρεψα στο τρέξιμο, όλα είχαν αλλάξει. Οι δρομείς ήταν εκατοντάδες, οι ακριβοθώρητοι κάποτε αγώνες, δεκάδες. Οι νέοι αθλητές είχαν πρόβλημα όχι που θα βρουν, αλλά ποιον αγώνα να επιλέξουν. Κυκλοφορούσε το πρώτο ελληνικό περιοδικό για το τρέξιμο. Στις βιτρίνες υπήρχαν φίρμες αθλητικών ειδών που δεν τις γνώριζα, εγώ, που ήξερα κάποτε πιο πολλά από τους πωλητές των καταστημάτων.
Τα ανακάλυψα όλα ξανά. Φόρεσα τις νέες φίρμες, ξαναγράφτηκα συνδρομητής σε περιοδικά, παρήγγειλα τα πρόσφατα αγγλόφωνα βιβλία, γνώρισα αρκετά από τα νέα πρόσωπα του χώρου. Ωστόσο, το σημαντικότερο που ξανακέρδισα ήταν κάτι άλλο.
Ήταν η ελευθερία του να μπορείς να καλύπτεις αποστάσεις.
Ο δρομέας μεγάλων αποστάσεων έχει μια ιδιαίτερη σχέση με το χώρο και το περιβάλλον του. Στα ταξίδια με το αυτοκίνητο μ’ άρεζε να φαντάζομαι πως τρέχω, ή πως μπορώ να τρέξω, τις αποστάσεις που έβλεπα πέρα από το τζάμι. Τους δρόμους που χώριζαν χωριά, τους δασικούς χωματόδρομους που διαγράφονταν στο βάθος, τον περίγυρο μιας λίμνης, το μονοπάτι ενός βουνού. Ό,τι έβλεπα είχα την πεποίθηση πως θα μπορούσα να το διανύσω με τα πόδια.
Στη διάρκεια της αποχής μου αυτό άλλαξε. Ο χωματόδρομος που διέτρεχε το λόφο ήταν πια πέρα από τις δυνατότητές μου. Δεν γινόταν να ‘πεταχτώ’ για μια βόλτα 10 χιλιομέτρων. Δεν διέθετα την αντοχή να ανακαλύψω τι κρύβεται στην πίσω πλευρά ενός τοπίου. Η απώλεια της ικανότητας που είχα κάποτε με έθλιβε. Ήταν κυρίως ψυχολογικό, κι όχι πως θα σταματούσα ποτέ το αυτοκίνητο, με την οικογένειά μου να περιμένει μέσα, για να δω τι υπάρχει πίσω από κάποιο ύψωμα. Πολλές είναι οι φορές που αποφασίζουμε να μείνουμε στο σπίτι, είναι όμως διαφορετικό να ξέρεις πως δεν επιτρέπεται να βγεις από το σπίτι.
Αυτό ήταν που ξανακέρδισα με τις μεγάλες αποστάσεις. Την αίσθηση της ελευθερίας πως μπορώ να πηγαίνω οπουδήποτε, χωρίς να χρειάζομαι κανένα μέσον. Αν όχι στο διάστημα μιας μέρας, θα μπορούσα σε δυο, ή παραπάνω. Αυτή τη στιγμή νιώθω πως μπορώ να κατεβώ από την Καβάλα μέχρι την Αθήνα τρέχοντας, όσες μέρες κι αν χρειαστεί. Δεν πρόκειται να το επιχειρήσω, αλλά μ’ αρέσει να ξέρω ότι μπορώ. Ένα ευχάριστο παιχνίδι για τους δρομείς μεγάλων αποστάσεων θα μπορούσε να είναι το σημάδι μιας γραμμής τραβηγμένης σ’ έναν χάρτη, ανάλογο της απόστασης που διανύουν κάθε φορά που βγαίνουν για τρέξιμο. Θα ξεκινά από την πόλη τους και θα εκτείνεται σε κάθε τους προπόνηση. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρείς την εξέλιξη της γραμμής στο τέλος μιας εβδομάδας, ενός μήνα, ενός χρόνου.
