Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Οι ορεινοί αγώνες. 3.


Κίσσαβος. 2010, 2013.
   



   Στην πρώτη του διοργάνωση, το 2010, ο αγώνας στον Κίσσαβο επεφύλασσε έναν Λαρισαϊκό καύσωνα, που είχε ξεφύγει από το επίπεδο του κάμπου κι είχε φτάσει μέχρι το ψηλότερο σημείο του. Ούτε στην κορυφή δεν συναντούσες ελάχιστη απ’ τη γνωστή δροσιά των βουνών. Είμαι τυχερός που δεν μου συνέβη κάτι πολύ κακό σ’ εκείνον τον αγώνα.
Ανεβαίνοντας την τελευταία κι ατέλειωτη ανηφόρα βρισκόμουν στα όρια των παραισθήσεων. Το καταφύγιο που, για δεύτερη φορά στην τότε χάραξη της διαδρομής, έπρεπε ν’ ανεβούμε, κρυβόταν πίσω της κι η δίψα μου έφερνε τρέλα. Ονειρευόμουν ποτάμια και βρύσες να τρέχουν ασταμάτητες. Ήξερα πως η αφυδάτωση επιβραδύνει τη ροή του αίματος, μ’ αποτέλεσμα η προσπάθεια να καθίσταται ολοένα και δυσκολότερη κι αυτή η γνώση μ’ επιβάρυνε ψυχολογικά. Νομίζω πως αν δεν έχεις τη δυνατότητα να κάνεις χρήση των γνώσεων η άγνοια είναι προτιμότερη.
Στην κρίσιμη στιγμή η φωνή έφτασε από το πουθενά, για να προτείνει νερό σε μια ομάδα καταπονημένων αθλητών που μ’ ακολουθούσαν. Δεν επρόκειτο για παραίσθηση. Ήταν μια μοναχική φιγούρα σωτηρίας, που είχε σταλεί εσπευσμένα, με λίγα μικρά μπουκάλια υπό μάλης. Μας είχε προσεγγίσει από κάποιο πλαϊνό μονοπάτι κι είχε βρεθεί λίγο πίσω μου, χωρίς να τον αντιληφθώ. Η πρώτη εξασθενημένη μου κραυγή δεν έφτασε, στη δεύτερη μ’ άκουσε. Τον πλησίασα τρεκλίζοντας, πήρα ένα μπουκάλι και το ήπια μονορούφι. Νομίζω πως εξατμίστηκε αμέσως. Μια δεύτερη ομάδα έκτακτης ανάγκης κατέφθανε, αλλά δεν διέθεταν πολύ νερό, κι εφόσον είχα πιει ήδη αποφάσισα πως δεν δικαιούμαι άλλο μπουκάλι. Αν γινόταν, θα τα έπινα όλα.
Όταν έφτασα στο καταφύγιο σωριάστηκα μισολιπόθυμος σ’ ένα παγκάκι κι έπινα ατελείωτα. Καταλάβαινα πως είχα κάνει αρκετό κακό στον εαυτό μου. Σκεφτόμουν να εγκαταλείψω - η χειρότερη εκτός τραυματισμού εκδοχή μου για έναν αγώνα. Απέμενε μόνο η κατηφόρα, αλλά δεν μπορούσα να σηκωθώ από το παγκάκι, δεν μπορούσα ν’ απομακρυνθώ από τη σκιά. Ήμουν πολύ εξουθενωμένος ακόμα και για να νιώσω ενοχές.
Από την καταληψία με συνέφερε κάποιος ηλικιωμένος βοηθός της διοργάνωσης. Καλά τα σύγχρονα αθλητικά υγρά στους πάγκους, αλλά ας δοκίμαζα και μια παραδοσιακή μέθοδο, πριν παραδώσω το νούμερό μου. Ζήτησε την άδειά μου πρώτα. Του την έδωσα, τι είχα να χάσω; και χωρίς δισταγμό άδειασε ένα κουβά νερό επάνω μου. Το ένιωσα παγωμένο. Δεν ξέρω πόσο επικίνδυνο είναι αυτό για την υγεία όταν ζεματάς, αλλά αισθάνθηκα να ζωντανεύω. Κάτι ξέρουν κι οι παλιοί. Καλά που φορούσα ακόμα το νούμερο. Με γλίτωσε από την εγκατάλειψη κι ολοκλήρωσα τα τελευταία 11 περίπου χιλιόμετρα, κατηφόρα μέχρι τη θάλασσα.
Στην άσφαλτο των τελευταίων μέτρων μπορούσες να τηγανίσεις αυγά. Για μέρες μετά το νερό που έπινα χανόταν. Ο οργανισμός μου ήταν σαν ξερό σφουγγάρι, που το ρουφούσε χωρίς τελειωμό. Η δίψα εκείνη έχει περάσει, αλλά οι αναμνήσεις της μέρας παραμένουν ζωντανές. Κάτι μέσα μου συνεχίζει να είναι διψασμένο και να τις συγκρατεί, όπως το ταλαίπωρο σώμα μου το σωτήριο εκείνο νεράκι.

                                                                  ----------------

Το 2013 το τοπίο είχε αλλάξει, εξωτερικά κι εσωτερικά. Ο αγώνας δεν επέστρεφε στην αφετηρία του, στο παραλιακό Στόμιο, αλλά κατέληγε στο χωριό της Αγριάς. Την αμέσως προηγούμενη και την αμέσως επόμενη Κυριακή υπήρχαν άλλοι δυο αγώνες βουνού για μένα. Έτσι θεώρησα τον Κίσσαβο κατάλληλο για μια δοκιμή, εν είδη μακράς προπόνησης. Κατάλληλο για προσάναμμα παλιών αναμνήσεων, που θα ξυπνούσαν στα γνωστά του μέρη. Κατάλληλο για συνοδεία μιας φίλης που θα δοκίμαζε τις δυνάμεις της.
Πόσο όμορφος είναι ένας αγώνας όταν τον κάνεις με κέφι και για το κέφι σου! Με τη φωτογραφική μηχανή στη θέση του άγχους, την παρέα στη θέση της μοναξιάς, την κουβέντα με τους συναθλητές σου στη θέση της λαχανιασμένης σιωπής, το άκουσμα της φύσης στη θέση των τρελών χτύπων της καρδιάς. Και την απόλαυση των φυσικών δυνάμεων που μοιάζουν ανεξάντλητες, όταν φροντίζεις να τις διατηρείς, αντί να τις σπαταλάς στο κυνήγι κάποιου χρόνου. Οι 4,5 ώρες του Παγγαίου, την προηγούμενη εβδομάδα, με είχαν αφήσει μισολιπόθυμο, ενώ οι πρώτες 4,5 ώρες του Κίσσαβου, όλη η ανηφόρα δηλαδή, δεν μου φάνηκαν τίποτα παραπάνω από μια συναρπαστική βόλτα. Το συννεφάκι στον ουρανό έκανε δουλειά σ’ αυτό το πρώτο μέρος. Μετά,  η ολοκληρωτική αλλαγή του τοπίου.
Αλλά όχι της διάθεσης. Η κατάβαση από την κορυφή διαδραματίζεται πάνω σ’ ένα διαφορετικό πλανητικό τοπίο με σκόρπιες σαθρές πλάκες που απαιτούν ισορροπία. Όταν τελειώσει, ο δρόμος δεν  στρίβει δεξιά, όπως την πρώτη χρονιά, αλλά αριστερά, πρώτα μέσα σ’ ένα γοητευτικό δάσος και μετά….
…μετά ο Κίσσαβος έχει μείνει πίσω. Από το σημείο εκείνο ένιωθα σαν να είχα μεταφερθεί απότομα σε κάποιον διαφορετικό αγώνα. Ξερό, αλλά όχι αδιάφορο τοπίο. Ακολουθεί κακοτράχαλο μονοπάτι διαρκείας, όσο κακοτράχαλο γίνεται. Τυραννία για τις πατούσες και η ζέστη ν’ ανεβαίνει ανυπόφορα. Αλλά τώρα το ήξερα το κόλπο.
Ο τόπος που έχει νερά είναι ευλογημένος. Κι εδώ είχε. Βρύσες, πηγές, λάστιχα. Σύντομο λούσιμο κι ο κόσμος γίνεται καλύτερος. Στον τερματισμό, χέρι - χέρι με την Άννα. Πρώτη, από τις ελάχιστες γυναίκες που ξεκίνησαν. Ο Κίσσαβος πουθενά. Αλλά αυτό μοιάζει τόσο πολύ μ’ αυτό που μας αρέσει. Να ξεκινάμε από κάπου και να μπορούμε να συνεχίζουμε στο πουθενά.

                                                         -----------------

Έχω ακούσει πως οι γυναίκες των αγώνων εμφανίζουν επιθετικό χαρακτήρα, απότομη συμπεριφορά, επιθυμία επιδόσεων και διακρίσεων. Πως είναι ανάλογα ανταγωνιστικές και σύμφωνες με το αντίστοιχο αντρικό στερεότυπο. Η εμπειρία μου δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο. Οι γυναίκες που έχω γνωρίσει και, πολλές φορές, τρέξει μαζί τους σε αγώνες, δεν είναι έτσι. Ίσως δεν πέτυχα το κατάλληλο δείγμα γυναικών, ωστόσο αυτό με το οποίο συναντήθηκα είναι αρκετά μεγάλο και στατιστικά θα μπορούσε ν’ ανατρέψει τα παραπάνω. Καθόλου. Αντίθετα, όλες τους ήταν προικισμένες με στοιχεία που χαρακτηρίζονται θετικά. Όλες τους φιλικές. Φιλοσοφημένες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αγωνιστικές και καρτερικές. Επίμονες και χαμογελαστές, ακόμα και στις δυσκολίες. Μόνο μία από αυτές θα ξεχώριζα, η οποία στη διάρκεια των αγώνων είχε το μάτι της τίγρης, μόλο που στους αγώνες και ως μετεωρίτης εμφανίστηκε και ιδιαίτερη άποψη για χρόνους κι επιδόσεις δεν είχε. Όμως σ’ αυτή της τη στάση δεν κρυβόταν κάποιο είδος εχθρότητας, παρά μόνο η αντίληψη του νοήματος που γι’ αυτήν είχε ένας αγώνας.
Αν επέλεγε το τρέξιμο θα έγραφε ιστορία. Αλλά ακόμα και η μικρή αυτή που έγραψε προορίζεται για κάποιο άλλο κεφάλαιο. Εγώ επανέρχομαι στο παρόν. Μολονότι, λοιπόν, πιστεύω πως όλες οι γυναίκες που έχω γνωρίσει στους αγώνες θα άξιζαν να βραβευτούν, και πολλές άλλωστε το έχουν καταφέρει, καμιά τους δεν έτρεχε μόνο γι’ αυτό. Οι περισσότερες δεν είχαν καν την αίσθηση πως αξίζουν βράβευση. Εγώ έχω την αίσθηση πως όλοι οι δρομείς αξίζουν κάποιο είδος βράβευσης.
Η Άννα θεώρησε πως όφειλε να μοιραστεί μαζί μου το βραβείο, πως έπρεπε ν’ ανέβω κι εγώ μαζί της στο βάθρο. Έχω ξεχάσει πως είναι το βάθρο, αλλά δεν θα το ήθελα έτσι. Ούτε οι διοργανωτές θα το ήθελαν έτσι, υποθέτω. Όσο κι αν βοηθάς κάποιον, τον αγώνα τον βγάζει με τα δικά του, όχι τα δικά σου πόδια.
Εμένα μου αρκεί που ανεβαίνω σ’ άλλα βάθρα. Βάθρο είναι ο κάθε αγώνας που τερμάτισα. Η κάθε κορυφή βουνού που στάθηκα. Ο κάθε άνθρωπος που εν γνώσει ή εν αγνοία μου βοήθησα. Αυτός που έσπευσε να μου συστηθεί. Αυτός που εμπνέεται από τα λόγια μου. Ο άγνωστος δρομέας, στα 100χλμ. της Ψάθας, που με σταμάτησε για να μ’ ευχαριστήσει κι έβγαλε τον αγώνα, ενώ εγώ απέτυχα στο παραλίγο. Θυμώνω που δεν συγκράτησα τ’ όνομά του, γιατί η κουβέντα του ήταν το βάθρο στο οποίο μ’ ανέβασε εκείνη τη μέρα, και του χρωστώ ευγνωμοσύνη γι’ αυτό.
Το τρέξιμο είναι μια απλή διαδικασία. Το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, εναλλάξ. Τόσο απλό. Όμως, τις χιλιάδες φορές που έχω τρέξει, σε προπόνηση ή σε αγώνες, δεν θυμάμαι ούτε μια φορά που το τρέξιμο να ήταν μόνο αυτή η απλή εναλλαγή ποδιών. Ποτέ το τρέξιμο δεν ήταν μόνο τρέξιμο για μένα.
Στο τρέξιμο, στα βουνά και στους δρόμους, γνώρισα κι εδραίωσα τις φιλίες μου, καταστάλαξα τις σκέψεις μου, κυνήγησα τον εαυτό μου, άνοιξα τις πόρτες της διάθεσής μου, έβγαλα το απόσταγμα του χαρακτήρα μου. Αυτά τα κείμενα τα γράφω τρέχοντας. Στον υπολογιστή, απλώς, πληκτρολογώ χαρακτήρες, επιλέγω λέξεις, φροντίζω το συντακτικό.
Και στο κείμενο αυτό αποχαιρετώ τον Κίσσαβο κι όλες τις καλές και τις κακές στιγμές του. Εδώ κάποιο σκοτεινό βράδυ, λίγο έξω από το καταφύγιο, με τη χαλάρωση της άφιξης, γύρισε ο αστράγαλος και το κρακ ακούστηκε μακριά. Το ίδιο βράδυ έμαθα τι είναι mesulid και τι θα πει ακινησία. Δυο μήνες δύσκολοι, από ένα γελοίο ατύχημα, ένα τίποτα από το τίποτα, κάτι που σε κάνει να θέλεις να γυρίσεις πίσω το ρολόι, ένα λεπτό μόνο, ίσα για να ρυθμίσεις ελάχιστα τη μοίρα. Αλλά δεν μπορείς. Και δεν κάνει ούτε να διαμαρτύρεσαι, γιατί ξέρεις πως όταν η μοίρα δυστροπεί μπορεί να φερθεί και πολύ χειρότερα στους ανθρώπους.
Αποχαιρετώ τον Κίσσαβο, στον οποίο παλαιότερα πέρασα τόσες όμορφες στιγμές, ορειβατώντας με τους φίλους μου. Σας έχω πει πως η παρέα μου είναι η καλύτερη του κόσμου; Όχι, ε; Είναι. Όπως κι η δική σας. Και οι φίλοι μου, οι καλύτεροι του κόσμου. Όπως κι οι δικοί σας. Υπήρξα τυχερός άνθρωπος, μέχρι τώρα τουλάχιστον.
Η Άννα Μαρία Παπαιωάννου.
Κι αποχαιρετώ και τον Κίσσαβο αυτού του αγώνα. Μου μένουν οι φωτογραφίες που έβγαλα στη διαδρομή για να τον θυμάμαι. Από τους συναθλητές μου, από τους πολυπληθείς, χαμογελαστούς και πρόθυμους εθελοντές του. Από την Άννα της προσπάθειας, της εξάντλησης των τελευταίων καυτών χιλιομέτρων, της απονομής. Κι αυτό είναι. Λίγο μετά ο Κίσσαβος δεν φαίνεται πια, πήρα τον αριστερό δρόμο και τον άφησα πίσω μου. Μάλλον οριστικά. Μοιάζει σαν να μην υπήρξε ποτέ, παρά μόνο σαν αφορμή. Σαν ευκαιρία. Σαν δυνατότητα για ένα ακόμα κεφάλαιο της ζωής μου, που δεν έπρεπε ν’ αφήσω κενό.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου