Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Οι ορεινοί αγώνες. 3.


Κίσσαβος. 2010, 2013.
   



   Στην πρώτη του διοργάνωση, το 2010, ο αγώνας στον Κίσσαβο επεφύλασσε έναν Λαρισαϊκό καύσωνα, που είχε ξεφύγει από το επίπεδο του κάμπου κι είχε φτάσει μέχρι το ψηλότερο σημείο του. Ούτε στην κορυφή δεν συναντούσες ελάχιστη απ’ τη γνωστή δροσιά των βουνών. Είμαι τυχερός που δεν μου συνέβη κάτι πολύ κακό σ’ εκείνον τον αγώνα.
Ανεβαίνοντας την τελευταία κι ατέλειωτη ανηφόρα βρισκόμουν στα όρια των παραισθήσεων. Το καταφύγιο που, για δεύτερη φορά στην τότε χάραξη της διαδρομής, έπρεπε ν’ ανεβούμε, κρυβόταν πίσω της κι η δίψα μου έφερνε τρέλα. Ονειρευόμουν ποτάμια και βρύσες να τρέχουν ασταμάτητες. Ήξερα πως η αφυδάτωση επιβραδύνει τη ροή του αίματος, μ’ αποτέλεσμα η προσπάθεια να καθίσταται ολοένα και δυσκολότερη κι αυτή η γνώση μ’ επιβάρυνε ψυχολογικά. Νομίζω πως αν δεν έχεις τη δυνατότητα να κάνεις χρήση των γνώσεων η άγνοια είναι προτιμότερη.
Στην κρίσιμη στιγμή η φωνή έφτασε από το πουθενά, για να προτείνει νερό σε μια ομάδα καταπονημένων αθλητών που μ’ ακολουθούσαν. Δεν επρόκειτο για παραίσθηση. Ήταν μια μοναχική φιγούρα σωτηρίας, που είχε σταλεί εσπευσμένα, με λίγα μικρά μπουκάλια υπό μάλης. Μας είχε προσεγγίσει από κάποιο πλαϊνό μονοπάτι κι είχε βρεθεί λίγο πίσω μου, χωρίς να τον αντιληφθώ. Η πρώτη εξασθενημένη μου κραυγή δεν έφτασε, στη δεύτερη μ’ άκουσε. Τον πλησίασα τρεκλίζοντας, πήρα ένα μπουκάλι και το ήπια μονορούφι. Νομίζω πως εξατμίστηκε αμέσως. Μια δεύτερη ομάδα έκτακτης ανάγκης κατέφθανε, αλλά δεν διέθεταν πολύ νερό, κι εφόσον είχα πιει ήδη αποφάσισα πως δεν δικαιούμαι άλλο μπουκάλι. Αν γινόταν, θα τα έπινα όλα.
Όταν έφτασα στο καταφύγιο σωριάστηκα μισολιπόθυμος σ’ ένα παγκάκι κι έπινα ατελείωτα. Καταλάβαινα πως είχα κάνει αρκετό κακό στον εαυτό μου. Σκεφτόμουν να εγκαταλείψω - η χειρότερη εκτός τραυματισμού εκδοχή μου για έναν αγώνα. Απέμενε μόνο η κατηφόρα, αλλά δεν μπορούσα να σηκωθώ από το παγκάκι, δεν μπορούσα ν’ απομακρυνθώ από τη σκιά. Ήμουν πολύ εξουθενωμένος ακόμα και για να νιώσω ενοχές.
Από την καταληψία με συνέφερε κάποιος ηλικιωμένος βοηθός της διοργάνωσης. Καλά τα σύγχρονα αθλητικά υγρά στους πάγκους, αλλά ας δοκίμαζα και μια παραδοσιακή μέθοδο, πριν παραδώσω το νούμερό μου. Ζήτησε την άδειά μου πρώτα. Του την έδωσα, τι είχα να χάσω; και χωρίς δισταγμό άδειασε ένα κουβά νερό επάνω μου. Το ένιωσα παγωμένο. Δεν ξέρω πόσο επικίνδυνο είναι αυτό για την υγεία όταν ζεματάς, αλλά αισθάνθηκα να ζωντανεύω. Κάτι ξέρουν κι οι παλιοί. Καλά που φορούσα ακόμα το νούμερο. Με γλίτωσε από την εγκατάλειψη κι ολοκλήρωσα τα τελευταία 11 περίπου χιλιόμετρα, κατηφόρα μέχρι τη θάλασσα.
Στην άσφαλτο των τελευταίων μέτρων μπορούσες να τηγανίσεις αυγά. Για μέρες μετά το νερό που έπινα χανόταν. Ο οργανισμός μου ήταν σαν ξερό σφουγγάρι, που το ρουφούσε χωρίς τελειωμό. Η δίψα εκείνη έχει περάσει, αλλά οι αναμνήσεις της μέρας παραμένουν ζωντανές. Κάτι μέσα μου συνεχίζει να είναι διψασμένο και να τις συγκρατεί, όπως το ταλαίπωρο σώμα μου το σωτήριο εκείνο νεράκι.

                                                                  ----------------

Το 2013 το τοπίο είχε αλλάξει, εξωτερικά κι εσωτερικά. Ο αγώνας δεν επέστρεφε στην αφετηρία του, στο παραλιακό Στόμιο, αλλά κατέληγε στο χωριό της Αγριάς. Την αμέσως προηγούμενη και την αμέσως επόμενη Κυριακή υπήρχαν άλλοι δυο αγώνες βουνού για μένα. Έτσι θεώρησα τον Κίσσαβο κατάλληλο για μια δοκιμή, εν είδη μακράς προπόνησης. Κατάλληλο για προσάναμμα παλιών αναμνήσεων, που θα ξυπνούσαν στα γνωστά του μέρη. Κατάλληλο για συνοδεία μιας φίλης που θα δοκίμαζε τις δυνάμεις της.
Πόσο όμορφος είναι ένας αγώνας όταν τον κάνεις με κέφι και για το κέφι σου! Με τη φωτογραφική μηχανή στη θέση του άγχους, την παρέα στη θέση της μοναξιάς, την κουβέντα με τους συναθλητές σου στη θέση της λαχανιασμένης σιωπής, το άκουσμα της φύσης στη θέση των τρελών χτύπων της καρδιάς. Και την απόλαυση των φυσικών δυνάμεων που μοιάζουν ανεξάντλητες, όταν φροντίζεις να τις διατηρείς, αντί να τις σπαταλάς στο κυνήγι κάποιου χρόνου. Οι 4,5 ώρες του Παγγαίου, την προηγούμενη εβδομάδα, με είχαν αφήσει μισολιπόθυμο, ενώ οι πρώτες 4,5 ώρες του Κίσσαβου, όλη η ανηφόρα δηλαδή, δεν μου φάνηκαν τίποτα παραπάνω από μια συναρπαστική βόλτα. Το συννεφάκι στον ουρανό έκανε δουλειά σ’ αυτό το πρώτο μέρος. Μετά,  η ολοκληρωτική αλλαγή του τοπίου.
Αλλά όχι της διάθεσης. Η κατάβαση από την κορυφή διαδραματίζεται πάνω σ’ ένα διαφορετικό πλανητικό τοπίο με σκόρπιες σαθρές πλάκες που απαιτούν ισορροπία. Όταν τελειώσει, ο δρόμος δεν  στρίβει δεξιά, όπως την πρώτη χρονιά, αλλά αριστερά, πρώτα μέσα σ’ ένα γοητευτικό δάσος και μετά….
…μετά ο Κίσσαβος έχει μείνει πίσω. Από το σημείο εκείνο ένιωθα σαν να είχα μεταφερθεί απότομα σε κάποιον διαφορετικό αγώνα. Ξερό, αλλά όχι αδιάφορο τοπίο. Ακολουθεί κακοτράχαλο μονοπάτι διαρκείας, όσο κακοτράχαλο γίνεται. Τυραννία για τις πατούσες και η ζέστη ν’ ανεβαίνει ανυπόφορα. Αλλά τώρα το ήξερα το κόλπο.
Ο τόπος που έχει νερά είναι ευλογημένος. Κι εδώ είχε. Βρύσες, πηγές, λάστιχα. Σύντομο λούσιμο κι ο κόσμος γίνεται καλύτερος. Στον τερματισμό, χέρι - χέρι με την Άννα. Πρώτη, από τις ελάχιστες γυναίκες που ξεκίνησαν. Ο Κίσσαβος πουθενά. Αλλά αυτό μοιάζει τόσο πολύ μ’ αυτό που μας αρέσει. Να ξεκινάμε από κάπου και να μπορούμε να συνεχίζουμε στο πουθενά.

                                                         -----------------

Έχω ακούσει πως οι γυναίκες των αγώνων εμφανίζουν επιθετικό χαρακτήρα, απότομη συμπεριφορά, επιθυμία επιδόσεων και διακρίσεων. Πως είναι ανάλογα ανταγωνιστικές και σύμφωνες με το αντίστοιχο αντρικό στερεότυπο. Η εμπειρία μου δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο. Οι γυναίκες που έχω γνωρίσει και, πολλές φορές, τρέξει μαζί τους σε αγώνες, δεν είναι έτσι. Ίσως δεν πέτυχα το κατάλληλο δείγμα γυναικών, ωστόσο αυτό με το οποίο συναντήθηκα είναι αρκετά μεγάλο και στατιστικά θα μπορούσε ν’ ανατρέψει τα παραπάνω. Καθόλου. Αντίθετα, όλες τους ήταν προικισμένες με στοιχεία που χαρακτηρίζονται θετικά. Όλες τους φιλικές. Φιλοσοφημένες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αγωνιστικές και καρτερικές. Επίμονες και χαμογελαστές, ακόμα και στις δυσκολίες. Μόνο μία από αυτές θα ξεχώριζα, η οποία στη διάρκεια των αγώνων είχε το μάτι της τίγρης, μόλο που στους αγώνες και ως μετεωρίτης εμφανίστηκε και ιδιαίτερη άποψη για χρόνους κι επιδόσεις δεν είχε. Όμως σ’ αυτή της τη στάση δεν κρυβόταν κάποιο είδος εχθρότητας, παρά μόνο η αντίληψη του νοήματος που γι’ αυτήν είχε ένας αγώνας.
Αν επέλεγε το τρέξιμο θα έγραφε ιστορία. Αλλά ακόμα και η μικρή αυτή που έγραψε προορίζεται για κάποιο άλλο κεφάλαιο. Εγώ επανέρχομαι στο παρόν. Μολονότι, λοιπόν, πιστεύω πως όλες οι γυναίκες που έχω γνωρίσει στους αγώνες θα άξιζαν να βραβευτούν, και πολλές άλλωστε το έχουν καταφέρει, καμιά τους δεν έτρεχε μόνο γι’ αυτό. Οι περισσότερες δεν είχαν καν την αίσθηση πως αξίζουν βράβευση. Εγώ έχω την αίσθηση πως όλοι οι δρομείς αξίζουν κάποιο είδος βράβευσης.
Η Άννα θεώρησε πως όφειλε να μοιραστεί μαζί μου το βραβείο, πως έπρεπε ν’ ανέβω κι εγώ μαζί της στο βάθρο. Έχω ξεχάσει πως είναι το βάθρο, αλλά δεν θα το ήθελα έτσι. Ούτε οι διοργανωτές θα το ήθελαν έτσι, υποθέτω. Όσο κι αν βοηθάς κάποιον, τον αγώνα τον βγάζει με τα δικά του, όχι τα δικά σου πόδια.
Εμένα μου αρκεί που ανεβαίνω σ’ άλλα βάθρα. Βάθρο είναι ο κάθε αγώνας που τερμάτισα. Η κάθε κορυφή βουνού που στάθηκα. Ο κάθε άνθρωπος που εν γνώσει ή εν αγνοία μου βοήθησα. Αυτός που έσπευσε να μου συστηθεί. Αυτός που εμπνέεται από τα λόγια μου. Ο άγνωστος δρομέας, στα 100χλμ. της Ψάθας, που με σταμάτησε για να μ’ ευχαριστήσει κι έβγαλε τον αγώνα, ενώ εγώ απέτυχα στο παραλίγο. Θυμώνω που δεν συγκράτησα τ’ όνομά του, γιατί η κουβέντα του ήταν το βάθρο στο οποίο μ’ ανέβασε εκείνη τη μέρα, και του χρωστώ ευγνωμοσύνη γι’ αυτό.
Το τρέξιμο είναι μια απλή διαδικασία. Το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, εναλλάξ. Τόσο απλό. Όμως, τις χιλιάδες φορές που έχω τρέξει, σε προπόνηση ή σε αγώνες, δεν θυμάμαι ούτε μια φορά που το τρέξιμο να ήταν μόνο αυτή η απλή εναλλαγή ποδιών. Ποτέ το τρέξιμο δεν ήταν μόνο τρέξιμο για μένα.
Στο τρέξιμο, στα βουνά και στους δρόμους, γνώρισα κι εδραίωσα τις φιλίες μου, καταστάλαξα τις σκέψεις μου, κυνήγησα τον εαυτό μου, άνοιξα τις πόρτες της διάθεσής μου, έβγαλα το απόσταγμα του χαρακτήρα μου. Αυτά τα κείμενα τα γράφω τρέχοντας. Στον υπολογιστή, απλώς, πληκτρολογώ χαρακτήρες, επιλέγω λέξεις, φροντίζω το συντακτικό.
Και στο κείμενο αυτό αποχαιρετώ τον Κίσσαβο κι όλες τις καλές και τις κακές στιγμές του. Εδώ κάποιο σκοτεινό βράδυ, λίγο έξω από το καταφύγιο, με τη χαλάρωση της άφιξης, γύρισε ο αστράγαλος και το κρακ ακούστηκε μακριά. Το ίδιο βράδυ έμαθα τι είναι mesulid και τι θα πει ακινησία. Δυο μήνες δύσκολοι, από ένα γελοίο ατύχημα, ένα τίποτα από το τίποτα, κάτι που σε κάνει να θέλεις να γυρίσεις πίσω το ρολόι, ένα λεπτό μόνο, ίσα για να ρυθμίσεις ελάχιστα τη μοίρα. Αλλά δεν μπορείς. Και δεν κάνει ούτε να διαμαρτύρεσαι, γιατί ξέρεις πως όταν η μοίρα δυστροπεί μπορεί να φερθεί και πολύ χειρότερα στους ανθρώπους.
Αποχαιρετώ τον Κίσσαβο, στον οποίο παλαιότερα πέρασα τόσες όμορφες στιγμές, ορειβατώντας με τους φίλους μου. Σας έχω πει πως η παρέα μου είναι η καλύτερη του κόσμου; Όχι, ε; Είναι. Όπως κι η δική σας. Και οι φίλοι μου, οι καλύτεροι του κόσμου. Όπως κι οι δικοί σας. Υπήρξα τυχερός άνθρωπος, μέχρι τώρα τουλάχιστον.
Η Άννα Μαρία Παπαιωάννου.
Κι αποχαιρετώ και τον Κίσσαβο αυτού του αγώνα. Μου μένουν οι φωτογραφίες που έβγαλα στη διαδρομή για να τον θυμάμαι. Από τους συναθλητές μου, από τους πολυπληθείς, χαμογελαστούς και πρόθυμους εθελοντές του. Από την Άννα της προσπάθειας, της εξάντλησης των τελευταίων καυτών χιλιομέτρων, της απονομής. Κι αυτό είναι. Λίγο μετά ο Κίσσαβος δεν φαίνεται πια, πήρα τον αριστερό δρόμο και τον άφησα πίσω μου. Μάλλον οριστικά. Μοιάζει σαν να μην υπήρξε ποτέ, παρά μόνο σαν αφορμή. Σαν ευκαιρία. Σαν δυνατότητα για ένα ακόμα κεφάλαιο της ζωής μου, που δεν έπρεπε ν’ αφήσω κενό.





Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Οι ορεινοί αγώνες. 2.





Olympus Marathon 2009, 2010, 2011.


   Ο Olympus Marathon εμφανίστηκε στη σκηνή των αγώνων το 2004 και μ’ έκανε να νιώθω παρωχημένος. Ήταν μεγαλύτερος κατά 9 χιλιόμετρα από τον ‘μικρό’ Όλυμπο του Σεπτεμβρίου κι είχε μια επιβλητική υψομετρική διαφορά 1500 περίπου μέτρων παραπάνω απ’ αυτόν. Μου φαινόταν πολύ δυσκολότερος απ’ όσο νόμιζα πως θα μπορούσα να τρέξω, πόσο μάλλον που βρισκόμουν καταχωνιασμένος σε μια νεκρή, και χωρίς βεβαιότητα για μελλοντική ανάσταση, περίοδο.
Όμως, παρ’ όλο που τότε το τρέξιμο υπήρχε για μένα σ’ έναν παράλληλο κόσμο, ο Olympus Marathon δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Το μεγαλύτερο μέρος του διεξαγόταν στο φυσικό πεδίο του πιο αγαπημένου μου αγώνα. Έθετε νέες προδιαγραφές και πρωτόγνωρες δυσκολίες. Διέθετε αίγλη που τον ξεχώριζε από κάθε άλλη ερασιτεχνική διοργάνωση. Κατάφερε να γίνει επιθυμία των καλύτερων Ελλήνων αθλητών και να προσελκύσει πολλούς ξένους. Ο Όλυμπος είναι ο Παρθενώνας της ελληνικής φύσης, κι ένας αγώνας που ξεκινά από τον αρχαιολογικό χώρο του Δίου και φτάνει να περνά κάτω από τον ‘Θρόνο του Δία’ έχει μαγνητικές ιδιότητες.
Η συμμετοχή τηλεοπτικού καναλιού στην πρώτη του διοργάνωση έφερε στις οθόνες μας την εικόνα ενός γεγονότος χωρίς προηγούμενο. 115 αθλητές τόλμησαν και 101 πέτυχαν να ξεκινήσουν από το επίπεδο της θάλασσας, ν’ ανεβούν μέχρι τα 2700 μέτρα και να ξανακατεβούν στο Λιτόχωρο. Εντυπωσιακός ήταν και ο χρόνος στον οποίο τα κατάφεραν. Οι αθλητές εκείνης της χρονιάς απέδειξαν ότι ήταν δυνατόν να γίνει, κι όταν κάτι αποδεικνύεται δυνατόν, ενθαρρύνει κι άλλους. Αρκούσε να πατηθεί μια φορά η κορυφή του Έβερεστ, αρκούσε να πέσει για πρώτη φορά το μίλι κάτω από τα τέσσερα λεπτά. Σύντομα ακολούθησαν πολλοί.
Ο αριθμός των αθλητών μεγάλωνε με τα χρόνια, για να φτάσει στο ανώτατο επιτρεπτό όριο και να θέσει νέες προδιαγραφές. Οι επίδοξοι, στο εξής, θα κέρδιζαν τη δυνατότητα συμμετοχής τους μέσα από ένα αξιολογικό σύστημα βαθμών, που θα συγκέντρωναν από άλλους αγώνες. Το χρονικό περιθώριο τερματισμού στένεψε και οριστικοποιήθηκε στις 10 ώρες, ωστόσο πάνω από 400 αθλητές, αριθμός αδιανόητος μια δεκαετία πριν, καταφέρνουν κάθε χρονιά να τερματίζουν με επιτυχία. Μπορεί στο εξωτερικό αυτά να είναι κοινός τόπος, αλλά στον τόπο μας ήταν πρωτόγνωρα.
Η νέα εποχή είχε φτάσει για τα καλά.



  Ο αγώνας ξεκίνησε από την τηλεοπτική οθόνη, εισχώρησε στις προοπτικές και στις προσδοκίες γνωστών, εισέβαλε στις σκέψεις και στις πολύωρες προπονήσεις φίλων, ξεδιπλώθηκε στις αφηγήσεις συμμετεχόντων. Αυτοί μετέφεραν τα στοιχεία ενός γεγονότος που φαινόταν να ξεπερνά τα όρια ενός μέσου ανθρώπου. Απ’ όποια πλευρά κι αν τον κοίταζα, έβλεπα έναν αγώνα φτιαγμένο για νέους και ταλαντούχους αθλητές που διέθεταν, εκτός από τα φυσικά προσόντα, μια ισχυρή θέληση να υποβληθούν σε πολύμηνες σκληρές προπονήσεις. Κι όλοι τους, ακόμα κι αυτοί που είχαν πετύχει το στόχο τους, το περιέγραφαν ως κάτι εξαιρετικά δύσκολο.
Τον αγώνα θα τον έβγαζα τελικά, 3 συνεχόμενες χρονιές, μέσα στο χαμηλωμένο όριο των 10 ωρών, έστω και χωρίς ιδιαίτερη άνεση χρόνου. Ωστόσο εξακολουθώ να διατηρώ αρκετές από τις εντυπώσεις της εποχής, όπου για μένα παρέμενε κάτι άφταστο. Επιμένω πως παραμένει σκληρός αγώνας, ακόμα κι αν έχεις την τύχη των ευνοϊκών καιρικών συνθηκών. Απαιτεί ισχυρή θέληση και πολύμηνη προπονητική αφοσίωση. Εφόσον όμως τα κατάφερα εγώ, μπορώ να βεβαιώσω πως αν ο στόχος είναι, απλώς, να τον τερματίσεις έγκαιρα, δεν είναι απαραίτητο να είσαι ούτε ιδιαίτερα νέος, ούτε ιδιαίτερα ταλαντούχος αθλητής.
Η εκρηκτικότητα, η ευλυγισία, η μυϊκή μάζα είναι χαρακτηριστικά συνδεδεμένα με τη νεότητα. Ωστόσο, αν προσέξουμε τον εαυτό μας, μπορούμε να καθυστερήσουμε αρκετά την απώλειά τους και να ζήσουμε μ’ ένα υγιές σώμα, ακόμα και δεκαετίες παραπάνω από όσους το παραμελούν. Στο θέμα της αντοχής τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα. Σ’ έναν απλό μαραθώνιο, κάθε έτος ηλικίας δεν προσθέτει παρά μόνο ένα λεπτό στην τελική επίδοση. Δεν είναι κι άσχημα να κάνεις στα πενήντα σου μόνο δέκα λεπτά παραπάνω απ’ ότι στα σαράντα, πόσο μάλλον που με μια καλύτερη προπόνηση ή τακτική μπορεί να περιορίσεις περισσότερο τη διαφορά. Μένει αυτό που λέγεται ταλέντο.
Όλα τα σώματα δεν είναι ίδια. Ο Γούντι Άλλεν θα δυσκολευόταν να γίνει αρσιβαρίστας. Προσωπικά, δεν νομίζω πως το τρέξιμο είναι το καταλληλότερο άθλημα για το σωματότυπό μου. Έχω την εντύπωση πως θα μου ταίριαζε καλύτερα το κολύμπι. Αλλά μ’ αρέσει πιο πολύ να τρέχω παρά να κολυμπώ. Το να σου αρέσει κάτι αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό τις όποιες σωματικές προδιαγραφές, γιατί σε στέλνει με προθυμία στην προσπάθεια. Και η προσπάθεια αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό το ταλέντο. Δεν αρκεί για να σε κάνει πρωταθλητή, αλλά αρκεί για σου αποφέρει αυτό που αγαπάς.
Όσο κι αν είναι δύσκολος, ο Olympus Marathon, είναι ένας αγώνας που μπορεί να τον τερματίσει ο καθένας. Γιατί στηρίζεται στην αντοχή, που δεν φθίνει εύκολα με τα χρόνια, και στη σκληρή δουλειά, στην οποία μπορεί να υποβάλει τον εαυτό του όποιος το επιθυμεί πολύ. Με επίπονες ώρες στις ανηφοριές, ανεβοκατεβάσματα στις αντιπυρικές ζώνες, σύνολο εβδομαδιαίων χιλιομέτρων, προσαρμογή προγραμμάτων, στέρηση μικροχαρών της καθημερινής ζωής. Όλα αυτά για έναν σκοπό, που μπορεί να φαντάζει αναίτιος, ή πως δεν αξίζει τις θυσίες του. Αν όμως σταθείτε στο τέρμα του αγώνα και δείτε τους αθλητές να περνούν κάτω από το Π, ακόμα κι αυτούς που πασχίζουν στην τελική ευθεία, ενώ το ανελέητο ηλεκτρονικό ρολόι μετρά τα έσχατα δευτερόλεπτα των 10 ωρών, θα νιώσετε κάτι από αυτό που νιώθουν. Και παρ’ όλη την κούραση, την ταλαιπωρία, την αγωνία και την εξάντληση που χαράσσονται στα πρόσωπά τους, δεν θα βρείτε ούτε έναν να σας πει πως ο αγώνας αυτός δεν άξιζε τις θυσίες του.
Όσο για μένα, δεν ξέρω αν θα τον ξανατρέξω. Τρεις φορές, και μάλιστα συνεχόμενες, τις θεωρώ παραπάνω από αρκετές. Υπάρχουν άλλοι αγώνες που ξεφυτρώνουν ολόγυρα καλώντας με σε νέες εμπειρίες, και είναι προτιμότερες από κάτι ήδη βιωμένο. Εξ άλλου, με τις επιδόσεις μου σε φθίνουσα πορεία, είναι θέμα χρόνου να διακινδυνέψω να είμαι εγώ αυτός που θα αγωνιά στην τελική ευθεία, την ώρα που η κλεψύδρα των δευτερολέπτων θα μετρά τους τελευταίους της κόκκους.
Βέβαια, για το δεύτερο, κάτι μπορώ να κάνω. Λίγη παραπάνω ώρα προσεκτικής προπόνησης, λίγη εστίαση σ’ έναν και μόνο σκοπό, λίγο λιγότερες αυθόρμητες συμμετοχές σ’ ό,τι αναρτάται στο αθλητικό καλεντάρι. Για το πρώτο, δεν ξέρω. Αλλά ποτέ δεν πρέπει να λες ποτέ, γιατί ποτέ δεν ξέρεις το αύριο τι φέρνει. Ο αγώνας μπορεί να μην είναι πια μοναδικός, αλλά ένα απλό δέντρο του δάσους που οι νέες εποχές έφεραν. Οι αναμνήσεις μου όμως, όπως και τα κείμενα που γράφονται εξ αιτίας τους, είναι μηνύματα σφραγισμένα και ριγμένα στον ωκεανό, που ευελπιστώ κάποιον να συγκινήσουν, κάποιον να παροτρύνουν, αλλά να συνεχίσουν αέναα το ταξίδι τους. Έτσι, δεν είναι απίθανο κάποια ιδιοτροπία των ρευμάτων να τα επιστρέψει πάλι σε μένα, για να με πάρουν από το χέρι και να με οδηγήσουν κάποιο χάραμα, μαζί με δεκάδες ακόμα συναθλητές μου, στον αρχαιολογικό χώρο του Δίου.