Με το τρέξιμο λοιπόν μπορούσα πάλι, δυνητικά, να τρέχω σε χάρτες και τοπία. Έτρεχα με τη φαντασία μου κάθε διαδρομή που έβλεπα στο καλεντάρι των δρομέων, ή αν ήταν υπερβολικά μεγάλη, όπως το Σπάρταθλο, έτρεχα ένα τμήμα του. Έτρεχα στις Άλπεις, στα Πυρηναία, στο Εθνικό Πάρκο της Γιούτα, στις πρωτεύουσες του κόσμου.
Αλλά προτιμούσα τα όμορφα τοπία. Έτσι, όταν είδα στο διαδίκτυο έναν αγώνα να διοργανώνεται στη μεγαλύτερη λίμνη της κεντρικής Ευρώπης, άρχισα τους υπολογισμούς. Η Ουγγαρία βρισκόταν, ακόμα, στην γεωγραφική και οικονομική μου εμβέλεια. Την πρώτη χρονιά που το σκέφτηκα, για διάφορους λόγους, δεν έγινε δυνατόν. Έγινε, όμως, την επόμενη.
Ο Νίκος Δήμου ορίζει την ευτυχία ως την απόσταση που χωρίζει τις επιθυμίες μας από την πραγματοποίησή τους. Εγώ, για να μικραίνω αυτήν την απόσταση, θα έπρεπε να την τρέξω. Θα έτρεχα λοιπόν, κι όχι σε μια αδιάφορη διαδρομή, αλλά δίπλα σ’ ένα από τα ομορφότερα φυσικά τοπία. Και σκεφτόμουν πως όσα περισσότερα χιλιόμετρα άντεχαν τα πόδια μου, τόσο πιο κοντά θα με έφερναν στη δική μου ευτυχία.



   Ονομάζεται και Ουγγρική θάλασσα. Το μήκος της είναι 77 χιλιόμετρα, το πλάτος της 14, η έκτασή της 592 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το μέγιστο βάθος της 12,2 μέτρα. Αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά αξιοθέατα της Ουγγαρίας. Την περιβάλλουν χωριά, κωμοπόλεις, οικισμοί και παραθεριστικά. Ξεπρόβαλε μπροστά μου, μέσα στη συννεφιά, και κάλυπτε μια έκταση που θα μπορούσε, πράγματι, να ανήκει σε θάλασσα. Μου φάνηκε απίστευτο πως σκόπευα να την τρέξω ολόκληρη, αλλά μετά έμαθα πως αυτό που βλέπω δεν είναι παρά μόνο ένα μέρος της.
Η ηρεμία της λίμνης δεν φανερώνει τίποτα από το πολυτάραχο παρελθόν της πρόσφατης ιστορίας της. Κι όμως, την άνοιξη του 1945, στην περιοχή αυτού του επίγειου παραδείσου, αφανίστηκαν περί τους 20.000 χιλιάδες στρατιώτες. Ήταν η τελευταία μεγάλη επίθεση που επεχείρησε η ναζιστική Γερμανία, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σταματήσει και να ανακαταλάβει πολύτιμα εδάφη από τους προελαύνοντες Ρώσους. Ήταν αργά. Οι τελευταίες υπολογίσιμες δυνάμεις της είχαν εξολοθρευτεί λίγους μήνες πριν, στην αντεπίθεση των Αρδεννών, απέναντι στους δυτικούς συμμάχους. Ο Χίτλερ υποτίμησε τον κύρια απειλή, που κατέφθανε ακάθεκτη από το ανατολικό μέτωπο. Ανόητος, υπερφίαλος και αλαζόνας, αγνόησε μέχρι το τέλος τις παραινέσεις των ικανών στρατηγών του. Το ‘Ξύπνημα της Άνοιξης’, ρομαντική ονομασία μιας καταδικασμένης επιχείρησης, στοίχισε ανθρώπινες και υλικές απώλειες κι από τις δυο πλευρές, μόνο που για την Γερμανία αποδείχτηκαν αναντικατάστατες. Το τέλος ήταν κοντά.
Φτάσαμε στην έρημη και σκοτεινή Siofok, ένα μελαγχολικό απόγευμα, παραμονή του αγώνα. Τίποτα δεν φανέρωνε πως η πρωτεύουσα, όπως αποκαλείται, της Balaton είναι ο πιο δημοφιλής τουριστικός προορισμός της Ουγγαρίας. Φημίζεται για τη νυχτερινή ζωή της, αλλά τώρα τα μόνα ίχνη ζωής τα έβρισκες στο εσωτερικό του ξενοδοχείου της διοργάνωσης. Λίγους μήνες μετά ο κόσμος θα συνέρεε στις ακτές της, αφού τα ρηχά, σ’ εκείνο το σημείο, νερά της λίμνης κρατιούνται ασφαλή και ζεστά. Το πλήθος των εξοχικών που περίμεναν σφραγισμένα θα άνοιγαν τις αυλές και τα παράθυρά τους, οι δρόμοι και τα αναψυκτήρια θα γέμιζαν από την πολυκοσμία. Τότε το να διακόψεις την κυκλοφορία θα ήταν δύσκολο, ενώ οι τώρα προσιτές, ακόμα και για τα δοκιμαζόμενα βαλάντιά μας, τιμές θ’ αυξάνονταν απαγορευτικά. Η χρονική επιλογή του αγώνα είχε λογική.



  Ο BSI Lake Balaton Supermarathon, είναι ένα multi running event. Το κύριο αγώνισμα περιλαμβάνει τον ατομικό δρόμο των 195.4 χιλιομέτρων σε 4 συνεχόμενες μέρες, μοιρασμένες ως ακολούθως: Από την Siofok μέχρι την Fonyod, απόσταση 46.7 χιλιόμετρα, με όριο 6 ώρες. Από την Fonyod μέχρι την Szigliget, απόσταση 52.9 χιλιόμετρα, με όριο 7 ώρες. Από την Badascony μέχρι την Balatonfured, 43.6 χιλιόμετρα, με όριο 5.45 ώρες. Και από την Balatonfured ξανά στην Siofok, 52.2 χιλιόμετρα σε 7 ώρες.
Τα χιλιόμετρα της κάθε μέρας ήταν παραπάνω του ενός μαραθωνίου. Αν έστω και σε μία απ’ αυτές αποτύγχανες στο χρονικό όριο, θα μπορούσες να παραμείνεις στον αγώνα, αλλά εκτός συναγωνισμού. Επίσης υπήρχαν δυο ‘κόφτες’ στη διάρκεια κάθε διαδρομής, στους οποίους όφειλες να φτάσεις πριν από κάποιον καθορισμένο χρόνο. Ήταν καλά μελετημένοι, αν δεν το κατάφερνες δύσκολα θα μπορούσες να τερματίσεις έγκαιρα.
Παράλληλα με το κύριο, διεξάγονταν κι άλλα αγωνίσματα. Θα μπορούσε κάποιος να τρέξει μόνο τη μία από τις 4 μέρες. Προβλεπόταν αγώνας για ομάδα σκυταλοδρομίας των τεσσάρων αθλητών, ένας για κάθε μέρα. Υπήρχε αγώνισμα ομάδας σκυταλοδρομίας, μόνο για την τελευταία μέρα. Κι ίσως κι άλλα, που δεν ενδιαφέρθηκα να συγκρατήσω. Δεν παραγνώριζα την αξία κανενός, απλά, δεν υπήρχαν για μένα. Ήμουν εδώ για το κύριο αγώνισμα, αυτό του οποίου οι αθλητές είχαν κόκκινα νούμερα, για να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους.
Πολλά ήταν τα υπέρ μου σ’ αυτό το ταξίδι. Καταρχήν, το ίδιο το ταξίδι. Έγινε οδικώς και περιείχε όλα τα στοιχεία του ψυχαγωγικού τουρισμού. Είχα σπουδαία ομάδα υποστήριξης. Η γυναίκα μου, εξπέρ στις διαδικτυακές κρατήσεις, μας απάλλαξε από κάθε έγνοια κόστους και τόπου διαμονής. Ο ακούραστος, και με σπάνια αίσθηση προσανατολισμού, οδηγός μας, ήταν κάτοχος ενός μικρού λειτουργικού λάπτοπ, που μας πρόσφερε τη σύνδεση και την επικοινωνία με την πατρίδα. Ο τρίτος της παρέας ταξίδευε με την κρίσιμη ιδιότητα του αθλητικού συνοδού. Ούτε βαλίτσα δεν χρειάστηκε να κουβαλήσω, μην και στερηθώ πολύτιμες δυνάμεις.
Υπήρχε ένα ακόμα, καθαρόαιμα αθλητικό, υπέρ. Αν και σε καμιά περίπτωση δεν ήμουν αθλητής επιδόσεων, είχα παρατηρήσει πως με χαλαρό ρυθμό μπορούσα να τρέχω ασταμάτητα, για άγνωστο αριθμό ωρών. Ακόμα και στα 100 χιλιόμετρα της Ψάθας, παρόλα τα αντίξοα που αντιμετώπισα, αυτό που με σταμάτησε τελικά ήταν το χρονικό όριο της διοργάνωσης κι όχι πως δεν μπορούσα, πλέον, να πάρω τα πόδια μου.
Στην Balaton έκρινα, θεωρητικά βέβαια, πως το χρονικό περιθώριο κάθε μέρας έδινε ευκαιρίες στο χαλαρό ρυθμό. Επίσης θα μεσολαβούσε η βραδινή ξεκούραση, που θα ήταν αρκετή, αρκεί να κατάφερνα να τελειώνω την εκάστοτε μέρα χωρίς να εξαντλούμαι απόλυτα. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να πηγαίνω σταθερά και, ακόμα κι αν οι δυνάμεις μου το επέτρεπαν, να μην αυξήσω το ρυθμό μου. Κάποια μαθήματα τα είχα διδαχτεί με πολύ σκληρό τρόπο για να τα ξεχάσω.
Υπήρχε ένα κατά, ο καιρός. Οι καλοσυνάτες μέρες του ταξιδιού είχαν τελειώσει και στο εξής προέκυπτε άστατος κι απρόβλεπτος. Διέθετα εξοπλισμό για να τρέξω από Σαχάρα μέχρι Αλάσκα, αλλά ήταν δύσκολο να προβλέψω τι θα μου χρειαστεί και τι θα με βαρύνει για τόσες ώρες. Ευτυχώς, η ομάδα συμπαράστασης θα αποδεικνυόταν χρήσιμη σ’ αυτό.

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 1.



                                 

   Τι συνδέει την Νέα Υόρκη, την Βοστώνη, το Σικάγο και το Χιούστον, με το Άμστερνταμ, την Γλασκώβη, την Φλωρεντία και την Βαρκελώνη; Τι συνδέει την Μπανγκόκ, την Καζαμπλάνκα, το Βελιγράδι και την Χονολουλού, με το Μπουένος Άιρες, την Κωνσταντινούπολη, το Δελχί και την Ιερουσαλήμ; Και, τέλος, τι συνδέει όλες αυτές με 500 ακόμα πόλεις, σ’ ολόκληρο τον κόσμο;
Σήμερα σχεδόν κάθε μεγάλη πόλη που σέβεται τον εαυτό της φιλοξενεί κι έναν μαραθώνιο. Πολλές ακόμα ετοιμάζονται να μπουν στην ατέλειωτη αυτή παγκόσμια αλυσίδα. Οι άνθρωποι που συμμετέχουν στους μαραθωνίους είναι χιλιάδες. Όσοι μετακινούνται, αθλητές, οικογένειες και συνοδοί, εκατομμύρια. Ένα γεγονός που ήταν κάποτε υπόθεση λίγων αθλητών κλάσης, σήμερα είναι παράδοση που αφορά πολλούς. Ένα στενά αθλητικό συμβάν εξελίχθηκε σε κοινωνικό φαινόμενο, συνδεδεμένο με την αίγλη, την τουριστική προβολή ακόμη και την πηγή εσόδων ενός τόπου.
Η απόσταση είναι συγκεκριμένη, 42.195μ, ωστόσο υπάρχουν μαραθώνιοι που φημίζονται για διαφορετικά πράγματα. Για τη γρήγορη διαδρομή, για την ομορφιά του τοπίου τους, για την ιστορία που τους συνοδεύει. Αν επιθυμείς ένα μαραθώνιο προσκύνημα έρχεσαι στην Αθήνα. Για επιδόσεις, Βερολίνο και Άμστερνταμ. Αν θέλεις να διευρύνεις τις δυνατότητές σου πας στη Βοστόνη - είναι ο πιο ιστορικός μαραθώνιος κι ο μόνος που απαιτεί αθλητικές προδιαγραφές, ανάλογες της ηλικίας - για να σε δεχτεί.
Μπορείς να συμμετέχεις σε κάποιον από τους διεθνείς μαραθωνίους και για άλλους λόγους. Για να συνδυάσεις το αγαπημένο σου άθλημα μ’ έναν τόπο που θα σ’ ενδιέφερε να επισκεφτείς. Μ’ ένα ταξίδι που θα ‘θελε η οικογένειά σου. Μ’ ένα συναρπαστικό διάλλειμα που επιτρέπει η εργασιακή άδεια και τα οικονομικά σου. Μπορείς να συμμετέχεις για να αισθανθείς μέρος μιας παγκόσμιας κοινότητας, και να γνωρίσεις τα ευρύτερα πλαίσια της ιδιαίτερης οικογένειας στην οποία ανήκεις.
Οι διεθνείς μαραθώνιοι αντανακλούν κάτι από το κλίμα των Ολυμπιακών αγώνων, καθώς άνθρωποι απ’ όλους τους λαούς συνυπάρχουν σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα, όπου οι όποιες διαφορές, απλώς, δεν υφίστανται. Είναι μια κοινή γιορτή με τους πρωταγωνιστές, τους στενούς συμπαραστάτες, τους ένθερμους θεατές της. Οι μαραθωνοδρόμοι κατατάσσονται βάσει μιας αξιολόγησης που δεν ξεχωρίζει τον πλούσιο από το φτωχό, το νεαρό από το μεσήλικα, την γυναίκα από τον άντρα. Ο καθένας τρέχει μόνος του, αλλά όλοι μαζί αποτελούν ένα αξεδιάλυτο πολυεθνικό σύνολο, που ξεκινά και τερματίζει σαν ένα σώμα. Χιλιάδες άτομα δεν συνιστούν απαραίτητα κάτι συλλογικό, αλλά νομίζω πως στο μαραθώνιο αυτό δεν ισχύει. Αν μπορούσαμε να δούμε από ψηλά έναν διεθνή μαραθώνιο, θα βλέπαμε μια πολύχρωμη ακολουθία ανθρώπων που ρέει σαν ποτάμι προς τον προορισμό του. Και παρ' όλο που θα ξέραμε πως δεν φτάνουν όλοι στον ίδιο χρόνο, εν τούτοις θα αντιλαμβανόμασταν πως μια κλωστή συνδέει τον πρώτο από τον τελευταίο, κι όλους συνάμα. Χιλιάδες ατομικές μάχες διαδραματίζονται μέσα στις έξη ώρες, σε συνολικό, όμως, επίπεδο ο χρόνος του καθενός δεν έχει νόημα, όπως δεν έχει νόημα ν’ αναλογιζόμαστε ποιο μέρος του ποταμού θα καταφέρει να εκβάλλει πρώτο στη θάλασσα.