Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Αλλάζοντας θέσεις.






               Αλπικός αγώνας “ΖΕΥΣ”. Όλυμπος, 7 Αυγούστου 2016.



Πριν από πολλά χρόνια, κάπου στα είκοσι θα ήμουν, ένας ιδιαίτερα ευφυής και καλλιεργημένος φίλος συνήθιζε να με προκαλεί πάνω σε θέματα που απαιτούσαν ζόρικη επιχειρηματολογία, για ν’ απολαμβάνει τη δυσκολία μου ν’ αντιπαρατεθώ. Μια φορά, ως προϋπόθεση για να ξεκινήσουμε οποιαδήποτε συζήτηση, μου ξεκαθάρισε ότι πρέπει πρώτα να παραδεχτώ ότι η κάθε μας ενέργεια έχει στόχο την προσωπική μας ευχαρίστηση. Φυσικά δεν δυσκολεύτηκε να τεκμηριώσει πως, όντως, έτσι είναι, αφού ακόμα και οι πράξεις αλτρουισμού πρωτίστως εμάς ικανοποιούν, έστω κι αν η ικανοποίηση αυτή περνά μέσα από τον άλλον. Δεν νομίζω πως είναι δική του η θεωρία, αλλά εκτός κι αν είσαι λειτουργός προηγμένης επιστήμης ή φιλοσοφίας, καμιά θεωρία δεν είναι δικιά σου. Δικές μας όμως είναι όλες οι θεωρίες που ζυμώνονται μέσα μας.
Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό οι άνθρωποι που προσφέρουν κερδίζουν ισόποσα. Κάθε πράξη ψυχικής ευρυχωρίας επιστρέφει μέρισμα στον εντολέα. Ηχεί πεζό, ακόμα και κυνικό, όπως είναι συχνά και η πραγματικότητα.
Η προκήρυξη του αλπικού αγώνα ΖΕΥΣ ήταν χαοτική. Χρειαζόταν πραγματικά χρόνο και προσοχή για να ξεχωρίσεις το πρακτικό μέρος από τη γενικότερη φιλοσοφία των εμπνευστών του. Την διαβίβασα σε κάποιους φίλους για να μετρήσω αντιδράσεις. Ήταν παρόμοιες. Την ξαναδιάβασα προσεκτικότερα, αν μη τι άλλο είχα να κάνω με κάτι πρωτότυπο. Μπορεί να μην ήταν εύκολα ξεκάθαρο τι ήθελε να πει, αλλά ξεκάθαρα ήθελε να πει κάτι.
Το σίγουρο ήταν πως ο αγώνας ήθελε να δώσει μια ευκαιρία που δεν δίνει κανένας άλλος. Με το υπερβολικό όριο τερματισμού 16 ωρών, για 47 χιλιόμετρα και 2800μ. υψομετρικής, στην ουσία απηύθυνε κάλεσμα στον κάθε αθλητή, να συμμετάσχει σ’ ένα γεγονός που του αποκλείουν όλοι οι άλλοι. Και καθώς επρόκειτο για διαδρομή πάνε έλα, αυτό σήμαινε πως συντελεστές κι εθελοντές θα έπρεπε να είναι στημένοι με τις ώρες και οπλισμένοι με πρωτοφανή υπομονή, για να περιμένουν τους πιο αργούς.
Διάφορα πράγματα μας στέλνουν στους αγώνες. Στον συγκεκριμένο το κυριότερο που με έστειλε ήταν η περιέργεια.
Απόγευμα παραμονής, βηματίζουμε πάνω κάτω στο δρόμο και συζητάμε. Ο Δημήτρης Χατζής έχει επίσης υιοθετήσει μια θεωρία που τη συνδυάζει με μια προσωπική πεποίθηση. Η θεωρία σε γενικές γραμμές λέει ότι ακόμα κι ο μεγαλύτερος μεγιστάνας του παρελθόντος δεν είχε ούτε στο ελάχιστο τη δυνατότητα να γνωρίσει τον κόσμο, να ζήσει εμπειρίες, ν’ απολαύσει καταστάσεις, ν’ αποκτήσει γνώσεις, με τον τρόπο που το μπορεί ο μέσος σημερινός άνθρωπος. Πολύ σωστά. Η πεποίθησή του είναι πως ζούμε στον παράδεισο. Όχι πως μπορούμε να ζήσουμε. Πως ζούμε. Γιατί ακόμα κι όσοι από μας τα βγάζουν δύσκολα, έχουν στη διάθεσή τους μια μοναδική ποιότητα ζωής που πρέπει να εκτιμούν. Κι όσο για τον αγώνα, τον έναν από τους ελάχιστους με μηδενική χρηματική συμμετοχή από πλευράς αθλητών, χρηματοδότης είναι η διάθεση, η δική του και των ανθρώπων που μοιράζονται την ίδια φιλοσοφία. Αυτών για τους οποίους η προσφορά είναι ταυτόχρονα κι ανταμοιβή. Και δεν είναι λίγοι, επιμένει.
Ο αγώνας ξεκινά στις 4 τα χαράματα από το πλατανόδασος του Σπαρμού, όπου στη δροσιά του μπορείς να ευχαριστηθείς το λίγο ύπνο. Η αφετηρία λίγα μέτρα από το αντίσκηνο. Κάνα δίωρο με φακούς. Κατά τις 6 ο ορίζοντας παίρνει ν’ αχνοφέγγει. Μετά χάραμα στο βουνό. Ο παράδεισος που λέγαμε.
Τα πολλά κι ατέλειωτα χιλιόμετρα ενός σκανδαλώδους χωματόδρομου περιλαμβάνονται και καταλαμβάνουν μεγάλο κι ατέλειωτο μέρος της διαδρομής. Οι φανατικοί των καθαρά βουνίσιων αγώνων θα δυσανασχετήσουν. Αυτοί που ενδιαφέρονται για χρόνους ίσως το δουν ως ευκαιρία για κάτι καλύτερο, αν και νομίζω πως σε καλά διατηρημένα μονοπάτια τρέχεις ευκολότερα απ’ όσο σε κακοτράχαλα κομμάτια χωματόδρομου.
Οι σταθμοί του αγώνα 9 συνολικά, με τους 4 εν αφθονία. Πολύ καλύτερη η τροφοδοσία απ’ ό,τι σε αγώνα που πρόσφατα έσκασα 40 ευρούλια. Σήμανση προκλητική για τους οικολόγους, αν και καμιά σήμανση δεν σε εξασφαλίζει αν τρέχεις τόσο γρήγορα όσο οι πρώτοι, (δεν κινδυνεύω απ’ αυτό), αν πιάνεις κουβέντα στο δρόμο (ο συνηθισμένος μου τρόπος να χάνομαι), κι αν σ’ έχει βαρέσει στο κεφάλι η κούραση κι ο ήλιος (ο δεύτερος πιο συνηθισμένος μου τρόπος να χάνομαι).
Φτάνοντας στην κορυφή Σμέος αναγνωρίζω επιτέλους τον Όλυμπο που ξέρω. Πανδαισία στο σταθμό. Ένας νεαρότερος συναθλητής κοντοστέκεται όταν με βλέπει. Είστε ο Βασίλης Κυριλλίδης;” “Ναι, είμαι”. Είμαστε φίλοι στο φέης”. Χαίρομαι”, λέω, αλλά λυπάμαι που δεν τον αναγνωρίζω. Θα ήθελα να σας πω κάτι, αλλά φοβάμαι μην παρεξηγηθείτε.” Όχι, δεν παρεξηγούμαι εύκολα.” Σίγουρα ε;” Σίγουρα.” Είστε ο ένας από τους δυο φιλελεύθερους που αντέχω, ο άλλος είναι ο καθηγητής μου, ο Αριστείδης Χατζής.”
Α, μάλιστα, τιμή μου να με συγκρίνει με τον εξαιρετικό αυτόν καθηγητή. Και πως να παρεξηγηθώ μ’ έναν από τους πιο συμπαθητικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει σε αγώνα. Κάνει να φύγει, κοντοστέκεται.
Δεν είστε υπέρ των διωγμών των ομοφυλόφιλων, ε;.”
Είναι πειρασμός ν’ απαντήσω πως συνήθιζα να λιθοβολώ ομοφυλόφιλους και να βράζω μωρά, μέχρι που ανακάλυψα το τρέξιμο κι έγινα καλύτερος άνθρωπος. Αντ’ αυτού λέω κάτι για τις παρεξηγημένες έννοιες σ’ αυτόν τον έρμο τόπο, και κοιτάζω έναν χωματόδρομο που με ζήτα έφτασε ως εδώ και κάπως έτσι συνεχίζει μέχρι που φτάνει το μάτι. Έχουμε πολύ δουλειά ακόμα.
Δεν παρεξηγηθήκατε, ε;”
Όχι, δεν παρεξηγήθηκα, άλλωστε περίμενα τα χειρότερα, όπως κάποιο σχόλιο για την ηλικία μου. Με τον αθλητή αυτόν θα είμαστε κοντά σ’ ολόκληρο σχεδόν τον αγώνα. Κάπου θα με σώσει σ’ ένα σταυροδρόμι που παίρνω λάθος, κάπου θα του υποδείξω πού βρίσκονται οι κορδέλες που δεν παρατηρεί, είμαστε περίπου πάτσι. Θα τερματίζαμε και μαζί, αν οι πόνοι στα πόδια του δεν τον επιβράδυναν στα τελευταία, πάνω που έπαιρνε εμφανές προβάδισμα, ή αν δεν είχα μια πρεμούρα για το ψυχολογικό όριο των 10 ωρών.
Προς το παρόν είμαστε ακόμα στο χωματόδρομο κι ανεβαίνουμε. Ανταμώνουμε τους πρώτους, τρέχουν ήδη προς τα κάτω. Μπράβο τους, μηχανές. Όταν φτάνουμε στο καταφύγιο Χρηστάκη αλλάζει εποχή. Χειμώνας. Γάντια, γιλέκο, κι ένα μονοπάτι από τα δεξιά, που ανηφορίζει μέχρι το διάσελο των κορυφών. Ένας εθελοντής εκεί μας καθοδηγεί, η ομίχλη δεν αφήνει πολλά να φανούν. Μετά ο Δημήτρης Χατζής ξεπροβάλλει σαν ένα θολό φάντασμα στην παγωνιά, ακριβώς κάτω από το Σκολιό και μας στέλνει στα τελευταία μέτρα, μέχρι την κορυφή. Ένας ακόμα εθελοντής στο θυελλώδη άνεμο, μας ξαναστέλνει στον πρώτο, του διάσελου. Κι από κει ξεκινά μια γρήγορη κατάβαση, σαν φυγή για να γλιτώσεις από το κρύο, μέχρι πάλι στο Χρηστάκη, απ’ όπου ξεκίνησε ο χειμώνας. Για μας κράτησε λίγο, αλλά για τους εδώ ανθρώπους ώρες ατέλειωτες. Ακόμα δεν έχουν περάσει οι τελευταίοι προς τα πάνω.
Είχα πει κάποτε πως οι εθελοντές αξίζουν ένα δικό τους κεφάλαιο. Τελικά έμεινα σε συχνές αναφορές. Θα κάνω μία ακόμα. Η υπομονή των ανθρώπων στους σταθμούς αυτού του αγώνα ήταν παροιμιώδης. Η χαρά των τριών στο διάσελο και στην κορυφή έμοιαζε μεγαλύτερη από τη δικιά μας. Χόρευαν από ενθουσιασμό, κάθε που έβλεπαν αθλητή. Αν εμάς μας αναλογούσε μια χαρά γι’ αυτό που κάναμε, ένιωσα πως αυτοί παίρνουν μια χαρά για τον καθένα μας. Το διαπίστωνες στις εκφράσεις, στις χειρονομίες, στον ενθουσιασμό τους. Ναι, παλιέ γνώριμε, δίκιο είχες, κι αυτοί για τη δικιά τους ευχαρίστηση το κάνουν. Μόνο που δεν καταλήγει τόσο κυνικό όσο ακούγεται. Η δικιά τους ευχαρίστηση δεν στηρίζεται στην ιδιοτέλεια, αλλά στην προσφορά. Δεν στηρίζεται στη δυστυχία ή στην αδιαφορία, αλλά στην ευχαρίστηση του άλλου. Απέναντι σε μια θεωρία που συμφωνήσαμε πως εφαρμόζει σε όλους, αυτοί διαθέτουν μια ευγένεια που εφαρμόζει σε λίγους.
Κατεβαίνω τρέχοντας τον ατέλειωτο χωματόδρομο, καθώς ανεβαίνουν περπατώντας οι τελευταίοι. Δυο ηλικιωμένοι με τη ‘σκούπα’ του αγώνα, ένα παλικάρι που φαίνεται να μην τον πειράζει καθόλου για τις ατέλειωτες ώρες που τους συνοδεύει. Πότε θα φτάσουν αυτοί; Μάλλον θα σταματήσουν στο Χρηστάκη, πιθανολογώ, αλλά δεν στοιχηματίζω. “Εσύ κατεβαίνεις, εμείς ανεβαίνουμε”, σχολιάζει χαμογελαστά και ιδιαίτερα καλόκαρδα ο ένας.
Από το ύφος του λείπει οποιαδήποτε ένδειξη φθόνου ή ζήλιας. Πως τα καταφέρνει; Εγώ δεν διαθέτω τέτοιο μεγαλείο. Ζηλεύω τα νιάτα, και των άλλων και τα αλλοτινά δικά μου. Μου έρχεται στο μυαλό μια πρόσφατη κουβέντα με μια αγαπημένη μου φίλη, που σκοπεύαμε να τερματίσουμε μαζί την κλασική φέτος, αλλά η μοίρα το έφερε να δίνει τώρα τη μάχη της μ’ ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. Η φίλη μου αυτή έχει μια θεωρία δικιά της: Ίσως ο χρόνος να μην είναι κυκλικός μου έλεγε, όπως ο δυτικός άνθρωπος τον αντιλαμβάνεται. Ίσως να μην είναι μια ευθεία γραμμή, όπως την πίστευαν οι ινδιάνοι. Ίσως, απλώς, ο χρόνος να είναι διαδοχικές θέσεις, που τις αλλάζουμε με το πέρασμα των εποχών. Η γέννηση, η εφηβεία, η ενηλικίωση, τα γηρατειά, ο θάνατος, είναι θέσεις.
Η θεωρία της μου δίνει μια πιθανή εξήγηση. Ο ηλικιωμένος κύριος στο πρόσωπό μου βλέπει μια θέση που ο ίδιος κατείχε πριν από χρόνια. Και ξέρει πως βρίσκεται στη θέση που κι εγώ θα βρεθώ σε κάποια χρόνια. Η επίγνωση των κοινών μας θέσεων, η επίγνωση της κοινής μας μοίρας, είναι που βγάζει από μέσα μας αυτή την εγκαρδιότητα. Μόνο που αν η ζωή είναι δίκαιη, αν ζούμε στον παράδεισο, θα πρέπει να περάσουμε απ’ όλες τις θέσεις, καλή μου φίλη, μονολογώ όπως συνεχίζω, κι αφήνω τον Όλυμπο ίσα για μια στιγμή, ίσα για να μας δω να μπαίνουμε στο καλλιμάρμαρο, έστω και με μια ή δυο χρονιές καθυστέρηση. Κι ο άνεμος του βουνού παίρνει κι αυτή τη σκέψη, την κάνει ένα μ’ όλες τις αναμνήσεις και τις κουβέντες που μοιράστηκα μαζί της στις πλαγιές του, και μ’ αφήνει να κυνηγώ τη χίμαιρα του χρόνου, αλλάζοντας θέσεις στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής.
Το τελευταίο και δυσκολότερο, αν και κατηφορικό. Πόνοι στα πόδια και στα νύχια επιβραδύνουν αθλητές. Μια μόνο ώρα από τις δέκα με καύσωνα και με κουράζει περισσότερο από τις προηγούμενες εννιά. Ο νεαρός στον τελευταίο σταθμό, 2.5 μόνο χιλιόμετρα πριν το τέλος, με σώζει. Καλά που ήταν εκεί. Πίνω, λούζομαι, ξαναπίνω. Πρέπει να δείχνω χάλια, γιατί η εμφάνισή μου τον ανησυχεί. “Αν μπορώ να κάνω κάτι άλλο για σας...” Όχι νεαρέ μου, φίλε, ευχαριστώ. Ό,τι μπορούσες να κάνεις το έκανες και μ’ έσωσες. Τώρα αυτό που έμεινε πρέπει να το κάνω εγώ.
Μετά το τέλος του αγώνα πέφτω ψόφιος στο αντίσκηνο. Με παίρνει ο ύπνος αμέσως. Ξυπνώ ακούγοντας από πέρα τη φωνή του Χατζή, μικροφωνικά, να καλεί για τις απονομές. Η ζαλάδα δεν μ’ αφήνει να σηκωθώ. Όταν τα καταφέρνω όλα έχουν τελειώσει.
Ξεστήνω με βαριά καρδιά. Το πάλεψα αρκετά, θα μ' άρεσε να μείνω και σήμερα στη δροσιά του πλατανόδασους κι ας φόρτωνε κάπως παραπάνω η επόμενη μέρα. Τελικά παίρνω διαφορετική απόφαση. Μέχρι να τα τακτοποιήσω όλα στο αυτοκίνητο το έχω μετανιώσει, αλλά δεν γίνεται να ξαναστήσω πια.
Αποχαιρετώ τον Δημήτρη. Πολύ ενδιαφέρουσα η γνωριμία μας. Του χρόνου, αν ο αγώνας έχει περισσότερους αθλητές, δεν είναι κακό να βάλεις κάποιο αντίτιμο συμμετοχής, του λέω. Το αποκλείει. Θα βρεθούν χορηγοί, λέει, πάντα δωρεάν θα είναι. Με μια περιέργεια ήρθα, με μια περιέργεια θα φύγω.
Θέλει να πούμε κι άλλα, έχει σχέδια στ’ αλήθεια μεγαλεπήβολα, αλλά έχω ξυπνήσει από τις τρεις, έχω έξι ώρες ταξιδιού και φοβάμαι μην κοιμηθώ στο τιμόνι. Ανταλλάσουμε κάποιες τελευταίες αποχαιρετιστήριες κουβέντες. Όπως απομακρύνομαι τον ακούω να μου φωνάζει πως ζούμε στον παράδεισο. Φεύγω με τις αμφιβολίες μου.
Αλλά το μεσημέρι της επομένης κολυμπώ στα πράσινα νερά μιας θάλασσας μικρής, όπως αυτή που μελωδεί το πιο απλό κι όμορφο τραγούδι του ελληνικού πενταγράμμου. Σε μια γωνιά τ’ ουρανού σύννεφα κάτασπρα σαν βαμβάκι αλλάζουν εντυπωσιακούς σχηματισμούς. Μετά διαλύονται και μένει ένας καθαρός γαλάζιος ουρανός, που από τη μια μεριά του ορίζοντα μέχρι την άλλη περικλείει έναν παράδεισο.