Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Ημερολόγιο 2013.






Μοιάζει φορτωμένο, κουραστικό, ταλαίπωρο, αλλά δεν είναι. Οι σημειωμένες στάσεις του δεν σηματοδοτούν κόπους και κακουχίες, αν και παροδικά μπορεί να βιώθηκαν έτσι. Είναι οι Κυριακές μας, που κρύβουν όσα πολύτιμα με κόπο διασώσαμε. Αυτά, που διαφυλάξαμε ως κόρη οφθαλμού. Είναι οι σωσμένες από την αλληλουχία των όμοιων στιγμών ημέρες μας. Οι σταθμοί ανεφοδιασμού σ' αυτό που κυλά και μας παρασέρνει αέναα. Η ανάσα που εξοικονομήσαμε βγάζοντας το κεφάλι πάνω από την επιφάνεια της καθημερινότητας. Τα διαλείμματα μιας ατέλειωτης διαδρομής, τόσο εκτεταμένης όσο κι η ζωή μας. Αυτά τα οποία μπορούμε να ψηλαφούμε, γιατί εξέχουν ανάγλυφα στο χαρτί του ημερολογίου μας.
Μαζί κι όλα όσα μεταφέρουν. Χαρές, συγκινήσεις, σχέσεις, φιλίες, γέλια και κουβέντες, αναζωπυρωμένες από βουνίσιο αέρα. Τις δικές μου τις ξαναζώ τώρα που τις γράφω, για να μπορέσω να τις ξαναζήσω αργότερα, ανατρέχοντας σ’ αυτές. Είναι οι στάσεις μου στο χρόνο που φεύγει. Η αναπόληση τον προεκτείνει κι αποτελεί το κέρδος μου. Γι’ αυτό συνηθίζω να καρφιτσώνω αναμνήσεις στο άλμπουμ κάθε χρονιάς. 

Χορτιάτης Trail Run, 3 Μαρτίου. Δεν θέλω να δεχτώ ότι υπάρχει τέτοιο κωλόπαιδο ανάμεσά μας, που να χαλά σήμανση αγώνα. Με θίγει ιδεολογικά. Προτιμώ να πιστέψω πως κάτι άλλο συνέβη. Στα μισά της διαδρομής συγκροτείται συμβούλιο αθλητών, με θέμα την αναζήτηση του χαμένου δρόμου και του χαμένου χρόνου. Η Γεωργία - γεια σου αστέρι - βρίσκει το δρόμο, κι ακολουθούμε, τρεις ντουζίνες νοματαίοι. Λασπούρα πρωτοφανής, τερματίζουμε με ίδιο χρώμα κι ίδιο μοντέλο παπούτσια. Ένα λάστιχο με πίεση αποκαθιστά μάρκες και χρώματα. Δεν έχω δεύτερα παπούτσια, μέχρι να φτάσω στο Πανόραμα τα πόδια μου γίνονται πατσαβούρια. Μεγάλο μπράβο στον Στυλιανό. Τυχεροί όσοι κάνουν πραγματικότητα το όνειρό τους. Όσο το μπορώ θα είμαι παρών στον αγώνα του.

Zigos Race, 6 Απριλίου.  Πρώτη εμφάνιση ενός μικρού αγώνα στα μέρη μου. Καλοδεχούμενος. Σπουδαίο να τρέχεις χωρίς να χρειάζεται να οδηγάς με τις ώρες, χωρίς να ξυπνάς χαράματα, χωρίς να σε περιμένει αυτή η θανατερή επιστροφή.  Απίθανα κέφια, σε καλή μέρα έπεσα. Κρίμα που μου συμβαίνει όλο και σπανιότερα. Χασομερώ στην αρχή, γκαζώνω και φτάνω την παρέα μου στο τέλος. Όλα είναι υπέροχα και δεν αφήνουν περιθώρια για σάτιρα. Έτσι συμβαίνει, όσο πιο χάλια πάνε τα πράγματα σ’ έναν αγώνα τόσο περισσότερο προσφέρεται για χιούμορ αργότερα.

Paggaio Trail Run, 12 Μαίου. Δεύτερη χρονιά, η ίδια κατάρρευση, στο ίδιο μέρος, του ίδιου αγώνα. Φταίει το μυστήριο της κούφιας γης ή το γεγονός της κούφιας κεφαλής; Αν το φαινόμενο είναι μεταφυσικό θα χρειαστώ αστρολόγο. Μου είχαν μιλήσει για έναν καλό, όταν ήμουν στο Κάιρο, Σέσωστρις με τ’ όνομα, αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Μ’ άλλη παρέα ξεκινώ, με τον Λαμπρινό που με περιμένει - όχι πολύ αλλά με περιμένει - τερματίζω. Ό,τι δεν έκανα πέρσι στο Πάικο γι’ αυτόν, το κάνει φέτος στο Παγγαίο αυτός για μένα. Το εκτιμώ φίλε, στο τεφτέρι με τα χρέη μου φιγουράρεις. Κι ο αγώνας παραμένει το τοπικό μας καμάρι, με το μπλουζάκι του συμμετέχω σ’ όλους τους υπόλοιπους.

Στα χνάρια της Αρκούδας, 26 Μαΐου. Χνάρια αρκούδας δεν είδα, αλλά το κρύο της αρκούδας το έφαγα. Πάνω από το χιονοδρομικό παραλίγο να με πάρει και να με σηκώσει. Το αντιανεμικό μου έπρεπε να το είχα πάρει εφαρμοστό, φουσκώνει σαν αλεξίπτωτο. Ευτυχώς που διαθέτω κάποια κιλά, ποτέ δεν ξέρεις τι τέλος σου επιφυλάσσει η μοίρα. Λάιβ ανταπόκριση, μέσω κινητού, από τον αγώνα της Καβάλας που γίνεται την ίδια μέρα, (κι εγώ ο προδότης τρέχω σε τόπο ξένο). Οι αθλητές στην πόλη μου καταρρέουν από τη ζέστη. Πόσο απέχει η Καβάλα απ’ το Μέτσοβο; 4 ώρες, κι είναι σαν να βρισκόμαστε σ' άλλο παράλληλο. Γνωρίζω Τσογκαράκη και Τρουπή, τι απίθανοι τύποι είναι αυτοί! Στην επιστροφή κορυφαία παρέα, αυτοκίνητο βούτυρο, ταξίδι φίνο. Τι άλλο να πω σε πέντε σειρές, μια ιδέα πήρατε.

Kerkini Lake run, 16 Ιουνίου.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
εις την πλαγιά ενός βουνού, της κορυφής εκείνης,
εβρήκα  θάνατο φρικτό κι οδυνηρό πολύ
του Ιουνίου ένα πρωί, στην όχθη της Κερκίνης.

Κάτι μου το ‘λεγε μέσα μου κι ετοίμασα καλού κακού το επιτύμβιο. Δεν κράτησε λίγο ακόμα δροσερός ο καιρός, κι έβγαλε την πρώτη κάψα της χρονιάς, ανήμερα αγώνα. Στα τελευταία της ασφάλτου οι δρομείς παραπατάνε. Αλλά όχι κι άσχημος χρόνος για τα κυβικά μου. Κι άλλωστε τι σόι αθλητές είμαστε εμείς, τη μια μας πειράζει το κρύο, την άλλη η ζέστη! Τι να μας κάνει κι ο Αργύρης, τι να μας κάνει κι ο κάθε διοργανωτής; Να μας δώσουν από ένα τηλεκοντρόλ να ρυθμίζουμε το κλίμα μόνοι μας; 

Haidou Trail Party, 21 Ιουλίου.  Σαββατιάτικο πάρτι με τα όλα του. Κέφι και χαρά. Αν θέλετε αγώνα χωρίς άγχος αγώνα, ελάτε εδώ. Πανηγυρική ατμόσφαιρα, σε δεύτερη μοίρα ο ανταγωνισμός. Από τις καλύτερες η φωτό του τερματισμού. Όρεξη για ντεμαράζ είχε η Μάρθα, το ‘χουν αυτό οι στιβικές. Σε καλή μέρα με πέτυχε, δεν ρεζιλεύτηκα στην κόντρα. Χαρά θεού κι ανθρώπων, και το πριν και το μετά. Όνειρο η διανυκτέρευση στο αντίσκηνο, όμορφη η βόλτα την Κυριακή. Κρίμα που πρέπει να φύγουμε κάποτε. Τι γρήγορα περνούν οι όμορφες στιγμές, αδικία δεν είναι;

Ορειβατικός Μαραθώνιος Ολύμπου, 8 Σεπτεμβρίου. Αυτός δεν είχε καθόλου πλάκα. Με πόνο ξεκινώ, με πόνο συνεχίζω, με πόνο καταλήγω. Ένα μήνα εκτός, συστήνει επί τόπου φυσιοθεραπευτής φίλος. Το διαπραγματεύομαι σκληρά, κρίμα να χάσω τους όμορφους αγώνες που ακολουθούν. Εντάξει, να κάτσω ένα μήνα, αλλά μετά τον Χειμερινό Ενιπέα. Πιθανολογεί πως αφού ο τένοντας  άντεξε τρία χρόνια θ’ αντέξει ακόμα τρεις μήνες, αλλά συμβόλαιο δεν υπογράφει. Δικό μου το ρίσκο. Η Ρούλα, στον τερματισμό, ζητά δήλωση. Σήμερα έχω γενέθλια, λέω. Συμπληρώνω 20 χρόνια τρεξίματος, με αρχή αυτόν, τον ίδιο αγώνα, το 1993. Διοργανωτές και παρόντες φίλοι τραγουδούν το happy birthday. Κι από πέτρα να είσαι, ραγίζεις.

Ορεινός Μαραθώνιος Οίτης, 22 Σεπτεμβρίου. Ό,τι θα μπορούσε να πάει στραβά σ’ έναν αγώνα πάει σ’ αυτόν. Ό,τι θα μπορούσε να πάει καλά, πάλι στραβά πάει. Αναποδιές και παρεξηγήσεις αμέτρητες. Και το έτερον δρομικό μου ήμισυ παρατώ στου δρόμου τα μισά, και την προθεσμία χάνω. Ο χαμένος τα χάνει όλα. Κι εκείνη η ατέλειωτη κορυφή από που ξεφύτρωσε, πάνω που νόμιζα πως το σώζω το πράγμα; Μήπως πρέπει να κοιτάζω και κανένα προφίλ αγώνα, τελικά; Τετράπαχη αγελάδα φράζει το στενό μονοπάτι του τέλους, τα 250 κιλά βοδινού κρέατος συνθλίβουν τις ύστατες ελπίδες. Την πετροβολώ, τρέχει μπροστά μου, τρώω τη σκόνη της. Ποτέ μου δεν έχω βρίσει έτσι ζωντανό. Παράλληλα ανησυχώ μήπως σκάσει κιόλας. Μη φύγω και δολοφόνος από την Οίτη. Παραίτηση και περπάτημα, όταν κλείνει το 10ωρο. Ζητούν δήλωση στον τερματισμό, αλλά αδυνατώ ν’ ανοίξω το στόμα μου. Δεν θα ξανάρθω εδώ, σκέφτομαι, καταραμένο μέρος. Απόφαση μιας μέρας. Θα ξανάρθω του χρόνου, ορίστε, την κάνω καθυστερημένα τη δήλωση, και θα διορθώσω ό, τι στραβό έκανα φέτος. Δεν φταίει το μέρος, δεν φταίει η κτηνοτροφία, δεν μας φταίνε πάντα οι άλλοι. Ο χαρακτήρας κι η επιπολαιότητά μας τα φταίει όλα. Αόριστα μιλώ, αλλά πιο συγκεκριμένος πάνω στο ζήτημα θα πεθάνω. Μόλις βγει η νέα προκήρυξη βάλτε με μέσα παιδιά, χωρίς να με ρωτήσετε καν.

Υψάριον Μονοπάτι, 29 Σεπτεμβρίου. Χάρη σ’ αυτόν τον αγώνα ξαναεπισκέπτομαι το κοντινό μου νησί, μετά από πολλά χρόνια. Με τη νέα γλυκιά μου συμμορία, 5 στο αυτοκίνητο, αυθημερόν, αφού τα οικονομικά όλων μας έχουν σφίξει. Κακοτράχαλο μονοπάτι, κατάλληλο για νεότερες κλειδώσεις κι αρθρώσεις από τις δικές μου. Ο πόνος στον αχίλλειο άφαντος, ξεγελιέμαι πως πέρασε οριστικά. Σιγά μην κάτσω ένα μήνα, σκέφτομαι και προσβάλλω μονομερώς το μνημόνιο με τον φυσιοθεραπευτή, αλλά κοντά στην ώρα ο πόνος τζα. Εντάξει, μια κουβέντα είπαμε, βγάλε μου κι αυτόν τον αγώνα σε παρακαλώ και θα σε ξεκουράσω τις γιορτές, τότε, με τις παγωνιές και τα κρύα. Τώρα η φύση είναι παράδεισος, πώς να κλειστείς μέσα, θα σκάσεις. Βουνό εδώ και θάλασσα στο βάθος, περίεργο κάπως να τρέχεις σε νησί. Με Νίκο και Αθηνά περνάμε τη γραμμή, καταπληκτικό ζευγάρι, εσείς μου κάνετε τιμή παιδιά. Στο φέρυ της επιστροφής γαλήνη φυσικών και ψυχικών στοιχείων. Με λιγότερο πόνο του χρόνου μου εύχομαι.

Paranesti Rath 26 Οκτωβρίου.  Αρχική ευδαιμονία που σβήνει με την πάροδο ωρών και χιλιομέτρων. Η σάρξ υπήρξε πρόθυμος, αλλά το πνεύμα παρεδόθη. Με σώζει ο Βαγγέλης, που τον στέλνω στο ποτάμι να μου φέρει νερό, μπας και συνεφερθώ κι αθλητικά φερθώ. Αυτό ήταν. Δεν θα το ξανακάνω ποτέ. Μεγάλωσα πια. Σκούπα την Παρασκευή το βράδυ, ελάχιστος κι άθλιος ύπνος κατόπιν. (Τι κρύο είναι αυτό στο Παρανέστι, ρε παιδιά;) Το πρωί το αντίσκηνο παγωμένο. 46 χιλιόμετρα αγώνας το Σάββατο. 7,5 ώρες, με δυο ενδιάμεσες καταρρεύσεις. Ξανά μανά ταλαίπωρος ύπνος στο αντίσκηνο. (Τι κρύο είναι αυτό στο Παρανέστι, ρε παιδιά;) Αγώνας 10χίλιαρος την Κυριακή. Φινίτο. Τέρμα ο γουρμασμένος σούπερμαν. Του χρόνου, ή αγώνας ή εθελοντισμός. Όταν κάνεις πολλά πράγματα μοιάζει σαν να ζεις πολλές ζωές ταυτόχρονα, αυτό επιδιώκω ο άπληστος, αλλά ανησυχώ σοβαρά πια μήπως χάσω και τη μια που έχω.

Ημιμαραθώνιος Πάικου. 3 Νοεμβρίου. Τρέχουμε μέσα σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής. Κινούμενα σχέδια τα σχέδιά μας, σε χρώματα βουνίσια φθινοπωρινά. Χρυσάφι στα δέντρα, γάργαρα νερά, γεφύρια για ρομάντζο. Η χαρά του τρεξίματος σ’ έναν σχετικά εύκολο αγώνα. Αν είστε αρχάριοι ξεκινήστε από εδώ κι αμέσως γίναμε ομοϊδεάτες. Ο Δημήτρης μας χωρά όλους στο φιλμάκι του, το ντύνει και με την παραγγελιά μας. Μαζί με τις νότες του Skyfall θα τρέχουμε αέναα σ’ αυτόν τον πίνακα, σκέφτομαι, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Οι εναλλακτικές μορφές αθανασίας έχουν λίγο θλιβερή, αλλά ακαταμάχητη γοητεία. Ας μην το βαρύνω, όμως, θα το χαλάσω.

http://vimeo.com/78708297#

Ημιμαραθώνιος Οχυρού Νυμφαίας 24 Νοεμβρίου. Πέτρες, χώμα, λάσπη. Ντουζιέρα ο ουρανός, αλλά άπαντες παρόντες. Η τρέλα μας πήγε στα βουνά και δεν φεύγει με τίποτα. Τσαλαβουτάμε ευτυχισμένα, οι παιδικές μας μορφές αναδύονται ξανά από το τωρινό μας σχήμα. Τι όμορφα που ήταν εκείνα τα παιδικά προβλήματα, ποιος θα περάσει ποιον! Τι όμορφα που είναι και τα προβλήματα που θέτουν οι σημερινοί αγώνες! Από την επομένη με περιμένει μια πολύ δύσκολη βδομάδα, γι’ αυτό θα χαρώ κάθε λεπτό της σημερινής μέρας, κάθε στάλα της σημερινής βροχής. Στην εκκίνηση χανόμαστε πάλι με την Άννα. (Τι θα γίνει ρε, με μας τα απροσάρμοστα, θα τα καταφέρουμε να συνεννοηθούμε ποτέ;) Τρέχω μπρος πίσω, την φτάνω στα μισά, τερματίζουμε αντάμα, δυο χαρούμενα μουσκίδια. Τέλος καλό όλα καλά. Η άλλη Άννα φωτογραφίζει και γι’ άλλη μια φορά τσιμεντάρει το χρόνο στην καλή του στιγμή. Μακάρι έτσι να έμενε πάντα, μακάρι.

Κίσσαβος, Φαέθων, Ζαγόρι, Rodopi Challenge. Έγιναν ξέχωρα άρθρα, όποιος θέλει τα διαβάζει. Ό,τι παραπάνω θα χαλάσει το ύφος τους. Άεθλος, Σκοτούσα, Ψάθα, κι ό,τι άλλο ξεχνώ. Όμορφες στιγμές, και γλυκές απογοητεύσεις. Γιατί στο τρέξιμο κι οι απογοητεύσεις είναι γλυκές. Αυτές τις στενοχώριες να είχαμε μόνο κι η ζωή μας θα ήταν ωραία.

Χειμερινός Ενιπέας. 8 Δεκεμβρίου. Κλείνει αριστερόστροφα το χρόνο φέτος. Τον κλείνει όμορφα, όπως πάντα, αν και μας αγχώνει κάπως με την αυστηρότητα των ορίων του. Πρόκληση όμως, να ψάχνουμε να βρούμε που βρίσκονται αυτά, και πόσο μακριά μπορούν να μας ταξιδέψουν. Με ταξίδεψαν φέτος όπως ποτέ άλλοτε, δύσκολα να ξανάρθει τέτοια χρονιά. Αλλά τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα, έλεγε ο ποιητής, κι όσο κι αν το ξέρω πως δεν θα ισχύει για πάντα αυτό, θέλω να το πιστεύω ακόμα. Νάτο, το βάρυνα. Ίσως φταίει η μουσική που ακούγεται στο βάθος, ίσως το ό,τι κάθε τέλος εμπεριέχει κάτι μελαγχολικό.

Καλή χρονιά, λοιπόν, παιδιά, και καλή αντάμωση στους νέους αγώνες. Ένα νέο έτος γεμάτο όμορφες εικόνες, όπως αυτές στο φιλμάκι που ακολουθεί, σας εύχομαι. Ας κάνουμε πράξη τις παραινέσεις του, ωφελημένοι  θα βγούμε, θα δείτε.

 http://www.youtube.com/watch?v=sMmTkKz60W8

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Φιλίες.



                                                    


   Ο Κούντερα θεωρεί πως τον θάνατο μπορείς να τον διακρίνεις μόνο όταν βρίσκεσαι στην κατάλληλη από αυτόν απόσταση. Όσο είσαι νέος είναι αρκετά μακριά για να τον δεις. Όταν είσαι γέρος η εικόνα του έρχεται κοντά και θολώνει. Ευτυχώς, θα έλεγα.
Η μέση ηλικία είναι η σωστή, κατά Κούντερα, απόσταση. Aυτή που σου επιτρέπει να βλέπεις το τέλος καθαρά. Οι περιβόητες ηλικιακές κρίσεις των 30, 40, 50 μοιάζουν απόρροια αυτού του φαινομένου. Προσωπικά τις πέρασα όλες. Λόγω ιδιοσυγκρασίας, ακόμα περισσότερες απ’ όσες τα στρογγυλεμένα νούμερα υποδεικνύουν.
Η χειρότερη όλων, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ήταν η κρίση των 50. Εκδηλώθηκε με βαριά μορφή και κορυφώθηκε την μέρα των γενεθλίων του μισού μου αιώνα.
Δεν ξέρω αν οφείλεται σ’ ανεμελιά, σε μια διαρκώς κινούμενη ζωή, ή σε ένα είδος αυτοσυντήρησης, αλλά για χρόνια ζούσα σε μια ευδαιμονική κατάσταση που αγνοούσε τον παράγοντα χρόνο. Θεωρούσα πως ο χρόνος είναι κάτι που αφορά τους άλλους, όχι εμένα. Η καλή φυσική μου κατάσταση δεν μου επέτρεπε να παρατηρώ διαφορές στις δραστηριότητές μου, κι όσο για τον καθρέφτη μόνο τώρα τελευταία θα’ θελα να δείχνει κάτι καλύτερο. Δεν μετανιώνω γι’ αυτήν την ψευδαίσθηση, αφού με προστάτεψε από ανώφελες στεναχώριες για πολύ καιρό.
Η συνειδητοποίηση ήρθε απότομα. Σε μια και μόνο μέρα βρέθηκα αντιμέτωπος με μια σκληρή πραγματικότητα. Σαν να ξυπνούσα από βαθύ ύπνο, κατάλαβα ξαφνικά πως ο κόσμος γύρω μου είχε αλλάξει. Αγαπημένα μου συγκροτήματα δεν έβγαζαν πια δίσκους. Αγαπημένοι μου ηθοποιοί είχαν πεθάνει. Οι γονείς μου είχαν γεράσει πολύ. Και τα κορίτσια που είχα ερωτευτεί ήταν πλέον μαμάδες κι είχαν παιδιά στην ηλικία που ήταν οι ίδιες όταν τις ερωτεύτηκα.
Αισθάνομαι άσχημα για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκα την μέρα των γενεθλίων μου. Σχεδόν αποπήρα τους φίλους που με θυμήθηκαν. Η καλή τους διάθεση μεταφράστηκε ως προσβολή προσωπικών δεδομένων. Εξαγριώθηκα με την ιδέα μιας γιορτής με την καθιερωμένη τούρτα γενεθλίων. Με πενήντα αναμμένα κεριά μια τούρτα παγωτού λιώνει, ενώ η ιδέα μόνο δυο, 5 και 0, θα έσωζε την τούρτα αλλά όχι εμένα. 
Τέσσερα χρόνια μετά, στα γενέθλια μου, παρ’ όλο που η γενικότερη κατάσταση ήταν κατά πολύ χειρότερη, έσβησα ένα κερί στην τούρτα και δέχτηκα με χαρά τις ευχές από φίλους, που δεν χρειάστηκε να παραβιάσουν απόρρητα δεδομένα, αφού η πληροφορία διαδόθηκε ελεύθερα μέσω fb. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που μου συνέβη στα 50 μου το είχα ξεπεράσει και ξέρω πως αυτό το οφείλω σε συγκεκριμένα πράγματα.
Αναθεωρώ τις ειρωνείες προς όσους αφιερώνουν την όποια επιτυχία στην οικογένειά τους. Δεν θα υπήρχαν αυτά τα κείμενα, αν η οικογένειά μου δεν ήταν αυτή που είναι. Δεν υπάρχει δρομέας που να μην οφείλει στην οικογένειά του, είτε το αναγνωρίζει, είτε όχι. Ελπίζω πως ως αντάλλαγμα η οικογένεια εισπράττει έναν καλύτερο σύζυγο ή πατέρα. Μόνο ένας ικανοποιημένος άνθρωπος μπορεί να είναι καλός σ’ αυτά τα δυο. Και, μετά από κάθε τρέξιμο, στο σπίτι επιστρέφει ένας ικανοποιημένος άνθρωπος.
Τα υπόλοιπα στα οποία χρωστώ οφειλές είναι οι φίλοι, οι παρέες μου και το ίδιο το τρέξιμο. Η συνεργασία τους, όλα αυτά τα χρόνια, έχει αποφέρει θαυμάσια αποτελέσματα.
 

                                                   -----------

Οι φίλοι και οι παρέες ήρθαν ως αποζημίωση για ένα μεγάλο διάστημα αρχικής μοναξιάς. Το να είσαι μόνος όταν τρέχεις δεν είναι απαραίτητα κακό, αντίθετα, πολλές φορές είναι ζητούμενο. Τα τρέξιμο είναι μια μορφή αυτοσυγκέντρωσης και διαλογισμού. Είναι ένας τρόπος να προσθέτεις την ατομική σου ύπαρξη στο σύμπαν. Να ερευνάς τον εσωτερικό σου κόσμο και ν’ αποκρυσταλλώνεις σκέψεις και ιδέες.
Αλλά χρειάζεται παρέα για να γεφυρώνει τις μακριές σιωπές. Για να σε κάνει να ξεχνάς τα χιλιόμετρα και την ώρα που περνά. Για τους μακριούς δρόμους και τις ατέλειωτες διαδρομές. Για να μοιράζεσαι κοινά αισθήματα. Για να σχεδιάζεις το αύριο και το μακρινό μέλλον. Για να σηκώνεις το χέρι και να δείχνεις κάτι όμορφο στο βάθος.
Χρειάζεται παρέα για τα ταξίδια και τα δρομολόγια. Απορώ με τον άνθρωπο που ήμουν κάποτε, αυτόν που έπαιρνε το λεωφορείο για να κατεβεί μόνος του σε μια μακρινή πόλη, να διανυκτερεύει μόνος σ’ ένα ξενοδοχείο, να παίρνει μόνος το βραδινό και το πρωινό του. Και να επιστρέφει μόνος, σ’ έναν κόσμο με τον οποίο δεν μπορούσε να μοιραστεί καμιά κοινή ανάμνηση, πάνω σε κάτι τόσο σημαντικό γι’ αυτόν.
Σήμερα είναι εύκολο να βρεις παρέα. Εύκολο να συνταξιδέψεις, ν’ ανταλλάξεις εντυπώσεις, να ταυτιστείς. Στις μαζώξεις που, τώρα, ως δρομείς οργανώνουμε, γεμίζουμε ολόκληρη ταβέρνα. Τότε, ήταν αλλιώς.
Οι παρέες μου μεγάλωσαν, όταν το στάδιο της πόλης αντικατέστησε τον αγαπημένο μου δασικό δρόμο ως πεδίο τρεξίματος. Ιδίως τον χειμώνα, που οι μέρες ήταν μικρές και το σκοτάδι δεν άφηνε πολλά περιθώρια για τρέξιμο στο βουνό. Στο στάδιο συνάντησα τους αθλητές, τους μετρημένους διαδρόμους, τα προπονητικά προγράμματα, τους τοπικούς συλλόγους, τα χρονόμετρα και τους προπονητές. Εκεί με περίμεναν και οι πρώτες μου καθαρά αγωνιστικές παρέες.
Ήταν κάτι παραπάνω από απλές συντροφιές. Ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για κάποιον που ήθελε να τρέχει κάθε μέρα. Απαραίτητη για τα γρήγορα κομμάτια, για τα τέμπο, για τις διαλειμματικές. Για την αλληλοβοήθεια στις εξουθενωτικές προπονήσεις, για το πάλεμα της μονοτονίας, για τα σχέδια, για τα κοινά ταξίδια και τις κοινές αναμνήσεις.
Κάποιοι από εκείνες τις παρέες δεν είναι πια παρέα μου. Κάποιοι σταμάτησαν να τρέχουν, ή έφυγαν από την πόλη. Με κάποιους, απλώς, δεν ταιριάζουν οι ώρες, τα μέρη, οι ρυθμοί και οι βηματισμοί μας. Εδώ και καιρό έχω επιστρέψει στους αγαπημένους μου δασικούς δρόμους. Επιλέγοντας να εγκαταλείψω δια παντός το στάδιο και το χρονόμετρο, εγκατέλειψα κάποιους φίλους. Ανακάλυψα όμως καινούργιους. Πρόσωπα αντικατέστησαν άλλα πρόσωπα, φιλίες αντικατέστησαν άλλες φιλίες. Γνωριμίες από τους πολυπληθείς πια αγώνες κατέκτησαν μια θέση στη ζωή μου μ’ έναν τρόπο που μόνο πολύχρονες σχέσεις καταφέρνουν. Κι όμως το κατάφεραν σύντομα, απλά, όμορφα κι αβίαστα.
Αλλά, συμβαίνει κάποιες φορές, να λείπουν όλοι από κοντά μου. Να βρίσκομαι ξανά, όπως παλιά, στην μοναξιά μιας ατέλειωτης ορεινής διαδρομής. Έστω κι έτσι, όμως, είναι λίγες οι φορές που νιώθω μόνος. Συχνά, μέσα στη μοναξιά του βουνού, ακούω τα βήματα και τις ανάσες όλων όσων κατά καιρούς τρέξαμε μαζί. Πρόσωπα γνωστά και προσφιλή, ή άλλα που για λίγες μόνο στιγμές με συντρόφευσαν, και που απέμειναν σκιές χωρίς ονόματα, είναι κοντά μου. Ξεχασμένες φυσιογνωμίες χτυπούν απρόσμενα την πόρτα της μνήμης μου. Τους ανοίγω, και είμαστε πάλι όπως παλιά. Συνεχίζουμε το τρέξιμο μαζί και πιάνουμε ξανά εκείνη την κουβέντα που είχαμε αφήσει στη μέση.


                                                     ----------------------








 ΥΓ. Μια από τις ωραιότερες σκηνές στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου  βρίσκεται στην ταινία Toy Story 3, την τελευταία της σειράς. Σε κάποια στιγμή αγωνίας, τα περιβόητα παιχνίδια εγκλωβίζονται σε μια χοάνη, που τα στροβιλίζει και τα παρασέρνει στο κέντρο ενός τεράστιου καμινιού. Τα περιθώρια αντίδρασής τους μοιάζουν ανύπαρκτα. Η χαριτωμένη σενιορίτα κοιτά απελπισμένα τον ήρωα της, τον Buzz Lightyear, και ρωτά για το τι θα μπορούσαν να κάνουν. Ο ήρωας, που συνήθως έδινε τη λύση σ’ όλες τις δύσκολες καταστάσεις, απομένει για λίγο σκεφτικός. Μετά στρέφεται προς το μέρος της και της απλώνει το χέρι. Αυτή καταλαβαίνει. Νεύει θλιμμένα και του προσφέρει το δικό της. Όλα τα παιχνίδια ενώνουν τα χέρια τους κι αφήνονται να παρασυρθούν προς τον χαμό.
Φυσικά, λίγο πριν το μοιραίο, κάτι γίνεται και τα παιχνίδια γλιτώνουν, αφού δεν είναι δυνατόν μια ταινία που απευθύνεται σε παιδιά να μην λαμβάνει υπ’ όψη τις ψυχικές τους ευαισθησίες. Εμείς όμως δεν είμαστε παιδιά, ούτε παιχνίδια. Η ζωή δεν είναι παιχνίδι, γι’ αυτό άλλωστε και μας αρέσει να παίζουμε. Κι αν δεν υπήρχε ο θάνατος, τότε ίσως δεν θα υπήρχε το τρέξιμο, η τέχνη, ούτε ακόμα κι ο έρωτας φαντάζομαι.
Γι’ αυτό ακριβώς δημιουργούμε και συντηρούμε τις φιλίες μας. Επειδή είμαστε προνοητικοί. Επειδή δεν θέλουμε την ύστατη στιγμή να ψάχνουμε ανθρώπους που να μας αγαπάνε, για ν’ απλώσουμε το χέρι μας. Θέλουμε να βαδίζουμε, ή να τρέχουμε στη ζωή, με τη σιγουριά πως τους έχουμε ήδη.

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 4.



                                                                      Η κλασική διαδρομή. 5. 





   
Τον επετειακό Μαραθώνιο της Αθήνας τον έτρεξα με τη διάθεση που του άξιζε. Μετείχα στη γιορτή του με κέφι και χαρά. Ευχαριστώντας όσους μπόρεσα, από τους εκατοντάδες εθελοντές του. Ο κόσμος ήταν ο περισσότερος που είχα δει ποτέ σ’ αυτήν τη διαδρομή. Ξεχώρισα μια παρέα νέων που μας χειροκροτούσαν ένθερμα, τους πλησίασα και τους πρότεινα του χρόνου ν’ αλλάξουμε ρόλους, αυτοί να τρέχουν κι εγώ να χειροκροτώ. Γέλασαν χαρούμενα. Ξέρω πως δεν θα το κάνω, ήταν ένα αθώο ψέμα, αλλά ελπίζω να πιάσει και να φανούν αυτοί συνεπείς ως προς το δικό τους σκέλος.
Συνάντησα έναν απ’ τους καλύτερούς μου φίλους, κάπου μετά τα μισά, και το πήγαμε μαζί, περίπου 12 χιλιόμετρα. Άλλαξα τον τουριστικό μου ρυθμό κι έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα τα τελευταία πέντε. Όταν κάνεις μαραθώνιο στις τεσσεράμισι ώρες και στο τέλος φτάνεις να τρέχεις με κάτω από πέντε λεπτά το χιλιόμετρο ο κόσμος φαίνεται σταματημένος. Πέρασα περίπου 1000 αθλητές σ’ αυτά τα τελευταία χιλιόμετρα, και δεν ήταν ή δύναμη, αλλά η χαρά που μου έδινε φτερά.
Στο 40ο  είδα μια γυναίκα να προχωρά αργά, σχεδόν παραπαίοντας. Πρόλαβα καθώς περνούσα ορμητικά να διαβάσω τ’ όνομα της στη φανέλα. Δέκα μέτρα μπροστά της, ξεπέρασα τον δισταγμό μου. Ανέκοψα, στράφηκα προς το μέρος της και δείχνοντας προς την πόλη που μας περίμενε φώναξα δυνατά: Go, Gloria, Athens is waiting for you. Δεν μιλώ άνετα αγγλικά, αλλά ίσα για δυο κουβέντες τα καταφέρνω. Πριν πάρω τη στροφή γύρισα και την κοίταξα. Πήγαινε πολύ καλύτερα. Είχε ζωντανέψει από μια απλή φράση. Αργότερα, στα επίσημα αποτελέσματα, έψαξα το Gloria στο χρόνο που υπολόγιζα πως θα το βρω και, πράγματι, το βρήκα. Ήταν λίγα λεπτά μετά από το δικό μου όνομα. Τα είχε καταφέρει.
Επίσης τερμάτισα με διαφορά μόλις ενός δευτερολέπτου από τον αδερφό μου. 4.24΄40΄΄ εγώ, 4.24.39΄΄αυτός. Μόνο που δεν είχαμε συναντηθεί ούτε μια στιγμή στη διάρκεια του αγώνα. Από αμέλεια στην συμπλήρωση της αίτησης εγγραφής βρέθηκα στο 7ο και τελευταίο μπλοκ, εγκλωβισμένος ανάμεσα στους πλέον αργούς δρομείς, πράγμα που με ανάγκαζε να τρέχω ζικ ζακ γι’ αρκετά χιλιόμετρα μετά την πιστολιά. Αυτός ήταν στο πέμπτο μπλοκ και πήρε εκκίνηση αρκετά λεπτά πριν από μένα. Ο πραγματικός μας χρόνος βγήκε ηλεκτρονικά κι απέδειξε, πως, κατά κάποιο μυστηριώδη τρόπο, είχαμε συντονιστεί.
Μπήκα φουριόζος στο Καλλιμάρμαρο, σπρωγμένος από τον ενθουσιασμό, την κατηφορική κλίση μπροστά από τον κήπο και τον κόσμο που, επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια, ήταν αυτός που έπρεπε. Μια τελική ευθεία, ένα μετάλλιο και μια μίνι κατάρρευση, ευτυχώς ολιγόλεπτη, στο τέλος. Είχα ανεβάσει αρκετούς σφυγμούς και το αδιαχώρητο που υπήρχε μετά την γραμμή του τερματισμού δεν μου επέτρεψε ένα απαλό σβήσιμο. Το απότομο σταμάτημα μου έκανε κακό, μικρό όμως, αφού έσβησε γρήγορα μέσα στην ικανοποίηση πως, στον σημαντικότερο Κλασικό Μαραθώνιο της Αθήνας, ήμουν κι εγώ εκεί.




                                                          Μετά.

   Υπάρχουν στιγμές που αντιμετωπίζεις το δίλημμα, αν είναι καλύτερα να δώσεις εσύ το τέλος των πραγμάτων που δεν μπορούν να συνεχίζονται εσαεί, ή αν πρέπει ν’ αφήσεις το χρόνο ν’ αποφασίσει γι’ αυτό. Δεν θα μπορώ αιώνια να τρέχω μαραθώνιους, ούτε θα μπορώ να κατεβαίνω για πάντα στην κλασική. Το ερώτημα είναι, αν θα είμαι εγώ ή ο χρόνος που θα πάρει την απόφαση της τελευταίας φοράς.
Κατεβαίνοντας στον κλασσικό μαραθώνιο της Αθήνας του 2010, σκέφτηκα πως θα ήθελα να ήμουν εγώ αυτός που θα έπαιρνε την απόφαση. Η συγκυρία τα είχε φέρει, ώστε να ξεκινήσω την περιπέτεια του μαραθωνίου το επετειακό 1996, οπότε θα θεωρούσα αρμονικό αν το τέλος δινόταν μια επίσης επετειακή χρονιά, και μάλιστα την λαμπρότερη που συνέπιπτε στη διάρκεια της ζωής μου. Επιπλέον ήξερα πως η κλασική ποτέ δεν θα μπορούσε να ξαναφτάσει σε τέτοιες δόξες. Είχε αγγίξει τον κολοφώνα της κι είχε προσφέρει ό,τι καλύτερο μπορούσε. Η επόμενη χρονιά που πιθανόν να κατάφερνε κάτι ανάλογο, θα ήταν η χρονιά που θα άνοιγε η κάψουλα.
Λίγα είναι αυτά που αντέχουν σε συνεχείς επαναλήψεις. Η επανάληψη κάνει τα πράγματα να μοιάζουν ίδια, ενώ στη φύση μας είναι να επιζητάμε το διαφορετικό. Και το διαφορετικό πολλές φορές κρύβεται στο μοίρασμα των εμπειριών μας με τους άλλους. Στην κλασική θα άξιζε να κατεβαίνω, κάθε φορά που θα το επιθυμούσαν και νέοι φίλοι μου. Δεν έχω το ζήλο του θρησκευόμενου που θεωρεί πως πρέπει να σε σώσει θες δεν θες, και πως χάνεται η ψυχή που δεν ακολουθεί τον ένα και μοναδικό δρόμο σωτηρίας. Ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει τις επιλογές του και να βρει τη χαρά στους δικούς του δρόμους και με τους δικούς του τρόπους. Πολλές φορές, όμως, δεν χρειάζονται κηρύγματα και ρητορείες. Σε κάποιους αρκεί μια παρότρυνση, μια απλή ενθάρρυνση, ένα μικρό σπρώξιμο στην ψυχολογία ή ένα ερέθισμα στο νου, για να περάσουν στην απέναντι όχθη ενός ποταμού, που μέχρι τότε θεωρούσαν αδιάβατο.
Περιέγραψα πολλές φορές, συνήθως τρέχοντας, τα συναισθήματά μου από εκείνον τον αγώνα, του 2010. Μια από αυτές, σε δυο φίλες μου, που είχαν τις δυνατότητες να τον τρέξουν, αλλά για διάφορους λόγους δεν το αποφάσιζαν. Πολύ καιρό προσπαθώ να τις πείσω, μιας και διαθέτουν αυτό το αξιοζήλευτο χάρισμα, τη φυσική προδιαγραφή η οποία, με πολύ λιγότερο από μένα κόπο, θα τις έφερνε να ολοκληρώσουν τη διαδρομή ενός μαραθωνίου. Δεν ξέρω για πόσο καιρό ακόμα θα ίσχυε αυτό, τα χρόνια περνούν γρήγορα και οι καιροί δεν σηκώνουν πολλές αναβολές. Αυτό που μ’ έκανε να ξαναπροσπαθήσω, όμως, ήταν το πραγματικό ενδιαφέρον που έδειχναν για τον επετειακό αγώνα, στον οποίο τόσοι φίλοι τους είχαν συμμετάσχει και μιλούσαν γι’ αυτόν μ’ ενθουσιασμό. Τις μίλησα κι εγώ, για τις δυσκολίες, αλλά και για το δώρο ζωής που σε περιμένει μέσα στο Καλλιμάρμαρο. Για την εμπειρία που απαιτεί κόπο, αλλά χαράζεται ανεξίτηλα στο είναι σου και σε συνοδεύει μέχρι το τέλος της διαδρομής σου.
Τρέξτε αυτόν τον μαραθώνιο, τις είπα. Τρέξτε τον, έστω για μια και μόνη φορά. Κι όταν θα έχετε γίνει 120 χρονών, τότε που ο χρόνος θα έχει καταστρέψει όλα τα εγκεφαλικά σας κύτταρα, τότε που δεν θα θυμάστε ούτε εμένα, ούτε κανέναν απ’ όσους αγαπήσατε και σας αγάπησαν, που δεν θα θυμάστε η μία την άλλη, κι ίσως ούτε ο ίδιος σας ο εαυτός θα σας λέει πολλά πράγματα, τότε, λίγο πριν διαβείτε οριστικά το κατώφλι, ένα μόνο θα θυμάστε και θ’ αναρωτιέστε. Τι να σημαίνει άραγε η εικόνα που, μόνο αυτή από τις τόσες που ζήσατε στη ζωή, έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό σας: Μια πύλη που σας περιμένει να τη διαβείτε, ένα χαρούμενο πλήθος κόσμου που ενθαρρύνει τα τελευταία κουρασμένα βήματά σας, κι ένα όμορφο, κατάλευκο στάδιο, ποιο αλήθεια; που ανοίγει την ευρύχωρη αγκαλιά του, για να σας υποδεχτεί.­­


Εύχομαι καλή επιτυχία σε όλους τους δρομείς που θα τρέξουν φέτος.




Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 4.



Η κλασική διαδρομή. 4. 


                                                        2010. Η επέτειος.



   Στο πάρκο Ελευθερίας, δίπλα στο Άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου και σε βάθος ενάμισι μέτρου είναι θαμμένη μια χρονοκάψουλα. Είναι κατασκευασμένη έτσι ώστε να διατηρήσει αναλλοίωτα όλα όσα περιέχει. Φωτογραφίες, έντυπα, επιστολές, αντικείμενα και πλήθος στοιχείων που θεωρήθηκαν σημαντικά. Το σημείο της υποδεικνύει ένα μάρμαρο, που πάνω του αναγράφεται πως στις 31.10.2010, 2.500 χρόνια μετά τη μάχη του Μαραθώνα, διεξήχθη στην Αθήνα ο 28ος Κλασικός Μαραθώνιος Αθηνών. Η χρονοκάψουλα είναι προγραμματισμένο ν’ ανοιχτεί στις 31.10.2110, δηλαδή εκατό χρόνια από την ημέρα του επετειακού αυτού αγώνα.
Νομίζω πως στα σημαντικά στοιχεία που περιέχει βρίσκονται και τα ονόματα όλων όσων έτρεξαν αυτήν τη σημαδιακή χρονιά. Η ματαιοδοξία θα ήθελε το όνομά μου μέσα σε μια κάψουλα που ταξιδεύει στο χρόνο, αν και νομίζω πως όταν τελειώσει το ταξίδι της δεν θα με νοιάζουν και πολλά πράγματα. Σήμερα όμως με γοητεύει η ιδέα πως βρίσκομαι πλάι-πλάι, όχι μόνο με τους ανώνυμους δρομείς, αλλά με ανθρώπους που το όνομά τους έγραψε λαμπρές σελίδες στην ιστορία του αγαπημένου μου αθλήματος.


Kathrine Switzer

Μια παγωμένη μέρα του 1967, η Kathrine Switzer, με τραβηγμένα πίσω τα μαλλιά και τ’ αρχικά του ονόματός της, που δεν φανέρωναν φύλο, εισήλθε στον μαραθώνιο της Βοστόνης. Το αγώνισμα τότε ήταν απαγορευμένο για τις γυναίκες, αφού ιατρικές θεωρίες το έκριναν επικίνδυνο για την υγεία τους. Περίπου στο 6ο χιλιόμετρο έγινε αντιληπτή από τους φωτογράφους, και, στη συνέχεια, από τον ευέξαπτο διοργανωτή, ο οποίος προσπάθησε να της αποσπάσει το νούμερο και να την πετάξει έξω από τον αγώνα. Τα φωτογραφικά στιγμιότυπα του περιστατικού, όπου φίλοι και δρομείς προσπαθούν να την υπερασπίσουν, θα έμεναν στην ιστορία. Η Switzer  τερμάτισε τελικά σε 4 ώρες και 20΄.

Θα περνούσαν πέντε ακόμα χρόνια, πριν επιτραπεί στις γυναίκες να συμμετέχουν επίσημα σε μαραθώνιο. Αρκετά ώστε και το 1972 η Αθήνα να της αρνηθεί τη συμμετοχή στην Κλασική της διαδρομή. Ωστόσο αυτή ήρθε στον γενέθλιο τόπο, όπως τον αποκαλεί, του αθλήματός της, μόνο και μόνο για να κλάψει στην παραλία του Μαραθώνα και ν’ αναλογιστεί τη μάχη που την διαβεβαίωνε πως αυτό που φαίνεται ακατόρθωτο μπορεί να γίνει κατορθωτό.
Ξανάρθε 38 χρόνια μετά, το 2010. Αυτή τη φορά θα έτρεχε και μάλιστα με τιμητικό νούμερο των ελίτ αθλητών. 63 πλέον χρονών, και μη έχοντας συμμετάσχει σε μαραθώνιο τα τελευταία 34 χρόνια, της ήταν πλέον δύσκολο. Όμως το δίδαγμα της αρχαίας μάχης παρέμενε ζωντανό. Σε 4. 48΄ περνούσε τη γραμμή του τερματισμού, κι αναλυόταν σε δάκρυα. Το όνειρό της είχε πραγματοποιηθεί. Αυτό που ήταν ακατόρθωτο, είχε γίνει κατορθωτό. Είχε τρέξει και τερματίσει τον αγώνα που θεωρούσε πως εμπεριέχει το μεγαλύτερο νόημα της ζωής της.
Έχασα μια μοναδική ευκαιρία να την δω από κοντά. Την ώρα που η Switzer πραγματοποιούσε το όνειρο που κουβαλούσε επί 38 ολόκληρα χρόνια, βρισκόμουν στην παραλαβή των ρούχων μου. Αν το ήξερα, θα περίμενα, για να την δω να τερματίζει και να κλαίει. Η συγκίνηση της στιγμής είναι ιδιαίτερα μεταδοτική, ιδίως αν γνωρίζεις κάτι για τον άλλον. Επιπλέον το νόημα των δακρύων της νομίζω πως δεν ήταν προσωπική υπόθεση, ούτε πως αφορούσε μόνο αυτήν. Νομίζω πως η Switzer έκλαιγε για τα όνειρα όλων μας. Αυτά  που λαχταρούμε να τα ζήσουμε στην άνοιξη, αλλά δεν τα αξιωνόμαστε παρά μόνο στο βαθύ φθινόπωρο της ζωής μας.

Joan Benoit Samuelson
Η Joan Benoit Samuelson είναι εμβληματική μορφή. Νικήτρια των Ολυμπιακών αγώνων του 1984 στο Λος Άντζελες - την πρώτη χρονιά που ο γυναικείος μαραθώνιος εισήχθηκε ως άθλημα. Ιδρύτρια σήμερα αγώνων, αρωγός φιλανθρωπικών οργανώσεων και πηγή έμπνευσης για πολλούς δρομείς. Έκανε την προσφώνηση στα μεγάφωνα της αφετηρίας. Ακόμα και στα 55 της είναι γρήγορη. Έτρεξε σε χαλαρό ρυθμό και τερμάτισε σε τρεισήμισι ώρες, χρόνος που θα ζήλευαν πολλοί νεότεροι δρομείς.
Οι στατιστικές δείχνουν πως αν η αυξητική τάση συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό, πολύ σύντομα, ίσως στα επόμενα 3 χρόνια, οι γυναικείες συμμετοχές στους μαραθώνιους θα ξεπεράσουν τις αντρικές. Η Switzer και η Benoit ήταν από τις πρώτες, αλλά, σήμερα, χιλιάδες γυναίκες τρέχουν στους μαραθώνιους του κόσμου, καταρρίπτοντας ρεκόρ, γεφυρώνοντας αποστάσεις, τσαλαπατώντας σε κάθε τους βήμα τις παλιές εκείνες προκαταλήψεις που τις ήθελαν κατώτερες του αγωνίσματος, και καταλαμβάνοντας επάξια τις θέσεις που οι ξεπερασμένες θεωρίες άφησαν κενές.

Amby Burfoot
Ο Amby Burfoot, δρομέας της δεκαετίας του ’60 και ’70, είναι διευθυντής της έκδοσης του Runners World, και συγγραφέας άρθρων και βιβλίων για το τρέξιμο. Η σκέψη του καταφέρνει να εντάσσει σ’ ένα στέρεο φιλοσοφικό σύμπαν το νόημα του αθλήματός μας, με τον ίδιο τρόπο που το έκανε, όσο ζούσε, ο γκουρού των απανταχού δρομέων, George Sheehan. Έτρεξε με τη γυναίκα του, την Cristina Negron, και το γιό του, σκοπεύοντας να τερματίσουν μαζί περί τις 5.30 ώρες. Τερμάτισαν χώρια, εξ αιτίας μιας αστείας παρεξήγησης. Έχοντας χάσει επαφή κατά τη διάρκεια της διαδρομής, πατέρας και γιος σταμάτησαν από κοινού, για να περιμένουν την Cristina, λίγο πριν από την είσοδό τους στο στάδιο. Αυτή τους έφτασε, τους προσπέρασε και τερμάτισε, με ρυθμό που οι δυο έκπληκτοι συγγενείς της δεν κατάφεραν ν’ ακολουθήσουν. Το συμβάν δεν οδήγησε σε διαζύγιο, καθώς οι εξηγήσεις κρίθηκαν ικανοποιητικές. Βλέποντάς τους να την περιμένουν, η Cristina νόμισε πως είχαν ήδη τερματίσει και πως επέστρεψαν για να την ενθαρρύνουν, κάτι που ο Burfoot έκανε συχνά. Όπως και να ‘χει, τερμάτισε πριν από αυτούς, κι αυτό επισήμως δεν άλλαζε. Συμφώνησαν να λύσουν τις διαφορές τους σ’ έναν επόμενο αγώνα.

Jeff Galloway
Η ζωή του Jeff Galloway περιστράφηκε γύρω από τον αθλητισμό. Τον εξάσκησε ως αθλητής, τον δίδαξε μέσα από αθλητικά προγράμματα, άρθρα και βιβλία, βιοπορίστηκε από τα αθλητικά του καταστήματα, το πρώτο από τα οποία εγκαινιάστηκε το 1973, υπό την ονομασία, ‘Φειδιππίδης’. Στα 65 του, ήταν η δωδέκατη φορά που ερχόταν στον αγώνα που ο ίδιος περιγράφει ως οδοιπορικό στις ρίζες του αθλήματός μας. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω σ’ έναν από τους πρώτους μου μαραθώνιους στην Αθήνα, να του πω πόσο μου άρεσαν τα άρθρα του, που διάβαζα τότε στο  Runners World, και πόσο εκτιμώ αυτό που κάνει. Ο Galloway εκπονεί ειδικά προγράμματα μαραθωνίου για δρομείς που οι υποχρεώσεις τους δεν τους επιτρέπουν παρά μόνο ελάχιστες προπονήσεις, και τρέχει μαζί τους στην Αθήνα, κάθε χρονιά. Αν σταθείτε θεατής στις κερκίδες του Καλλιμάρμαρου, κι έχετε λίγο υπομονή, θα τον δείτε να εισέρχεται ακολουθούμενος από μια ομάδα ιδροκοπημένων, αλλά ευτυχισμένων δρομέων, αυτών που συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε, της διπλανής πόρτας.

Μ’ αυτούς και πολλούς άλλους, επώνυμους και μη, Έλληνες και ξένους, γνωστούς κι άγνωστους αθλητές, παραμένω κλεισμένος σε μια χρονοκάψουλα και ταξιδεύω στο μέλλον. Είναι περίεργο αίσθημα, με γεμίζει χαρά και θλίψη ταυτόχρονα. Χαίρομαι για το ταξίδι, αλλά λυπάμαι που όταν η πόρτα του χρόνου θ’ ανοίξει δεν θα υπάρχουν παρά μόνο τα ονόματα των ταξιδιωτών. Ωστόσο, ανατρέχοντας πάλι στους αρχαίους, σκέφτομαι πως έχω ακόμα πολύ δρόμο. Χάρη στην κλασική σκέψη καταφέρνουμε να γευτούμε την αθανασία στην πρόσκαιρη ζωή μας. Σ' ένα μακρινό ταξίδι, σ' ένα μεγάλο έρωτα, σε μια έντονη εμπειρία. Γιατί ο πολιτισμός που εξύμνησε το σώμα όσο και το πνεύμα ξέρει πως η αθανασία μπορεί να χωρέσει σ' ένα μήνα, μια εβδομάδα, ακόμα και στη συντομία μιας και μόνης μέρας, αρκεί βέβαια να είμαστε αρκετά σοφοί για να την αδράξουμε.

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Ορεινοί αγώνες. 6.




 Rodopi Challenge 50M                                                


                                                                           Η καρδιά του σκότους


Το πανό του Rodopi Challenge 50M κατεβαίνει. Ο Σαράντης κι ο Παναγιώτης φορτώνουν το αυτοκίνητο. Ο Ηλίας μαζεύει τα απομεινάρια της ολιγομελούς αθλητικής γιορτής. Οι  συμμετέχοντες και οι συνοδοί τους έχουν ήδη αποχωρίσει.
Είμαι από τους τελευταίους που απομένω, μαζί με τη μικρή μου παρέα. Έχω συνδυάσει το μέρος με κόσμο κι έτσι, τώρα, μου φαίνεται παράξενα γαλήνιο. Επίσης, είμαι όσο ικανοποιημένος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος. Έχω τελειώσει τον τελευταίο και δυσκολότερο αγώνα ενός μπαράζ διαρκείας. Η συζήτηση με τον Χρήστο, στο ξύλινο τραπέζι, κάτω από τη δροσιά των δέντρων και του τονωτικού καφέ, είναι ό,τι το καλύτερο αυτήν τη στιγμή.
Ο Χρήστος αναπτύσσει το σκεπτικό των advendurerun αγώνων. Κρίμα που δεν  ακούνε κι άλλοι, θ' άξιζε να διαδοθεί ένας τέτοιος λόγος. Σπανίζει η ποιότητα του. Κάποιο είδος ανθρώπου κινεί τη γη, ενόσω όλα τα υπόλοιπα περιφέρονται παράλληλα. Μ' ευχαριστεί ν' ακούω πως τα κείμενά μου εμπνέουν κάποιους, αλλά η αλήθεια είναι πως κι εμένα με εμπνέουν κάποιοι. Ο Χρήστος είναι ένας από αυτούς.
Ο αγώνας των 50 μιλίων ήταν έξω από τον προγραμματισμό μου. Ξέφευγε σε δυσκολία κι ακολουθούσε 3 κατά σειρά αγώνες, που όσο χαλαρά κι αν τους πας δεν αποφεύγεις την κούραση. Αλλά ο τρόπος που αντιμετωπίζω πια τους αγώνες δεν έχει να κάνει με χιλιόμετρα και υψομετρικές, αρκεί βέβαια αυτά να βρίσκονται μέσα στην εμβέλειά μου. Έχει να κάνει με μια επιθυμία ζωής, που κατά κάποιο τρόπο βρήκα τον τρόπο να την ζω έντονα σ' αυτό το άθλημα. Μιας ζωής που επεκτείνει την καθιερωμένη. Που την τραβά στ' άκρα της και της δίνει διάσταση ονείρου. Που αυτονομείται και γεννιέται από τα δικά της πάθη, το δικό της αυθορμητισμό. Που εμφανίζει στοιχεία του χαρακτήρα μου που δεν ήξερα, ούτε θα μάθαινα ποτέ ότι έχω. 
Στον αγώνα αυτόν με έφεραν αγαπητά ονόματα γνωστών και φίλων από τον κόσμο του τρεξίματος. Το τρέξιμο προσφέρεται για γνωριμίες, αρκεί να είσαι ανοιχτός και δεκτικός σ' αυτές. Εντάξει, υπάρχουν δρομείς που δεν θα ήθελα να σταθώ πλάι τους ούτε λεπτό, αλλά με χαρά διαπιστώνω πως τα ποσοστά αξιόλογων ανθρώπων στους αγώνες βουνού είναι πολύ μεγαλύτερα απ' όσο υπολόγιζα. Είναι καλό να μην αισθάνεσαι μόνος.
Είναι 5 τα χαράματα. Σκοτάδι ακόμα.  Κι ο αγώνας ξεκινά, όπως μελωδεί το αφιερωμένο σ’ αυτόν τραγούδι. Τα κουδούνια ηχούν και κάνουν την ατμόσφαιρα πανηγυρική. Ο πρώτος κι ο τελευταίος ήχος του αγώνα, σκέφτομαι. Μόνο που μεσολαβεί πολύ ενδιαμέσως. Μια ζωή ολόκληρη θα συμπυκνωθεί στη διάρκεια μιας μέρας.
Ξεκινώ τελευταίος, ως συνήθως. Παρέα μου, η ‘σκούπα’. Ο Παναγιώτης μ' αναγνωρίζει, χρόνια πριν, πιτσιρικάς τότε, συμμετείχε σε μια σχολή ορειβασίας του συλλόγου μου. Αδύνατον να τον θυμηθώ, αλλά θα τον θυμάμαι στο εξής. Σ' αυτά τα πρώτα χιλιόμετρα ανακαλύπτω ένα σπουδαίο αθλητή, μια διακριτική προσωπικότητα, ένα φιλοσοφημένο χαρακτήρα. (Γιατί μετέχω τόσο τακτικά σε αγώνες, ε;) Μετά χωρίζουμε, υπάρχουν συναθλητές που μένουν πιο πίσω από μένα. Θα τον ξανασυναντήσω κατά τη επιστροφή μου, μετά το 41χλμ, να  συνοδεύει έναν αθλητή που αντιμετωπίζει πρόβλημα τραυματισμού.
Ο Κώστας κι ο Δημήτρης πάνε παρέα. Δείχνουν να το διασκεδάζουν. Γρήγορος μου φαίνεται ο ρυθμός τους, μένω πίσω. Αλλά, μετά, κάπου τους προσπερνώ. Μετά, κάπου, με προσπερνούν.  Μετά τους ξαναπροσπερνώ. Γιατί να πηγαίνουμε χώρια ενώ είμαστε τόσο κοντά; σκέφτομαι και τους περιμένω. Συνεχίζουμε μαζί. Μετά βαριέμαι το ρυθμό τους και τους προσπερνώ. Μετά, κάπου, με ξαναπροσπερνούν. Έτσι θα τη βγάλουμε μέχρι το τέλος μου φαίνεται.
Αν υπάρχει κάτι που έχω περισσότερη περιέργεια να διαπιστώσω είναι να δω το πως θα ανταπεξέλθει ο Κώστας. Ο αγώνας αποτελεί την υπέρτατη δοκιμασία γι' αυτόν. Ξεκινά με καλά εφόδια. Με κέφι,  αποφασιστικότητα, έναν καλό φίλο, τον Δημήτρη, για να του δίνει το ρυθμό. Νομίζω πως όποιο άγχος υπάρχει πριν, εξαφανίζεται κατά τη διάρκεια του αγώνα, και οι όποιοι δισταγμοί κι αμφιβολίες που εξέφρασε τις προηγούμενες μέρες έχουν υποχωρήσει απέναντι σε πρακτικά ζητήματα.
Ο Κώστας, ο Λαμπρινός κι ο Γρηγόρης είναι οι 3 επιπλέον λόγοι που μ’ έφεραν εδώ. Παρότρυνση, ενθάρρυνση, καλά θα περάσουμε, θα δεις. Σωστά, με τέτοια παρέα, πως να λείπεις. Παρέα, τρόπος του λέγειν, αφού είμαστε διασκορπισμένοι σε μια έκταση πολλών βουνίσιων χιλιομέτρων. Αλλά οι σκέψεις μας δεν είναι ανάλογα απόμακρες. Τους σκέφτομαι και νομίζω πως με σκέφτονται κι αυτοί.
Είμαι κακός στο να υπολογίζω, πόσο μάλλον υπό καθεστώς ταλαιπωρίας. Κάποια στιγμή φοβάμαι πως τα πάω χάλια, πως δεν μου βγαίνει ο χρόνος, αλλά ο Χρήστος εμφανίζεται στο πουθενά και με βεβαιώνει για το αντίθετο. Διακτινίστηκε πολλές φορές αυτός ο άνθρωπος στη διάρκεια του αγώνα, τον συναντούσα σ' αναπάντεχα σημεία σαν καλό όραμα. Αν οι συμμετέχοντες ζούμε κάτι μια φορά, αυτός το ζει μια για τον καθένα μας, κι αυτό ίσως είναι η καλύτερη ανταμοιβή για όσα μας προσφέρει.
Ατέλειωτη κατηφόρα στην Οξιά. Πως είναι δυνατόν να την ανεβούμε στην επιστροφή, το σκέφτομαι και τρελαίνομαι. Τρελαίνομαι κι από τη ζέστη. Και που στο καλό βρίσκονται οι πρώτοι; Αφού πλησιάζω στα μισά έπρεπε ήδη να έχουν φανεί Συνήθως, όταν βρίσκομαι στη μέση ενός αγώνα οι πρώτοι τερματίζουν. Τόσο καλά τα πηγαίνω, τελικά; Δεν νομίζω.
Εμφανίζονται κάποτε. Κι ο Γρηγόρης ανάμεσα στους πρώτους! Πρωτοφανής απόδοση. Έχει ξεφύγει αυτό το παιδί. Σαν να θυμάμαι, στον Φαέθοντα ήμασταν, κάτι μουρμούριζε για μια δίαιτα που δοκιμάζει. Δεν έδωσα σημασία τότε, αλλά μετά από αυτό θα τον ανακρίνω στην πρώτη ευκαιρία. Ελπίζω να μιλήσει, δεν μ' αρέσει να βασανίζω φίλους.
Ευτύχημα που μετέχει κι ο Λάζαρος στον αγώνα και διαπιστώνει το θερμοκρασιακό μας χάλι. Τον συναντώ, όπως επιστρέφει, και μου ανακοινώνει πως λόγω ζέστης δίνει παράταση 30 λεπτά για τα μισά, κι άλλα τόσα θα δώσει η Ηλίας μέχρι το τέλος. 19 ώρες το τελικό όριο. Όχι, βέβαια, πως αφορά εμένα, θεωρεί, αλλά εγώ θεωρώ διαφορετικά. Μπορεί να τα κατάφερα μέχρι τη μέση, αλλά το να επιστρέψω, με τόση ζέστη, και με διπλή ανηφόρα, δεν το προβλέπω εμπρόθεσμο. Δέχομαι ευχαρίστως τη χρονική δωρεά, κι αναπτερώνομαι, αν αυτό το ρήμα είναι δόκιμο για κάποιον που σέρνεται στην καυτή άσφαλτο της Ζαρκαδιάς.
Στη Ζαρκαδιά, ο Λαμπρινός κι ο Ηλίας, σκεφτικοί. Ο Λαμπρινός αντιμετωπίζει πρόβλημα στο πόδι. Μου δείχνει το σημείο και ρωτά αν έχω άποψη. Ωχ! Έχω. Ήταν ο τελευταίος μου τραυματισμός. Με ταλαιπώρησε αρκετά. Ύπουλο πράγμα, το φοβήθηκα γιατί το κουβαλούσα καιρό. Λαγοκνημιαία. Η σύνεση επιβάλλει να τα παρατήσει, αλλιώς θα πάθει ζημιά, όπως έπαθα κι εγώ που δεν τα παράτησα όταν πρωτοεμφανίστηκε το πρόβλημα. Εύκολο το να είσαι συνετός με τους άλλους. Αποφασίζει να συνεχίσει. Τους βλέπω να ξεκινούν κι εύχομαι να πάνε όλα καλά, αν κι έχω κακό προαίσθημα.
Αρκετή ώρα καθυστέρηση στη Ζαρκαδιά, η μανέστρα και τα σουτζουκάκια της Δήμητρας ανεκτίμητα. Φτάνει κι ο Κώστας με τον Δημήτρη. Στην τελευταία αλλαγή πέρασα εγώ φαίνεται. Κοιτάζω το ρολόι, πολύ την άραξα. Πρέπει να φεύγω. Κι αυτοί πρέπει να φεύγουν, αλλά δεν βλέπω βιασύνη. Μήπως θεωρούν πως δεν τους βγαίνει και το σκέφτονται; Δεν  θέλω να επέμβω στις συζητήσεις τους. Χαιρετώ κι αναχωρώ. Ο αγώνας επιφυλάσσει πολλά ακόμα.
Σκέφτομαι όλους αυτούς τους συναθλητές μου, κι αναλογίζομαι πως δεν υπάρχουν πολλά πράγματα που να είναι συναρπαστικότερα από τους αγώνες βουνού. Απίστευτες καταστάσεις διαδραματίζονται εδώ πέρα. Το μειονέκτημά τους είναι πως δεν γίνονται ορατές. Η προσπάθεια που καταβάλλουν οι αθλητές εμπεριέχει κάτι το συγκλονιστικό, αλλά όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Richard Askwith στο βιβλίο του ‘Feet in the Clouds’, δεν μεταφέρεται οπτικά. Αν το σωματικό και ψυχικό σθένος, η πάλη με τον εαυτό σου και τα στοιχεία της φύσης, μπορούσε να περάσει μέσα από τις τηλεοπτικές κάμερες, την επομένη το πρωί το ποδόσφαιρο θα καταντούσε αφόρητα βαρετό θέαμα. Αλλά δεν μπορεί. Καλύτερα. Κάποια πράγματα ας τα κρατήσουμε για μας.
Ξεκίνησε η επιστροφή. Σε υψομετρική και σε χιλιόμετρα, ένας Σεπτεμβριανός μαραθώνιος του Ολύμπου. Πολλά είναι. Βασανίζομαι σε μια ατέλειωτη ανηφοριά, και με θερμοκρασία να τρελαίνεσαι. Ποτέ δεν είχα μπατόν σε αγώνα, τώρα έχω. Ένα κλαδί, δηλαδή, που μαζεύω από κάτω και το ξεχνώ στο πρώτο ρυάκι που σκύβω για να δροσιστώ. Δεν πειράζει, βρίσκω άλλο, καλύτερο. Δεν σκίζω κι από στυλ, μάλλον με περιπλανώμενο Ιουδαίο μοιάζω παρά με τρέηλ ράνερ, αλλά ποιος νοιάζεται για το στυλ; Στο σημείο που καραδοκούν φωτογράφοι κρύβω τη μαγκούρα κι υποκρίνομαι τον αθλητή.
Στην Πρασινάδα ξανά. Φραπέ, με βοηθά η καφείνη κι ας γελά ο Ηλίας. Πολλοί μαζεμένοι εκεί. Μεγάλη παρέα, βαθύς προβληματισμός. Κι αρκετές εγκαταλείψεις. Ο Λαμπρινός το σκέφτεται πιο σοβαρά να μην συνεχίσει, αλλά το παλεύει ακόμα. Ο Ηλίας θα συνεχίσει παρέα με δυο Δημήτρηδες. Ο ένας αποδεικνύεται επιδέξιος κι ακούραστος καμεραμάν. Όμορφο το φιλμάκι του, κάπου στο 07΄51΄΄ με κάνει αεροπλανάκι. http://www.youtube.com/watch?v=MAo_sVnFkWc&feature=share Παροτρύνω τον Λαμπρινό, αλλά δεν ακολουθεί. Πολύ καλά κάνει, θα τον πληρώσει πολύ ακριβά τον τερματισμό. Και πολύ κακώς τον παροτρύνω. Η όποια λογική που έχω αποδυναμώνεται από την κούραση.
Από την Πρασινάδα, τελευταίο σταθμό, μέχρι τον τερματισμό θέλει....θέλει...αλλοίμονο, έναν αγώνα σαν το Paggaio Trail Run. Γιατί δεν έφαγα περισσότερο; Στο σακίδιο μου έχω... Τίποτα. Ποιος μπορεί να βγάλει τον αγώνα του Παγγαίου, χωρίς ανεφοδιασμό; Ψοφώ στην πείνα. Τρεκλίζω. Ένας συναθλητής με προσπερνά στην ανηφόρα του Θεολόγου, του εκθέτω δειλά το πρόβλημά μου. Προθυμοποιείται να μου δώσει ένα...χάπι, για να μην με πιάσουν κράμπες. Το παίρνω για να μην τον προσβάλλω, αλλά το πρόβλημά μου είναι η πείνα, όχι οι κράμπες. Ποτέ μου δεν υπέφερα από κράμπες σε αγώνα, δεν ξέρω γιατί. Συνεχίζει, ενώ εγώ σέρνομαι πίσω του. Διστάζει, ξανασταματά, μου προσφέρει ένα τζελάκι. Σωτηρία. Όχι πως σε  χορταίνει ένα τζελ, αλλά να’ ναι καλά ο άνθρωπος, Διονύσης τ' όνομά του. Με βοήθησε όσο δεν λέγεται. 
Και μετά νύχτα. Τέρμα τ' αστεία πια.
“Η καρδιά του σκότους” είναι το πιο αινιγματικό έργο ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς όλων των εποχών, του Τζόζεφ Κόνραντ. Αν δεν το έχετε διαβάσει ίσως έχετε δει την ταινία “Αποκάλυψη τώρα”. Βασίζεται σ' αυτό, απλώς μεταφέρει τη δράση σ' άλλο χρόνο , 75 χρόνια μετά, και σ' άλλο τόπο, Βιετνάμ αντί για Κονγκό. Στον μονόλογο του αφηγητή ξεδιπλώνεται η περιπέτεια της ανάβασης σ' ένα ποταμό της ζούγκλας και η ταυτόχρονη κατάδυση στην άβυσσο του υποσυνειδήτου. Ένα ζοφερό ταξίδι, όπου το εγώ οδεύει για να συναντήσει το ένστικτο. “Ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο, προς τα πίσω, προς την αρχέγονη πραγματικότητα του κόσμου, τότε που η βλάστηση οργίαζε παντού και οι μόνοι βασιλιάδες ήταν τα δέντρα”.
Νιώθω πως το ταξίδι στην καρδιά του σκότους το έχω διατρέξει κάποιες φορές. Στην ανάβαση στο base camp του Έβερεστ, στο Νεπάλ. Στους δυο αγώνες των 110 χλμ του VFT. Και τώρα. Κοινό στοιχείο των αγώνων, το βράδυ. Ξέχωρο στοιχείο: Σ' όλους τους προηγούμενους αγώνες είχα παρέα και μάλιστα καλή. Εδώ είμαι μόνος.
Δεν ξέρω αν είμαι δειλός, ή αν το να είσαι μόνος σου, βράδυ, σ' ένα άγνωστο μέρος, είναι κάτι που δικαιολογημένα προκαλεί φόβο. Αν η χαρά της φωτιάς ήταν τόσο έντονη που πέρασε μέσα από γενεές γενεών και φτάσαμε ακόμα και σήμερα να την αντικρίζουμε με αγαλλίαση, το ίδιο έντονα φαντάζομαι πως θα πέρασε κι ο φόβος του σκοτεινού αγνώστου. Αλλά τόσοι αθλητές τα καταφέρνουν και τον νικούν, ακόμα και κοπέλες, σκέφτομαι. Πως γίνεται; Από την άλλη, όμως, όλοι αυτοί μπορεί να διαθέτουν περισσεύματα δυνάμεων ικανά για μια στραβή στιγμή. Εγώ, με τις ευνοϊκότερες των προϋποθέσεων, είμαι ίσα βάρκα ίσα πανιά. Ή μήπως υπάρχουν πράγματα που ακόμα δεν έχω ανακαλύψει στον εαυτό μου;
Σταματώ, δεν ακούγεται ο παραμικρός ήχος. Κάπου μπροστά, κάπου πίσω μου, θα υπάρχουν συναθλητές, κι όμως, δεν ακούγεται τίποτα. Σβήνω το φακό, για να διαπιστώσω πως θα μου φανεί, αν ξεμείνω από μπαταρίες. Τύφλα. Χαζομάρα, τι θα κάνω αν δεν ανάψει τώρα; Ανάβει, ευτυχώς. Δεν τον αγόρασα και φτηνά.
Σημαδάκια στα δέντρα, πόσο χαίρομαι κάθε που τα βλέπω. Ανυπόφορη η ανασφάλεια, ακόμα και κάποιων δευτερολέπτων. Αλλά αυτά τα δυο φωσφωριζέ σημάδια γιατί είναι τόσο εκτός πορείας, και διαφορετικού χρώματος; Μα, δεν είναι σημάδια. Είναι τα λαμπρά μάτια κουκουβάγιας. Μακάρι να τα είχα κι εγώ τώρα. Πανέμορφο θέαμα. Στέκεται ακίνητη, σ' ένα κλαδί και με κοιτά το ίδιο επίμονα, όπως την κοιτώ κι εγώ. Τι να σκέφτεται άραγε για την παρουσία μου; Εγώ είμαι το περίεργο πλάσμα σ' αυτό το μέρος.
Ανηφόρα κάθετη, ανάμεσα σε κορμούς. Πρέπει να κοιτάς πολύ ψηλά για να δεις αστέρια. Τι ώρα είναι, σε ποιο χιλιόμετρο βρίσκομαι, πόσο περιθώριο έχω, πόση ακόμα αντοχή; Ανεβαίνω, όμως, αργά αλλά σταθερά, αρκεί να μη χαθώ, αρκεί ν' ακολουθώ σημάδι το σημάδι, όπως ο κοντορεβυθούλης τα ρεβίθια του, για να βρεθώ στην αρχή. Δηλαδή, οι πρώτοι έχουν φτάσει πριν νυχτώσει, ε; Χάνουν περιπέτεια. Αλλά δεν θέλω άλλο περιπέτεια, θέλω να φτάσω, έγκαιρα.
Κάποιες φωνές ακούγονται, κάτι με περιμένει εκεί ψηλά. Επιβεβαιώνω ξέπνοα πως είμαι εγώ. Θριαμβικές κραυγές ξεσπούν, μα ποιοι είναι τέλος πάντων; Έκπληξη. Η παρέα μου, σε μια απρόβλεπτη εμφάνιση, μαζί με την Δήμητρα και την Μαρίνα. Πως βρέθηκαν εδώ; Ένα μικρό στέκι, στο μέσον της ζούγκλας, στο τέλος μιας ανηφόρας, και πριν την αρχή μιας άλλης. Καταβροχθίζω ό,τι βρίσκω, πλήρης σωματικός και ψυχικός ο ανεφοδιασμός μου. Κι ο Κώστας με τον Δημήτρη ακολουθούν, μαθαίνω. Κάπου πίσω μου είναι κι έρχονται. Πολύ ωραία.
Και μετά, πάλι μόνος, χαμένος στην καρδιά του σκότους. Τα φώτα, τα γέλια, η συντροφιά, όλα έχουν σβήσει, σαν μόνο μέσα στο μυαλό μου να ήταν ανοιχτά. Όποιος έχει δει την ταινία που προανέφερα και την θυμάται επαρκώς, θα καταλάβει ποια σκηνή αντιστοιχεί σ' αυτόν τον απρόσμενο σταθμό.
Ανεβαίνω ξανά. Φαίνεται πως κερδίζω το στοίχημα του χρόνου, όχι με ιδιαίτερη άνεση πάντως. Και, κάπου το τοπίο γίνεται γνωστό. Μα, ναι, είμαι στο μονοπάτι του καταρράκτη του Λειβαδίτη. Είμαι σε οικείο τόπο, κι ας τον αγριεύει η νυχτιά. Το έχω περπατήσει πρόσφατα αυτό το μονοπάτι κι έτσι τώρα που το κατεβαίνω....
Αλλά, για μια στιγμή, γιατί το κατεβαίνω; Τι γυρεύω στον καταρράκτη; Το σωστό είναι να ανεβαίνω. Που να πάρει, πόσο χρόνο έχασα, μέχρι να ξαναβρεθώ στο σωστό σημείο, 10, 15 λεπτά; Αν ξεφύγω από την προθεσμία των 19 ωρών για 20 λεπτά δεν με νοιάζει, αλλά αν την χάσω για 15 θα με πειράξει πολύ.
Τώρα με σπρώχνει ο εκνευρισμός. Βρίσκομαι ήδη στα τελευταία επτά χιλιόμετρα του χωματόδρομου. Πινακίδες τα μετρούν αντίστροφα. 7...6...5... Θαύμα, το μόνο που έχω να κάνω είναι να κρατηθώ ακόμα και στον γελοίο ρυθμό των 10 λεπτών το χιλιόμετρο. Εύκολο, σκέφτομαι αρχικά και χαίρομαι. Όχι πάντα, θυμάμαι αμέσως μετά κι ανησυχώ. Τον πρώτο αγώνα της χρονιάς, 100 χιλιόμετρα στην άσφαλτο, τον έχασα γιατί δεν κατάφερα στα τελευταία 15 χιλιόμετρα να κρατήσω τον εύκολο ρυθμό των 6 λεπτών στο καθένα τους.
4...3...Τι φώτα είναι αυτά, αριστερά του δρόμου; Αυτοκίνητο! Και τι γυρεύει εδώ; Εμάς καρτερούν; Όχι, κάποιοι ασχολούνται μ' ένα αντίσκηνο. Αλλά γιατί αντίσκηνο εδώ; Η κατασκήνωση είναι μόλις 2 χιλιόμετρα παρά πέρα.
Κι άλλα φώτα δεξιά. Μα ναι, εδώ είναι η κατασκήνωση, εδώ είναι το τέλος, δεν μπορεί να κάνω λάθος. Δεν υπάρχει άλλος ίχνος πολιτισμού τριγύρω. Που έβοσκε το 2 σημάδι; Είτε δεν υπήρχε, είτε μου ξέφυγε. Γι' αυτό μου φάνηκε τόσο μεγάλο αυτό το χιλιόμετρο. Αλλά τώρα έφτασα, και, για πρώτη φορά σ' ολόκληρο τον αγώνα, τρέχω τόσο γρήγορα. Απορώ κι εγώ, πως γίνεται αυτό; Θεωρητικά είναι γνωστό, αλλά στην πράξη παραμένει αξιοθαύμαστο. Τα κουδούνια χτυπάνε, ο πρωινός ήχος επαναλαμβάνεται, θριαμβικά πλέον.
Περνώ με φόρα, που σταματά στον Χρήστο, στην παρέα μου, στους λίγους παρευρισκόμενους εκεί, στα χαμόγελα και στις αγκαλιές. Ένα ακόμα όνειρο που τέλειωσε. Μια ζωή ολόκληρη, που συμπυκνώθηκε σε 19 ώρες, αλλά θ' ανοίγει λίγο λίγο για να μου προσφέρει τις αναμνήσεις της, στο διάστημα που θ' ακολουθήσει.
Ο καφές κι οι συζητήσεις τελειώνουν. Τα μαζεύουμε, φεύγουμε κι εμείς. Κοιτώ πίσω μια τελευταία φορά, οι παρουσίες μας έχουν ήδη σβήσει στο ήρεμο πρωινό τοπίο. Το δάσος μας αγκάλιασε και μας άφησε ξανά, όχι ίδιους όμως. Δεν ξέρω αν κανείς απ' έξω θα παρατηρήσει τις αλλαγές, αλλά δεν είμαστε όπως πριν. Αλλάξαμε μέσα σ' αυτήν την αγκαλιά, όταν διαβήκαμε το συμπυκνωμένο ποτάμι της ζωής, όταν φτάσαμε στην καρδιά του σκότους, όταν το σύγχρονο εγώ μας συναντήθηκε με το αρχέγονο ένστικτο, μέσα στο φόβο, στην προσμονή, στην εξάντληση, στην αγωνία, στην αγριάδα και την ομορφιά της φύσης, στον ήχο των κελαριστών νερών, στις καμπύλες του βουνών του μεσημεριού και στα φωσφορίζοντα μάτια μιας κουκουβάγιας το βράδυ.
Φαέθων, Χαιντού, Ζαγόρι, Ροδόπη. Βγαίνω από την καρδιά του σκότους κι επιστρέφω στον πολιτισμό με την ψευδαίσθηση πως είμαι άτρωτος πια. Δεν ξέρω πως, λίγες μόνο μέρες αργότερα, με καρτερεί ο εφιάλτης μου. Ένας τραυματισμός, απρόσμενος κι απρόβλεπτος. Σ’ ένα άνοιγμα ίσιου δρόμου, σε μια συνηθισμένη προπόνηση. Ό,τι δεν μου συνέβη σε αμέτρητα χιλιόμετρα ορεινών αγώνων θα μου συμβεί σ’ ένα σχετικά γρήγορο διακοσάρι. Θα με ταλαιπωρήσει στον μαραθώνιο του Ολύμπου, στην Οίτη, και δεν ξέρω που θα με βγάλει τελικά. Έτσι, αυτήν την στιγμή που επιστρέφω από το δασικό χωριό της Χαιντού, είμαι ανυποψίαστος για όλα όσα μπροστά μου καραδοκούν. Είμαι όμως ευτυχισμένος, γιατί ξέρω πως δημιουργώ ένα πλουσιότερο μέλλον, κάθε φορά που αρπάζω από τα μαλλιά το παρόν της ζωής μου.

                  ---------------------------

Σημ: Για μια φορά σ' αυτή τη σειρά των κειμένων σκέφτομαι να αναφερθώ ευθέως στα πλήρη ονόματα κάποιων πρωταγωνιστών. Λένε πως στους αγώνες όλοι είμαστε μια οικογένεια, αλλά σε μεγάλες διοργανώσεις είναι κάπως δύσκολο να το εισπράξεις έτσι. Στο Rodopi Challenge 50M το ένιωσα, οπότε, πάμε:

-Ψυχή των πάντων, κονφερασιέ, διακτινισμένος σε διάφορα σημεία του αγώνα, σπορ κάστερ και αθλητικός αναμεταδότης ο Χρήστος Κατσάνος.
-Πανταχού παρόντες και τα πάντα πληρώντες, Ηλίας Σπυριδόπουλος, Σαράντης Πασχάλης.
Υπομονή μαζί μου και καλή παρέα, μέχρι το 17ο χιλιόμετρο, έκανε η σκούπα του αγώνα Παναγιώτης Παπάζογλου. (περαστικά Παναγιώτη, για κάποιο πρόβλημα με το πόδι, άκουσα).
-Βραβείο εντυπωσιακότερης επίδοσης, Γρηγόρης Λαμπάκης.
-Αθλητικό κίνητρο και υπόδειγμα ο Κώστας Καστανιώτης.
-Συνεπής βηματοδότης του ανωτέρω ο Δημήτρης Λαμπρινίδης
-Η ιδέα του αγώνα, και πολλά περισσότερα, οφείλονται στον Λαμπρινό Καραγιάννη.
- Μαγνήσιο, (ή μαγγάνιο;), τζελάκι και την προτεραιότητά του στο μπάνιο προσέφερε ο Διονύσης Σταφορίδης. (αυτός ήταν ο αθλητής που ξεκίνησε καθυστερημένα και μας προσπέρασε τελικά;)
-Σκηνοθέτης και καμεραμάν, ο Δημήτρης Μωραίτης.
- Συνοδοί σκηνοθέτη και σούπερ παρέα, ο Δημήτρης Γκουντής κι ο Ηλίας Αργυριάδης. (πόσο θα με βοηθούσε να ήξερα πως ήταν λίγο μόνο μπροστά μου!)
Η σπουδαία γυναίκα που πάντα βρίσκεται πίσω από έναν σπουδαίο άντρα, στην περίπτωσή μας, ήταν η Ελένη Ματθαιοπούλου.
- Μεταφερόμενη ομάδα υποστήριξής μου ο Κώστας Μπακρατσάς, ο Βασίλης Ζαμπούλης και η Αναστασία Κασμερίδου
- Επιτόπια υποστήριξη κι απρόσμενα ευχάριστες παρουσίες στην πιο δύσκολη στιγμή από την Μαρίνα  Καλαιτζή και Δήμητρα Μουσουλέα.
Από κοντά όσοι παρέλειψα ν’ αναφέρω. Συντροφιά και περιστασιακή παρέα ήταν όλοι αυτοί, οι άγνωστοι σε μένα δρομείς, που νιώθω σαν γνωστούς μου πια. Εκεί πέρα, στα βουνά, βρίσκονται αυτά τα μαγεμένα μονοπάτια, όπου συναντιόμαστε και ύστερα χανόμαστε, όπως λέει κι ένα τραγούδι, αλλά θα βρεθούμε ξανά, όπως λέει ένα άλλο.

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 4.




Η κλασική διαδρομή. 3.



                                                                                           1997 - 2009


   Την επόμενη χρονιά, και γι’ αρκετές ακόμα, η εικόνα ήταν παρόμοια. Το ότι ξεχωρίζω το 1997 οφείλεται στον καλύτερο χρόνο που έκανα ποτέ σε μαραθώνιο - παραδόξως ο καλύτερος χρόνος μου έγινε εκεί όπου, λόγω ανηφόρας, όλοι κάνουν τον λιγότερο καλό. Το κυριότερο, όμως, ήταν πως μπήκα με τέτοια ορμή στο στάδιο, που ο τερματισμός μου έμοιαζε με διακοσάρι. Η φωτογραφία αυτού του τερματισμού παραμένει το καμάρι μου, αλλά, κοιτάζοντάς την, εκτός από τον αθλητή που τερματίζει ορμητικά, μπορείς να παρατηρήσεις και κάτι άλλο. Τις άδειες κερκίδες του σταδίου, που φιλοξενούν μόνο κάποιες μίζερες σακούλες με τα ρούχα μας. Ο αυθεντικός και διεθνής μαραθώνιος της Αθήνας δεν σήμαινε απολύτως τίποτα για τα εκατομμύρια των κατοίκων της.
Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ συχνά πυκνά κατέβαινα στην κλασική. Είναι ο αγώνας στον οποίο έχω τις περισσότερες συμμετοχές, μ’ εξαίρεση τον Ορειβατικό του Ολύμπου, αλλά εκείνος βρίσκεται πολύ κοντύτερά μου. Στην κλασική ήθελε χρόνο κι έξοδα για να κατέβω. Άλλοτε τα διέθετα, άλλοτε όχι.
Έχω κατεβεί με συνθήκες άνεσης, όπου μπορούσα να περάσω και λίγες μέρες περιδιαβαίνοντας στην πρωτεύουσα. Άλλες, πνιγμένος στη δουλειά, πετούσα με το απογευματινό αεροπλάνο του Σαββάτου, έτρεχα την Κυριακή το πρωί, και μετά τον τερματισμό έσπευδα στο αεροδρόμιο, για να επιστρέψω το απόγευμα και να συνεχίσω ό,τι άφησα στη μέση. Σήμερα δεν θα άντεχα να το κάνω αυτό.
Κάποιες φορές οι υποχρεώσεις με καλούσαν πίσω,  αμέσως μετά το τέλος του αγώνα. Το ταξίδι της επιστροφής για την Καβάλα, με το αυτοκίνητο μου, το άντεχα όσο η ανεβασμένη αδρεναλίνη υπερίσχυε της κόπωσης. Όταν οδηγούσε φίλος ομοιοπαθής, προσπαθούσα να κρατηθώ ξύπνιος για να προσφέρω παρέα. Πολλές φορές όμως οδηγούσα μόνος, χαστουκίζοντας τον εαυτό μου για να κρατηθεί ξύπνιος κι έχοντας τη μουσική στη διαπασών. Σε τέτοιες περιπτώσεις ζόριζα το γκάζι. Μπορώ να βεβαιώσω πως με ταχύτητα από 160 χιλιόμετρα και πάνω η νύστα φεύγει. Στην επιστροφή μ’ εύρισκε πάντα το σκοτάδι, οπότε δεν υπήρχε η απειλή των ραντάρ της τροχαίας κι επιπλέον η κίνηση ήταν μειωμένη.
Κάποτε χρειάστηκα ενισχυμένη δόση αδρεναλίνης, χώρια που ανυπομονούσα πια να φτάσω στο σπίτι μου, και σανίδωσα το γκάζι, κάπου στα 200 της τελικής. Η νύστα εξαφανίστηκε, δυστυχώς, όμως, μαζί μ’ αυτήν εξαφανίστηκε κι η βενζίνη. Ούτε κατάλαβα πότε κατέβηκε η βελόνα, το καύσιμο είχε αδειάσει σαν νερό από σπασμένη κάνουλα. Μ’ αναμμένο το κόκκινο έψαχνα για βενζινάδικα, αλλά η νέα εθνική οδός είχε γίνει πρόσφατα και τα πρατήρια έστεκαν στις παλιές τους θέσεις, οχυρωμένα πίσω από διαζώματα. Πίστευα πως ήταν πιο εύκολο να φτάσω στο επόμενο παρά να μπλεχτώ νυχτιάτικα σε σκοτεινούς παράδρομους, αλλά κάθε επόμενο αποδεικνυόταν το ίδιο απροσπέλαστο. Έθεσα ως ύστατο στόχο τα πολυπόθητα βενζινάδικα των Τεμπών, αλλά δεν κατάφερα να φτάσω ως εκεί, αφού το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε λίγο έξω από τη Λάρισα.
Η κλασική διαδρομή με είδε ν’ αλλάζω και να ωριμάζω. Μου πρόσφερε χαρές και μικρούς προσωπικούς θριάμβους, αλλά και στιγμές αγωνίας κι απογοήτευσης. Το ασφάλτινο ποτάμι της δεν το διάβηκα δεύτερη φορά, γιατί κάθε μια από τις δέκα που το επεχείρησα ήταν διαφορετική. Δηλαδή, ήμουν διαφορετικός εγώ. Στην κλασική πέρασα όλες τις φάσεις της ενηλικίωσής μου στο άθλημα. Την περιέργεια του θαυμαστού καινούργιου κόσμου, την ψηλάφησή των στοιχείων που τον απάρτιζαν, την προσπάθεια, τη νίκη, την πτώση, το στήσιμο εκ νέου στην αφετηρία, τις φιλοδοξίες, που οι μισές πραγματοποιήθηκαν κι οι υπόλοιπες, οι ματαιωμένες, με τον καιρό μεταμορφώθηκαν σε κάτι ακόμα πιο επικερδές.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν ο κλασικός μαραθώνιος της Αθήνας ωρίμασε κι αυτός, μαζί με ορισμένες αντιλήψεις μας. Έργα και διαπλατύνσεις έφτιαξαν μια πιο ευρύχωρη διαδρομή για τους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας του 2004. Έκτοτε οι προδιαγραφές του συνέχισαν ν’ ανεβαίνουν. Είχε πια καλύτερη προβολή κι οργάνωση, περισσότερες συμμετοχές, μεγαλύτερη αποδοχή από τον κόσμο. Η εξέλιξη του βάδιζε παράλληλα μ’ ένα δρομικό ρεύμα, που μεγάλωνε στην Ελλάδα με τρόπο εντυπωσιακό. Ο Κλασικός Μαραθώνιος όφειλε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Το 2010, στην επέτειο των 2.500 χιλιάδων χρόνων από τη μάχη του Μαραθώνα, στόχευσε ψηλά. Ανέβασε τις συμμετοχές του στο ανώτερο δυνατό, 12.000 μαραθωνοδρόμους. Έβαλε ένα δύσκολο στοίχημα με τον εαυτό του και το κέρδισε. Οι καιροί άλλαζαν.