Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 3.




Μ. Αλέξανδρος. 2009, 2010, 2012.

   Η πρώτη διοργάνωση του μαραθωνίου Μέγας Αλέξανδρος, τον Απρίλιο του 2006, με βρήκε εκτός της δρομικής κοινότητας. Είχα απομακρυνθεί από αυτά, οριστικά νόμιζα. Έκανα λάθος. Ή έκανα σωστά που δεν παρέμεινα έξω. Η τρίτη του διοργάνωση, στις 20 Απριλίου του 2008, με βρήκε στη Ζυρίχη, στη συμμετοχή μου σ’ έναν ιδιαίτερα άτυχο μαραθώνιο. Τόσο άτυχο που αυτή η απόπειρα επανόδου μου, παραλίγο να οριστικοποιήσει την απομάκρυνσή μου. Αλλά, ευτυχώς, πάλι κατέληξα στο σωστό.
Είχα τραβήξει τα πάνδεινα στη Ζυρίχη. Η βεβιασμένη και υπεραισιόδοξη απόπειρά μου κατέληξε σε σύγκρουση με το διαβόητο ‘τοίχο’ κι όλα τα δυσάρεστα επακόλουθά του. Στο ξενοδοχείο, το ίδιο μεσημέρι, ξαπλωμένος σ’ ένα από τα ωραιότερα στρώματα που μου έχουν τύχει ποτέ, επικοινωνούσα με το κινητό, για να αφηγηθώ τα πάθη μου, και ν’ ακούσω τις κακοτυχίες των φίλων μου δρομέων, που το ίδιο πρωί είχαν τρέξει στο μαραθώνιο της συμπρωτεύουσας.
Ήταν πολλοί. Όσοι σχεδόν Καβαλιώτες μπορούσαν να τρέξουν μαραθώνιο, επέλεξαν τον Μ. Αλέξανδρο για εκείνη τη μέρα. (Αντίστοιχη κινητοποίηση θα γινόταν μόνο για την κλασική διαδρομή, στην ιστορική επέτειο των 2.500 χιλιάδων χρόνων από τη μάχη του Μαραθώνα, το 2010). Το μετάνιωσαν οικτρά.
Τις ημέρες εκείνες τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην συμπρωτεύουσα – κάπως έτσι θα το έθετε ο έτερος νομπελίστας μας. Εκτός από την υπερβολική για την εποχή ζέστη, μια κόκκινη σκόνη, που οι άνεμοι ξεσήκωσαν από τις ερήμους της Αφρικής και την μετέφεραν μέχρι τα μέρη μας, έκανε δύσκολη τη ζωή ακόμα και των δρομέων που κατάγονταν από εκείνη την ήπειρο. Η έναρξη του αγώνα καθυστέρησε, διότι έπρεπε πρώτα να ολοκληρωθεί η θεία λειτουργία. Μετά, να εκφωνηθούν οι λόγοι των επισήμων. Η άνοδος της θερμοκρασίας δεν είχε ιδιαίτερο κόστος γι’ αυτούς, αλλά οι δρομείς που βρέθηκαν να τρέχουν το καταμεσήμερο το πλήρωσαν με λιποθυμίες, αφυδατώσεις, εγκαταλείψεις και, φυσικά, την παντελή αποτυχία όλων των χρονικών τους στόχων. Επιπλέον, η διαδρομή τους φάνηκε έρημη και άχαρη. (Είναι όντως, ακόμα κι όταν δεν συνοδεύεται από την κατάρα του Φαραώ). Ολοκληρώνοντας τα τελευταία τους χιλιόμετρα, μέσα στην Θεσσαλονίκη, η αίσθηση πως αποτελούσαν ξένο σώμα για την πόλη ολοκλήρωσε το κακό. Ορκίστηκαν πως δεν θα ξαναπάνε κι αρκετοί κράτησαν τον όρκο τους αρκετά. Πολλές αθλητικές φιλοδοξίες θάφτηκαν εκείνη τη μέρα κάτω από ένα στρώμα κόκκινης σκόνης.
Ακούγοντας τις φοβερές περιγραφές, αν κι εντελώς απογοητευμένος από τον αγώνα μου στη Ζυρίχη, αισθάνθηκα προνομιούχος. Η δικιά μας εκκίνηση είχε δοθεί ακριβώς στην προκαθορισμένη ώρα. Όταν το ελβετικό ρολόι έδειξε πως απομένει μισό λεπτό για την έναρξη, ξεκίνησε από τα μεγάφωνα η αντίστροφη μέτρηση. Δεν περιμέναμε το σχόλασμα της Κυριακάτικης λειτουργίας, ούτε εμφανίστηκαν επίσημοι να μας μιλήσουν για τον Γουλιέλμο Τέλο. Ήταν ένας κανονικός διεθνής μαραθώνιος.
Κάθε λαός και τα προβλήματά του. Υπαρκτά και φανταστικά. Στον μαραθώνιο της Θεσσαλονίκης, θέλω να πηγαίνω, παρ’ όλες τις αδυναμίες του. Και πηγαίνω με μια εντελώς διαφορετική από την πρότερη νοοτροπία μου, η οποία και θα με συνοδεύει στο εξής.
Ό,τι μπορούσα σε χρόνους το είχα καταφέρει κάποτε. Δυσκολεύτηκα, αλλά το πήρα απόφαση πως δεν γινόταν να ξαναφτάσω τον παλιό μου εαυτό. Ακόμα και οι γρήγορες προπονήσεις μου προκαλούν, πλέον, τραυματισμούς. Ένα νέο και συναρπαστικότερο, όμως, πεδίο ανοιγόταν μπροστά μου. Μια ακαταμάχητη πρόκληση. Όχι πόσο γρήγορα, αλλά πόσο μακριά μπορώ να φτάσω. Όχι πόσο σβέλτος είμαι σε έναν, αλλά από πόσους αγώνες μπορώ να αντλήσω χαρά, εμπειρίες, γνωριμίες.
Λίγες ώρες πριν την έναρξη του Μ. Αλεξάνδρου του 2009 είχα ολοκληρώσει τον πρώτο αγώνα 23 χιλιομέτρων της Σφενδάμης. Το 2010 τον στρίμωξα ανάμεσα στους μαραθωνίους του Μιλάνου και του Ντίσελντορφ. Ήταν κάτι σαν στοίχημα με τον εαυτό μου. Ένα στοίχημα που με γέμιζε με γλυκιά ένταση, αντί για το ψυχοφθόρο άγχος που με κατέτρωγε κάποτε, πριν από τους αγώνες.
Παρακολούθησα το σύντομο τελετουργικό της έναρξης, του 2009, στην Πέλλα. Πολιτικοί και παράγοντες έβγαζαν λόγους που κανείς δεν άκουγε. Φαντάζομαι πως, ως χορηγοί, ίσως είχαν κάθε δικαίωμα, αλλά θα προτιμούσα ν’ αποποιούνταν ή να έκαναν πιο μετρημένη χρήση του δικαιώματος. Στην αρχαιότητα οι αγώνες τελούνταν προς τιμήν ηρώων και σε πρώτη ανάγνωση δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να αναβιώνει η παράδοση. Διατηρώ όμως την εντύπωση πως αυτό που γίνεται δεν έχει να κάνει με απόδοση τιμής, αλλά με την εκδήλωση μιας ανασφάλειας, που ταλανίζει όσους λαούς δεν έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Εμείς δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, αισθανόμαστε αβέβαιοι στο παρόν, γι’ αυτό και στρεφόμαστε πίσω. Δεν περιποιούμαστε τιμή, αναζητούμε δεκανίκι. Καλύτερα να πρωτεύαμε στα έργα και ν’ αφήναμε τις ανούσιες μεγαλοστομίες στους ανερμάτιστους βόρειους γείτονές μας.
Φωτό από τον Σωκράτη Παπαγεωργίου.
Δεν έβρεξε σκόνη της Αφρικής σε καμιά από τις συμμετοχές μου. Ο καιρός ήταν μια χαρά κι όλα κύλησαν όμορφα. Ένα μεγάλο προσόν αυτού του αγώνα είναι οι εθελοντές του. Οι εθελοντές στους αγώνες αξίζουν παραπάνω από τις λίγες σειρές που τους αφιερώνουν τα άρθρα για το τρέξιμο. Τρέχοντας τακτικά, έχω φτάσει να γνωρίζω πολλούς φυσιογνωμικά. Οι δρομείς κάνουν αυτό που κάνουν κυρίως για τον εαυτό τους. Οι εθελοντές το κάνουν για τους άλλους.
Παρ’ όλο τον ενθουσιασμό μου, αισθάνθηκα άσχημα από την αδιαφορία του κόσμου. Δεν τρελαίνομαι για χειροκρότημα, αλλά δεν μ’ αρέσει να με περιεργάζονται σαν περίεργο ον. Ούτε μ’ άρεσε η εικόνα  που έδωσε η Θεσσαλονίκη στους αθλητές που την τίμησαν. Αν όμως υπάρχει κάτι θετικό στην κρίση, ίσως αυτό προκύψει από την αναγκαστική επαναξιολόγηση των αξιών μας. Ίσως ανακαλύψουμε όσα όμορφα παραμερίσαμε εξ αιτίας μιας ψεύτικης ευμάρειας. Ίσως καταλάβουμε πόσο χάρτινα ήταν τα πρότυπά μας και στραφούμε σε άλλα, πιο ουσιαστικά. Μέσα στις δυσκολίες μπορεί να κρύβεται η μοναδική μας ευκαιρία να καλυτερέψουμε. Ο 7ος μαραθώνιος του Μ. Αλεξάνδρου εμφανίστηκε βελτιωμένος τη χρονιά της χειρότερης κρίσης, το 2013. Απέδειξε πως μαθαίνει και μπορεί. Επέμεινε και κατάφερε, με μια καλή διοργάνωση, να κάμψει τις αντιρρήσεις και να ξανακερδίσει όσους τις πρώτες φορές απογοήτευσε. Με 800 συμμετοχές στο κύριο αγώνισμα, με αγώνα 5 και 10 χιλιομέτρων και με τη συμμετοχή του κόσμου, που, ιδίως, στο τελευταίο 1,5 παραλιακό χιλιόμετρο έκανε το μαραθώνιο να μοιάζει πραγματικά διεθνής, έχουμε βάση να ελπίζουμε πως, στο εξής, θα μπορούμε να τρέχουμε στους δρόμους μιας Ελλάδας φτωχότερης, αλλά όχι απαραίτητα χειρότερης.

                                                               ----------------
    
   Μακάρι να διορθώσει κι ό,τι άλλο μπορεί η Θεσσαλονίκη. Μου γεννά αντιφατικά συναισθήματα αυτή η πόλη. Η φύση της είναι ανάλογα διττή. Διαθέτει ζωογόνες δυνάμεις, αλλά και μελανά στοιχεία που την εμποδίζουν ν’ ανοιχτεί στο μέλλον. Πασχίζει καθυστερημένα να καρπωθεί ένα παρελθόν, όμως η ίδια, όπως και οι περισσότερες πόλεις στην Ελλάδα, χωρίς τύψεις ξερίζωσε κομμάτια του παρελθόντος της, στο όνομα εθνικών, εργολαβικών και πάντοτε κοντόφθαλμων συμφερόντων. Τα θεμέλια των ανεγερμένων τετραγώνων της ποδοπατούν κομμάτια μιας πολύτιμης ιστορίας, που χωρίς αυτήν η Θεσσαλονίκη δεν είναι αυτό που της πρέπει, παρά μόνο στη φαντασία όποιου τα γνωρίζει. Όσα διασώθηκαν, πολιορκημένα απομεινάρια ανάμεσα στην άναρχη εισβολή, μαρτυρούν την άλλη της διάσταση, με την οποία δυσκολευόμαστε να συνυπάρξουμε.
Είναι μια πόλη στο μεγαλύτερο μέρος επίπεδη, με ηλιοφάνεια που θα την ζήλευαν όλοι οι βόρειοι λαοί, αλλά αρνείται να δεχτεί βοήθεια στο κυκλοφοριακό και στην οικονομία της και να αντικαταστήσει το αυτοκίνητο με το ποδήλατο. Εύκολα, όμως, αντικατέστησε τον πολιτισμό με το λάιφ στάιλ, το γνήσιο με το φτιαχτό, το απλό με το επιτηδευμένο.
Ωστόσο, είναι μια πόλη που απορροφά τμήματα νεολαίας από άλλες, και που της δίνουν τη σύγχρονη ζωή. Οι δρόμοι και τα σπίτια στη γειτονιά που κατοικούσα στις αρχές του 80, στις σαράντα εκκλησιές, έμειναν ανέγγιχτα. Συνηθίζω να κοντοστέκομαι κάθε που βρίσκομαι κοντά, ίσα για να ζωντανέψουν λίγες θύμησες. Μ’ αρέσουν τα κάστρα και τα ζαχαροπλαστεία της. Το Σέιχ σου κι ο Χορτιάτης. Ο ιππόδρομος και η Ροτόντα. Το Μακεδονικών Σπουδών, με τις αξέχαστες μελωδίες της κρατικής ορχήστρας του Άλκη Μπαλτά, τα βράδια της Δευτέρας. Το αρχοντικό Βασιλικό θέατρο και η μονή Λαζαριστών, με τις αμέτρητες παραστάσεις τους. Η Πειραματική Σκηνή της Τέχνης, και οι ηθοποιοί της, που παρακολουθώντας τους μεγάλωσα μαζί τους.
Και μ’ αρέσει η απέραντη προκυμαία της, ίσως η μεγαλύτερη της Μεσογείου. Άνθρωποι την περπατούν, την τρέχουν, την διασχίσουν με τα ποδήλατά τους. Την έτρεξα κι εγώ κάποιες φορές. Και στον Μαραθώνιο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και τις τρεις χρονιές, έτρεξα γεμάτος χαρά στη Λεωφόρο Νίκης, μπροστά από το τελωνείο, τη σειρά των παραλιακών μαγαζιών και τον Λευκό Πύργο. Τον είχα διασχίσει χιλιάδες φορές αυτόν τον δρόμο, εγκλωβισμένος συνήθως στην κυκλοφορία, και η αίσθηση ότι μπορούσα να τον τρέχω ελεύθερα μου έδινε επιπλέον φτερά. Ο κάθε δρόμος παίρνει άλλη διάσταση όταν τον τρέχεις. Το καταλαβαίνεις όταν επιχειρείς να περπατήσεις, ή να οδηγήσεις σ’ αυτόν, κάποια στιγμή αργότερα. Δοκιμάστε το και θα δείτε. Μ’ έναν μαγικό τρόπο το τρέξιμο δεν αλλάζει μόνο το δρομέα. Αλλάζει και το δρόμο. Εκτός αν δρόμος και δρομέας φτάνουν κάποτε να γίνονται ένα αξεδιάλυτο σώμα, όπως ο αέρας κι ο άνεμος, όπως η θάλασσα και το κύμα της. 



 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου