Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Με την παλάμη στο μέρος της καρδιάς.



Βοστόνη, 15/4/2013.  In memoriam.


Η μεγαλύτερης διάρκειας ίωση που με βρήκε ποτέ, μου στέρησε τη συμμετοχή μου στον φετινό μαραθώνιο του Μ. Αλεξάνδρου. Μοιάζει κακοτυχία, καθώς ήρθε παραμονές αγώνα, αλλά μάλλον δεν ήταν και τόσο, αφού οποιαδήποτε στιγμή κι αν ερχόταν κάποιο αγώνα θα μου χαλούσε. Μου χάλασε όμως έναν ιδιαίτερο. Έναν που θα έτρεχα φορώντας το μαύρο σημάδι της θλίψης, εγώ, που υπήρξα πολέμιος μιας συνήθειας που γέμιζε κάποτε τις πόλεις μας με μαυροφορεμένες γυναίκες, κι άντρες μ’ ένα αντιαισθητικό περιβραχιόνιο, ακαλαίσθητο δείγμα πένθους, που οι κοινωνικές συνθήκες το απαιτούσαν, έστω και υποκριτικό.
Έτσι βρέθηκα μεν στον αγώνα, αλλά ως θεατής, να χειροκροτώ τους αθλητές και να φωτογραφίζω τους φίλους μου, στο ύψος της πλατείας Αριστοτέλους, λίγο πριν από την αψίδα του τελευταίου χιλιομέτρου. Και το παράπονο που έβγαινε από μέσα μου έφευγε γρήγορα. Το να παρακολουθώ και να ενθαρρύνω αθλητές αποδείχτηκε περισσότερο συναρπαστικό απ’ όσο πίστευα. Δεν θα το μάθαινα ποτέ, εάν μπορούσα να τρέξω. Εκτός αυτού σκεφτόμουν πως το τραγικό γεγονός που είχε διαδραματιστεί 6 μέρες πριν, είχε καταδικάσει πολλούς ανθρώπους σαν και μένα, όχι απλώς να μην μπορέσουν να ξανατρέξουν, αλλά ούτε καν να περπατήσουν στην υπόλοιπη ζωή τους. Έτσι αισθανόμουν πως, αν δεν κατέπνιγα το παράπονό μου, μια σπρωξιά από ένα αόρατο χέρι θα με πετούσε στη θάλασσα που βρισκόταν λίγα μέτρα πίσω μου.
Λόγω της ίωσης ήμουν αρκετά ζαλισμένος και στις 3 ώρες ορθοστασίας μου ξέφυγαν πολλοί γνωστοί. Κάποιοι άλλοι με πέτυχαν ανέτοιμο, (γιατί οι φωτογραφικές μηχανές κλείνουν από μόνες τους;), κι άλλοι με ανάγκασαν σ’ ένα κοπιαστικό σπριντ, αναγκαίο για να τους προφτάσω πριν απομακρυνθούν οριστικά.
Όταν δεν έβγαζα φωτογραφίες, χειροκροτούσα. Αποδείχτηκε πως το καταφέρνω επί μακρόν και παρατεταμένα, παρά την έλλειψη εκπαίδευσης που, ως μη οπαδός κόμματος ή ομάδας, έχω στερηθεί. Οι περισσότεροι δρομείς, ακόμα και οι πλέον κουρασμένοι, ανταποκρίνονταν, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Ίσως το χειροκρότημά μου να ήταν και το πρώτο που τους προϋπαντούσε στη λεωφόρο, μικρό προοίμιο απ’ αυτό που τους περίμενε λίγα μέτρα παραπέρα.
Κάποιοι χαμογελούσαν. Κάποιοι ανταπέδιδαν παρόμοια. Μια άγνωστη κοπέλα άπλωσε το χέρι της για να συναντηθεί με το δικό μου σ’ ένα και μοναδικό παλαμάκι. Και κάποιοι διέγραφαν μια απλή κίνηση. Έφερναν την παλάμη τους ν’ ακουμπήσει ελαφριά στο μέρος της καρδιάς, σε μια εκφραστική δήλωση ευγνωμοσύνης, που την εκλάμβανα κι ως δείγμα μιας αμοιβαίας επαφής.
Ήμουν ξανά έξω στον κόσμο, μετά από μια εβδομάδα κρεβατωμένου βίου. Στη διάρκειά της είχαν συμβεί τα γεγονότα της Βοστόνης, γεγονότα τα οποία θα με έκαναν να νιώθω ανήμπορος, ακόμα κι αν δεν ψηνόμουν στον πυρετό. Οι φωτογραφίες και οι ιστορίες των ανθρώπων εκεί μου ήταν τόσο οδυνηρές, που δεν θα ξαφνιαζόμουν αν κάποιος ειδικός γνωμάτευε πως επιδείνωσαν την κατάστασή μου. Καμιά θλίψη δεν παραμένει ίδια όταν τρέχεις, αλλά τώρα δεν ήμουν σε θέση να πάρω αυτό το γιατρικό. Παρέμενα ξαπλωμένος, αναζητώντας κι επικοινωνώντας, με το φορητό υπολογιστή στα γόνατα και το κεφάλι ανασηκωμένο στα μαξιλάρια. 
Η αντίδραση του ελληνικού λαού στα γεγονότα της Βοστόνης σε καμιά περίπτωση δεν ήταν ανάλογη  της 11ης Σεπτεμβρίου. Τότε η χαρά των συμπατριωτών μας είχε μετρηθεί δεύτερη παγκοσμίως. Μόνο οι Πακιστανοί μας ξεπέρασαν. Ούτε καν οι Αφγανοί ή οι Παλαιστίνιοι. Έτσι είναι, ο αδικημένος με τους αδικημένους ταυτίζεται. Παρά την τεράστια αλλαγή όμως, ακόμα και τώρα, δεν έλειψαν οι περιπτώσεις όπου η αυθόρμητη θλίψη βρέθηκε υπόλογη, απέναντι σε άτομα με υψηλό πήχυ συνείδησης και εισαγγελικό ύφος, από τα οποία, για να λάβεις άδεια θλίψης, όφειλες πρώτα να καταθέσεις την οδύνη σου για το Ιράκ, το Αφγανιστάν και την Παλαιστίνη. (Ευτυχώς το περιορίζουν γεωγραφικά, και δεν σε επιβαρύνουν π.χ. με τη Σρεμπρένιτσα ή τους εμφύλιους της Αφρικής). Υπήρξαν κι άλλοι που το έθεσαν διαφορετικά. Τόσα εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα, γιατί να κλαίμε μόνο για όσους έχουν την τύχη της φωτογραφικής κάλυψης του δράματός τους; Έλα ντε!
Η πρώτη μου αντίδραση στις συζητήσεις ήταν να βεβαιώσω τους εισαγγελείς πως κλαίω για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, οπότε έχω το δικαίωμα να κλάψω και για την Βοστόνη. Οι περισσότεροι δεν μου απάντησαν κι έτσι θεωρώ πως έχω τη σιωπηλή τους άδεια, εκτός κι αν εξετάζουν ακόμα την υπόθεσή μου, ανάμεσα σε πολλές άλλες. Όμως το περιστατικό αυτό, σε συνδυασμό με την ίωση, μου προσέφερε αρκετές ελεύθερες ώρες πυρετώδους σκέψης και μια ευκαιρία περαιτέρω ανάγνωσης του εαυτού μου, επάνω στον οποίο όπως φαίνεται έχω λύσει τα δύσκολα, αλλά παραμέλησα τα εύκολα.
Λυπάμαι, αλλά θα ήθελα να αναιρέσω την αρχική μου κατάθεση. Ελπίζω να μην σοκαριστούν οι εισαγγελείς από την καινούργια, αντίθετα, ας το δουν ως δικαίωση των υποψιών τους για το άτομό μου: Όχι. Δεν κλαίω για όλους τους ανθρώπους. Πόσο μάλλον δεν κλαίω το ίδιο για όλους τους ανθρώπους. Αν ήμουν θεός δεν θα υπήρχε λόγος να κλαίει κανένας για κανέναν, αλλά, επαναλαμβάνω για να δεσμευτώ πάνω σ' αυτό, δεν κλαίω για όλους τους ανθρώπους. Οι ίδιοι προφανώς το κάνουν, (αναρωτιόμουν γιατί τα μάτια τους είναι διαρκώς κόκκινα), αλλά εγώ είμαι ιδιαίτερα ανάλγητο άτομο. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές κάπου σκοτώνονται άνθρωποι, αλλά εγώ ο αναίσθητος συνεχίζω να γράφω σαν να μην τρέχει τίποτα. Στη διάρκεια του βραδινού μου ύπνου πεθαίνουν εκατομμύρια, αλλά εγώ το πρωί ξυπνάω με τις δικές μου έννοιες. Ζώον κανονικό. Οι γνήσιοι ανθρωπιστές, σίγουρα, κλαίνε κάθε πρωί. Όχι; Εντάξει, ένα πρωί κάθε μήνα. Όχι; Κάποια πρωινά το χρόνο; Ούτε; Δεν μπορεί.
Θεωρώ πως ό,τι κακό έχουμε πάθει ως λαός οφείλεται στο ότι συνηθίζουμε να τοποθετούμε το συναίσθημα πάνω από τη λογική, ακόμα και για πράγματα που δεν αντιμετωπίζονται συναισθηματικά. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο θέμα, με συλλαμβάνω πράττοντας το αυτό. Η απάντηση πως κλαίω για όλους τους ανθρώπους του κόσμου ήταν αυθόρμητη, αφού ξέρω πως για κανέναν άνθρωπο δεν επιθυμώ κακό, εκτός αυτών που επιθυμούν το κακό των ανθρώπων. Οπότε από μια άποψη υπήρξα ειλικρινής δηλώνοντας αρχικά κάτι τέτοιο. Και ίσως δεν θα το σκεφτόμουν παραπάνω αν δεν με ταρακουνούσαν οι εκρήξεις, όχι της Βοστόνης, αλλά οι άλλες, λίγες μέρες αργότερα, σ’ ένα εργοστάσιο στο Τέξας. Τα θύματα ήταν πολίτες της ίδιας χώρας. Μέτρησαν απείρως περισσότερους νεκρούς και τραυματίες. Κι όμως, καθώς οι μέρες περνούσαν, συλλάμβανα τον εαυτό μου να θρηνεί ακόμα για τη Βοστόνη. Θα ξεχάσω το Τέξας, όπως έχω ξεχάσει δεκάδες τραγωδίες, αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ τη Βοστόνη.
Δεν νομίζω πως υπάρχει κάποιος που μέσα σε μια συμφορά, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για τους δικούς του ανθρώπους. Αν υπάρχει θα μοιάζει με τις εξαϋλωμένες μορφές των αγίων του Ελ Γκρέκο. Την τελευταία φορά που συνάντησα τέτοια μορφή ήταν πριν 10 χρόνια, σε μια σκήτη στο Άγιο Όρος. Η πρώτη είδηση, πως οι Έλληνες αθλητές είναι καλά, προσέφερε σ' όλους μας ανακούφιση. Ανακούφιση, ανάμεσα σε φωτογραφίες αιμόφυρτων κι ακρωτηριασμένων ανθρώπων. Μα, τόσο κτήνη είμαστε;
Όχι, φυσικά. Ήταν μια απόλυτα φυσιολογική αντίδραση. Πως θα ήταν ο κόσμος μας αν κάθε μέρα όλοι μας θρηνούσαμε για όλους; Είναι οι δικοί μας άνθρωποι αυτοί που μας νοιάζουν περισσότερο. Οι κοντινοί μας. Αυτοί με τους οποίους μας συνδέουν κοινά πράγματα. Αυτοί που μοιάζουν με μας και μ’ αυτούς που αγαπάμε.
Έτσι, στη Βοστόνη, κλαίω για τους δικούς μου ανθρώπους. Γιατί οι μαραθωνοδρόμοι είναι δικοί μου άνθρωποι. Όσοι στέκονται στους δρόμους και με βοηθούν στην προσπάθειά μου όταν τρέχω, είναι δικοί μου άνθρωποι. Στο παιδί που σκοτώθηκε περιμένοντας τον πατέρα του βλέπω το δικό μου παιδί που με περιμένει να τερματίσω το μαραθώνιο του Μιλάνου. Ο εθελοντής της Βοστόνης είναι αυτός που άπλωσε το χέρι για να μου δώσει νερό.
Κι όχι μόνο. Ως εθελοντής κι εγώ, δικούς μου αισθάνομαι κι όσους έσπευσαν να δώσουν αίμα, με αποτέλεσμα, παρά τις τεράστιες ανάγκες, τα νοσοκομεία να πάψουν να δέχονται άλλο. Δικοί μου είναι οι χιλιάδες άνθρωποι, που προσέφεραν τα σπίτια τους στους μαραθωνοδρόμους και στις οικογένειες τους. Οι χιλιάδες που προσέφεραν τρόφιμα, ρουχισμό, μεταφορικά μέσα. Αυτοί που ρωτούσαν τους μαραθωνοδρόμους αν χρειάζονται δωμάτιο, διαμονή, γεύμα. Ο τραγικός άνδρας με το καουμπόικο καπέλο, που έφτιαχνε επιδέσμους με τα ρούχα του. Δικοί μου, όλοι όσοι έδρασαν παρόμοια.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Ξέρω πως αυτοί που έκαναν το κακό δεν διεκδικούσαν τίποτα. Το μυαλό τους δεν το οδήγησε το μίσος για την Αμερική. Το οδήγησε το μίσος για τη ζωή. Τη δική μου ζωή. Το μίσος για τον τρόπο της ζωής μας. Τον τρόπο της δικής μου ζωής. Το μίσος τους για τη χαρά, το γέλιο, τα χρώματα των ρούχων μας, το θέατρο, το τραγούδι, το χορό, το παιχνίδι, τους ευτυχισμένους ανθρώπους, τον έρωτα, τα ζευγάρια που περπατάνε αγκαλιά. Δεν ήταν η εξωτερική αλλά η εσωτερική καταπίεση, που οι ίδιοι αποδέχτηκαν να μαυρίσει τη ψυχή τους.
Κι επίσης γνωρίζω πως οι παραπάνω εισαγγελείς δεν νοιάζονται για κανένα από τα θύματα του κόσμου. Δεκάρα δεν δίνουν για την Παλαιστίνη και το Ιράκ, ελάτε τώρα, δεν ψωνίζω από αυτό το μαγαζί. Κι έτσι δεν χρειάζομαι την άδεια κανενός για να κλάψω ελεύθερα τους δικούς μου ανθρώπους, όπως ελεύθερα κι αυτοί μπορούν να χαίρονται για τους θανάτους που ικανοποιούν τα απωθημένα τους.
Ξαναγυρνώ στην Λεωφόρο Νίκης όπου βλέπω μια γνωστή μορφή να πλησιάζει. Είναι ο Κώστας, ένας σπουδαίος αθλητής και διαδικτυακός μου φίλος. Με τον Κώστα διατηρούμε μια αμοιβαία εκτίμηση, μολονότι οι πολιτικές μας απόψεις βρίσκονται στους αντίποδες. Αν σας ενδιαφέρει να ενημερωθείτε για τις πολιτικές μου θέσεις πάνω σ’ οποιοδήποτε  ζήτημα, ρωτήστε τον Κώστα για τις δικές του και μετά κάντε πλήρη μεταβολή και κοιτάξτε απέναντι. (Υποθέτω πως με τον ίδιο τρόπο μπορεί, όποιος με γνωρίζει, να ενημερωθεί για τις πολιτικές θέσεις του Κώστα). Ωστόσο, σε αντίθεση με τους προηγούμενους, τον θεωρώ καλοπροαίρετο και κάποια πράγματα που αναγνωρίσαμε ο ένας στον άλλον έθεσαν τις διαφορές των αντιλήψεών μας σε δεύτερη μοίρα. Άλλωστε στην ιστοσελίδα μου φροντίζω να διατηρώ μόνο όσα με ενώνουν με τους ανθρώπους κι όχι όσα με χωρίζουν από αυτούς, γι’ αυτό και κανένα από τα κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα που κατά καιρούς αναρτώ δεν το αφήνω εκεί παραπάνω από λίγες μέρες.
Ο Κώστας Παλάντζας.
Τον φώναξα με το μικρό του όνομα, καθώς πλησίαζε από την απέναντι πλευρά του δρόμου. Έβγαλα μια φωτογραφία του. Γιατί δεν έβγαλα και μια δεύτερη μ’ αυτό που ακολούθησε; Ίσως γιατί όσο κι αν νομίζεις πως τίποτα πια, πάντα κάτι θα βρεθεί να σε ξαφνιάσει.
Σταμάτησε για λίγο και στράφηκε προς το μέρος μου. Σήκωσε το χέρι που κρατούσε αυτό που είχε ξεκολλήσει από τον ιδρώτα και μου το έδειξε. Ήταν το μαύρο σημάδι της θλίψης και του ερωτήματος που δεν θα απαντηθεί ποτέ. Οι διοργανωτές του μαραθωνίου το είχαν, προαιρετικά, μοιράσει στους αθλητές. Λίγες στιγμές. Μετά συνέχισε να τρέχει.
Δεν τον θυμόμουν να συμμετέχει, με το γνωστό του παθιασμένο λόγο, στις διαδικτυακές συζητήσεις για το αν πρέπει ή όχι να φορεθεί το μαύρο σημάδι, ούτε έτυχε να συναντήσω τις θέσεις του, που κακώς θεωρούσα δεδομένες, ή τουλάχιστον επισφαλείς, πάνω στο θέμα της βομβιστικής επίθεσης. Ίσως δεν έψαξα αρκετά. Επίσης, βλέποντάς τον ν’ απομακρύνεται προς τον τερματισμό, με τη θολωμένη μου σκέψη προσπαθούσα να καταλάβω γιατί, ειδικά σε μένα, απεύθυνε αυτήν τη χειρονομία. Δεν ήξερε πως θα ήμουν εκεί, άρα ήταν κάτι που του ήρθε αυθόρμητα, χωρίς να το σκεφτεί.
Τώρα που ο πυρετός έχει καταλαγιάσει κι αισθάνομαι αρκετά καλύτερα νομίζω πως μπορώ να φτάσω σε κάποια ασφαλή συμπεράσματα. Δεν θέλω να τον ρωτήσω για να τα επιβεβαιώσω, αν κάνω λάθος ας μείνω μ’ αυτό. Σκέφτομαι, λοιπόν, πως με τη χειρονομία του ο Κώστας ήθελε να μου υποδείξει ότι συναντηθήκαμε. Ότι κακώς θεώρησα δεδομένο πως κάτι τέτοιο θα μας βρει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Ότι μαζί μ’ εμένα πενθεί κι αυτός για τους δικούς μας ανθρώπους. Ότι απέναντι στα συναισθήματα καμιά ιδεολογία δεν μπορεί να υψώσει φράγμα. Γιατί τα πραγματικά συναισθήματα δεν χρειάζονται λόγους, ούτε προφάσεις για να φανερωθούν. Δεν χρειάζονται την άδεια εισαγγελέων, ούτε καν τη δικιά μας. Ούτε που μπαίνουν στον κόπο να μας ρωτήσουν.
Κι έτσι καταλήγω πως ήταν καλύτερα που δεν φωτογράφισα τη σκηνή. Αν το έκανα θα μετέτρεπα σε επιτηδευμένο κάτι αυθόρμητο. Βλέποντάς τον όμως ν’ απομακρύνεται προς το τελευταίο χιλιόμετρο του αγώνα του, λυπήθηκα που δεν κατάφερα κι εγώ ν’ ανταποδώσω με κάτι ανάλογα αυθόρμητο. Κάτι που θα αντέγραφε το νόημα της δικής του χειρονομίας. Κάτι που θα κατάφερνε να αντικαταστήσει κάθε κουβέντα ή επιχείρημα. Κάτι που με την παγκόσμια γλώσσα του σώματος θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα από κάθε λόγο ένα κοινό συναίσθημα. 
Μια απλή κίνηση που θα έφερνε την παλάμη μου ν’ ακουμπήσει ελαφρά προς το μέρος της καρδιάς.

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 3.




Μ. Αλέξανδρος. 2009, 2010, 2012.

   Η πρώτη διοργάνωση του μαραθωνίου Μέγας Αλέξανδρος, τον Απρίλιο του 2006, με βρήκε εκτός της δρομικής κοινότητας. Είχα απομακρυνθεί από αυτά, οριστικά νόμιζα. Έκανα λάθος. Ή έκανα σωστά που δεν παρέμεινα έξω. Η τρίτη του διοργάνωση, στις 20 Απριλίου του 2008, με βρήκε στη Ζυρίχη, στη συμμετοχή μου σ’ έναν ιδιαίτερα άτυχο μαραθώνιο. Τόσο άτυχο που αυτή η απόπειρα επανόδου μου, παραλίγο να οριστικοποιήσει την απομάκρυνσή μου. Αλλά, ευτυχώς, πάλι κατέληξα στο σωστό.
Είχα τραβήξει τα πάνδεινα στη Ζυρίχη. Η βεβιασμένη και υπεραισιόδοξη απόπειρά μου κατέληξε σε σύγκρουση με το διαβόητο ‘τοίχο’ κι όλα τα δυσάρεστα επακόλουθά του. Στο ξενοδοχείο, το ίδιο μεσημέρι, ξαπλωμένος σ’ ένα από τα ωραιότερα στρώματα που μου έχουν τύχει ποτέ, επικοινωνούσα με το κινητό, για να αφηγηθώ τα πάθη μου, και ν’ ακούσω τις κακοτυχίες των φίλων μου δρομέων, που το ίδιο πρωί είχαν τρέξει στο μαραθώνιο της συμπρωτεύουσας.
Ήταν πολλοί. Όσοι σχεδόν Καβαλιώτες μπορούσαν να τρέξουν μαραθώνιο, επέλεξαν τον Μ. Αλέξανδρο για εκείνη τη μέρα. (Αντίστοιχη κινητοποίηση θα γινόταν μόνο για την κλασική διαδρομή, στην ιστορική επέτειο των 2.500 χιλιάδων χρόνων από τη μάχη του Μαραθώνα, το 2010). Το μετάνιωσαν οικτρά.
Τις ημέρες εκείνες τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην συμπρωτεύουσα – κάπως έτσι θα το έθετε ο έτερος νομπελίστας μας. Εκτός από την υπερβολική για την εποχή ζέστη, μια κόκκινη σκόνη, που οι άνεμοι ξεσήκωσαν από τις ερήμους της Αφρικής και την μετέφεραν μέχρι τα μέρη μας, έκανε δύσκολη τη ζωή ακόμα και των δρομέων που κατάγονταν από εκείνη την ήπειρο. Η έναρξη του αγώνα καθυστέρησε, διότι έπρεπε πρώτα να ολοκληρωθεί η θεία λειτουργία. Μετά, να εκφωνηθούν οι λόγοι των επισήμων. Η άνοδος της θερμοκρασίας δεν είχε ιδιαίτερο κόστος γι’ αυτούς, αλλά οι δρομείς που βρέθηκαν να τρέχουν το καταμεσήμερο το πλήρωσαν με λιποθυμίες, αφυδατώσεις, εγκαταλείψεις και, φυσικά, την παντελή αποτυχία όλων των χρονικών τους στόχων. Επιπλέον, η διαδρομή τους φάνηκε έρημη και άχαρη. (Είναι όντως, ακόμα κι όταν δεν συνοδεύεται από την κατάρα του Φαραώ). Ολοκληρώνοντας τα τελευταία τους χιλιόμετρα, μέσα στην Θεσσαλονίκη, η αίσθηση πως αποτελούσαν ξένο σώμα για την πόλη ολοκλήρωσε το κακό. Ορκίστηκαν πως δεν θα ξαναπάνε κι αρκετοί κράτησαν τον όρκο τους αρκετά. Πολλές αθλητικές φιλοδοξίες θάφτηκαν εκείνη τη μέρα κάτω από ένα στρώμα κόκκινης σκόνης.
Ακούγοντας τις φοβερές περιγραφές, αν κι εντελώς απογοητευμένος από τον αγώνα μου στη Ζυρίχη, αισθάνθηκα προνομιούχος. Η δικιά μας εκκίνηση είχε δοθεί ακριβώς στην προκαθορισμένη ώρα. Όταν το ελβετικό ρολόι έδειξε πως απομένει μισό λεπτό για την έναρξη, ξεκίνησε από τα μεγάφωνα η αντίστροφη μέτρηση. Δεν περιμέναμε το σχόλασμα της Κυριακάτικης λειτουργίας, ούτε εμφανίστηκαν επίσημοι να μας μιλήσουν για τον Γουλιέλμο Τέλο. Ήταν ένας κανονικός διεθνής μαραθώνιος.
Κάθε λαός και τα προβλήματά του. Υπαρκτά και φανταστικά. Στον μαραθώνιο της Θεσσαλονίκης, θέλω να πηγαίνω, παρ’ όλες τις αδυναμίες του. Και πηγαίνω με μια εντελώς διαφορετική από την πρότερη νοοτροπία μου, η οποία και θα με συνοδεύει στο εξής.
Ό,τι μπορούσα σε χρόνους το είχα καταφέρει κάποτε. Δυσκολεύτηκα, αλλά το πήρα απόφαση πως δεν γινόταν να ξαναφτάσω τον παλιό μου εαυτό. Ακόμα και οι γρήγορες προπονήσεις μου προκαλούν, πλέον, τραυματισμούς. Ένα νέο και συναρπαστικότερο, όμως, πεδίο ανοιγόταν μπροστά μου. Μια ακαταμάχητη πρόκληση. Όχι πόσο γρήγορα, αλλά πόσο μακριά μπορώ να φτάσω. Όχι πόσο σβέλτος είμαι σε έναν, αλλά από πόσους αγώνες μπορώ να αντλήσω χαρά, εμπειρίες, γνωριμίες.
Λίγες ώρες πριν την έναρξη του Μ. Αλεξάνδρου του 2009 είχα ολοκληρώσει τον πρώτο αγώνα 23 χιλιομέτρων της Σφενδάμης. Το 2010 τον στρίμωξα ανάμεσα στους μαραθωνίους του Μιλάνου και του Ντίσελντορφ. Ήταν κάτι σαν στοίχημα με τον εαυτό μου. Ένα στοίχημα που με γέμιζε με γλυκιά ένταση, αντί για το ψυχοφθόρο άγχος που με κατέτρωγε κάποτε, πριν από τους αγώνες.
Παρακολούθησα το σύντομο τελετουργικό της έναρξης, του 2009, στην Πέλλα. Πολιτικοί και παράγοντες έβγαζαν λόγους που κανείς δεν άκουγε. Φαντάζομαι πως, ως χορηγοί, ίσως είχαν κάθε δικαίωμα, αλλά θα προτιμούσα ν’ αποποιούνταν ή να έκαναν πιο μετρημένη χρήση του δικαιώματος. Στην αρχαιότητα οι αγώνες τελούνταν προς τιμήν ηρώων και σε πρώτη ανάγνωση δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να αναβιώνει η παράδοση. Διατηρώ όμως την εντύπωση πως αυτό που γίνεται δεν έχει να κάνει με απόδοση τιμής, αλλά με την εκδήλωση μιας ανασφάλειας, που ταλανίζει όσους λαούς δεν έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Εμείς δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, αισθανόμαστε αβέβαιοι στο παρόν, γι’ αυτό και στρεφόμαστε πίσω. Δεν περιποιούμαστε τιμή, αναζητούμε δεκανίκι. Καλύτερα να πρωτεύαμε στα έργα και ν’ αφήναμε τις ανούσιες μεγαλοστομίες στους ανερμάτιστους βόρειους γείτονές μας.
Φωτό από τον Σωκράτη Παπαγεωργίου.
Δεν έβρεξε σκόνη της Αφρικής σε καμιά από τις συμμετοχές μου. Ο καιρός ήταν μια χαρά κι όλα κύλησαν όμορφα. Ένα μεγάλο προσόν αυτού του αγώνα είναι οι εθελοντές του. Οι εθελοντές στους αγώνες αξίζουν παραπάνω από τις λίγες σειρές που τους αφιερώνουν τα άρθρα για το τρέξιμο. Τρέχοντας τακτικά, έχω φτάσει να γνωρίζω πολλούς φυσιογνωμικά. Οι δρομείς κάνουν αυτό που κάνουν κυρίως για τον εαυτό τους. Οι εθελοντές το κάνουν για τους άλλους.
Παρ’ όλο τον ενθουσιασμό μου, αισθάνθηκα άσχημα από την αδιαφορία του κόσμου. Δεν τρελαίνομαι για χειροκρότημα, αλλά δεν μ’ αρέσει να με περιεργάζονται σαν περίεργο ον. Ούτε μ’ άρεσε η εικόνα  που έδωσε η Θεσσαλονίκη στους αθλητές που την τίμησαν. Αν όμως υπάρχει κάτι θετικό στην κρίση, ίσως αυτό προκύψει από την αναγκαστική επαναξιολόγηση των αξιών μας. Ίσως ανακαλύψουμε όσα όμορφα παραμερίσαμε εξ αιτίας μιας ψεύτικης ευμάρειας. Ίσως καταλάβουμε πόσο χάρτινα ήταν τα πρότυπά μας και στραφούμε σε άλλα, πιο ουσιαστικά. Μέσα στις δυσκολίες μπορεί να κρύβεται η μοναδική μας ευκαιρία να καλυτερέψουμε. Ο 7ος μαραθώνιος του Μ. Αλεξάνδρου εμφανίστηκε βελτιωμένος τη χρονιά της χειρότερης κρίσης, το 2013. Απέδειξε πως μαθαίνει και μπορεί. Επέμεινε και κατάφερε, με μια καλή διοργάνωση, να κάμψει τις αντιρρήσεις και να ξανακερδίσει όσους τις πρώτες φορές απογοήτευσε. Με 800 συμμετοχές στο κύριο αγώνισμα, με αγώνα 5 και 10 χιλιομέτρων και με τη συμμετοχή του κόσμου, που, ιδίως, στο τελευταίο 1,5 παραλιακό χιλιόμετρο έκανε το μαραθώνιο να μοιάζει πραγματικά διεθνής, έχουμε βάση να ελπίζουμε πως, στο εξής, θα μπορούμε να τρέχουμε στους δρόμους μιας Ελλάδας φτωχότερης, αλλά όχι απαραίτητα χειρότερης.

                                                               ----------------
    
   Μακάρι να διορθώσει κι ό,τι άλλο μπορεί η Θεσσαλονίκη. Μου γεννά αντιφατικά συναισθήματα αυτή η πόλη. Η φύση της είναι ανάλογα διττή. Διαθέτει ζωογόνες δυνάμεις, αλλά και μελανά στοιχεία που την εμποδίζουν ν’ ανοιχτεί στο μέλλον. Πασχίζει καθυστερημένα να καρπωθεί ένα παρελθόν, όμως η ίδια, όπως και οι περισσότερες πόλεις στην Ελλάδα, χωρίς τύψεις ξερίζωσε κομμάτια του παρελθόντος της, στο όνομα εθνικών, εργολαβικών και πάντοτε κοντόφθαλμων συμφερόντων. Τα θεμέλια των ανεγερμένων τετραγώνων της ποδοπατούν κομμάτια μιας πολύτιμης ιστορίας, που χωρίς αυτήν η Θεσσαλονίκη δεν είναι αυτό που της πρέπει, παρά μόνο στη φαντασία όποιου τα γνωρίζει. Όσα διασώθηκαν, πολιορκημένα απομεινάρια ανάμεσα στην άναρχη εισβολή, μαρτυρούν την άλλη της διάσταση, με την οποία δυσκολευόμαστε να συνυπάρξουμε.
Είναι μια πόλη στο μεγαλύτερο μέρος επίπεδη, με ηλιοφάνεια που θα την ζήλευαν όλοι οι βόρειοι λαοί, αλλά αρνείται να δεχτεί βοήθεια στο κυκλοφοριακό και στην οικονομία της και να αντικαταστήσει το αυτοκίνητο με το ποδήλατο. Εύκολα, όμως, αντικατέστησε τον πολιτισμό με το λάιφ στάιλ, το γνήσιο με το φτιαχτό, το απλό με το επιτηδευμένο.
Ωστόσο, είναι μια πόλη που απορροφά τμήματα νεολαίας από άλλες, και που της δίνουν τη σύγχρονη ζωή. Οι δρόμοι και τα σπίτια στη γειτονιά που κατοικούσα στις αρχές του 80, στις σαράντα εκκλησιές, έμειναν ανέγγιχτα. Συνηθίζω να κοντοστέκομαι κάθε που βρίσκομαι κοντά, ίσα για να ζωντανέψουν λίγες θύμησες. Μ’ αρέσουν τα κάστρα και τα ζαχαροπλαστεία της. Το Σέιχ σου κι ο Χορτιάτης. Ο ιππόδρομος και η Ροτόντα. Το Μακεδονικών Σπουδών, με τις αξέχαστες μελωδίες της κρατικής ορχήστρας του Άλκη Μπαλτά, τα βράδια της Δευτέρας. Το αρχοντικό Βασιλικό θέατρο και η μονή Λαζαριστών, με τις αμέτρητες παραστάσεις τους. Η Πειραματική Σκηνή της Τέχνης, και οι ηθοποιοί της, που παρακολουθώντας τους μεγάλωσα μαζί τους.
Και μ’ αρέσει η απέραντη προκυμαία της, ίσως η μεγαλύτερη της Μεσογείου. Άνθρωποι την περπατούν, την τρέχουν, την διασχίσουν με τα ποδήλατά τους. Την έτρεξα κι εγώ κάποιες φορές. Και στον Μαραθώνιο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και τις τρεις χρονιές, έτρεξα γεμάτος χαρά στη Λεωφόρο Νίκης, μπροστά από το τελωνείο, τη σειρά των παραλιακών μαγαζιών και τον Λευκό Πύργο. Τον είχα διασχίσει χιλιάδες φορές αυτόν τον δρόμο, εγκλωβισμένος συνήθως στην κυκλοφορία, και η αίσθηση ότι μπορούσα να τον τρέχω ελεύθερα μου έδινε επιπλέον φτερά. Ο κάθε δρόμος παίρνει άλλη διάσταση όταν τον τρέχεις. Το καταλαβαίνεις όταν επιχειρείς να περπατήσεις, ή να οδηγήσεις σ’ αυτόν, κάποια στιγμή αργότερα. Δοκιμάστε το και θα δείτε. Μ’ έναν μαγικό τρόπο το τρέξιμο δεν αλλάζει μόνο το δρομέα. Αλλάζει και το δρόμο. Εκτός αν δρόμος και δρομέας φτάνουν κάποτε να γίνονται ένα αξεδιάλυτο σώμα, όπως ο αέρας κι ο άνεμος, όπως η θάλασσα και το κύμα της.