Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 4.



                                                                      Η κλασική διαδρομή. 5. 





   
Τον επετειακό Μαραθώνιο της Αθήνας τον έτρεξα με τη διάθεση που του άξιζε. Μετείχα στη γιορτή του με κέφι και χαρά. Ευχαριστώντας όσους μπόρεσα, από τους εκατοντάδες εθελοντές του. Ο κόσμος ήταν ο περισσότερος που είχα δει ποτέ σ’ αυτήν τη διαδρομή. Ξεχώρισα μια παρέα νέων που μας χειροκροτούσαν ένθερμα, τους πλησίασα και τους πρότεινα του χρόνου ν’ αλλάξουμε ρόλους, αυτοί να τρέχουν κι εγώ να χειροκροτώ. Γέλασαν χαρούμενα. Ξέρω πως δεν θα το κάνω, ήταν ένα αθώο ψέμα, αλλά ελπίζω να πιάσει και να φανούν αυτοί συνεπείς ως προς το δικό τους σκέλος.
Συνάντησα έναν απ’ τους καλύτερούς μου φίλους, κάπου μετά τα μισά, και το πήγαμε μαζί, περίπου 12 χιλιόμετρα. Άλλαξα τον τουριστικό μου ρυθμό κι έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα τα τελευταία πέντε. Όταν κάνεις μαραθώνιο στις τεσσεράμισι ώρες και στο τέλος φτάνεις να τρέχεις με κάτω από πέντε λεπτά το χιλιόμετρο ο κόσμος φαίνεται σταματημένος. Πέρασα περίπου 1000 αθλητές σ’ αυτά τα τελευταία χιλιόμετρα, και δεν ήταν ή δύναμη, αλλά η χαρά που μου έδινε φτερά.
Στο 40ο  είδα μια γυναίκα να προχωρά αργά, σχεδόν παραπαίοντας. Πρόλαβα καθώς περνούσα ορμητικά να διαβάσω τ’ όνομα της στη φανέλα. Δέκα μέτρα μπροστά της, ξεπέρασα τον δισταγμό μου. Ανέκοψα, στράφηκα προς το μέρος της και δείχνοντας προς την πόλη που μας περίμενε φώναξα δυνατά: Go, Gloria, Athens is waiting for you. Δεν μιλώ άνετα αγγλικά, αλλά ίσα για δυο κουβέντες τα καταφέρνω. Πριν πάρω τη στροφή γύρισα και την κοίταξα. Πήγαινε πολύ καλύτερα. Είχε ζωντανέψει από μια απλή φράση. Αργότερα, στα επίσημα αποτελέσματα, έψαξα το Gloria στο χρόνο που υπολόγιζα πως θα το βρω και, πράγματι, το βρήκα. Ήταν λίγα λεπτά μετά από το δικό μου όνομα. Τα είχε καταφέρει.
Επίσης τερμάτισα με διαφορά μόλις ενός δευτερολέπτου από τον αδερφό μου. 4.24΄40΄΄ εγώ, 4.24.39΄΄αυτός. Μόνο που δεν είχαμε συναντηθεί ούτε μια στιγμή στη διάρκεια του αγώνα. Από αμέλεια στην συμπλήρωση της αίτησης εγγραφής βρέθηκα στο 7ο και τελευταίο μπλοκ, εγκλωβισμένος ανάμεσα στους πλέον αργούς δρομείς, πράγμα που με ανάγκαζε να τρέχω ζικ ζακ γι’ αρκετά χιλιόμετρα μετά την πιστολιά. Αυτός ήταν στο πέμπτο μπλοκ και πήρε εκκίνηση αρκετά λεπτά πριν από μένα. Ο πραγματικός μας χρόνος βγήκε ηλεκτρονικά κι απέδειξε, πως, κατά κάποιο μυστηριώδη τρόπο, είχαμε συντονιστεί.
Μπήκα φουριόζος στο Καλλιμάρμαρο, σπρωγμένος από τον ενθουσιασμό, την κατηφορική κλίση μπροστά από τον κήπο και τον κόσμο που, επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια, ήταν αυτός που έπρεπε. Μια τελική ευθεία, ένα μετάλλιο και μια μίνι κατάρρευση, ευτυχώς ολιγόλεπτη, στο τέλος. Είχα ανεβάσει αρκετούς σφυγμούς και το αδιαχώρητο που υπήρχε μετά την γραμμή του τερματισμού δεν μου επέτρεψε ένα απαλό σβήσιμο. Το απότομο σταμάτημα μου έκανε κακό, μικρό όμως, αφού έσβησε γρήγορα μέσα στην ικανοποίηση πως, στον σημαντικότερο Κλασικό Μαραθώνιο της Αθήνας, ήμουν κι εγώ εκεί.




                                                          Μετά.

   Υπάρχουν στιγμές που αντιμετωπίζεις το δίλημμα, αν είναι καλύτερα να δώσεις εσύ το τέλος των πραγμάτων που δεν μπορούν να συνεχίζονται εσαεί, ή αν πρέπει ν’ αφήσεις το χρόνο ν’ αποφασίσει γι’ αυτό. Δεν θα μπορώ αιώνια να τρέχω μαραθώνιους, ούτε θα μπορώ να κατεβαίνω για πάντα στην κλασική. Το ερώτημα είναι, αν θα είμαι εγώ ή ο χρόνος που θα πάρει την απόφαση της τελευταίας φοράς.
Κατεβαίνοντας στον κλασσικό μαραθώνιο της Αθήνας του 2010, σκέφτηκα πως θα ήθελα να ήμουν εγώ αυτός που θα έπαιρνε την απόφαση. Η συγκυρία τα είχε φέρει, ώστε να ξεκινήσω την περιπέτεια του μαραθωνίου το επετειακό 1996, οπότε θα θεωρούσα αρμονικό αν το τέλος δινόταν μια επίσης επετειακή χρονιά, και μάλιστα την λαμπρότερη που συνέπιπτε στη διάρκεια της ζωής μου. Επιπλέον ήξερα πως η κλασική ποτέ δεν θα μπορούσε να ξαναφτάσει σε τέτοιες δόξες. Είχε αγγίξει τον κολοφώνα της κι είχε προσφέρει ό,τι καλύτερο μπορούσε. Η επόμενη χρονιά που πιθανόν να κατάφερνε κάτι ανάλογο, θα ήταν η χρονιά που θα άνοιγε η κάψουλα.
Λίγα είναι αυτά που αντέχουν σε συνεχείς επαναλήψεις. Η επανάληψη κάνει τα πράγματα να μοιάζουν ίδια, ενώ στη φύση μας είναι να επιζητάμε το διαφορετικό. Και το διαφορετικό πολλές φορές κρύβεται στο μοίρασμα των εμπειριών μας με τους άλλους. Στην κλασική θα άξιζε να κατεβαίνω, κάθε φορά που θα το επιθυμούσαν και νέοι φίλοι μου. Δεν έχω το ζήλο του θρησκευόμενου που θεωρεί πως πρέπει να σε σώσει θες δεν θες, και πως χάνεται η ψυχή που δεν ακολουθεί τον ένα και μοναδικό δρόμο σωτηρίας. Ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει τις επιλογές του και να βρει τη χαρά στους δικούς του δρόμους και με τους δικούς του τρόπους. Πολλές φορές, όμως, δεν χρειάζονται κηρύγματα και ρητορείες. Σε κάποιους αρκεί μια παρότρυνση, μια απλή ενθάρρυνση, ένα μικρό σπρώξιμο στην ψυχολογία ή ένα ερέθισμα στο νου, για να περάσουν στην απέναντι όχθη ενός ποταμού, που μέχρι τότε θεωρούσαν αδιάβατο.
Περιέγραψα πολλές φορές, συνήθως τρέχοντας, τα συναισθήματά μου από εκείνον τον αγώνα, του 2010. Μια από αυτές, σε δυο φίλες μου, που είχαν τις δυνατότητες να τον τρέξουν, αλλά για διάφορους λόγους δεν το αποφάσιζαν. Πολύ καιρό προσπαθώ να τις πείσω, μιας και διαθέτουν αυτό το αξιοζήλευτο χάρισμα, τη φυσική προδιαγραφή η οποία, με πολύ λιγότερο από μένα κόπο, θα τις έφερνε να ολοκληρώσουν τη διαδρομή ενός μαραθωνίου. Δεν ξέρω για πόσο καιρό ακόμα θα ίσχυε αυτό, τα χρόνια περνούν γρήγορα και οι καιροί δεν σηκώνουν πολλές αναβολές. Αυτό που μ’ έκανε να ξαναπροσπαθήσω, όμως, ήταν το πραγματικό ενδιαφέρον που έδειχναν για τον επετειακό αγώνα, στον οποίο τόσοι φίλοι τους είχαν συμμετάσχει και μιλούσαν γι’ αυτόν μ’ ενθουσιασμό. Τις μίλησα κι εγώ, για τις δυσκολίες, αλλά και για το δώρο ζωής που σε περιμένει μέσα στο Καλλιμάρμαρο. Για την εμπειρία που απαιτεί κόπο, αλλά χαράζεται ανεξίτηλα στο είναι σου και σε συνοδεύει μέχρι το τέλος της διαδρομής σου.
Τρέξτε αυτόν τον μαραθώνιο, τις είπα. Τρέξτε τον, έστω για μια και μόνη φορά. Κι όταν θα έχετε γίνει 120 χρονών, τότε που ο χρόνος θα έχει καταστρέψει όλα τα εγκεφαλικά σας κύτταρα, τότε που δεν θα θυμάστε ούτε εμένα, ούτε κανέναν απ’ όσους αγαπήσατε και σας αγάπησαν, που δεν θα θυμάστε η μία την άλλη, κι ίσως ούτε ο ίδιος σας ο εαυτός θα σας λέει πολλά πράγματα, τότε, λίγο πριν διαβείτε οριστικά το κατώφλι, ένα μόνο θα θυμάστε και θ’ αναρωτιέστε. Τι να σημαίνει άραγε η εικόνα που, μόνο αυτή από τις τόσες που ζήσατε στη ζωή, έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό σας: Μια πύλη που σας περιμένει να τη διαβείτε, ένα χαρούμενο πλήθος κόσμου που ενθαρρύνει τα τελευταία κουρασμένα βήματά σας, κι ένα όμορφο, κατάλευκο στάδιο, ποιο αλήθεια; που ανοίγει την ευρύχωρη αγκαλιά του, για να σας υποδεχτεί.­­


Εύχομαι καλή επιτυχία σε όλους τους δρομείς που θα τρέξουν φέτος.




Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 4.



Η κλασική διαδρομή. 4. 


                                                        2010. Η επέτειος.



   Στο πάρκο Ελευθερίας, δίπλα στο Άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου και σε βάθος ενάμισι μέτρου είναι θαμμένη μια χρονοκάψουλα. Είναι κατασκευασμένη έτσι ώστε να διατηρήσει αναλλοίωτα όλα όσα περιέχει. Φωτογραφίες, έντυπα, επιστολές, αντικείμενα και πλήθος στοιχείων που θεωρήθηκαν σημαντικά. Το σημείο της υποδεικνύει ένα μάρμαρο, που πάνω του αναγράφεται πως στις 31.10.2010, 2.500 χρόνια μετά τη μάχη του Μαραθώνα, διεξήχθη στην Αθήνα ο 28ος Κλασικός Μαραθώνιος Αθηνών. Η χρονοκάψουλα είναι προγραμματισμένο ν’ ανοιχτεί στις 31.10.2110, δηλαδή εκατό χρόνια από την ημέρα του επετειακού αυτού αγώνα.
Νομίζω πως στα σημαντικά στοιχεία που περιέχει βρίσκονται και τα ονόματα όλων όσων έτρεξαν αυτήν τη σημαδιακή χρονιά. Η ματαιοδοξία θα ήθελε το όνομά μου μέσα σε μια κάψουλα που ταξιδεύει στο χρόνο, αν και νομίζω πως όταν τελειώσει το ταξίδι της δεν θα με νοιάζουν και πολλά πράγματα. Σήμερα όμως με γοητεύει η ιδέα πως βρίσκομαι πλάι-πλάι, όχι μόνο με τους ανώνυμους δρομείς, αλλά με ανθρώπους που το όνομά τους έγραψε λαμπρές σελίδες στην ιστορία του αγαπημένου μου αθλήματος.


Kathrine Switzer

Μια παγωμένη μέρα του 1967, η Kathrine Switzer, με τραβηγμένα πίσω τα μαλλιά και τ’ αρχικά του ονόματός της, που δεν φανέρωναν φύλο, εισήλθε στον μαραθώνιο της Βοστόνης. Το αγώνισμα τότε ήταν απαγορευμένο για τις γυναίκες, αφού ιατρικές θεωρίες το έκριναν επικίνδυνο για την υγεία τους. Περίπου στο 6ο χιλιόμετρο έγινε αντιληπτή από τους φωτογράφους, και, στη συνέχεια, από τον ευέξαπτο διοργανωτή, ο οποίος προσπάθησε να της αποσπάσει το νούμερο και να την πετάξει έξω από τον αγώνα. Τα φωτογραφικά στιγμιότυπα του περιστατικού, όπου φίλοι και δρομείς προσπαθούν να την υπερασπίσουν, θα έμεναν στην ιστορία. Η Switzer  τερμάτισε τελικά σε 4 ώρες και 20΄.

Θα περνούσαν πέντε ακόμα χρόνια, πριν επιτραπεί στις γυναίκες να συμμετέχουν επίσημα σε μαραθώνιο. Αρκετά ώστε και το 1972 η Αθήνα να της αρνηθεί τη συμμετοχή στην Κλασική της διαδρομή. Ωστόσο αυτή ήρθε στον γενέθλιο τόπο, όπως τον αποκαλεί, του αθλήματός της, μόνο και μόνο για να κλάψει στην παραλία του Μαραθώνα και ν’ αναλογιστεί τη μάχη που την διαβεβαίωνε πως αυτό που φαίνεται ακατόρθωτο μπορεί να γίνει κατορθωτό.
Ξανάρθε 38 χρόνια μετά, το 2010. Αυτή τη φορά θα έτρεχε και μάλιστα με τιμητικό νούμερο των ελίτ αθλητών. 63 πλέον χρονών, και μη έχοντας συμμετάσχει σε μαραθώνιο τα τελευταία 34 χρόνια, της ήταν πλέον δύσκολο. Όμως το δίδαγμα της αρχαίας μάχης παρέμενε ζωντανό. Σε 4. 48΄ περνούσε τη γραμμή του τερματισμού, κι αναλυόταν σε δάκρυα. Το όνειρό της είχε πραγματοποιηθεί. Αυτό που ήταν ακατόρθωτο, είχε γίνει κατορθωτό. Είχε τρέξει και τερματίσει τον αγώνα που θεωρούσε πως εμπεριέχει το μεγαλύτερο νόημα της ζωής της.
Έχασα μια μοναδική ευκαιρία να την δω από κοντά. Την ώρα που η Switzer πραγματοποιούσε το όνειρο που κουβαλούσε επί 38 ολόκληρα χρόνια, βρισκόμουν στην παραλαβή των ρούχων μου. Αν το ήξερα, θα περίμενα, για να την δω να τερματίζει και να κλαίει. Η συγκίνηση της στιγμής είναι ιδιαίτερα μεταδοτική, ιδίως αν γνωρίζεις κάτι για τον άλλον. Επιπλέον το νόημα των δακρύων της νομίζω πως δεν ήταν προσωπική υπόθεση, ούτε πως αφορούσε μόνο αυτήν. Νομίζω πως η Switzer έκλαιγε για τα όνειρα όλων μας. Αυτά  που λαχταρούμε να τα ζήσουμε στην άνοιξη, αλλά δεν τα αξιωνόμαστε παρά μόνο στο βαθύ φθινόπωρο της ζωής μας.

Joan Benoit Samuelson
Η Joan Benoit Samuelson είναι εμβληματική μορφή. Νικήτρια των Ολυμπιακών αγώνων του 1984 στο Λος Άντζελες - την πρώτη χρονιά που ο γυναικείος μαραθώνιος εισήχθηκε ως άθλημα. Ιδρύτρια σήμερα αγώνων, αρωγός φιλανθρωπικών οργανώσεων και πηγή έμπνευσης για πολλούς δρομείς. Έκανε την προσφώνηση στα μεγάφωνα της αφετηρίας. Ακόμα και στα 55 της είναι γρήγορη. Έτρεξε σε χαλαρό ρυθμό και τερμάτισε σε τρεισήμισι ώρες, χρόνος που θα ζήλευαν πολλοί νεότεροι δρομείς.
Οι στατιστικές δείχνουν πως αν η αυξητική τάση συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό, πολύ σύντομα, ίσως στα επόμενα 3 χρόνια, οι γυναικείες συμμετοχές στους μαραθώνιους θα ξεπεράσουν τις αντρικές. Η Switzer και η Benoit ήταν από τις πρώτες, αλλά, σήμερα, χιλιάδες γυναίκες τρέχουν στους μαραθώνιους του κόσμου, καταρρίπτοντας ρεκόρ, γεφυρώνοντας αποστάσεις, τσαλαπατώντας σε κάθε τους βήμα τις παλιές εκείνες προκαταλήψεις που τις ήθελαν κατώτερες του αγωνίσματος, και καταλαμβάνοντας επάξια τις θέσεις που οι ξεπερασμένες θεωρίες άφησαν κενές.

Amby Burfoot
Ο Amby Burfoot, δρομέας της δεκαετίας του ’60 και ’70, είναι διευθυντής της έκδοσης του Runners World, και συγγραφέας άρθρων και βιβλίων για το τρέξιμο. Η σκέψη του καταφέρνει να εντάσσει σ’ ένα στέρεο φιλοσοφικό σύμπαν το νόημα του αθλήματός μας, με τον ίδιο τρόπο που το έκανε, όσο ζούσε, ο γκουρού των απανταχού δρομέων, George Sheehan. Έτρεξε με τη γυναίκα του, την Cristina Negron, και το γιό του, σκοπεύοντας να τερματίσουν μαζί περί τις 5.30 ώρες. Τερμάτισαν χώρια, εξ αιτίας μιας αστείας παρεξήγησης. Έχοντας χάσει επαφή κατά τη διάρκεια της διαδρομής, πατέρας και γιος σταμάτησαν από κοινού, για να περιμένουν την Cristina, λίγο πριν από την είσοδό τους στο στάδιο. Αυτή τους έφτασε, τους προσπέρασε και τερμάτισε, με ρυθμό που οι δυο έκπληκτοι συγγενείς της δεν κατάφεραν ν’ ακολουθήσουν. Το συμβάν δεν οδήγησε σε διαζύγιο, καθώς οι εξηγήσεις κρίθηκαν ικανοποιητικές. Βλέποντάς τους να την περιμένουν, η Cristina νόμισε πως είχαν ήδη τερματίσει και πως επέστρεψαν για να την ενθαρρύνουν, κάτι που ο Burfoot έκανε συχνά. Όπως και να ‘χει, τερμάτισε πριν από αυτούς, κι αυτό επισήμως δεν άλλαζε. Συμφώνησαν να λύσουν τις διαφορές τους σ’ έναν επόμενο αγώνα.

Jeff Galloway
Η ζωή του Jeff Galloway περιστράφηκε γύρω από τον αθλητισμό. Τον εξάσκησε ως αθλητής, τον δίδαξε μέσα από αθλητικά προγράμματα, άρθρα και βιβλία, βιοπορίστηκε από τα αθλητικά του καταστήματα, το πρώτο από τα οποία εγκαινιάστηκε το 1973, υπό την ονομασία, ‘Φειδιππίδης’. Στα 65 του, ήταν η δωδέκατη φορά που ερχόταν στον αγώνα που ο ίδιος περιγράφει ως οδοιπορικό στις ρίζες του αθλήματός μας. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω σ’ έναν από τους πρώτους μου μαραθώνιους στην Αθήνα, να του πω πόσο μου άρεσαν τα άρθρα του, που διάβαζα τότε στο  Runners World, και πόσο εκτιμώ αυτό που κάνει. Ο Galloway εκπονεί ειδικά προγράμματα μαραθωνίου για δρομείς που οι υποχρεώσεις τους δεν τους επιτρέπουν παρά μόνο ελάχιστες προπονήσεις, και τρέχει μαζί τους στην Αθήνα, κάθε χρονιά. Αν σταθείτε θεατής στις κερκίδες του Καλλιμάρμαρου, κι έχετε λίγο υπομονή, θα τον δείτε να εισέρχεται ακολουθούμενος από μια ομάδα ιδροκοπημένων, αλλά ευτυχισμένων δρομέων, αυτών που συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε, της διπλανής πόρτας.

Μ’ αυτούς και πολλούς άλλους, επώνυμους και μη, Έλληνες και ξένους, γνωστούς κι άγνωστους αθλητές, παραμένω κλεισμένος σε μια χρονοκάψουλα και ταξιδεύω στο μέλλον. Είναι περίεργο αίσθημα, με γεμίζει χαρά και θλίψη ταυτόχρονα. Χαίρομαι για το ταξίδι, αλλά λυπάμαι που όταν η πόρτα του χρόνου θ’ ανοίξει δεν θα υπάρχουν παρά μόνο τα ονόματα των ταξιδιωτών. Ωστόσο, ανατρέχοντας πάλι στους αρχαίους, σκέφτομαι πως έχω ακόμα πολύ δρόμο. Χάρη στην κλασική σκέψη καταφέρνουμε να γευτούμε την αθανασία στην πρόσκαιρη ζωή μας. Σ' ένα μακρινό ταξίδι, σ' ένα μεγάλο έρωτα, σε μια έντονη εμπειρία. Γιατί ο πολιτισμός που εξύμνησε το σώμα όσο και το πνεύμα ξέρει πως η αθανασία μπορεί να χωρέσει σ' ένα μήνα, μια εβδομάδα, ακόμα και στη συντομία μιας και μόνης μέρας, αρκεί βέβαια να είμαστε αρκετά σοφοί για να την αδράξουμε.