Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Ο διαφορετικός κόσμος ενός διαφορετικού αθλήματος.



                                              Μέτσοβο. Ursa trail, 29 Μαΐου 2016.





    Το κείμενο που ακολουθεί είναι από τα πιο δύσκολα που έχω γράψει ποτέ. Κι αυτό γιατί έπρεπε να βρει τρόπο να ξεφύγει από ένα τετριμμένο μοτίβο: Ένας αγώνας που ξεκινά με κέφι, μετά η αναποδιά, μετά ο ηρωικός αθλητής που βρίσκει το κουράγιο και, φυσικά, δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια, αλλά, αντίθετα, ξεπερνά τον εαυτό του και τραβά για την προσωπική του νίκη. Η θεματική αυτή μονοτονία επαναλαμβάνεται ενοχλητικά, ακόμα και σε πολλά δικά μου γραπτά. Ελπίζω ότι η νεαρή φίλη που θα χρησιμοποιήσω στην αρχή σε συνδυασμό με καμιά 200αριά άτομα που θα χρησιμοποιήσω στο τέλος να κάνουν τη διαφορά.
Πολύ πρόσφατα, λοιπόν, προστέθηκε στην παρέα μας μια νεαρή φίλη, 24 δροσερών χρόνων. Η καταγωγή της είναι από την Έδεσσα, αλλά μένει μόνιμα στην Καβάλα. Ζει μια ζωή εντελώς διαφορετική από τα παιδιά της ηλικίας της. Τη ζωή του πρωταθλητή. Είναι πρωταθλήτρια του kick boxing στην κατηγορία της. Κοιμάται νωρίτερα από τους γέρους, ξυπνάει νωρίτερα από τα κοκόρια. Το τρέξιμο το ασκούσε ως συμπληρωματική στο κυρίως άθλημά της δραστηριότητα, μέχρι που κόλλησε μαζί μας. Γνώρισε τους χωματόδρομους της πόλης, τα δάση και τα μονοπάτια που ποτέ της δεν είχε δει. Είναι πάντα πρόθυμη για άσκηση. Της δίνεις εντολή για κάποιο πρόγραμμα και το έχει ξεκινήσει πριν τελειώσεις τη φράση σου. Κανείς στην παρέα μου δεν με υπακούει μ’ αυτόν τον τρόπο.
Με ελάχιστη πείρα έτρεξε φέτος στον Χορτιάτη και ήρθε 5η ανάμεσα σε 23 αθλήτριες με 2 ώρες και 42΄. Κι αυτό παρόλο που είναι πολύ αργή σε κακοτράχαλα κατηφορικά κομμάτια. Ελπίζω ότι βελτιωθεί με τον καιρό.
Μολονότι στα κανονικά της είναι ένα καλόκαρδο παιδί με ιδιαίτερα αγαθή φυσιογνωμία, έμαθα πως πάνω στο ρινγκ μεταμορφώνεται. Σ’ ένα σπορ στο οποίο είναι ή αυτή ή η άλλη το πρόσωπό της χάνει την αθωότητα του χαρακτήρα και της ηλικίας της και μεταμορφώνεται σ’ έναν μαχητή αμείλικτο, έτοιμο να ματώσει και να ματωθεί. Η ανταγωνιστική συμπεριφορά της δεν αποβάλλεται ούτε στους αγώνες βουνού. Ωστόσο θυμάμαι να επιστρέφουμε από τον Χορτιάτη και να επαναλαμβάνει συνεχώς, σαν σε μονόλογο, την εντύπωση για τον κόσμο που γνώρισε, για την φιλικότητα που μπορεί να συνυπάρχει με τον συναγωνισμό, για τη ζεστή διάθεση όλων προς όλους. Έναν κόσμο που δεν ήξερε ότι μπορεί να υπάρχει.
Αν και μάλλον δεν είναι και τόσο ειδυλλιακά τα πράγματα, (τα βουνά είναι ψηλά, αλλά όχι τόσο ώστε να μην μπορούν να τα φτάσουν τα κουσούρια της ανθρώπινης φύσης), εν πολλοίς έχει δίκιο. Και ποτέ δεν το κατάλαβα καλύτερα από τη μέρα που πάλευα για να γλιτώσω από τα νύχια του μονοπατιού της Μετσόβιας αρκούδας.
Σε κάθε αγώνα οι ανατροπές είναι ενδεχόμενο που προσδίδει ενδιαφέρον. Δεν θα μπορούσα, όμως, να φανταστώ την εξέλιξη, να είμαι εγώ εμπόδιο σ’ έναν αγώνα στον οποίο υποτίθεται θα βοηθούσα, ως συνήθως, την Άννα-Μαρία. Για τον Βαγγέλη δεν συζητάμε, αν υπάρχει ένας άνθρωπος στο χώρο πρόθυμος να διπλασιάσει το χρόνο επίδοσής του για χάρη της παρέας είναι αυτός. Και που τώρα, καθώς ανοίγω τα μάτια μου, τον ακούω να προφέρει ανήσυχος το όνομά μου.
Τι συνέβη, που να πάρει; Έφτασα με μεγάλο κέφι μέχρι εδώ, λίγο πριν από τα 20 χιλιόμετρα, στην απότομη ανηφόρα με τα σκοινιά. Ζαλίστηκα λίγο, είδα τον γκρεμό από κάτω μου, (μέρος που βρήκα να ζαλιστώ!), φοβήθηκα μην κατρακυλήσω κι έτσι προτίμησα να καθίσω με αργές κινήσεις. Και μετά να γύρω λίγο πίσω. Και μετά να κλείσω τα μάτια και να δω ένα γλυκό όνειρο, που αναπλήρωνε τις ώρες του ύπνου της προηγούμενης εβδομάδας, όπου μια προσωπική στεναχώρια ανηλεώς μου στέρησε.
Αλλά τώρα ξυπνάω και καταλαβαίνω πως δεν κοιμάμαι στο κρεββάτι μου. Κοιμάμαι στο χείλος του γκρεμού. Καλά που δεν άλλαξα πλευρό. Ο Βαγγέλης είχε φτάσει στην κορυφή, όπου και ο σταθμός, και ξαναγύρισε να δει τι συμβαίνει και δεν εμφανίζομαι. Ω, γαμώτο, το συνειδητοποιώ ξαφνικά. Κοιμήθηκα δυο ώρες! Πάει ο αγώνας.
Δεν ήταν δυο ώρες. 2Ο δευτερόλεπτα με το ζόρι. Και δεν κοιμήθηκες. Λιποθύμησες”.
Τι έκανα; Λιποθύμησα; Πως είναι δυνατόν; Νόμιζα πως όταν λιποθυμάς πέφτει σκοτάδι. Εγώ έβλεπα ένα γλυκό όνειρο. Και μόνο 20 δευτερόλεπτα; Πως μου φάνηκε τόσο πολύ;
Με βοηθά στα βήματα μέχρι τον σταθμό. Πέφτουν όλοι πάνω μου. “Κάτσε εδώ να συνέλθεις, μετά λίγο κουράγιο, μια κατηφόρα είναι το Ανήλιο, από εκεί θα σε μεταφέρουν”. Δεν ξέρω, τα έχω χαμένα. Έναν μόνο καθαρό συλλογισμό μπορώ να κάνω: Ο Βαγγέλης και η Άννα συνεχίζουν. Εγώ μένω εδώ και βλέπω.
Κι αυτοί μένουν και με βλέπουν. “Μα, τι περιμένετε, πάτε στο καλό, είμαι ασφαλής εδώ, δεν σας χρειάζομαι”.
Δεν κουνιούνται. Καταλαβαίνω πως δεν το είχαν φανταστεί έτσι. Ούτε κι εγώ, αλλά τι να γίνει; Κι επιπλέον θυμώνω όταν με αγνοούν. Εγώ είμαι ο αρχηγός. Και φέτος το όριο του αγώνα στένεψε από τις 9 στις 8,5 ώρες. Βάζω τις φωνές.
Ακούστε με καλά. Εγώ τον έχω βγάλει αυτόν τον αγώνα 3 φορές. Εσείς καμιά. Πάρτε δρόμο. Δεν είναι παράκληση. Είναι διαταγή”.
Την αγνοούν. Το χρώμα μου είναι σαν νεκρού, βεβαιώνει με την πείρα της στη νοσηλευτική η Άννα, δεν γίνεται να μ’ αφήσουν.
Εντάξει. Εφόσον είναι ο μόνος τρόπος για να ξεκουνηθούν, βάζω κάτι στο στόμα μου, λούζομαι με νερό και φεύγουμε. Ζητώ πίσω το σακίδιό μου που για πρώτη φορά σε αγώνα το παίρνει αυτή. Το έχω ανάγκη να μου ζεστάνει την πλάτη γιατί νιώθω ρίγος.
Γιατί δεν εγκατέλειψα όσο ακόμα μπορούσα, μαλώνω τον εαυτό μου ανηφορίζοντας το δεύτερο μισό του αγώνα κι έχοντας περάσει τον κεντρικό σταθμό. Ξέρω πως έχω γρήγορη επαναφορά κι αν τα είχα παρατήσει, είμαι σίγουρος, την επόμενη κιόλας μέρα, απόγευμα Δευτέρας, θα μπορούσα να τρέχω και να τα διηγούμαι στην υπόλοιπη παρέα. Ενώ τώρα που συνεχίσω μπορεί να πάθω ζημιά που να χρειαστεί μήνες επανόρθωσης. Και μπορεί να μην βγάλω καν τον αγώνα. Σκέφτομαι πως έκανα λάθος, σκέφτομαι ακόμα και να επιστρέψω στο Μέτσοβο, πριν απομακρυνθώ περισσότερο, όσο είναι ακόμα καιρός. Αλλά ντρέπομαι να γυρίσω πίσω. Ντρέπομαι και που συνεχίζω. Θα ήθελε περισσότερο κουράγιο και σοβαρότητα να σταματήσω, παρά τώρα να σέρνομαι σαν ζόμπι. Οι σωστοί ξέρουν πότε να τα παρατούν. Πολλοί που είναι μπροστά μου το ξέρουν, γι’ αυτό και είναι μπροστά μου. Αλλά, σήμερα, ένας αγώνας χαμένος θα ήταν μια ακόμα στεναχώρια δίπλα σ’ αυτήν που ήδη κουβαλούσα και που ήλπιζα πως θα χαθεί στα χνάρια μιας αρκούδας.
Κι επειδή το σύμπαν δεν είμαι εγώ, αν και μ’ αρέσει να πιστεύω αλλιώς, για πολλοστή φορά, αλλά πρώτη ως παράκληση αντί για προσταγή, τους το ζητώ μ’ εξασθενημένη φωνή.
Για τελευταία φορά: Αν μείνετε μαζί μου θα χάσουμε τον αγώνα και οι τρεις. Αν φύγετε, θα τον χάσω μόνο εγώ. Οι σταθμοί είναι τακτικοί. Ό,τι κι αν μου συμβεί, θα μπορέσω να φτάσω σε κάποιον. Αισθάνομαι χάλια, αλλά ένας από τους λόγους γι’ αυτό είναι ότι κουβαλώ και το βάρος της ενοχής απέναντί σας. Αν φύγετε θα νιώσω καλύτερα και θα με βοηθήσετε πραγματικά”
Έπιασε. Λίγος δισταγμός, αλλά έπιασε. Απομακρύνονται, λίγο λίγο, μέχρι που χάνονται οριστικά. Και, πράγματι, ένα βάρος φεύγει. Δροσίζομαι σε μια βρύση, και είμαι μόνος με τον εαυτό μου. Και να που, μέσα στην μοναξιά μου, βήμα βήμα, προχωρώ κι εγώ κάπως καλύτερα. Οι φίλοι μου είναι πια μόνο στη σκέψη μου, όπως ξέρω ότι είμαι κι εγώ στη δική τους. Τους φαντάζομαι να περνούν έγκαιρα τη γραμμή τερματισμού και μου είναι τόσο ευχάριστη αυτή η σκέψη. Μετά φαντάζομαι τους γνωστούς να τους ρωτούν για την τύχη μου, αυτοί ν’ ανασηκώνουν τους ώμους, κι αυτή η σκέψη δεν μου είναι καθόλου ευχάριστη. Αλλά, πως αλλιώς; Με τόσα που συνέβησαν δεν μπορεί όλα για όλους να τελειώσουν καλά.
Μόνο που αυτό το σενάριο δεν ήταν γραφτό να παιχτεί ποτέ. Ποτέ δεν το είχαν σκοπό να μ’ αφήσουν. Όπως αργότερα μαθαίνω, σκέφτονταν να πάνε μέχρι δυο χιλιόμετρα πριν το τέρμα και να με περιμένουν εκεί. Επίσης αργότερα μαθαίνω πως για τον τραυματισμό της Άννας, αυτό το γύρισμα του ποδιού, δεν έφταιγε το έδαφος, αλλά η αφηρημάδα και οι ενοχές, που με εγκατέλειψαν, έστω και για λίγο.
Αυτά όμως δεν τα ξέρω όταν τους φτάνω ξανά. Εγώ είμαι κάπως καλύτερα, η Άννα αρκετά χειρότερα, ο Βαγγέλης ο μόνος γερός, υπόδειγμα νιάτων και υγείας. Θα πάμε μέχρι το τέλος μαζί, λοιπόν, κι ό,τι γίνει. Εγώ, η Άννα, κι ένα παλικάρι που οι γονείς του είναι στην ηλικία μας. Πόσα τα φράγματα που έχω δει να σπάνε στη ζωή μου!
10 χιλιόμετρα ακόμα. Η κουρασμένη σκέψη βασανίζεται όσο και το ταλαιπωρημένο σώμα. Αν το όριο είχε παραμείνει στις περσινές 9 ώρες, μ’ όλα μας τα στραβά, θα ήμασταν τώρα ήσυχοι κι ευχαριστημένοι πως θα τον βγάλουμε τον αγώνα. Αν, πάλι, οι μαθηματικές πράξεις που κάνω μ’ όσο μυαλό μου έχει απομείνει μας έριχναν κατά πολύ έξω από τις 8μιση ώρες του φετινού ορίου, δεν θα ήμασταν ευχαριστημένοι, αλλά πάλι θα ήμασταν ήσυχοι. Για μας τους δυο μιλάω, αφού ο Βαγγέλης δεν δείχνει ούτε λεπτό ότι τον νοιάζει. Δυστυχώς, μοιάζει σαν να μην νοιάζει πια ούτε και την Άννα. Κουτσαίνει κι έχει αποδεχτεί ότι χάσαμε.
Πόσο κρίμα! Ένας χρόνος δουλειάς, κυρίως γι’ αυτόν τον αγώνα. Τόσοι μήνες προετοιμασίας πίσω μας, τόσοι μήνες απογοήτευσης, για το αποτέλεσμα που μας περιμένει, μπροστά μας. Είναι άδικο. Κι αν χάσει τον αγώνα για 10 - 15 λεπτά, τόσα όσα εγώ τους καθυστέρησα, δεν θα το συγχωρήσω στον εαυτό μου.
Ακόμα χειρότερα, αν οι υπολογισμοί μου είναι σωστοί, για τόσα θα το χάσει. Ίσως και για λιγότερο. Στα πέντε τελευταία χιλιόμετρα που απομένουν υπολογίζω πως η εκπρόθεσμη διαφορά μας θα είναι ίσως λιγότερη από δυο λεπτά. Ακόμα πιο βασανιστική αυτή η σκέψη. Κι όταν φτάνουμε στα τελευταία δυο, αυτά τα κατηφορικά χιλιόμετρα, έχουμε περιθώριο 15 ολόκληρων λεπτών. Μοιάζει απίθανο, αλλά έστω και τώρα, την τελευταία στιγμή, μπορούμε να το σώσουμε, έτσι; Μπορούμε ν’ αποζημιωθούμε για όσα τραβήξαμε, ναι; 15 λεπτά για 2 κατηφορικά χιλιόμετρα τα μπορεί ακόμα και μια κουτσή Μαρία, ακόμα κι ένας νεκραναστημένος, ναι;
Όχι. Στην κατηφόρα πάει ακόμα χειρότερα. Κουτσαίνει. Απελπιστικά αργά. Δυο συναθλητές που ανταμώναμε συχνά στην πορεία, σε μια τελευταία προσπάθεια να προλάβουν, μας προσπερνούν σαν τρελοί, παροτρύνοντάς μας να τους ακολουθήσουμε. Τους βλέπω να χάνονται μπροστά μας. Το μεγάφωνο στην πλατεία ακούγεται ν’ αναγγέλλει τους τελευταίους έγκαιρους τερματισμούς. Θα το χάσουμε για δευτερόλεπτα.
Δεν υποφέρεται αυτό. Σταματώ, στρέφομαι πίσω και της φωνάζω κάτι που ποτέ πριν δεν έχω πει, ποτέ δεν πίστευα ότι θα πω, και ποτέ δεν θέλω να ξαναπώ σε κανέναν.
Άκουσέ με, Άννα. Δεν μ’ ενδιαφέρει αν πονάς. Δεν με νοιάζει αν κουτσαθείς. Δεν με νοιάζει πώς θα τα καταφέρεις. Bρες όποιο τρόπο νομίζεις και τρέξε. Όσο κι αν πονέσεις, ο πόνος κάποτε θα περάσει. Αν χάσεις τον αγώνα για λίγα δευτερόλεπτα, δεν θα περάσει ποτέ”.
Πρέπει να της είπα κι άλλα που δεν θυμάμαι. Ο Βαγγέλης μου υποδεικνύει να μην καθυστερώ μαζί της, γιατί έχει παρατηρήσει πως όταν την περιμένω επιβραδύνει, ενώ όσο φεύγουμε μπροστά το παλεύει καλύτερα. Μπαίνουμε στα πλακόστρωτα του χωριού. Ατέλειωτα τα άτιμα. Θα τσακιστώ κοιτώντας το ρολόι. Ακούω το μεγάφωνο να θριαμβολογεί πως ο επιτυχημένος αυτός αγώνας κλείνει σε...2,5 λεπτά. Πίσω μας, αλλά ακολουθεί.
Η είσοδός μας στην πλατεία ξεσηκώνει βουητό. Μια συμφωνία από φωνές, κάτι από θρίαμβο, κάτι από αγωνία. Κάπου ένα λεπτό μας απομένει για να ολοκληρώσουμε τον κύκλο της. Λιγότερο από ένα, όταν πλησιάζουμε στο ημικύκλιο, κρυμμένοι ξανά από τον κόσμο που μας περιμένει να εμφανιστούμε στην τελική ευθεία. “Δεν μπορώ άλλο”, λέει και σταματά.
Έχω, νεότερος, δοκιμάσει διάφορα αθλήματα. Αρκετά μου άρεσαν. Όλα σε κάποια στιγμή της ζωής μου κατείχαν ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι της. Σε ένα έμεινα. Σε ένα μένω χρόνια. Σε ένα νομίζω πως τα πάντα έχουν συμβεί, κι όμως, σ’ αντίθεση με τις ομοιόμορφες αφηγήσεις, πάντα θα υπάρχει κάτι στο σενάριο που θα αλλάζει τη χρωματική παλέτα των γεγονότων, θα αλλάζει ακόμα και τους βασικούς μας ρόλους, και θα το κάνει διαφορετικό. Κάτι που μας δείχνει πως παρ’ όλες τις συμμετοχές μας στη μουσική συμφωνία των δρόμων, υπάρχουν ακόμα κάποια πλήκτρα που δεν τα έχουμε ανακαλύψει. Μια παραλλαγή από άγνωστες νότες που περιμένουν τις κατάλληλες συγκυρίες για να συμπληρώσουν διαφορετικά ό,τι μέχρι τώρα έχει συντεθεί.
Ναι, είναι ένα διαφορετικό άθλημα. Όσο κι εμείς κάθε φορά. Όσο κι ο κόσμος του, γύρω μας. Όσο όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τώρα, στην τελική μας ευθεία, στέκονται μπροστά μας σαν ζωντανός τοίχος που πάλλεται, παροτρύνει, ζητωκραυγάζει, αγωνιά. Πολλοί αθλητές ανάμεσά τους, που θα χαιρόμασταν αν είχαμε περάσει, που χάρηκαν που μας πέρασαν, αλλά τώρα, στο χείλος της απόστασης και του χρόνου, στο τέλος του παιχνιδιού μας, είναι οι σύντροφοι που θα χαρούν όσο κι εμείς αν τα καταφέρουμε. Που θ’ απογοητευτούν όσο κι εμείς αν το ρολόι σβήσει πριν αγγίξουμε τις ψυχές που μας απλώνουν για να πιαστούμε. Είναι ο διαφορετικός κόσμος, που κάνει ένα διαφορετικό άθλημα, και που κάνει τη διαφορά και σε μας, καθώς μετρά συγχρονισμένα κι αντίστροφα τα τελευταία δευτερόλεπτα των 8,5 ωρών, με τόσο ενθουσιασμό που όλα έχουν ξεχαστεί, και κάθε δευτερόλεπτο γίνεται φτερούγα σε πριν τσιμεντένια πόδια. Και κανείς, βλέποντάς μας, δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως αυτοί που τρέχουν μ’ ενθουσιασμό προς τη γραμμή έχουν δώσει, μέχρι την ύστατη ώρα, την πιο σκληρή τους μάχη σε αγώνα, με χρώμα νεκρού και με σακατεμένο πόδι, αλλά, τώρα, στη μοιρασιά των ενωμένων τους χεριών και τη δύναμη του πλήθους της άλλης όχθης, επανέρχονται στο παιχνίδι της ζωής πιο δυνατοί και πιο γεροί από ποτέ.