Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Αλλάζοντας θέσεις.






               Αλπικός αγώνας “ΖΕΥΣ”. Όλυμπος, 7 Αυγούστου 2016.



Πριν από πολλά χρόνια, κάπου στα είκοσι θα ήμουν, ένας ιδιαίτερα ευφυής και καλλιεργημένος φίλος συνήθιζε να με προκαλεί πάνω σε θέματα που απαιτούσαν ζόρικη επιχειρηματολογία, για ν’ απολαμβάνει τη δυσκολία μου ν’ αντιπαρατεθώ. Μια φορά, ως προϋπόθεση για να ξεκινήσουμε οποιαδήποτε συζήτηση, μου ξεκαθάρισε ότι πρέπει πρώτα να παραδεχτώ ότι η κάθε μας ενέργεια έχει στόχο την προσωπική μας ευχαρίστηση. Φυσικά δεν δυσκολεύτηκε να τεκμηριώσει πως, όντως, έτσι είναι, αφού ακόμα και οι πράξεις αλτρουισμού πρωτίστως εμάς ικανοποιούν, έστω κι αν η ικανοποίηση αυτή περνά μέσα από τον άλλον. Δεν νομίζω πως είναι δική του η θεωρία, αλλά εκτός κι αν είσαι λειτουργός προηγμένης επιστήμης ή φιλοσοφίας, καμιά θεωρία δεν είναι δικιά σου. Δικές μας όμως είναι όλες οι θεωρίες που ζυμώνονται μέσα μας.
Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό οι άνθρωποι που προσφέρουν κερδίζουν ισόποσα. Κάθε πράξη ψυχικής ευρυχωρίας επιστρέφει μέρισμα στον εντολέα. Ηχεί πεζό, ακόμα και κυνικό, όπως είναι συχνά και η πραγματικότητα.
Η προκήρυξη του αλπικού αγώνα ΖΕΥΣ ήταν χαοτική. Χρειαζόταν πραγματικά χρόνο και προσοχή για να ξεχωρίσεις το πρακτικό μέρος από τη γενικότερη φιλοσοφία των εμπνευστών του. Την διαβίβασα σε κάποιους φίλους για να μετρήσω αντιδράσεις. Ήταν παρόμοιες. Την ξαναδιάβασα προσεκτικότερα, αν μη τι άλλο είχα να κάνω με κάτι πρωτότυπο. Μπορεί να μην ήταν εύκολα ξεκάθαρο τι ήθελε να πει, αλλά ξεκάθαρα ήθελε να πει κάτι.
Το σίγουρο ήταν πως ο αγώνας ήθελε να δώσει μια ευκαιρία που δεν δίνει κανένας άλλος. Με το υπερβολικό όριο τερματισμού 16 ωρών, για 47 χιλιόμετρα και 2800μ. υψομετρικής, στην ουσία απηύθυνε κάλεσμα στον κάθε αθλητή, να συμμετάσχει σ’ ένα γεγονός που του αποκλείουν όλοι οι άλλοι. Και καθώς επρόκειτο για διαδρομή πάνε έλα, αυτό σήμαινε πως συντελεστές κι εθελοντές θα έπρεπε να είναι στημένοι με τις ώρες και οπλισμένοι με πρωτοφανή υπομονή, για να περιμένουν τους πιο αργούς.
Διάφορα πράγματα μας στέλνουν στους αγώνες. Στον συγκεκριμένο το κυριότερο που με έστειλε ήταν η περιέργεια.
Απόγευμα παραμονής, βηματίζουμε πάνω κάτω στο δρόμο και συζητάμε. Ο Δημήτρης Χατζής έχει επίσης υιοθετήσει μια θεωρία που τη συνδυάζει με μια προσωπική πεποίθηση. Η θεωρία σε γενικές γραμμές λέει ότι ακόμα κι ο μεγαλύτερος μεγιστάνας του παρελθόντος δεν είχε ούτε στο ελάχιστο τη δυνατότητα να γνωρίσει τον κόσμο, να ζήσει εμπειρίες, ν’ απολαύσει καταστάσεις, ν’ αποκτήσει γνώσεις, με τον τρόπο που το μπορεί ο μέσος σημερινός άνθρωπος. Πολύ σωστά. Η πεποίθησή του είναι πως ζούμε στον παράδεισο. Όχι πως μπορούμε να ζήσουμε. Πως ζούμε. Γιατί ακόμα κι όσοι από μας τα βγάζουν δύσκολα, έχουν στη διάθεσή τους μια μοναδική ποιότητα ζωής που πρέπει να εκτιμούν. Κι όσο για τον αγώνα, τον έναν από τους ελάχιστους με μηδενική χρηματική συμμετοχή από πλευράς αθλητών, χρηματοδότης είναι η διάθεση, η δική του και των ανθρώπων που μοιράζονται την ίδια φιλοσοφία. Αυτών για τους οποίους η προσφορά είναι ταυτόχρονα κι ανταμοιβή. Και δεν είναι λίγοι, επιμένει.
Ο αγώνας ξεκινά στις 4 τα χαράματα από το πλατανόδασος του Σπαρμού, όπου στη δροσιά του μπορείς να ευχαριστηθείς το λίγο ύπνο. Η αφετηρία λίγα μέτρα από το αντίσκηνο. Κάνα δίωρο με φακούς. Κατά τις 6 ο ορίζοντας παίρνει ν’ αχνοφέγγει. Μετά χάραμα στο βουνό. Ο παράδεισος που λέγαμε.
Τα πολλά κι ατέλειωτα χιλιόμετρα ενός σκανδαλώδους χωματόδρομου περιλαμβάνονται και καταλαμβάνουν μεγάλο κι ατέλειωτο μέρος της διαδρομής. Οι φανατικοί των καθαρά βουνίσιων αγώνων θα δυσανασχετήσουν. Αυτοί που ενδιαφέρονται για χρόνους ίσως το δουν ως ευκαιρία για κάτι καλύτερο, αν και νομίζω πως σε καλά διατηρημένα μονοπάτια τρέχεις ευκολότερα απ’ όσο σε κακοτράχαλα κομμάτια χωματόδρομου.
Οι σταθμοί του αγώνα 9 συνολικά, με τους 4 εν αφθονία. Πολύ καλύτερη η τροφοδοσία απ’ ό,τι σε αγώνα που πρόσφατα έσκασα 40 ευρούλια. Σήμανση προκλητική για τους οικολόγους, αν και καμιά σήμανση δεν σε εξασφαλίζει αν τρέχεις τόσο γρήγορα όσο οι πρώτοι, (δεν κινδυνεύω απ’ αυτό), αν πιάνεις κουβέντα στο δρόμο (ο συνηθισμένος μου τρόπος να χάνομαι), κι αν σ’ έχει βαρέσει στο κεφάλι η κούραση κι ο ήλιος (ο δεύτερος πιο συνηθισμένος μου τρόπος να χάνομαι).
Φτάνοντας στην κορυφή Σμέος αναγνωρίζω επιτέλους τον Όλυμπο που ξέρω. Πανδαισία στο σταθμό. Ένας νεαρότερος συναθλητής κοντοστέκεται όταν με βλέπει. Είστε ο Βασίλης Κυριλλίδης;” “Ναι, είμαι”. Είμαστε φίλοι στο φέης”. Χαίρομαι”, λέω, αλλά λυπάμαι που δεν τον αναγνωρίζω. Θα ήθελα να σας πω κάτι, αλλά φοβάμαι μην παρεξηγηθείτε.” Όχι, δεν παρεξηγούμαι εύκολα.” Σίγουρα ε;” Σίγουρα.” Είστε ο ένας από τους δυο φιλελεύθερους που αντέχω, ο άλλος είναι ο καθηγητής μου, ο Αριστείδης Χατζής.”
Α, μάλιστα, τιμή μου να με συγκρίνει με τον εξαιρετικό αυτόν καθηγητή. Και πως να παρεξηγηθώ μ’ έναν από τους πιο συμπαθητικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει σε αγώνα. Κάνει να φύγει, κοντοστέκεται.
Δεν είστε υπέρ των διωγμών των ομοφυλόφιλων, ε;.”
Είναι πειρασμός ν’ απαντήσω πως συνήθιζα να λιθοβολώ ομοφυλόφιλους και να βράζω μωρά, μέχρι που ανακάλυψα το τρέξιμο κι έγινα καλύτερος άνθρωπος. Αντ’ αυτού λέω κάτι για τις παρεξηγημένες έννοιες σ’ αυτόν τον έρμο τόπο, και κοιτάζω έναν χωματόδρομο που με ζήτα έφτασε ως εδώ και κάπως έτσι συνεχίζει μέχρι που φτάνει το μάτι. Έχουμε πολύ δουλειά ακόμα.
Δεν παρεξηγηθήκατε, ε;”
Όχι, δεν παρεξηγήθηκα, άλλωστε περίμενα τα χειρότερα, όπως κάποιο σχόλιο για την ηλικία μου. Με τον αθλητή αυτόν θα είμαστε κοντά σ’ ολόκληρο σχεδόν τον αγώνα. Κάπου θα με σώσει σ’ ένα σταυροδρόμι που παίρνω λάθος, κάπου θα του υποδείξω πού βρίσκονται οι κορδέλες που δεν παρατηρεί, είμαστε περίπου πάτσι. Θα τερματίζαμε και μαζί, αν οι πόνοι στα πόδια του δεν τον επιβράδυναν στα τελευταία, πάνω που έπαιρνε εμφανές προβάδισμα, ή αν δεν είχα μια πρεμούρα για το ψυχολογικό όριο των 10 ωρών.
Προς το παρόν είμαστε ακόμα στο χωματόδρομο κι ανεβαίνουμε. Ανταμώνουμε τους πρώτους, τρέχουν ήδη προς τα κάτω. Μπράβο τους, μηχανές. Όταν φτάνουμε στο καταφύγιο Χρηστάκη αλλάζει εποχή. Χειμώνας. Γάντια, γιλέκο, κι ένα μονοπάτι από τα δεξιά, που ανηφορίζει μέχρι το διάσελο των κορυφών. Ένας εθελοντής εκεί μας καθοδηγεί, η ομίχλη δεν αφήνει πολλά να φανούν. Μετά ο Δημήτρης Χατζής ξεπροβάλλει σαν ένα θολό φάντασμα στην παγωνιά, ακριβώς κάτω από το Σκολιό και μας στέλνει στα τελευταία μέτρα, μέχρι την κορυφή. Ένας ακόμα εθελοντής στο θυελλώδη άνεμο, μας ξαναστέλνει στον πρώτο, του διάσελου. Κι από κει ξεκινά μια γρήγορη κατάβαση, σαν φυγή για να γλιτώσεις από το κρύο, μέχρι πάλι στο Χρηστάκη, απ’ όπου ξεκίνησε ο χειμώνας. Για μας κράτησε λίγο, αλλά για τους εδώ ανθρώπους ώρες ατέλειωτες. Ακόμα δεν έχουν περάσει οι τελευταίοι προς τα πάνω.
Είχα πει κάποτε πως οι εθελοντές αξίζουν ένα δικό τους κεφάλαιο. Τελικά έμεινα σε συχνές αναφορές. Θα κάνω μία ακόμα. Η υπομονή των ανθρώπων στους σταθμούς αυτού του αγώνα ήταν παροιμιώδης. Η χαρά των τριών στο διάσελο και στην κορυφή έμοιαζε μεγαλύτερη από τη δικιά μας. Χόρευαν από ενθουσιασμό, κάθε που έβλεπαν αθλητή. Αν εμάς μας αναλογούσε μια χαρά γι’ αυτό που κάναμε, ένιωσα πως αυτοί παίρνουν μια χαρά για τον καθένα μας. Το διαπίστωνες στις εκφράσεις, στις χειρονομίες, στον ενθουσιασμό τους. Ναι, παλιέ γνώριμε, δίκιο είχες, κι αυτοί για τη δικιά τους ευχαρίστηση το κάνουν. Μόνο που δεν καταλήγει τόσο κυνικό όσο ακούγεται. Η δικιά τους ευχαρίστηση δεν στηρίζεται στην ιδιοτέλεια, αλλά στην προσφορά. Δεν στηρίζεται στη δυστυχία ή στην αδιαφορία, αλλά στην ευχαρίστηση του άλλου. Απέναντι σε μια θεωρία που συμφωνήσαμε πως εφαρμόζει σε όλους, αυτοί διαθέτουν μια ευγένεια που εφαρμόζει σε λίγους.
Κατεβαίνω τρέχοντας τον ατέλειωτο χωματόδρομο, καθώς ανεβαίνουν περπατώντας οι τελευταίοι. Δυο ηλικιωμένοι με τη ‘σκούπα’ του αγώνα, ένα παλικάρι που φαίνεται να μην τον πειράζει καθόλου για τις ατέλειωτες ώρες που τους συνοδεύει. Πότε θα φτάσουν αυτοί; Μάλλον θα σταματήσουν στο Χρηστάκη, πιθανολογώ, αλλά δεν στοιχηματίζω. “Εσύ κατεβαίνεις, εμείς ανεβαίνουμε”, σχολιάζει χαμογελαστά και ιδιαίτερα καλόκαρδα ο ένας.
Από το ύφος του λείπει οποιαδήποτε ένδειξη φθόνου ή ζήλιας. Πως τα καταφέρνει; Εγώ δεν διαθέτω τέτοιο μεγαλείο. Ζηλεύω τα νιάτα, και των άλλων και τα αλλοτινά δικά μου. Μου έρχεται στο μυαλό μια πρόσφατη κουβέντα με μια αγαπημένη μου φίλη, που σκοπεύαμε να τερματίσουμε μαζί την κλασική φέτος, αλλά η μοίρα το έφερε να δίνει τώρα τη μάχη της μ’ ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. Η φίλη μου αυτή έχει μια θεωρία δικιά της: Ίσως ο χρόνος να μην είναι κυκλικός μου έλεγε, όπως ο δυτικός άνθρωπος τον αντιλαμβάνεται. Ίσως να μην είναι μια ευθεία γραμμή, όπως την πίστευαν οι ινδιάνοι. Ίσως, απλώς, ο χρόνος να είναι διαδοχικές θέσεις, που τις αλλάζουμε με το πέρασμα των εποχών. Η γέννηση, η εφηβεία, η ενηλικίωση, τα γηρατειά, ο θάνατος, είναι θέσεις.
Η θεωρία της μου δίνει μια πιθανή εξήγηση. Ο ηλικιωμένος κύριος στο πρόσωπό μου βλέπει μια θέση που ο ίδιος κατείχε πριν από χρόνια. Και ξέρει πως βρίσκεται στη θέση που κι εγώ θα βρεθώ σε κάποια χρόνια. Η επίγνωση των κοινών μας θέσεων, η επίγνωση της κοινής μας μοίρας, είναι που βγάζει από μέσα μας αυτή την εγκαρδιότητα. Μόνο που αν η ζωή είναι δίκαιη, αν ζούμε στον παράδεισο, θα πρέπει να περάσουμε απ’ όλες τις θέσεις, καλή μου φίλη, μονολογώ όπως συνεχίζω, κι αφήνω τον Όλυμπο ίσα για μια στιγμή, ίσα για να μας δω να μπαίνουμε στο καλλιμάρμαρο, έστω και με μια ή δυο χρονιές καθυστέρηση. Κι ο άνεμος του βουνού παίρνει κι αυτή τη σκέψη, την κάνει ένα μ’ όλες τις αναμνήσεις και τις κουβέντες που μοιράστηκα μαζί της στις πλαγιές του, και μ’ αφήνει να κυνηγώ τη χίμαιρα του χρόνου, αλλάζοντας θέσεις στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής.
Το τελευταίο και δυσκολότερο, αν και κατηφορικό. Πόνοι στα πόδια και στα νύχια επιβραδύνουν αθλητές. Μια μόνο ώρα από τις δέκα με καύσωνα και με κουράζει περισσότερο από τις προηγούμενες εννιά. Ο νεαρός στον τελευταίο σταθμό, 2.5 μόνο χιλιόμετρα πριν το τέλος, με σώζει. Καλά που ήταν εκεί. Πίνω, λούζομαι, ξαναπίνω. Πρέπει να δείχνω χάλια, γιατί η εμφάνισή μου τον ανησυχεί. “Αν μπορώ να κάνω κάτι άλλο για σας...” Όχι νεαρέ μου, φίλε, ευχαριστώ. Ό,τι μπορούσες να κάνεις το έκανες και μ’ έσωσες. Τώρα αυτό που έμεινε πρέπει να το κάνω εγώ.
Μετά το τέλος του αγώνα πέφτω ψόφιος στο αντίσκηνο. Με παίρνει ο ύπνος αμέσως. Ξυπνώ ακούγοντας από πέρα τη φωνή του Χατζή, μικροφωνικά, να καλεί για τις απονομές. Η ζαλάδα δεν μ’ αφήνει να σηκωθώ. Όταν τα καταφέρνω όλα έχουν τελειώσει.
Ξεστήνω με βαριά καρδιά. Το πάλεψα αρκετά, θα μ' άρεσε να μείνω και σήμερα στη δροσιά του πλατανόδασους κι ας φόρτωνε κάπως παραπάνω η επόμενη μέρα. Τελικά παίρνω διαφορετική απόφαση. Μέχρι να τα τακτοποιήσω όλα στο αυτοκίνητο το έχω μετανιώσει, αλλά δεν γίνεται να ξαναστήσω πια.
Αποχαιρετώ τον Δημήτρη. Πολύ ενδιαφέρουσα η γνωριμία μας. Του χρόνου, αν ο αγώνας έχει περισσότερους αθλητές, δεν είναι κακό να βάλεις κάποιο αντίτιμο συμμετοχής, του λέω. Το αποκλείει. Θα βρεθούν χορηγοί, λέει, πάντα δωρεάν θα είναι. Με μια περιέργεια ήρθα, με μια περιέργεια θα φύγω.
Θέλει να πούμε κι άλλα, έχει σχέδια στ’ αλήθεια μεγαλεπήβολα, αλλά έχω ξυπνήσει από τις τρεις, έχω έξι ώρες ταξιδιού και φοβάμαι μην κοιμηθώ στο τιμόνι. Ανταλλάσουμε κάποιες τελευταίες αποχαιρετιστήριες κουβέντες. Όπως απομακρύνομαι τον ακούω να μου φωνάζει πως ζούμε στον παράδεισο. Φεύγω με τις αμφιβολίες μου.
Αλλά το μεσημέρι της επομένης κολυμπώ στα πράσινα νερά μιας θάλασσας μικρής, όπως αυτή που μελωδεί το πιο απλό κι όμορφο τραγούδι του ελληνικού πενταγράμμου. Σε μια γωνιά τ’ ουρανού σύννεφα κάτασπρα σαν βαμβάκι αλλάζουν εντυπωσιακούς σχηματισμούς. Μετά διαλύονται και μένει ένας καθαρός γαλάζιος ουρανός, που από τη μια μεριά του ορίζοντα μέχρι την άλλη περικλείει έναν παράδεισο.





Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Ο διαφορετικός κόσμος ενός διαφορετικού αθλήματος.



                                              Μέτσοβο. Ursa trail, 29 Μαΐου 2016.





    Το κείμενο που ακολουθεί είναι από τα πιο δύσκολα που έχω γράψει ποτέ. Κι αυτό γιατί έπρεπε να βρει τρόπο να ξεφύγει από ένα τετριμμένο μοτίβο: Ένας αγώνας που ξεκινά με κέφι, μετά η αναποδιά, μετά ο ηρωικός αθλητής που βρίσκει το κουράγιο και, φυσικά, δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια, αλλά, αντίθετα, ξεπερνά τον εαυτό του και τραβά για την προσωπική του νίκη. Η θεματική αυτή μονοτονία επαναλαμβάνεται ενοχλητικά, ακόμα και σε πολλά δικά μου γραπτά. Ελπίζω ότι η νεαρή φίλη που θα χρησιμοποιήσω στην αρχή σε συνδυασμό με καμιά 200αριά άτομα που θα χρησιμοποιήσω στο τέλος να κάνουν τη διαφορά.
Πολύ πρόσφατα, λοιπόν, προστέθηκε στην παρέα μας μια νεαρή φίλη, 24 δροσερών χρόνων. Η καταγωγή της είναι από την Έδεσσα, αλλά μένει μόνιμα στην Καβάλα. Ζει μια ζωή εντελώς διαφορετική από τα παιδιά της ηλικίας της. Τη ζωή του πρωταθλητή. Είναι πρωταθλήτρια του kick boxing στην κατηγορία της. Κοιμάται νωρίτερα από τους γέρους, ξυπνάει νωρίτερα από τα κοκόρια. Το τρέξιμο το ασκούσε ως συμπληρωματική στο κυρίως άθλημά της δραστηριότητα, μέχρι που κόλλησε μαζί μας. Γνώρισε τους χωματόδρομους της πόλης, τα δάση και τα μονοπάτια που ποτέ της δεν είχε δει. Είναι πάντα πρόθυμη για άσκηση. Της δίνεις εντολή για κάποιο πρόγραμμα και το έχει ξεκινήσει πριν τελειώσεις τη φράση σου. Κανείς στην παρέα μου δεν με υπακούει μ’ αυτόν τον τρόπο.
Με ελάχιστη πείρα έτρεξε φέτος στον Χορτιάτη και ήρθε 5η ανάμεσα σε 23 αθλήτριες με 2 ώρες και 42΄. Κι αυτό παρόλο που είναι πολύ αργή σε κακοτράχαλα κατηφορικά κομμάτια. Ελπίζω ότι βελτιωθεί με τον καιρό.
Μολονότι στα κανονικά της είναι ένα καλόκαρδο παιδί με ιδιαίτερα αγαθή φυσιογνωμία, έμαθα πως πάνω στο ρινγκ μεταμορφώνεται. Σ’ ένα σπορ στο οποίο είναι ή αυτή ή η άλλη το πρόσωπό της χάνει την αθωότητα του χαρακτήρα και της ηλικίας της και μεταμορφώνεται σ’ έναν μαχητή αμείλικτο, έτοιμο να ματώσει και να ματωθεί. Η ανταγωνιστική συμπεριφορά της δεν αποβάλλεται ούτε στους αγώνες βουνού. Ωστόσο θυμάμαι να επιστρέφουμε από τον Χορτιάτη και να επαναλαμβάνει συνεχώς, σαν σε μονόλογο, την εντύπωση για τον κόσμο που γνώρισε, για την φιλικότητα που μπορεί να συνυπάρχει με τον συναγωνισμό, για τη ζεστή διάθεση όλων προς όλους. Έναν κόσμο που δεν ήξερε ότι μπορεί να υπάρχει.
Αν και μάλλον δεν είναι και τόσο ειδυλλιακά τα πράγματα, (τα βουνά είναι ψηλά, αλλά όχι τόσο ώστε να μην μπορούν να τα φτάσουν τα κουσούρια της ανθρώπινης φύσης), εν πολλοίς έχει δίκιο. Και ποτέ δεν το κατάλαβα καλύτερα από τη μέρα που πάλευα για να γλιτώσω από τα νύχια του μονοπατιού της Μετσόβιας αρκούδας.
Σε κάθε αγώνα οι ανατροπές είναι ενδεχόμενο που προσδίδει ενδιαφέρον. Δεν θα μπορούσα, όμως, να φανταστώ την εξέλιξη, να είμαι εγώ εμπόδιο σ’ έναν αγώνα στον οποίο υποτίθεται θα βοηθούσα, ως συνήθως, την Άννα-Μαρία. Για τον Βαγγέλη δεν συζητάμε, αν υπάρχει ένας άνθρωπος στο χώρο πρόθυμος να διπλασιάσει το χρόνο επίδοσής του για χάρη της παρέας είναι αυτός. Και που τώρα, καθώς ανοίγω τα μάτια μου, τον ακούω να προφέρει ανήσυχος το όνομά μου.
Τι συνέβη, που να πάρει; Έφτασα με μεγάλο κέφι μέχρι εδώ, λίγο πριν από τα 20 χιλιόμετρα, στην απότομη ανηφόρα με τα σκοινιά. Ζαλίστηκα λίγο, είδα τον γκρεμό από κάτω μου, (μέρος που βρήκα να ζαλιστώ!), φοβήθηκα μην κατρακυλήσω κι έτσι προτίμησα να καθίσω με αργές κινήσεις. Και μετά να γύρω λίγο πίσω. Και μετά να κλείσω τα μάτια και να δω ένα γλυκό όνειρο, που αναπλήρωνε τις ώρες του ύπνου της προηγούμενης εβδομάδας, όπου μια προσωπική στεναχώρια ανηλεώς μου στέρησε.
Αλλά τώρα ξυπνάω και καταλαβαίνω πως δεν κοιμάμαι στο κρεββάτι μου. Κοιμάμαι στο χείλος του γκρεμού. Καλά που δεν άλλαξα πλευρό. Ο Βαγγέλης είχε φτάσει στην κορυφή, όπου και ο σταθμός, και ξαναγύρισε να δει τι συμβαίνει και δεν εμφανίζομαι. Ω, γαμώτο, το συνειδητοποιώ ξαφνικά. Κοιμήθηκα δυο ώρες! Πάει ο αγώνας.
Δεν ήταν δυο ώρες. 2Ο δευτερόλεπτα με το ζόρι. Και δεν κοιμήθηκες. Λιποθύμησες”.
Τι έκανα; Λιποθύμησα; Πως είναι δυνατόν; Νόμιζα πως όταν λιποθυμάς πέφτει σκοτάδι. Εγώ έβλεπα ένα γλυκό όνειρο. Και μόνο 20 δευτερόλεπτα; Πως μου φάνηκε τόσο πολύ;
Με βοηθά στα βήματα μέχρι τον σταθμό. Πέφτουν όλοι πάνω μου. “Κάτσε εδώ να συνέλθεις, μετά λίγο κουράγιο, μια κατηφόρα είναι το Ανήλιο, από εκεί θα σε μεταφέρουν”. Δεν ξέρω, τα έχω χαμένα. Έναν μόνο καθαρό συλλογισμό μπορώ να κάνω: Ο Βαγγέλης και η Άννα συνεχίζουν. Εγώ μένω εδώ και βλέπω.
Κι αυτοί μένουν και με βλέπουν. “Μα, τι περιμένετε, πάτε στο καλό, είμαι ασφαλής εδώ, δεν σας χρειάζομαι”.
Δεν κουνιούνται. Καταλαβαίνω πως δεν το είχαν φανταστεί έτσι. Ούτε κι εγώ, αλλά τι να γίνει; Κι επιπλέον θυμώνω όταν με αγνοούν. Εγώ είμαι ο αρχηγός. Και φέτος το όριο του αγώνα στένεψε από τις 9 στις 8,5 ώρες. Βάζω τις φωνές.
Ακούστε με καλά. Εγώ τον έχω βγάλει αυτόν τον αγώνα 3 φορές. Εσείς καμιά. Πάρτε δρόμο. Δεν είναι παράκληση. Είναι διαταγή”.
Την αγνοούν. Το χρώμα μου είναι σαν νεκρού, βεβαιώνει με την πείρα της στη νοσηλευτική η Άννα, δεν γίνεται να μ’ αφήσουν.
Εντάξει. Εφόσον είναι ο μόνος τρόπος για να ξεκουνηθούν, βάζω κάτι στο στόμα μου, λούζομαι με νερό και φεύγουμε. Ζητώ πίσω το σακίδιό μου που για πρώτη φορά σε αγώνα το παίρνει αυτή. Το έχω ανάγκη να μου ζεστάνει την πλάτη γιατί νιώθω ρίγος.
Γιατί δεν εγκατέλειψα όσο ακόμα μπορούσα, μαλώνω τον εαυτό μου ανηφορίζοντας το δεύτερο μισό του αγώνα κι έχοντας περάσει τον κεντρικό σταθμό. Ξέρω πως έχω γρήγορη επαναφορά κι αν τα είχα παρατήσει, είμαι σίγουρος, την επόμενη κιόλας μέρα, απόγευμα Δευτέρας, θα μπορούσα να τρέχω και να τα διηγούμαι στην υπόλοιπη παρέα. Ενώ τώρα που συνεχίσω μπορεί να πάθω ζημιά που να χρειαστεί μήνες επανόρθωσης. Και μπορεί να μην βγάλω καν τον αγώνα. Σκέφτομαι πως έκανα λάθος, σκέφτομαι ακόμα και να επιστρέψω στο Μέτσοβο, πριν απομακρυνθώ περισσότερο, όσο είναι ακόμα καιρός. Αλλά ντρέπομαι να γυρίσω πίσω. Ντρέπομαι και που συνεχίζω. Θα ήθελε περισσότερο κουράγιο και σοβαρότητα να σταματήσω, παρά τώρα να σέρνομαι σαν ζόμπι. Οι σωστοί ξέρουν πότε να τα παρατούν. Πολλοί που είναι μπροστά μου το ξέρουν, γι’ αυτό και είναι μπροστά μου. Αλλά, σήμερα, ένας αγώνας χαμένος θα ήταν μια ακόμα στεναχώρια δίπλα σ’ αυτήν που ήδη κουβαλούσα και που ήλπιζα πως θα χαθεί στα χνάρια μιας αρκούδας.
Κι επειδή το σύμπαν δεν είμαι εγώ, αν και μ’ αρέσει να πιστεύω αλλιώς, για πολλοστή φορά, αλλά πρώτη ως παράκληση αντί για προσταγή, τους το ζητώ μ’ εξασθενημένη φωνή.
Για τελευταία φορά: Αν μείνετε μαζί μου θα χάσουμε τον αγώνα και οι τρεις. Αν φύγετε, θα τον χάσω μόνο εγώ. Οι σταθμοί είναι τακτικοί. Ό,τι κι αν μου συμβεί, θα μπορέσω να φτάσω σε κάποιον. Αισθάνομαι χάλια, αλλά ένας από τους λόγους γι’ αυτό είναι ότι κουβαλώ και το βάρος της ενοχής απέναντί σας. Αν φύγετε θα νιώσω καλύτερα και θα με βοηθήσετε πραγματικά”
Έπιασε. Λίγος δισταγμός, αλλά έπιασε. Απομακρύνονται, λίγο λίγο, μέχρι που χάνονται οριστικά. Και, πράγματι, ένα βάρος φεύγει. Δροσίζομαι σε μια βρύση, και είμαι μόνος με τον εαυτό μου. Και να που, μέσα στην μοναξιά μου, βήμα βήμα, προχωρώ κι εγώ κάπως καλύτερα. Οι φίλοι μου είναι πια μόνο στη σκέψη μου, όπως ξέρω ότι είμαι κι εγώ στη δική τους. Τους φαντάζομαι να περνούν έγκαιρα τη γραμμή τερματισμού και μου είναι τόσο ευχάριστη αυτή η σκέψη. Μετά φαντάζομαι τους γνωστούς να τους ρωτούν για την τύχη μου, αυτοί ν’ ανασηκώνουν τους ώμους, κι αυτή η σκέψη δεν μου είναι καθόλου ευχάριστη. Αλλά, πως αλλιώς; Με τόσα που συνέβησαν δεν μπορεί όλα για όλους να τελειώσουν καλά.
Μόνο που αυτό το σενάριο δεν ήταν γραφτό να παιχτεί ποτέ. Ποτέ δεν το είχαν σκοπό να μ’ αφήσουν. Όπως αργότερα μαθαίνω, σκέφτονταν να πάνε μέχρι δυο χιλιόμετρα πριν το τέρμα και να με περιμένουν εκεί. Επίσης αργότερα μαθαίνω πως για τον τραυματισμό της Άννας, αυτό το γύρισμα του ποδιού, δεν έφταιγε το έδαφος, αλλά η αφηρημάδα και οι ενοχές, που με εγκατέλειψαν, έστω και για λίγο.
Αυτά όμως δεν τα ξέρω όταν τους φτάνω ξανά. Εγώ είμαι κάπως καλύτερα, η Άννα αρκετά χειρότερα, ο Βαγγέλης ο μόνος γερός, υπόδειγμα νιάτων και υγείας. Θα πάμε μέχρι το τέλος μαζί, λοιπόν, κι ό,τι γίνει. Εγώ, η Άννα, κι ένα παλικάρι που οι γονείς του είναι στην ηλικία μας. Πόσα τα φράγματα που έχω δει να σπάνε στη ζωή μου!
10 χιλιόμετρα ακόμα. Η κουρασμένη σκέψη βασανίζεται όσο και το ταλαιπωρημένο σώμα. Αν το όριο είχε παραμείνει στις περσινές 9 ώρες, μ’ όλα μας τα στραβά, θα ήμασταν τώρα ήσυχοι κι ευχαριστημένοι πως θα τον βγάλουμε τον αγώνα. Αν, πάλι, οι μαθηματικές πράξεις που κάνω μ’ όσο μυαλό μου έχει απομείνει μας έριχναν κατά πολύ έξω από τις 8μιση ώρες του φετινού ορίου, δεν θα ήμασταν ευχαριστημένοι, αλλά πάλι θα ήμασταν ήσυχοι. Για μας τους δυο μιλάω, αφού ο Βαγγέλης δεν δείχνει ούτε λεπτό ότι τον νοιάζει. Δυστυχώς, μοιάζει σαν να μην νοιάζει πια ούτε και την Άννα. Κουτσαίνει κι έχει αποδεχτεί ότι χάσαμε.
Πόσο κρίμα! Ένας χρόνος δουλειάς, κυρίως γι’ αυτόν τον αγώνα. Τόσοι μήνες προετοιμασίας πίσω μας, τόσοι μήνες απογοήτευσης, για το αποτέλεσμα που μας περιμένει, μπροστά μας. Είναι άδικο. Κι αν χάσει τον αγώνα για 10 - 15 λεπτά, τόσα όσα εγώ τους καθυστέρησα, δεν θα το συγχωρήσω στον εαυτό μου.
Ακόμα χειρότερα, αν οι υπολογισμοί μου είναι σωστοί, για τόσα θα το χάσει. Ίσως και για λιγότερο. Στα πέντε τελευταία χιλιόμετρα που απομένουν υπολογίζω πως η εκπρόθεσμη διαφορά μας θα είναι ίσως λιγότερη από δυο λεπτά. Ακόμα πιο βασανιστική αυτή η σκέψη. Κι όταν φτάνουμε στα τελευταία δυο, αυτά τα κατηφορικά χιλιόμετρα, έχουμε περιθώριο 15 ολόκληρων λεπτών. Μοιάζει απίθανο, αλλά έστω και τώρα, την τελευταία στιγμή, μπορούμε να το σώσουμε, έτσι; Μπορούμε ν’ αποζημιωθούμε για όσα τραβήξαμε, ναι; 15 λεπτά για 2 κατηφορικά χιλιόμετρα τα μπορεί ακόμα και μια κουτσή Μαρία, ακόμα κι ένας νεκραναστημένος, ναι;
Όχι. Στην κατηφόρα πάει ακόμα χειρότερα. Κουτσαίνει. Απελπιστικά αργά. Δυο συναθλητές που ανταμώναμε συχνά στην πορεία, σε μια τελευταία προσπάθεια να προλάβουν, μας προσπερνούν σαν τρελοί, παροτρύνοντάς μας να τους ακολουθήσουμε. Τους βλέπω να χάνονται μπροστά μας. Το μεγάφωνο στην πλατεία ακούγεται ν’ αναγγέλλει τους τελευταίους έγκαιρους τερματισμούς. Θα το χάσουμε για δευτερόλεπτα.
Δεν υποφέρεται αυτό. Σταματώ, στρέφομαι πίσω και της φωνάζω κάτι που ποτέ πριν δεν έχω πει, ποτέ δεν πίστευα ότι θα πω, και ποτέ δεν θέλω να ξαναπώ σε κανέναν.
Άκουσέ με, Άννα. Δεν μ’ ενδιαφέρει αν πονάς. Δεν με νοιάζει αν κουτσαθείς. Δεν με νοιάζει πώς θα τα καταφέρεις. Bρες όποιο τρόπο νομίζεις και τρέξε. Όσο κι αν πονέσεις, ο πόνος κάποτε θα περάσει. Αν χάσεις τον αγώνα για λίγα δευτερόλεπτα, δεν θα περάσει ποτέ”.
Πρέπει να της είπα κι άλλα που δεν θυμάμαι. Ο Βαγγέλης μου υποδεικνύει να μην καθυστερώ μαζί της, γιατί έχει παρατηρήσει πως όταν την περιμένω επιβραδύνει, ενώ όσο φεύγουμε μπροστά το παλεύει καλύτερα. Μπαίνουμε στα πλακόστρωτα του χωριού. Ατέλειωτα τα άτιμα. Θα τσακιστώ κοιτώντας το ρολόι. Ακούω το μεγάφωνο να θριαμβολογεί πως ο επιτυχημένος αυτός αγώνας κλείνει σε...2,5 λεπτά. Πίσω μας, αλλά ακολουθεί.
Η είσοδός μας στην πλατεία ξεσηκώνει βουητό. Μια συμφωνία από φωνές, κάτι από θρίαμβο, κάτι από αγωνία. Κάπου ένα λεπτό μας απομένει για να ολοκληρώσουμε τον κύκλο της. Λιγότερο από ένα, όταν πλησιάζουμε στο ημικύκλιο, κρυμμένοι ξανά από τον κόσμο που μας περιμένει να εμφανιστούμε στην τελική ευθεία. “Δεν μπορώ άλλο”, λέει και σταματά.
Έχω, νεότερος, δοκιμάσει διάφορα αθλήματα. Αρκετά μου άρεσαν. Όλα σε κάποια στιγμή της ζωής μου κατείχαν ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι της. Σε ένα έμεινα. Σε ένα μένω χρόνια. Σε ένα νομίζω πως τα πάντα έχουν συμβεί, κι όμως, σ’ αντίθεση με τις ομοιόμορφες αφηγήσεις, πάντα θα υπάρχει κάτι στο σενάριο που θα αλλάζει τη χρωματική παλέτα των γεγονότων, θα αλλάζει ακόμα και τους βασικούς μας ρόλους, και θα το κάνει διαφορετικό. Κάτι που μας δείχνει πως παρ’ όλες τις συμμετοχές μας στη μουσική συμφωνία των δρόμων, υπάρχουν ακόμα κάποια πλήκτρα που δεν τα έχουμε ανακαλύψει. Μια παραλλαγή από άγνωστες νότες που περιμένουν τις κατάλληλες συγκυρίες για να συμπληρώσουν διαφορετικά ό,τι μέχρι τώρα έχει συντεθεί.
Ναι, είναι ένα διαφορετικό άθλημα. Όσο κι εμείς κάθε φορά. Όσο κι ο κόσμος του, γύρω μας. Όσο όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τώρα, στην τελική μας ευθεία, στέκονται μπροστά μας σαν ζωντανός τοίχος που πάλλεται, παροτρύνει, ζητωκραυγάζει, αγωνιά. Πολλοί αθλητές ανάμεσά τους, που θα χαιρόμασταν αν είχαμε περάσει, που χάρηκαν που μας πέρασαν, αλλά τώρα, στο χείλος της απόστασης και του χρόνου, στο τέλος του παιχνιδιού μας, είναι οι σύντροφοι που θα χαρούν όσο κι εμείς αν τα καταφέρουμε. Που θ’ απογοητευτούν όσο κι εμείς αν το ρολόι σβήσει πριν αγγίξουμε τις ψυχές που μας απλώνουν για να πιαστούμε. Είναι ο διαφορετικός κόσμος, που κάνει ένα διαφορετικό άθλημα, και που κάνει τη διαφορά και σε μας, καθώς μετρά συγχρονισμένα κι αντίστροφα τα τελευταία δευτερόλεπτα των 8,5 ωρών, με τόσο ενθουσιασμό που όλα έχουν ξεχαστεί, και κάθε δευτερόλεπτο γίνεται φτερούγα σε πριν τσιμεντένια πόδια. Και κανείς, βλέποντάς μας, δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως αυτοί που τρέχουν μ’ ενθουσιασμό προς τη γραμμή έχουν δώσει, μέχρι την ύστατη ώρα, την πιο σκληρή τους μάχη σε αγώνα, με χρώμα νεκρού και με σακατεμένο πόδι, αλλά, τώρα, στη μοιρασιά των ενωμένων τους χεριών και τη δύναμη του πλήθους της άλλης όχθης, επανέρχονται στο παιχνίδι της ζωής πιο δυνατοί και πιο γεροί από ποτέ.




Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Τόποι δίχως εποχές.






                                                                              6ο Paggaio Trail Run. 8 Μαίου 2016.



Το βουνό δεν έχει εποχές. Μάλλον πρέπει το γράψω 100 φορές στο χαρτί, όπως ήταν παλιά η τιμωρία. Γιατί καμιά τιμωρία δεν είναι χειρότερη από το να είσαι ανυπεράσπιστος στα στοιχεία της φύσης και να ξέρεις ότι ακόμα κι αν όλα πάνε καλά, αν δεν πάθεις υποθερμία, ψύξη, κράμπα ή δεν ξέρω γω τι, μπορεί να το πάθει ο διπλανός σου, κι εσύ που φλόμωσες τόσο κόσμο με συμβουλές και νουθεσίες, να κάθεσαι σαν κούτσουρο και να κοιτάς χωρίς να μπορείς να προσφέρεις το παραμικρό. Και να που συνέβη, δηλαδή.
Τρέχω και τα λέω στον εαυτό μου για να τα ακούω, ενώ εύχομαι να πάνε όλα όσο το δυνατόν καλά. Πόσο ζυγίσει μια αλουμινοκουβέρτα; Πόσο χώρο καταλαμβάνει ένα αντιανεμικό γιλέκο φλούδα από αυτά που προκρίνω ως σωτήρια. Εντάξει, τα κουβαλούσα αχρείαστα σ’ ένα σωρό αγώνες και λοιπόν; Να που χρειάζονται τώρα που δεν τα έχω. Γι’ αυτόν τον Μέρφυ δεν άκουσα τίποτα, ποτέ;
Στο 6ο Paggaio Trail Running κάπου 30 αθλητές θα πρόλαβαν να περάσουν χωρίς απώλειες. Όλοι οι υπόλοιποι βρέθηκαν σε λάθος σημείο τη λάθος ώρα.
Κι όλα ξεκίνησαν με αντιηλιακά για το φόβο εγκαυμάτων. Η Άννα δεν ξέρω τι παθαίνει στην αρχή, ούτε ξέρω τι πρέπει να γίνει για να το προλαβαίνει, αλλά κάθε φορά βρισκόμαστε να συζητάμε αν θα συνεχίσει ή όχι και πάντα καταλήγουμε στα ίδια. Σε κάθε σχεδόν αγώνα επαναλαμβάνουμε το ίδιο έργο, με αρχικό χασομέρι πολύτιμου χρόνου μέχρι να συνέλθει, και πάντα να τα καταφέρνει και να συνέρχεται τελικά χάρη στο αλάτι που κουβαλάμε απαραιτήτως. Πάντως έχουμε περιθώριο για να καλύψουμε τη χαμένη διαφορά, νομίζουμε, αρκεί στην κατηφόρα του δεύτερου μισού του αγώνα να τα πάμε κάπως καλύτερα από πέρσι.
Κι όσο εμείς λογαριάζουμε ο ξενοδόχος κάπου στα ψηλά φορτώνει μελανιές. Το γνωρίζω καλά αυτό το βουνό και μια ματιά κατά πάνω μου αρκεί για να την βεβαιώσω ότι σε 15 το πολύ λεπτά ο ήλιος και η ζέστη δεν θα της είναι πλέον πρόβλημα. Λέει μακάρι, αλλά ξανακοιτάζοντας προσεκτικότερα πιθανολογώ ότι μέσα στην επόμενη ώρα θα παρακαλά για ηλιοφάνεια. Όντως, λίγο μετά το σταθμό του Πεταλούδα, ο αγώνας αλλάζει μορφή. Στην ουσία αλλάζει αγώνας.
Και μόνο η σκέψη βελτίωσης της περσινής μας επίδοσης θα ακουγόταν σαν θλιβερό αστείο, και τώρα δεν είναι ώρα για τέτοια. Το χαλάζι στην αρχή πονάει κάπως, αλλά σύντομα δεν το αισθάνεσαι πια, δείγμα πως βρίσκεσαι στο πρώτο στάδιο αναισθητοποίησης. Είναι Μάιος - 3 εβδομάδες πριν, στον Όρλιακα, κόντεψε να μας ξεκάνει ο καύσωνας - και θα μπορούσες να σκεφτείς πως τίποτα χειρότερο από αυτό που μας συμβαίνει δεν μπορεί να μας συμβεί, αλλά, όπως έχει αποδειχθεί και σε άλλους τομείς, αυτή είναι η πιο λάθος σκέψη. Πάντα υπάρχουν τα πολύ χειρότερα. Γιατί σ’ αυτή την πλευρά του βουνού, στον ανηφορικό χωματόδρομο που ακόμα τρέχουμε, δεν φυσά. Άρα ο αέρας παραμονεύει στην από πίσω πλευρά του, που κατηφορίζει προς το κεντρικό σταθμό, στα 1750 μ.
Όντως. Και τώρα ξεπαγιάζουν τα σώματα που κανονικά θα έπρεπε να βράζουν από την προσπάθεια. Κάτω από τους ώμους τα χέρια μου δεν τα αισθάνομαι, για δάχτυλα ούτε συζήτηση. Αθλητές σκορπισμένοι σε μικρές ανάμεσά μας αποστάσεις, βυθισμένοι σε μια απαλή ομίχλη, δείχνουμε δεμένοι στην ίδια μοίρα, αν και δεν είναι σίγουρο πως όλοι θα έχουμε. Βρισκόμαστε με ενδυμασία παραλίας στο μέσο μιας θύελλας χειμωνιάτικων προδιαγραφών. Οι κεραυνοί προκαλούν φόβο σε πολλούς, αλλά αυτόν τουλάχιστον το φόβο δεν τον έχω, καθώς στο παρελθόν έπεσα σε χειρότερα πεδία ουράνιας βολής, κι αφού γλίτωσα από εκεί έχω διαγράψει το συγκεκριμένο ενδεχόμενο ως πιθανή αιτία θανάτου μου. Είναι η πρώτη φορά που την έχω αφήσει κάπως πίσω, καθώς τρέχω προσπαθώντας να μην παγώσω κι ελπίζοντας πως οι καταψυγμένες φλέβες των άκρων θα στέλνουν αίμα στην καρδιά πριν καταψυχθεί κι αυτή. Ή, μάλλον, πως η καρδιά θα συνεχίσει να στέλνει αίμα στα κατεψυγμένα άκρα για τις απαραίτητα σωτήριες λειτουργίες. Δεν ξέρω, μπερδεύτηκα. Ξέρω ότι φοβάμαι. Όχι τον κεραυνό, φοβάμαι μη σταματήσω να κινούμαι, μη γυρίσω και δω για κάποιο λόγο να έχει σταματήσει να κινείται αυτή. Κανείς δεν έχει την πολυτέλεια να σταματήσει εδώ παραπάνω από κάποια δευτερόλεπτα. Ξέρω ότι υποφέρει. Μην πάθεις κάτι τώρα, μην πάθεις κάτι τώρα. Το μουρμουρίζω μέσα από παγωμένα χείλη, μια για μένα, μια γι’ αυτήν.
Τώρα, στην ασφάλεια του γραφείου μου, μπορώ να αναρωτιέμαι για ποιο διαβολεμένο λόγο αφήνουμε την τύχη να αποφασίζει για εξελίξεις που θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα δυσάρεστες. Σκέφτομαι έναν αθλητή που ακινητοποιήθηκε από κράμπα, ευτυχώς πολύ κοντά στην ομάδα διάσωσης. Αν στεκόμουν παραπάνω από ένα λεπτό για να βοηθήσω θα επιφόρτιζα την ομάδα με τη διάσωση δυο αθλητών. Το μόνο που μπορούσα ήταν να τους καλέσω. Λίγο παρακάτω αν συνέβαινε δεν θα μπορούσα ούτε αυτό. Αν προβληματίζομαι τόσο για έναν αγώνα στον οποίο τίποτα το ανεπανόρθωτο δεν συνέβη, τι θα σκεφτόμουν τώρα αν συνέβαινε;
Δεν θέλει πολύ για ν’ αναθεωρήσω την πρόταση πως οι αθλητές βρέθηκαν τη λάθος ώρα σε λάθος σημείο. Τι βλακείες είναι αυτές; Το σημείο ήταν το σωστό, δεν χάσαμε το δρόμο. Για το Παγγαίο ξεκινήσαμε και στο Παγγαίο ήμασταν. Και η ώρα σωστή ήταν, με μια απόκλιση κάποιων λεπτών σ’ αυτό το σημείο υπολόγιζα πως θα βρίσκομαι. Μόνο που, είπαμε, τα βουνά δεν έχουν εποχές. Πόσο ανιαρά θα ήταν αν είχαν. Πόσο αφύσικο θα ήταν ένα τοπίο απαράλλαχτο όπως σ’ ένα πίνακα. Πόσο αφύσικο θα ήταν το δικό μας πρόσωπο αν είχε πάντα την ίδια συναισθηματική έκφραση.
Κι όσο για τον τελικό απολογισμό που κάνω σήμερα, πότε μας βγήκε αρνητικός σ’ έναν αγώνα; Αποτύχαμε την βελτίωση της επίδοσής μας. Λοιπόν; Μετράει περισσότερο ότι συμπυκνώσαμε σε μια μέρα συναισθήματα μιας ζωής. Αν όλα πήγαιναν ομαλά, όπως τα είχαμε σκεφτεί και υπολογίσει, μετά από καιρό θα ψάχναμε στ’ αποτελέσματα για να θυμηθούμε την επίδοσή μας σ’ αυτόν τον αγώνα. Τώρα είμαι σίγουρος πως θα ανακαλούμε κάθε στιγμή του στη μνήμη μας, εύκολα και ζωντανά. Η σκέψη μας θα γλιστρά αβίαστα στο μονοπάτι που χρησιμοποιούσαμε τα χέρια για ν’ αποφύγουμε την πτώση. Στο μυαλό μας θα επανέρχεται η αίσθηση της ασφάλειας, όπως βρισκόμαστε πάλι σε χαμηλότερο υψόμετρο, με τη βροχή να πέφτει, αλλά να μη μας νοιάζει πια. Μια τρύπα στον ουρανό θα στέλνει ένα γιγάντιο φακό προς το μέρος των χωριών που μας περιμένουν κάτω, σ’ έναν άλλον κόσμο θαρρείς. Θα τριγυρνά στο μυαλό το χαζό τραγούδι που με χαζό τρόπο τραγουδάμε δυνατά. “Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο”. Μπα δεν είναι και τόσο χαζό το τραγούδι, μόνο ο τρόπος που το τραγουδάγαμε. Τίποτα που κουβαλά τις αναμνήσεις μας, ακόμα και τις πιο αφελείς, δεν μπορεί να απαξιώνεται.
Ο καλύτερος απολογισμός είναι αυτός που σε βρίσκει να τραγουδάς παρέα το τραγούδι της ζωής, συντονισμένα σαν από συνεννόηση. Γιατί τη ζωή την νιώθεις καλύτερα όταν αγγίζεις το πιο απόμακρο της όριο. Τραγουδάμε γιατί διαπιστώνουμε πως έχουμε κάπως βελτιωθεί στην κατηφόρα, κι αυτό σημαίνει πως ακόμα και τώρα, έστω και λίγο, μπορούμε να βελτιωνόμαστε. Τραγουδάω γιατί διαβαίνω την 6η δεκαετία της ζωής μου και μπορώ να περνώ όμορφα δρασκελίζοντας στις πλαγιές των βουνών. Γιατί τελειώνω ένα αγώνα 5 ωρών και αισθάνομαι τόσο δυνατός που δεν πρόκειται να καταλήξω ποτέ σε συνάντηση παλιών συμμαθητών να συζητάμε για τη ζωή σαν να είναι παρελθόν. Ένας συμμαθητής μου έτρεξε σ’ αυτόν τον αγώνα, κι όποιοι άλλοι από εκείνα τα χρόνια θέλουν να με συναντήσουν ξέρουν που θα με βρουν. Αν τους είναι δύσκολο, τότε είναι και για μένα δύσκολο να βρεθώ στα μέρη που αυτοί συχνάζουν. Γιατί στα μέρη τους οι εποχές φαίνονται, ενώ τα δικά μου δεν έχουν.

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

Η δοκιμασία του παραδείσου.





                                                              Orliacas advendure race. 17 Απριλίου 2016.



Πάλι παρέα με τους τελευταίους αθλητές πηγαίνουμε. Πολύ συχνά μου συμβαίνει αυτό τελευταία. Για ν’ αποδεχτώ την κατάσταση έχω αναπτύξει μια βολική, αλλά εύλογη θεωρία. Οι αθλητές παρόμοιων δυνατοτήτων όπως εμείς προτιμούν ευκολότερους αγώνες. Δεν εξηγείται αλλιώς. Στο Ζαγόρι υπήρχε μια ολόκληρη ώρα διορίας μετά τον τερματισμό μας, ωστόσο λίγοι εμφανίστηκαν μετά από μας. Στον Όρλιακα, ακόμα χειρότερα, μόνο τέσσερις χώρεσαν στην ώρα αυτή. Και στο Παγγαίο, επίσης, μόνο ένα μικρό τμήμα αθλητών την χρειάστηκε. Η μεγάλη πλειοψηφία, ως συνήθως, τερμάτισε πριν.
Δεν πειράζει. Άλλωστε Όρλιακας και Παγγαίο δεν βιώθηκαν ως αγώνες δρόμου, αλλά ως μάχη επιβίωσης. Πολλές στιγμές στη διάρκειά τους ένιωσα πως προκαλώ μεγάλο κακό στον εαυτό μου. Και πως, τέτοιος που γεννήθηκα, θα συνεχίσω να το κάνω, μέχρι τέλους.
Ο Όρλιακας ηχούσε σαν εξωτικό όνομα. Αυτό μας τράβηξε. Πως είναι άραγε ένα βουνό που το λένε Όρλιακα; Η φήμη του αγώνα, αποκαρδιωτική. Μην τυχόν πατήσετε, άθλιο τερέν, γκρεμοτσακίδια, δεν μπορείς να τρέξεις κλπ. Σαχλαμάρες. Απίστευτο να έχω γυρίσει όλη σχεδόν την Ελλάδα και τον μισό κόσμο και να αγνοώ ένα τέτοιο μέρος. Ομορφιά στην αγριάδα και στη γαλήνη του, παράδοση στο σωστό αρχιτεκτονικό της ρόλο, φύση που σε γυρνά στην αρχή της δημιουργίας του κόσμου, άνθρωποι γελαστοί και πρόσχαροι. Ένα τοπίο παραδεισένιο, όσο πιο ακατέργαστο και απαλλαγμένο από τον εξωραϊσμό μιας ρομαντικής φαντασίας, τόσο πιο πειστικό. Τρέχεις και κοιτάς ολόγυρα. Ή σταματάς για να το κάνεις. Το έδαφος πράγματι, σε σημεία τραχύ, σκοινιά σε κατηφόρα δεν θυμάμαι σε αγώνα άλλη φορά, αλλά για την περιπέτεια έρχεσαι, αυτήν αποζητάς. Αλλιώς υπάρχει και η άσφαλτος.
Σίγουρα, όμως, δεν αποζητάς τη ζέστη. Όχι την τόση ζέστη. Όχι την τόσο απότομη ζέστη. Μια βδομάδα πριν κυκλοφορούσαμε με χειμωνιάτικα.
Περισσότερο από τις επιδόσεις των πρώτων ζηλεύω το ότι οι δυνάμεις τους τους βοηθούν να ξεμπερδεύουν με τις ακραίες καιρικές συνθήκες στο μισό χρόνο απ’ όσο εμείς. Άλλο το να είσαι εκτεθειμένος 4 ώρες στον καύσωνα κι άλλο 8. Στο κρύο, το ίδιο. Και τώρα που οι πρώτοι σχεδόν τελειώνουν, για μας η θερμοκρασία και ο ήλιος ψηλώνουν κι αγριεύουν. Ακόμα αντέχουμε όμως, αν και κάθε που κοιτώ το ρολόι όλο και περισσότερα φίδια με ζώνουν.
Στα γεφύρια στέκομαι αρκετά, ευλογημένος ο τόπος που έχει τόσο νερό. Συγχαίρω τους ανθρώπους σ’ έναν κεντρικό σταθμό για το μέρος που ζουν. Δεν είναι μόνο περήφανοι για τα γεφύρια και τα ποτάμια τους, μου λένε, αλλά και για τις αρκούδες τους. Αναφέρουν ένα νούμερο που ενδημεί στην περιοχή και το οποίο θα μου φαινόταν μεγάλο ακόμα κι αν αφορούσε αγελάδες. Στο ωχ που βγάζω μου λένε να μη φοβάμαι, δεν υπάρχει κίνδυνος, καθότι οι αρκούδες, μου εξηγούν, γίνονται επικίνδυνες ανάλογα με την εποχή του ζευγαρώματος και τώρα δεν είναι τέτοια. Παλιότερα, λένε, υπήρχε μια χήρα αρκούδα, - τι μαθαίνει κανείς στους αγώνες βουνού - που ήταν αρκετά επιθετική, αλλά τελικά ζευγάρωσε και δεν υπάρχει πρόβλημα πλέον. Μάλιστα. Δεν θέλω να ζευγαρώσω με χήρα αρκούδα. Είδα τον Ντι Κάπριο στην τελευταία του ταινία να ζευγαρώνει με χήρα αρκούδα και δεν του άρεσε καθόλου. Το σεξ είναι καλό γενικά, αλλά πρέπει να είναι συναινετικό.
Αλλά, φυσικά, οι αρκούδες δεν είναι το πρόβλημα. Ο καύσωνας είναι. Ξεραινόμαστε. Μου έχει τύχει πολλές φορές αυτό, όταν ξεμένω από νερό, ή όταν απέχουν πολύ οι σταθμοί και μετρώ τις σταγόνες. Εδώ μπουκάλια υπάρχουν παντού, ακόμα και σε σημεία έκτακτης ανάγκης που δεν είχαν ανακοινωθεί, και τα ποτάμια τρέχουν γάργαρα. Αλλά ξεραίνεσαι ενώ κοντεύεις να σκάσεις από το πολύ νερό. Η Άννα εκδηλώνει λιποθυμικές τάσεις. Τρεις φορές κάθεται και κλείνει τα μάτια. Την πλησιάζω ανήσυχος, αλλά και τις 3 φορές τα ανοίγει ξανά και ζητά παγωτό. Της το υπόσχομαι για μετά, αρκεί να τελειώσουμε έγκαιρα τον αγώνα. Ο κόφτης, που τόσο εύκολος μας φάνηκε στα χαρτιά, μας λαχταρά. 5 λεπτά διορίας κι οι άνθρωποι εκεί, ούτε 20 μέτρα, μας κάνουν πλάκα πως πρέπει να βιαστούμε. Δεν θα μας έκοβαν, βέβαια, όπως δεν έκοψαν και κάποιους μετά από μας. Η επίγνωση της κατάστασης κάνει μεγάθυμη τη διοργάνωση.
Δεν την βγάζετε χωρίς τζελ και ισοτονικά; Κι όμως, αν δείτε πως αυτά δεν φέρνουν αποτέλεσμα, θα σας πω ένα κόλπο. Στον συγκεκριμένο σταθμό τα σωστά καύσιμα βρίσκονται κλεισμένα σ’ ένα πλαστικό διαφανές, κάπου απόμερα, κανείς δεν τα δίνει σημασία. “Το τυρί και τη ντομάτα τα κρατάτε για σας;”, ρωτώ. “Όχι, για τους αθλητές είναι, ορίστε”, μας τα προσφέρουν. Παλιά καλή μέθοδος. Όλα έρχονται στα ίσια, ακόμα και τα λίτρα υγρών που καταναλώνουμε και που μοιάζουν σαν να τα ρίχνουμε σε κρατήρα ηφαιστείου.
Ζωντανοί ξανά. Και μπροστά μας το βουνό με τη διπλή καμπούρα, σαν Βακτριανή καμήλα, που είχαμε δει καθώς οδηγούσαμε για εδώ και της έκανα πλάκα πως θα το τρέξουμε αύριο, για να το διαψεύσω μόλις είδα την τρομάρα της. Πριν από την καμήλα, δεξιά κι αριστερά της, δρόμοι. Ποιος κατηφορίζει στο χωριό, σε ποιον θα μας στείλουν, άραγε, οι της διοργάνωσης;
Σε κανέναν. Πάτε ίσια εκεί”, χέρια δείχνουν τις καμπούρες.
Πλάκα κάνετε ε;”
Δεν κάνουν. Δεν διακρίνεται καν μονοπάτι, το τοπίο μοιάζει αναρριχητικό. Όμως όχι, απλώς είναι τόσο κακοτράχαλο το έδαφος που χωνεύει το μικρό σημαδεμένο πέρασμα. Αν είχαμε μόνο αυτό θα ήταν εντάξει. Αλλά έχουμε ήδη βγάλει δυο ντουζίνες ανηφοριές που όλες τις νομίζαμε τελευταίες. Δεν θα της ξαναπώ, πλέον, πως κάποια είναι η τελευταία, ούτε θα πιστέψω κανέναν που θα μου το πει, αν δεν δω πρώτα το χωριό στα πόδια μου.
Έτσι το αναγγέλλω έναν αιώνα μετά, όταν το βλέπω, κάτω, να ψήνεται στους 30 βαθμούς. Τα κεραμίδια και οι δρόμοι του λάμπουν σαν ν’ αντανακλούν τη χαρά όσων το αντικρίζουν. Τα σώματα δεν παλεύουν πια με τη βαρύτητα, αφήνονται γλυκά σ’ αυτήν. Λίγα λεπτά ακόμα.
Θα ξαναρθούμε στον Όρλιακα;”, τη ρωτώ σε ζαχαροπλαστείο της Βέροιας, καθώς απολαμβάνει το παγωτό που κέρδισε με την αξία της. Είναι κάθετη, “ΠΟΤΕ, ΠΟΤΕ, ΠΟΤΕ”. Πριν τελειώσει το παγωτό νομίζω πως το ξανασκέφτεται. Σήμερα το σχεδιάζουμε ήδη. “Πρόσεξες πόσο χαμογελαστοί κι ενθαρρυντικοί ήταν οι άνθρωποι στους σταθμούς”, με ρωτά;
Το πρόσεξα.
Τοποθετημένος στο χάρτη, κοντά σε γνωστά ονόματα, Βασιλίτσα, Αβδέλλα, ο άγνωστος μέχρι χθες Όρλιακας μας είναι πια κοντινός όσο κι ένα οικείο μας πρόσωπο. Μας ζόρισε λίγο, όπως μας ζορίζουν κάποια πράγματα μέχρι να βεβαιωθούν ότι τα αγαπάμε. Του χρόνου ο Όρλιακας θα είναι μια παλιά αγάπη, αλλά όχι από αυτές που πάνε στον παράδεισο. Θα είναι μια αγάπη με στοιχεία παραδείσου, και, διάολε, στημένοι στην εκκίνηση για τη νέα δοκιμασία του, θα τον λογίζουμε ακόμα πιο συναρπαστικό από αυτόν.


Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Πυλώνες στήριξης.

   


   Πριν από αρκετά χρόνια βρέθηκε στην Καβάλα ο γνωστός εικαστικός, Κώστας Τσόκλης, για μια παρουσίαση του έργου του. Κάπου προς το τέλος της βραδιάς, στα πλαίσια συνομιλίας με το κοινό, ειπώθηκε ίσως η πιο σοφή κουβέντα ή τουλάχιστον αυτή που μου προκάλεσε τον περισσότερο προβληματισμό. Σε μια αποστροφή του λόγου του ο καλλιτέχνης αναρωτήθηκε: “Τι να την κάνεις την τέχνη, όταν έχεις στην αγκαλιά σου την γυναίκα που αγαπάς;”
Όσον αφορά τους δημιουργούς είναι, όντως, διαδεδομένη η άποψη πως η τέχνη είναι καταφυγή, διέξοδος και παρηγοριά ανθρώπων που διάγουν μια ζωή βασανισμένη. Κρίνοντας το πόσο ταλαιπωρημένος υπήρξε ο βίος πολλών συγγραφέων, ζωγράφων και μουσικών, δεν μπορείς να αρνηθείς πως ο παραπάνω αφορισμός έχει ισχυρή βάση. Πράγματι, γιατί ν’ αφήσεις μια ζεστή αγκαλιά για ν’ ασχοληθείς με τη βάσανο της δημιουργίας; Το λεχθέν δουλεύει ακόμα κι αν αντικαταστήσεις τη λέξη γυναίκα με την απλή λέξη ευτυχία. Τι ανάγκη διαφυγής έχεις όταν είσαι ευτυχισμένος;
Φυσικά, το τρέχον κείμενο, το πρώτο μετά από μια περίοδο καταθλιπτικής απραξίας, δεν διεκδικεί περγαμηνές έργου τέχνης, εν τούτοις θα μπορούσε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει το ανωτέρω, καθώς αυτό που ξεχωρίζει ένα έργο τέχνης από ένα απλό δημιούργημα δεν είναι η ανάγκη έκφρασης, αλλά το αποτέλεσμα. Η επιθυμία του δημιουργού της Μόνα Λίζα δεν διαφέρει από την επιθυμία οποιουδήποτε προσπαθεί να εκφραστεί μέσω της ζωγραφικής. Παραμένει ίδια σ’ έναν αναγνωρισμένο και σ’ έναν ελάσσονα καλλιτέχνη. Σ’ έναν διάσημο και σ’ έναν άγνωστο. Σ’ έναν επαγγελματία και σ’ έναν ερασιτέχνη. Όπως ακριβώς είναι ίδια η αγάπη για το τρέξιμο σ’ έναν διακεκριμένο αθλητή και σ’ έναν από τους τελευταίους της κατάταξης.
Αφήνω την εισαγωγή και έρχομαι στο τρεξιματικό μου παρόν. Πάντα πίστευα και πιστεύω πως η κινητήρια δύναμη των πάντων είναι η ψυχή. Αν αυτή έχει διάθεση, τότε σώμα και πόδια ακολουθούν. Εδώ κι αρκετό καιρό, ίσως και λόγω ανθρώπινης αχαριστίας, η ψυχολογική μου διάθεση δεν ήταν καλή, κι η πορεία μου στο τρέξιμο πέρασε μια κρίση που την επιδείνωσε περισσότερο. Οι αγώνες συνέχιζαν να είναι όαση, ξεχνούσα τα πάντα όλα, μεταφερόμουν στον αγαπημένο μου κόσμο, έβρισκα το βάλσαμο για την ψυχή, αλλά δεν γινόταν ν’ αρνηθώ πως ήταν πια οδυνηροί για το σώμα. Οι χρόνοι μου σημείωναν ανησυχητική πτώση, κι ήταν απελπιστικό να τους συγκρίνω με προηγούμενους σε ίδιο αγώνα. Υποστηρίζω πως δεν είσαι μεγάλος όσο το σώμα σου σου επιτρέπει να κάνεις ό,τι επιθυμείς, αλλά πολλοί δύσκολοι αγώνες, με πρώτον το ROUT που θα επιθυμούσα τόσο να τρέξω, βρίσκονταν έξω από την ακτίνα των δυνατοτήτων μου, οπότε αισθάνθηκα μεγάλος. Διαισθάνομαι πως αν αυτό το συναίσθημα κρατήσει πολύ, πιάνει θέση και δεν φεύγει εύκολα. Σίγουρα πρέπει να το ξέρεις πως, αργά ή γρήγορα, θ’ αποχωριστείς τα πράγματα που αγαπάς, αλλά δεν ήθελα αυτό να συμβεί με τον απότομο τρόπο που το βίωνα. Είχα φτάσει στο σημείο που πια δεν μπορούσα ν’ ακολουθήσω ούτε τους φίλους μου στις προπονήσεις. Αν δεν σταματούσε αυτό ή θα έμενα μόνος ή θα χαλούσα τις δικές τους προπονήσεις.
Τα τελευταία χρόνια κάθε μου βήμα ήταν ένα μικρό μαρτύριο. Οι φτέρνες όλων των φυσιολογικών ανθρώπων έχουν μια κυρτή καμπύλη. Οι δυο δικές μου είναι μόνιμα κοίλες. Δεν μ’ απασχολεί το εμφανισιακό, αλλά η συγκεκριμένη παραμόρφωση συνοδευόταν από πόνο, ιδίως στην ανηφόρα και στη γρήγορη προσπάθεια. Ένα απλό τετρακοσάρι αρκούσε για να με κάνει να κουτσαίνω. Αλλά χωρίς γρήγορο τετρακοσάρι δεν υπάρχει γρήγορο χιλιάρι, γρήγορος ημί, γρήγορος ολόκληρος. Δεν υπάρχει γρήγορος αγώνας. Προβλήματα που έχει ο κόσμος, ε;
Στο τέλος κάθε αγώνα κούτσαινα μόνιμα. Κάθε που σηκωνόμουν από στάση κούτσαινα. Όταν σηκωνόμουν από τον ύπνο, κούτσαινα. Παραδόξως, στη διάρκεια του αγώνα, αρκούσε να κάνω υπομονή στον πόνο γύρω στα 20 πρώτα λεπτά, μετά κάτι γινόταν που μάλλον είχε να κάνει με το ζέσταμα κι ο πόνος υποχωρούσε σε ανεκτά, ώστε να βγάλω τον αγώνα, επίπεδα. Στο τέλος του βέβαια ήταν μεγάλη υπόθεση το να περπατήσω μέχρι το αυτοκίνητο.
Επισκέφτηκα το μόνο γιατρό που η υγεία και η φοβία μου επιτρέπει, τον ορθοπεδικό. Η διάγνωση ήταν πως η παραμόρφωση οφείλεται σε δυο πιθανούς λόγους, υπερβολική καταπόνηση και στενά παπούτσια. Υπήρχαν και οι δυο υποψήφιοι. Έτρεχα ανελλιπώς κάθε μέρα και σ’ ένα σωρό αγώνες. Αλλά υπήρχε και μια άκαμπτη μπότα ορειβασίας που ήταν μικρότερη απ’ ότι έπρεπε και το πόδι μου μέσα της ήταν σαν σε γύψο, από τον οποίο πάλευε να ελευθερωθεί στο τέλος κάθε ανάβασης. Δεν τις ξαναφόρεσα ποτέ.
Τα νέα ήταν καλά και κακά. Για λόγους αυτοπροστασίας το πόδι μου, στο σημείο της φτέρνας, είχε μετατρέψει σε οστό κάτι που πρώτα ήταν μυικές ίνες ή κάπως έτσι το κατάλαβα εγώ. Δημιούργησε δηλαδή κάτι σαν πυλώνες στήριξης. Δεν κινδύνευα από τίποτα, αρκεί να άντεχα τον πόνο. Αλλιώς υπήρχε η λύση του χειρουργείου. 1500 ευρώ για κάθε πόδι, ένα μήνα στα τέσσερα, μετά πατερίτσες, μετά αποκατάσταση. Τρελαινόμουν και να το σκέφτομαι. Έφυγα βιαστικά από το ιατρείο, θαρρείς και υπήρχε τρόπος να χειρουργηθώ με το ζόρι. Τόσο βιαστικά που δεν πρόλαβα καν να αναρωτηθώ και να ρωτήσω για ποιο λόγο να χειρουργηθούν ταυτόχρονα τα δυο πόδια και να ζήσω ένα μήνα ως βαριά ανάπηρος, κι όχι εναλλάξ ώστε να εξυπηρετούμαι κάπως.
Εφόσον δεν υπήρχε περαιτέρω κίνδυνος επέλεξα την υπομονή στον πόνο. Ήταν πολύς όμως, τόσος που κατάφερνε να μου αλλάζει το δρομικό στυλ. Στην αρχή ήταν οι συναθλητές μου που παρατήρησαν πως κουτσαίνω. Προσπάθησα να προσαρμόσω τη φόρμα μου και πίστευα πως το κατάφερα. Αλλά στο τέλος κάποιου μικρού τοπικού αγώνα διαπίστωσα πως δεν το πέτυχα τόσο καλά όσο πίστευα. Έδωσα συγχαρητήρια σε μια συναθλήτρια με την οποία είχαμε φιλικά κοντραριστεί στα 5 πρώτα χιλιόμετρα πριν φύγει και χαθεί μπροστά μου.
Συγχαρητήρια σε σας”, μου απάντησε, (αυτός ο πληθυντικός τελευταία), “που βγάλατε τέτοιο αγώνα στην κατάστασή σας!”.
Απόρησα. Ποια κατάστασή μου, δηλαδή;
Ε, πως, δεν είναι εύκολο να τρέχεις κουτσός 20 χιλιόμετρα”, διευκρίνισε.
Ήταν σοβαρά τα πράγματα. Αλλά έπρεπε να το ξέρω. Είχα βαρεθεί, εκνευριζόμουν πλέον να με ρωτούν στο δρόμο τι έχω και κουτσαίνω. Μασούσα τις απαντήσεις κι άλλαζα θέμα.
Στο τέλος ενός ακόμα οδυνηρού αγώνα, του Ορειβατικού Μαραθώνιου του Ολύμπου του 2014, ανάμεσα στην παρέα των φίλων που με περίμενε στον τερματισμό υπήρχε ένας πολύ καλός φυσιοθεραπευτής. Προθυμοποιήθηκε να δει το πόδι μου και να μου πει μια γνώμη. Δεν κράτησε πολύ. Μου έδωσε συγχαρητήρια, τα πόδια μου ήταν καταπληκτικά, όπως διέγνωσε βλέποντας τις γραμμώσεις και τις φλέβες, και σίγουρα είχαν καταπληκτικές ικανότητες αυτοίασης. Κατέληξε στην πιο ευνοϊκή δυνατή διάγνωση. Ούτε εγχειρήσεις ούτε επεμβάσεις. Ανάπαυση ένα μήνα, κι αυτό είναι. Πήγα να χαρώ, αλλά με πρόφτασε.
Πρόσεξε, όμως. Ένα μήνα δεν θα κάνεις τίποτα. Όταν λέμε τίποτα, εννοούμε τίποτα απολύτως.”
Ποδήλατο;”
Τίποτα”
Βάρη;”
Τίποτα”.
Ούτε ορειβασία;”
Τίποτα”.
Δεν γίνεται να κάτσεις και να μην κάνεις τίποτα όταν τη στιγμή που κάθεσαι αισθάνεσαι περίφημα. Λίγο καιρό μετά και η κατάσταση παρέμενε ίδια ή μάλλον λίγο χειρότερη. Τώρα υπήρχαν μαχαιριές πόνου που με ξυπνούσαν τη νύχτα. Αλλά υπέμενα το κόστος. Μπορεί να γκρίνιαζα, να υπέφερα, αλλά τις περισσότερες φορές ευχόμουν να παραμείνει το πράγμα έτσι, να μπορώ να τρέχω κι ας πληρώνω με πόνο το τίμημα. Πολλά πράγματα πλάκωναν την ψυχή μου και δεν γινόταν να στερηθώ όσα την ελάφρωναν. Δεν διάβαζα, δεν έγραφα ούτε για το μπλόγκ μου, δυσκολευόμουν να τελειώσω μια κάπως δύσκολη ταινία. Οι ανθρώπινες σχέσεις και το τρέξιμο ήταν οι πραγματικοί πυλώνες στήριξής μου, αν αυτοί ράγιζαν θα γκρεμιζόμουν στο πάτωμα.
Και ξαφνικά συνέβη. Δεν το κατάλαβα, δεν ξέρω πως. Απλώς κάποτε συνειδητοποίησα ότι ο πόνος που ήταν καθημερινός για τόσα χρόνια δεν υπήρχε πια. Προσπάθησα να τον εντοπίσω στο τρέξιμό μου, αλλά δεν βρήκα τίποτα παραπάνω από μια ενόχληση. Απορούσα πως δεν το κατάλαβα αμέσως. Μάλλον επειδή δεν συνέβη από τη μια στιγμή στην άλλη. Φαίνεται πως, μέρα με τη μέρα, κάποια γραμμάρια οδύνης δραπέτευαν, τόσο σταδιακά που δεν γινόταν αντιληπτό. Και μετά είχε εξαφανιστεί.
Μαζί με τον πόνο είχαν φύγει και δυο κιλά. Έκοψα παντελώς τη ζάχαρη. Η διάθεσή μου επανερχόταν. Οι σχέσεις με τους γύρω μου παρέμεναν καλές, καινούργια πρόσωπα έμπαιναν στη ζωή μου. Είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο μου, ηΑτέλειωτη Διαδρομή”, και μ’ έκανε χαρούμενο η υποδοχή του. Έγινε μια όμορφη, αξέχαστη για μένα, βραδιά παρουσίασης στο Δασικό Χωριό του Ερύμανθου. Ήρθαν ένα σωρό καταστάσεις που δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα ζούσα, γεμάτες ελπίδα κι υποσχέσεις για νέες περιπέτειες, που ίσως σε κάποια επόμενα κεφάλαια αφηγηθούν γεγονότα που δεν γνωρίζω ακόμα, αλλά λαχταρώ να ζήσω.
Πάντα θα θυμάμαι ότι αρκεί μια απλή ανατροπή για να χαθούν όλα, το ίδιο ξαφνικά. Άργησα πολύ, αλλά μπορώ πια να ζω με την αίσθηση πως τίποτα δεν είναι δεδομένο στη ζωή μας, ούτε καν αυτή η ίδια. Είναι μια αλήθεια που περιφρονούσα μέχρι πρόσφατα. Αλλά μπορώ να βλέπω αυτή την αλήθεια κι από την ανάποδη μεριά. Σύμφωνοι, δεν είναι δεδομένη η ζωή, η υγεία, η ευτυχία, ακόμα και κάποιες σχέσεις μας που τις θεωρούμε δυνατές. Με τον ίδιο τρόπο, όμως, δεν είναι δεδομένο ότι η ζωή μας θα τελειώσει σύντομα, ότι ένας τραυματισμός θα μας συνοδεύει για πάντα, ότι η θλίψη και η απογοήτευση θα είναι μόνιμες, ότι οι σχέσεις μας θα ακολουθήσουν το νόμο της φθοράς, ή ότι είναι πια αργά για καινούργιες γνωριμίες, για καινούργιες σχέσεις, για καινούργιους φίλους.
Κι έτσι τώρα τρέχω πάλι χωρίς πόνο και κάθε αγώνας είναι μόνο χαρά. Βρίσκομαι να κοιμάμαι αγκαλιά με καινούργια σχέδια που μπορώ πια να κάνω, με νέα ταξίδια που μπορώ να ονειρεύομαι, με αγώνες μακρινούς που με βλέπω να ξεκινώ και να τους τελειώνω. Μπορώ να προσδοκώ για μένα ό,τι για όλους τους ανθρώπους, μια ζωή φωτεινή και πλήρη, που θα σβήσει κάποτε όχι από δυστύχημα, αλλά έχοντας διαγράψει πρώτα μια όμορφη και ομαλή τροχιά σαν πεφταστέρι. Έχω πάλι, όχι την ανάγκη, αλλά τη διάθεση έκφρασης που με τοποθετεί στον προβληματισμό της αρχής, αλλά, ανάποδος σε όλα όπως πάντα, έτσι ανάποδος και σ’ αυτό.