Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Aπολογισμός 2012.



Για μένα είναι 15. Για εσάς, παραπάνω ή παρακάτω. Αλλά, για να διαβάζετε αυτές τις γραμμές, μάλλον υπάρχουν. Για τους αγώνες μιλάω, και τις στιγμές που μέσα τους ζούμε. Που τις σταχυολογούμε κάθε που ο χρόνος αναχωρεί. Τις δικές μας στιγμές, τις ιδιαίτερες. Αυτές που δεν ξεθωριάζουν με τον καιρό. Που τις σκεφτόμαστε χαμογελώντας. Που δεν τις χρωστάμε πουθενά, γιατί τις κερδίσαμε με την αξία μας. Που δεν ενδιαφέρουν κανένα ανταλλακτήριο, δεν θα τις εξαργυρώναμε, έτσι κι αλλιώς.

Ανατρέχοντας σ’ αυτές, τις ξαναζώ. Άλλωστε, είναι τόσο δυνατές, που μπορούν να τινάζουν τα στρώματα των βαριών σκέψεων και να επιστρέφουν από μόνες τους. Σαν ζωντανές εικόνες. Σαν συναισθήματα παντοτινά. Σαν αναμνήσεις και σαν προτροπές. Σαν στηρίγματα στο ταρακούνημα των καιρών που ζούμε.

Δεν ξέρω αν θυμάστε εκείνο το χρυσαφί δέντρο, λίγο πάνω από τη διαδρομή, στο Πάικο. Αν όχι, σίγουρα, θα θυμάστε κάτι άλλο που εμένα μου διέφυγε. Δεν ξέρω αν γνωρίσατε αξιόλογους ανθρώπους, ή αν δέσατε φιλίες, όπως είχα την τύχη εγώ να κάνω. Αλλά θα γνωρίσατε κάποιους άλλους, που εγώ δεν έτυχε. Θα πετύχατε τους στόχους σας, κι αν όχι δεν θα στεναχωρηθήκατε γι’ αυτό, έτσι δεν είναι; Παραμένουν μπροστά σας και σας περιμένουν.

Αλλά, σίγουρα, νιώσατε πλούσιοι, αφού πλούσιος είναι όποιος τη ζωή του γέμισε μ’ εμπειρίες. Όποιος έχει καλή υγεία και κράση μικρού παιδιού. Όποιος έχει γύρω του αγαπημένα πρόσωπα. Αρκετά οικονομικά ζόρια τραβώ τελευταία, ωστόσο δεν θα άλλαζα τη θέση μου με κανέναν από τους γνωστούς μου κατέχοντες.  Κι εσείς το ίδιο, φαντάζομαι.

Αν όχι, αν κάτι από τα παραπάνω δεν ισχύει, αν οι στιγμές σας είχαν περισσότερη απογοήτευση και άγχος απ’ όση χαρά και διασκέδαση, τότε ελαττώστε τις προπονήσεις κι εστιάστε μέσα σας. Δοκιμάστε να δείτε τα πράγματα αλλιώς. Δεν είναι δύσκολο. Μια μικρή μετατόπιση της σκέψης είναι, μια στιγμιαία αναλαμπή. Έτσι κι αστράψει, σταματάμε να χτυπιόμαστε στο τζάμι κι απλωνόμαστε στον ανοιχτό ορίζοντα.

Κι όσο για τη νέα, δύσκολη για όλους μας, χρονιά, ας προσπαθήσουμε να ξαναβρεθούμε. Ας πλημμυρίσουμε τους αγώνες, ας γεμίσουμε με μικρές, σύντομες γιορτές τη ζωή μας. Από κάθε Δευτέρα θα ξεκινά μια δύσκολη εβδομάδα, αλλά τις Κυριακές δεν θα μας νοιάζει αυτό. Δεν θα βρίσκει ανάμεσά μας τόπο η μελαγχολία. Θα χαθεί σε μια στροφή μονοπατιού, θα την παρασύρει κάποιο ατίθασο ρέμα. Θα ξαναβρούμε τους φίλους μας και θα μοιάζουν όλα όπως πριν. Θα ανανεώσουμε τα ραντεβού μας και θα κυνηγήσουμε τους καινούργιους μας στόχους. Θα καταστρώσουμε τα μελλοντικά μας σχέδια, κι ας μην γίνει δυνατόν να πραγματοποιηθούν όλα. Και μόνο που τα ονειρευόμαστε αρκούν.

Και, μακάρι, να είμαστε πάλι εδώ, σε δώδεκα μήνες, να αναπολήσουμε όσα κάναμε. Να μετρήσουμε τους καινούργιους φίλους μας, να κλείσουμε σε κόκκινο κύκλο τις ημερομηνίες της χρονιάς που περιμένει, να προοιωνίσουμε τις ωραίες στιγμές που λαχταράμε να ζήσουμε. Θα τα καταφέρουμε, νομίζω. Ας αφήσουμε τον ιδεατό μας εαυτό να δώσει, σε μας πρώτα, το παράδειγμα κι όλα θα πάνε καλά.  


                                                               ------------------------



1) Χορτιάτης Trail Run. 4 Μαρτίου. Ούτε που φανταζόμουν πόσο συναρπαστικός μπορούσε ν’ αποδειχτεί αυτός ο σπαρμένος με κεραίες ορεινός όγκος. Στον πρώτο αγώνα της χρονιάς το ανακαλύπτω. Το τερέν του, χώμα, λάσπη, πέτρες, χιόνι, πάγος, τα πάντα δηλαδή. Κι ο Στυλιανός, εγγύηση. Ο τραυματισμός που με ανησυχούσε σαν να ξεπεράστηκε, κι η τύχη να κερδίσω ένα ζευγάρι παπούτσια, επιπρόσθετη. Ό,τι καλύτερο για ξεκίνημα χρονιάς, αναμφιβόλως. Πάντα τέτοια, μου εύχομαι, λησμονώντας πως οι ευχές μόνο όταν τις απευθύνεις στους άλλους αξίζει να ευοδωθούν.

2) Άεθλος. 18 Μαρτίου. Το Σειχ Σου το τρέχεις και χαίρεσαι που υπάρχει. Αλλά και το φαντασιώνεσαι πριν τη φωτιά. Ιδίως όταν η εμπροσθοφυλακή των ζεστών ημερών έχει φτάσει απρόσμενα νωρίς. Διάολε, δυο βδομάδες πριν, πάγωνες στον Χορτιάτη και τώρα δεν σου φτάνει το νερό. Πάλι κάτω από το μέσο όρο της κατάταξης βρέθηκα. Όλο λέω πως δεν με νοιάζει, αλλά πάντα χαίρομαι κάτι παραπάνω όταν δεν συμβαίνει αυτό. Δεν πειράζει, θα μεγαλώσω και θα ωριμάσω κάποτε. Άλλωστε, και μόνο που μπορείς να υποκρίνεσαι αποτελεσματικά τον ώριμο, σημαίνει πως κοντεύεις να το καταφέρεις.

3) 7ος Μαραθώνιος Μέγας Αλέξανδρος. 1 Απριλίου. Άλλος ένας παρέα με τον αδερφό μου. Πάλι δεν κατάφερε τις 4 ώρες, αλλά δεν τον στεναχωρεί πια. Μας αρκεί που τερματίσαμε χαρούμενοι. Λίγο πριν την εκκίνηση συναντώ την Γεωργία. Καιρό είχαμε να τα πούμε. Την Γεωργία, την αθλήτρια των Πυρηναίων, του UMTB, του Mythical, του Rout, κι ένα σωρό ακόμα, που μόνο προσωπικός βιογράφος θα μπορούσε να της τα συμμαζέψει. Μου εξιστορεί μια θύελλα στο Mont Blanc και κάνει τον ευθυτενή μαραθώνιο να μοιάζει πιο φιλικός απ’ το σαλόνι μου. Το κουράγιο κάποιων ανθρώπων μεταγγίζεται, αρκεί να ξέρεις τον τρόπο.

4) Sfendami Mountain Festival. 21 Απριλίου. Φεστιβάλ, κυριολεκτικό. Ατέλειωτο πλήθος δρομέων και ποδηλατών, που βρέθηκαν όλοι αυτοί; Και ποιος από εμάς ήξερε την Σφενδάμη πριν από κάποια χρόνια; Η άλλη διάσταση των αγώνων, αυτή, της γνωριμίας ενός τόπου. Η διαδρομή πρόσφορη για μειδίαμα σκληροπυρηνικών, αλλά η εκδρομή μια χαρά συνταιριάζει το πράσινο της εξοχής, το γαλάζιο της θάλασσας και την άνοιξη, που, ναι, ήρθε και φέτος, μια ματιά ολόγυρα αρκεί για να καταλάβεις πως βρέθηκες στην καρδιά της.

5) Paggaio Trail Run Race. 13 Μαΐου.  Εδώ και χρόνια αυτό το μονοπάτι μ’ ανεβάζει στο αγαπημένο μου βουνό. Τώρα με συναντά με νέα αμφίεση κι άλλους σκοπούς. Η μοναξιά του σπάει για σήμερα, οι γαλήνιες πλαγιές αντιλαλούν πρωτοφανή ζωντάνια. Αύριο θα επιστρέψει στη μοναξιά. Λίγο πριν το τέλος, το μαγγάνιο που καταπίνω για να μην προσβάλλω ευγενικό συναθλητή, μου σφοντυλιάζει τον ουρανό. Ζωγραφίζω οχτάρια. Καιρό είχα να φοβηθώ πως θα πεθάνω. Πίνω από ευλογημένο ρυάκι και σώζομαι. Ευτυχώς, γιατί τερματίζοντας μου ζητούν δήλωση στο μικρόφωνο. Βάζω τα δυνατά μου και ξεγελιούνται πως είμαι ζωντανός. Ο ήλιος προβολέας, διαλαλεί τις χάρες του βουνού, αλλά μια αναπάντεχη καταιγίδα δεν περιμένει όλους τους δρομείς να τερματίσουν. Η αναστάτωση είναι στο πρόγραμμα τέτοιων πραγμάτων. Στεγνοί και βρεγμένοι εύχονται και του χρόνου.    

6) 20 χλμ. στα βήματα του Αποστόλου Παύλου. 27 Μαΐου. Τον εμπνευστήκαμε, τον δουλέψαμε, του δώσαμε ζωή. Πασχίζουμε να τον διατηρήσουμε, παρά την αδιαφορία όσων δεν θα έπρεπε ν’ αδιαφορούν. Τον συντηρεί η ψυχική ευρυχωρία κάποιων λίγων, που δουλεύουν και τον πληρώνουν απ’ την τσέπη τους, σεμνά κι αθόρυβα, ούτε τ’ όνομά τους δεν μας επιτρέπουν ν’ αναφέρουμε. Δεν ξέρω πως θα τον μπορέσουμε δωρεάν και του χρόνου. Ούτε καταφέραμε κάτι ανάλογο της επιτυχίας της λίμνης των Ιωαννίνων. Δεν πειράζει. Τρέχουμε τόσοι πολλοί στην πόλη μας, που μόνο για μας θα άξιζε να γίνεται. Όχι πως είμαστε μόνοι, δηλαδή. Και ιδιαίτερα εγώ, δεν ήμουν καθόλου μόνος στη διαδρομή. Δεν βάλαμε γλώσσα μέσα. Τερμάτισα με την πρώτη και παντοτινή δρομική μου συντροφιά, εγκαινίασα μια καινούργια. Θα γελάμε για πολύ καιρό με τα απρόοπτά του.
 
7) 3ος Αγώνας Δρόμου Νερού. 3 Ιουνίου. Το μονοπάτι που εξερεύνησες με τον ορειβατικό σου σύλλογο, που άνοιξες και καθάρισες με τους φίλους σου, που περπατάς πάνω του ή καμαρώνεις από απέναντι. Τρέχεις όπως παιδί στην αυλή του σπιτιού του. Δεύτερος τερματισμός αγώνα με τον Χρήστο. Το πανηγύρι συντηρεί τη χαρά ανέπαφη κι η κούραση ασήμαντο στοιχείο. Δυο χρονιές, στο τέλος του, επέστρεψα στην Καβάλα με τα πόδια, στα πλαίσια κάποιου προπονητικού καθήκοντος, αλλά σήμερα θα χαρώ τη γιορτή. Αγώνες που ξεκινούν λίγο έξω από την πόρτα σου, ποιος θα το φανταζόταν κάποτε;

8) Δρόμος του Σειχ Σου. 10 Ιουνίου. Απρόσμενος, καλοκαιρινός, απλά, με πέτυχε στην Θεσσαλονίκη και μου έμαθε πως οι δασικοί δρόμοι και τα μονοπάτια του εκτείνονται πολύ περισσότερο απ’ όσο πίστευα. Κι η πόλη μου αποκαλύπτεται από νέες γωνιές. Να που θα ήμουν κάθε μέρα, αν ζούσα εδώ.

9) 10ος  Δρόμος Αυγερινού. 8 Ιουλίου. Πολλές φορές πέρασα από κοντά, αλλά αν δεν υπήρχε ο αγώνας δεν θα ήξερα τον Αυγερινό. Τώρα που τον γνώρισα θα ήθελα να μην απείχε τόσο από την πόλη μου. Δύσκολο ν’ αποσυνδέσω τον αγώνα από το όμορφο Σαββατοκύριακο που πέρασα εκεί. Η διαδρομή ελαφρά αλλαγμένη μου φάνηκε, αλλά η ασφάλτινη ανηφόρα του τέλους σταθερή κι ατέλειωτη. Καλά που υπήρχε πάντως, αλλιώς θα ήμουν πιο κάτω στην κατάταξη. Να το πάλι. Εκείνο το απρόσμενο μοναστήρι, κάπου στα μισά του αγώνα, υπάρχει ή είναι παιχνίδι φαντασίας; Αν  το ξαναδώ για τρίτη φορά θα βεβαιωθώ.

10) Haidou trail party. 21 Ιουλίου. Χάσαμε που δεν πήγαμε κάποιες μέρες νωρίτερα. Δροσιά μέσα στον καύσωνα, αντίσκηνο στη σκιά, ποδηλατάδα για αύριο και πανέμορφος απογευματινός αγώνας για σήμερα. Ο Χρήστος στην υποδοχή. Όταν σε υποδέχεται τέτοιο χαμόγελο ξέρεις πως όλα θα πάνε καλά. Στη διαδρομή γνωριμία με Γρηγόρη, Δήμητρα, Βασιλική. Απορούν που βρίσκω την ενέργεια ενώ κουβαλούν την απάντηση. Οι επόμενοι αγώνες θα μας δέσουν περισσότερο. Όλες οι τελευταίες μου γνωριμίες γίνονται σε μονοπάτια, αναλογίζομαι και βρίσκω έναν ακόμα λόγο για να τ’ αγαπώ. Στην επιστροφή κάνουμε να μετανιώσουν όσους δίστασαν να έρθουν.

11) Paranesti Path. 13 Οκτωβρίου. Ο πρώτος, μετά από ένα ατέλειωτο καλοκαίρι. Αλλά η ζέστη καλοκαιρινή κι ο καιρός ξεγελά. Τέτοια δίψα καιρό είχα να νιώσω. Στον τελευταίο σταθμό θα πιω όσο μπορώ κι ας σκάσω. Πίνω όσο μπορώ, αλλά δεν σκάω, ευτυχώς. Του χρόνου τον σχεδιάζουν μεγαλύτερο, κάπου στα 50. Αν δειλιάσω πάλι για το VFT, θα τον τρέξω. Καλύτερα ενυδατωμένος.

12) 2ος ημιμαραθώνιος Πάικου. 4 Νοεμβρίου. Όμορφα φθινοπωρινός. Μ’ ένα χρυσαφί δέντρο, σηματωρό, στο πλάι. Τα πρώτα χρώματα της τρίτης εποχής, που πολύ σκέφτηκε να έρθει. Η κρίση δεν άγγιξε τις συμμετοχές, ούτε τις καλές προαιρέσεις των διοργανωτών του. Όλη η ντόπια κοινωνία στο πόδι. Υποχρεωτικοί άνθρωποι. Στο αυτοκίνητο, επιστρέφοντας, ακόμα περισσεύουν μέσα μου πολλά ευχαριστώ. Η σαλαμάνδρα, σε πανό, διπλώματα και μετάλλια, τρισχαριτωμένη.

13) 3ος ημιμαραθώνιος Οχυρού Νυμφαίας.  25 Νοεμβρίου. Πέρσι δεν εμφανίστηκα, λόγω τραυματισμού. Έτρεξε φίλος με το νούμερο και τ’ όνομά μου και μου κατέφερε ατομική επίδοση. Φέτος, διάθεση πρωτοφανής, μακάρι να ήμουν έτσι κάθε μέρα. Τα πόδια μου σαν καινούργια, τα κοιτάζω για να βεβαιωθώ πως είναι δικά μου. Πισωγυρίζω τακτικά, με πρόσχημα πως συνοδεύω Θανάση και Βαγγέλη. Θα τα κατάφερναν μια χαρά και χωρίς εμένα. Ο κοινός μας τερματισμός, ανταμοιβή. Κι ο Λαμπρινός για την Νυμφαία, ό,τι ο Χρήστος για τη Χαιντού. Και μόνο που γνώρισα τέτοιους ανθρώπους θα άξιζε το τρέξιμο, επιβεβαιώνω πάλι.

14) Αγώνας δρόμου Εμ. Παππά. 2 Δεκεμβρίου. Καιρό είχε να με δει η άσφαλτος. Χρειάζεται κι αυτή. Ξεκαπνίζεις. Συναντάς τους ασφάλτινους φίλους σου. Ξαναβάζεις τ’ ακουστικά και χάρη στον Rory κάνεις τα δυο γρηγορότερα χιλιάρια της χρονιάς. Το θαύμα της τέχνης. Παραδίδω νούμερο κι επιστρέφω με τζόκινγκ, να συναντήσω τον Γιώργο. Προσπαθεί να επανέλθει από τραυματισμό. Τον εντοπίζω 3 χιλιόμετρα μακριά. Μαζί του έρχεται κι ο χειμώνας. Κάθεται πάνω σ’ ένα γκρίζο σύννεφο και ρίχνει την πρώτη παγωμένη βροχή. Μετά τον δεύτερο τερματισμό αναζητώ αγωνιωδώς τα στεγνά μου ρούχα. Τα φορώ και δεν τα αισθάνομαι αρκετά.

15) Χειμωνιάτικος Ενιπέας. 9 Δεκεμβρίου. Την τελευταία φορά που γύρισα έτσι στο σπίτι η μαμά μου τραβούσε τα μαλλιά της. Παρέα με τον Γρηγόρη, της Χαιντού, τάμα το είχαμε. Βιάζεται όταν δεν βιάζομαι, βιάζομαι όταν δεν βιάζεται, τερματίζουμε μαζί. 4 ώρες επιθυμούσαμε, 4.14΄44΄΄μας κοκκίνισε ο φωτεινός. (Βαρήκοος άγιος ανέλαβε την ευχή και μας φλόμωσε στα τεσσάρια). Δυο χρόνια πριν, με την Παρασκευή, στο 4 και 6΄ μου βγήκε και χωρίς να ζοριστώ τόσο. Προβληματίζομαι πρόχειρα και το αποδίδω στις δυσμενείς καιρικές. Η άλλη εξήγηση είναι η ηλικία, δεν με συμφέρει. Στην εθνική το σιντί ροκάρει στη διαπασών. Στην πλάτη το Λιτόχωρο και μπροστά η χειμερία αγωνιστική μου νάρκη.

 
Ευτυχισμένο, για όλους, το 2013. 





Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Τα πρώτα σκαλιά.



   Ένα πρώτο ζητούμενο για κάποιον που ξεκινά το τρέξιμο, είναι να καταφέρει να καλύψει πέντε χιλιόμετρα, χωρίς ν’ αναγκαστεί να περπατήσει. Είναι και το χρονικό σημείο της αερόβιας άσκησης, καθώς απαιτείται τουλάχιστον ένα εικοσάλεπτο τέτοιας, για να τύχεις των απολαβών της. Δεν είναι καθόλου δύσκολο, αν και μπορεί να φαντάζει έτσι σε κάποιον αγύμναστο. Το καταφέρνει ο καθένας, αρκεί ν’ αφιερώσει τον ελάχιστο χρόνο που απαιτεί η φυσική του υγεία.
Τα 10 χιλιόμετρα - ή μια περίπου συνεχόμενη ώρα τρεξίματος - έρχονται κατόπιν, κι είναι το σημείο απ’ όπου θα ξεκινούσε κάποιος να θεωρεί τον εαυτό του συστηματικό δρομέα. Ούτε κι αυτό είναι δύσκολο, αλλά απαιτεί μια σταθερότητα. Περίπου δυο μήνες είναι το διάστημα που χρειάζεται για να καταλήξει συνήθεια κάτι που κάνουμε τακτικά. Η βελτίωση που παρατηρείται σ’ όσους ξεκινούν την άθληση είναι εντυπωσιακή κι αυτό τους ενθαρρύνει να συνεχίσουν. Προοδεύουν εύκολα, αντίθετα με τους φτασμένους αθλητές, οι οποίοι χρειάζεται ν’ αυξήσουν στο πολλαπλάσιο τον όγκο της προπόνησής τους, για να δουν το όφελος ελάχιστων λεπτών, ή ακόμα και δευτερολέπτων, στις επιδόσεις τους.
Ο αρχάριος δεν πρέπει να παρασυρθεί απ’ αυτόν τον ενθουσιασμό. Είναι ακόμα πολύ ευάλωτος στους τραυματισμούς. Ακόμα περισσότερο αν προέρχεται από άλλο άθλημα, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο. Αν υπάρχει κάτι κακό στο τρέξιμο, είναι πως, σε αντίθεση με το κολύμπι ή το ποδήλατο, καταπονεί με υψηλούς και συνεχόμενους κραδασμούς τις αρθρώσεις. Ο αγύμναστος θα ξεκινήσει, εξ ανάγκης, προσεκτικά, με περπάτημα και με ολιγόλεπτο τρέξιμο, κι αυτό θα δώσει ευκαιρία στους μύες και στους τένοντες να προσαρμοστούν. Αντίθετα, αυτός που διαθέτει ικανό καρδιοαναπνευστικό σύστημα, μπορεί να ξεπεράσει εύκολα το όριο της επιβαλλόμενης σταδιακής προσαρμογής και να εκτεθεί στις επιπτώσεις της βιασύνης.
Με την συνέπεια και με τον καιρό, κάποτε φτάνεις να τρέχεις άνετα τα δέκα χιλιόμετρα. Άνετα σημαίνει να κινείσαι μέσα στο αερόβιο σου κατώφλι, ώστε το σώμα να χρησιμοποιεί ως μορφή ενέργειας τα λίπη, που είναι πάντα διαθέσιμα ακόμα κι αν θεωρείστε αδύνατοι. Αεροβική άσκηση είναι αυτή που ανεβάζει και κρατά τους παλμούς της καρδιάς γύρω στο 60 με 80 % του μέγιστου ορίου. Ο μέγιστος καρδιακός παλμός βρίσκεται αν αφαιρέσεις την ηλικία σου από τον αριθμό 220. Αλλά δεν χρειάζεται να σκοτίζεται κανείς μ’ όλα αυτά, εγώ προσωπικά δεν σκοτίστηκα ποτέ. Υπάρχει ένας ευχάριστος κι εμπειρικός τρόπος για να καταλαβαίνεις πότε βρίσκεσαι μέσα στο αερόβιο όριο, χωρίς να χρησιμοποιείς άβολες συσκευές. Αν καταφέρνεις, ενώ τρέχεις, να ολοκληρώνεις άνετα μια πρόταση, είσαι εντάξει. Αν η κουβέντα σου διακόπτεται από απότομα κι ακανόνιστα λαχανιάσματα, τότε βρίσκεσαι στο αναερόβιο στάδιο. Σ’ αυτήν την περίπτωση μάλλον δεν έχεις και όρεξη για πολλές κουβέντες.
Σταθείτε στο πρώτο στάδιο για καιρό. Δώστε ευκαιρίες στο σώμα και στην ψυχή σας να δουν ως απόλαυση, αυτό που πρέπει να είναι απόλαυση. Αν θέλετε, ή αν οι υποχρεώσεις της ζωής σας δεν σας επιτρέπουν, μείνετε εδώ, για πάντα. Δέκα χιλιόμετρα, ή μια ώρα τρεξίματος, 3 με 4 φορές την εβδομάδα είναι ιδεατό. Πολλοί το κάνουν, σταθερά, για χρόνια. Είναι οι περισσότερο ωφελημένοι. Έχουν εντάξει το τρέξιμο στη ζωή τους κι αποκομίζουν μακροχρόνια τα οφέλη του. Άλλοι εμφανίζονται δυναμικά, καταρρίπτουν ατομικά ρεκόρ, συλλέγουν δόξες και εξαφανίζονται. Κάποιους από αυτούς τους συναντάς αδρανείς και υπέρβαρους, μετά από καιρό.
Τίποτα βασανιστικό δεν μπορεί να διαρκέσει. Πολλοί έχουν την εντύπωση πως βασανιζόμαστε, αλλά αυτό συμβαίνει γιατί αγνοούν τις δυνατότητες του ανθρώπινου σώματος. Αρκετοί γνωστοί μου δυσκολεύονταν να καταλάβουν πως ο κόπος που κατέβαλλαν για να τρέξουν 3 χιλιόμετρα, δεν ήταν μεγαλύτερος απ’ αυτόν που κατέβαλλα εγώ για να τρέξω 10. Το διαπίστωσαν όταν έφτασαν να το κάνουν. Αυτοί που λαχανιάζουν στα δέκα μέτρα είναι δύσκολο να κατανοήσουν ότι μπορεί να είναι απολαυστικό να τρέχεις δέκα χιλιόμετρα. Το αποδίδουν σε γονίδια και σε ασκητική θέληση, όμως δεν είναι. Όχι μέχρι εδώ, τουλάχιστον.
Για τους υπόλοιπους που συνεχίζουν: Όταν φτάσεις να τρέχεις τακτικά δέκα, και ενίοτε 15 χιλιόμετρα, τότε έχεις βελτιώσει τις επιδόσεις σου, ακόμα κι αν δεν ήταν αυτός ο σκοπός σου. Τότε, μπορείς να δοκιμάσεις έναν αγώνα 5 ή 10 χιλιομέτρων. Στην Αθήνα, παράλληλα με τον κλασικό μαραθώνιο, χιλιάδες άνθρωποι το επιχειρούν, με καλά αποτελέσματα. Η αδρεναλίνη του αγώνα βοηθά να πετυχαίνουν χρόνους που δεν τους βλέπουν στην προπόνηση.
Και μετά προχωράς κι άλλο. Μ’ ένα καλό δεκάρι στα πόδια σου, ξεκινάς να σκέφτεσαι τον ημιμαραθώνιο. Στο βάθος της ατέλειωτης διαδρομής υπάρχει πάντα ένας ορίζοντας, που ολοένα απομακρύνεται καθώς τον πλησιάσεις. Δεν πρόκειται για μυθικό μαρτύριο, αλλά για τη γοητεία του αθλήματος. 
Αγώνες από 5 έως 21 χιλιόμετρα θεωρούνται μικροί έως μεσαίοι, εντούτοις δεν είναι καθόλου εύκολοι. Ακόμα κι ένα κατοστάρι θα σε ρίξει ξέπνοο, αν βάλεις τα δυνατά σου. Τα 5 και τα 10 χιλιόμετρα συνδυάζουν ταχύτητα κι αντοχή. Στους μύες σου συγκεντρώνεται το γαλακτικό οξύ και νιώθεις τα πνευμόνια σου να καίγονται. Οι μικροί αγώνες είναι προσφορότεροι για τους μικρότερους σε ηλικία αθλητές, αν και πολλοί άνω των 50, εκεί έξω, καταφέρνουν και διαψεύδουν αυτόν τον αφορισμό. Ωστόσο, η αντοχή είναι αυτή που διατηρείται περισσότερο με τα χρόνια κι οι μικρές αποστάσεις είναι τα θεμέλια στα οποία βασίζεται το υπόλοιπο οικοδόμημα. Είναι η ζώνη των αστεροειδών, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στον πλανήτη της απραξίας και στο ατέρμονο σύμπαν. Ακόμα είναι νωρίς, αλλά με τον καιρό θα τις βλέπεις σαν τους πρόποδες ενός βουνού, από τους οποίους ξεκίνησες για να φτάσεις ψηλότερα. Διαθέτουν ομορφιές και συγκινήσεις, όμως κάποτε ξεκινάς για την κορυφή που διακρίνεται παραπάνω.



                                           --------------------------------



   Είναι τόσοι πολλοί αυτοί οι μικροί μου αγώνες, όλα αυτά τα χρόνια, που δυσκολεύομαι να τους συμμαζέψω στη μνήμη μου. Η μνήμη είναι περίεργη, αποφασίζει αυτή τι θεωρεί σημαντικό να διατηρήσει και τι να ξεφορτωθεί. Κι εφόσον οι αναμνήσεις αποτελούν βασικό συντελεστή της προσωπικότητάς μας, σκέφτομαι πως οι σημειώσεις και οι φωτογραφίες εκείνης της εποχής βοηθούν στη σωστή της διαμόρφωση.
Οι πρώτες μικρές αποστάσεις είχαν τη μαγεία του πρωτόγνωρου και της παρθενικής ματιάς με την οποία αντικρίζεις το θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Είναι οι πρώτες δοκιμές και οι πρώτες προκλήσεις. Η θεωρία της σχετικότητας εφαρμόζει στο σύμπαν των δρομέων, κι όχι μόνο από την άποψη πως τους κρατά νεότερους, όπως το γνωστό παράδειγμα των δίδυμων αδερφών. Όταν, για πρώτη φορά, έτρεξα σε προπόνηση 10 χιλιόμετρα αισθάνθηκα πως κατάφερα έναν άθλο, καθώς μάλιστα δεν υπήρχαν τα συγκριτικά μέτρα της σημερινής εποχής. Για μένα ήταν το, μέχρι τότε, πιο πολύ. Όταν δοκίμασα τα 15 και τα 20 χιλιόμετρα, ένιωσα το ίδιο. Ένας ακόμα άθλος, μεγαλύτερος από τον προηγούμενο. Το μετά ήταν συνεχώς άγνωστο και μακρινό, αν και καταλάβαινα πια πως μπορούσα να διαμορφώνω τους όρους. Ο ορίζοντας υποχωρούσε και κάθε που κοίταζα στο πέρα αχνόφεγγε μια πρόκληση που με καλούσε να την ακολουθήσω. Και η αγαπημένη μου δασική διαδρομή, ακόμα και σήμερα, μοιάζει πολύ με τη διαδρομή που ακολούθησα, για να φτάσω από το τότε στο τώρα. Θα έλεγα πως ήταν μια προσομοίωση της. Έκρυβε συγκινήσεις το ίδιο άγνωστες μ’ αυτές που με περίμεναν στα χρόνια που κύλησαν. Δεν φαινόταν το τέλος της, όπως ακόμα δεν βλέπω το τέλος ολόκληρης της διαδρομής μου, παρόλο που δεν το φαντάζομαι πια και πολύ μακριά.
Ωστόσο, πίσω μου απομένουν πολλά από τα πρώτα στάδια, ταπεινά, από τη σημερινή μου σκοπιά, πάντα όμως προσφιλή κι αγαπημένα. Μια νοσταλγία συνοδεύει τις πρώτες μου εξερευνήσεις, τις πρώτες μου συγκινήσεις, τις πρώτες μου περιπέτειες κι απογοητεύσεις. Κάπου εκεί, στο παρελθόν, βρίσκονται και οι πρώτοι μου αγώνες. Κάποιοι σημαντικοί, κάποιοι ασήμαντοι, κάποιοι παράπλευρες εκδηλώσεις επαρχιακών γιορτών. Ουρανούπολη, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Καρδίτσα, Τρίκαλα, Κατερίνη, Δράμα. Κούπτιος, Καραισκάκιος, Δίος, Αλεξάνδρειος. Ονόματα πόλεων και αγώνων, που κάποιοι υπάρχουν ακόμα, κάποιοι όχι. Μαζί τους ονόματα φίλων και συναθλητών, που, επίσης, κάποιοι υπάρχουν ακόμα, κάποιοι όχι. Όχι στη δικιά μου διαδρομή, τουλάχιστον. Παραμένουν ωστόσο σε κάποιες στάσεις της και μου χαμογελούν μέσα από τις παλιές μας φωτογραφίες. Ίσως διασκεδάζουν που με βλέπουν να προσπαθώ να θυμηθώ και ν’ αντιστοιχίσω το σωστό σε κάθε πρόσωπο, όνομα κάθε φορά.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Οι ορεινοί αγώνες. 1.





    Πολλοί δρομείς είναι πιστοί της ασφάλτου. Το βουνό αντιπροσωπεύει ένα δύσκολο κι επικίνδυνο για τα πόδια τους πεδίο. Οι ανηφόρες είναι ένας ατέλειωτος Γολγοθάς, και οι κατηφόρες ολέθριες δοκιμασίες. Αδυνατούν να καταστρώσουν στρατηγική και να προβλέψουν περάσματα. Οι προσπάθειές τους υπόκεινται στις ιδιοτροπίες του εδάφους και στις διαθέσεις του καιρού. Για τους προσκολλημένους στη σχέση χιλιομέτρων και χρόνου, απλά, δεν τίθεται θέμα.

  Ωστόσο υπάρχουν και οι λάτρεις του βουνού. Αν και το τρέξιμο δεν έχει στεγανά, εντούτοις, κάποιους αθλητές τους συναντάς κυρίως σε μονοπάτια και πλαγιές, σπάνια στην άσφαλτο. Είναι αυτοί που ανακαλύπτουν τη γοητεία σ’ όλα τα παραπάνω. Οι κακουχίες αντιπροσωπεύουν την περιπέτεια, οι φυσικές δυσκολίες την πρόκληση. Το ανώμαλο τερέν, με τη λάσπη, το νερό, το χιόνι, τις πέτρες και τα κλαδιά, δίνουν το συναρπαστικό τόνο στην προσπάθειά τους. Το βουνό δυναμώνει τα πόδια τους. Οι ορεινές διαδρομές διώχνουν τη μονοτονία κι αποκαλύπτουν κρυμμένους κόσμους. Το τρέξιμο παύει να είναι αυτόματη διαδικασία. Η προσοχή απαιτείται τεταμένη και οι εκτιμήσεις συνεχείς, πολλές φορές, σε κάθε βήμα. Το περιβάλλον δεν είναι ένα αδιάφορο ντεκόρ που αγνοείς. Περιβάλλον κι αγώνας είναι ένα. Ο χώρος που κινείσαι στο βουνό είναι τρισδιάστατος και ο χρόνος μετρά διαφορετικά. Οι αποστάσεις είναι μακρινές, δύσκολα προσβάσιμες κι απαιτούν αυτονομία. Ο αγώνας βουνού είναι ένα μικρό σακίδιο στην πλάτη, με νερό, τροφή, ρούχα, και μια εξόρμηση στο άγνωστο. 

Οι ορεινοί αγώνες είναι χτύποι καρδιάς στις ανηφοριές, ηλιοφώτιστα ξάγναντα, δροσερά ποτάμια, σκιές δέντρων, γοητευτικές γωνιές φύσης, μονοπάτια άγνωστων μυθικών τόπων. Είναι εξάντληση, θερμοπληξία, υποθερμία, συναγερμός αισθήσεων, χάσιμο της διαδρομής, αγωνία να φθάσεις έγκαιρα. Είναι η περιπέτεια του σύγχρονου ανθρώπου όπως την εφηύρε ξανά, για ν’ αντικαταστήσει αυτήν που χάθηκε, σ’ ένα κόσμο που μας είναι πια ανιαρά γνωστός. Είναι σενάριο μιας συναρπαστικής ταινίας, που επιθυμείς να πρωταγωνιστήσεις. Και, κυρίως, είναι η ανεκτίμητη αίσθηση πως είσαι ζωντανός. Όχι, απλώς, ότι ζεις κι ανασαίνεις.


   Το τρέξιμο στο βουνό έχει μια ιδιαίτερη γοητεία. Η αναμέτρηση των δυνάμεών μας στη φύση μας ξαναγυρίζει σε πρότερους καιρούς. Αναβιώνει τις εξερευνήσεις και τις δοκιμασίες, σ’ ένα χώρο στον οποίο ήμασταν πλασμένοι για να ζούμε. Μας ξυπνά τη γονιδιακή μνήμη και μας επαναφέρει εκεί που για χιλιετίες υπήρχαμε, αλλά το έχουμε ξεχάσει. Ξαναπιάνει το νήμα που κόπηκε βιαστικά, αυτά τα ελάχιστα χρόνια της ιστορικής παρουσίας μας στον πλανήτη. Μας επιστρέφει τα νεανικά μας βιώματα, μας ξαναρίχνει στο ανέμελο κλίμα του παιχνιδιού, μας λασπώνει τα πόδια και μας γρατζουνά τα γόνατα, για να μας θυμίζει τα παιδιά που κάποτε ήμασταν.



                                                  ----------------------------


    Αν και για πολλά χρόνια παρέμενε ο μοναδικός στο είδος του, ο μαραθώνιος του Ολύμπου, του Ε.Ο.Σ. Θεσσαλονίκης, με δυσκολία έφτανε τους 100 δρομείς. Σήμερα δέχεται όσους του επιτρέπουν οι δυνατότητές του, περίπου 350 αθλητές. Το 2012, μόνο στον Όλυμπο, θα συμπληρωθούν πέντε αγώνες, απόστασης από 24 έως 100 χιλιόμετρα. Ο αριθμός των αθλητών θ’ ανέλθει σ’ εκατοντάδες, ενώ η συμμετοχή σε κάποιους προϋποθέτει κριτήρια βασισμένα σε πρότερες συμμετοχές κι επιδόσεις. Κάτι σαν εξετάσεις δηλαδή.
Από στατιστική σκοπιά, σε διεθνές επίπεδο, υπολογίζεται πως σε λίγα χρόνια ο αριθμός συμμετεχόντων σ’ ορεινούς αγώνες θα προσεγγίσει αυτόν της ασφάλτου. Κι αφού ό,τι καλό συμβαίνει στον αναπτυγμένο κόσμο, έρχεται κάποτε και σε μας - έστω και με καθυστέρηση ορισμένων δεκαετιών - έτσι και στη χώρα μας η ανάπτυξη των ορεινών αγώνων αποκτά πρωτοφανείς διαστάσεις. Ορεινοί αγώνες ξεφυτρώνουν συνεχώς, ολοένα και περισσότεροι, ολοένα και πιο απαιτητικοί. Καλοκαίρι και χειμώνα, με χιόνια ή με καύσωνα. Παρόλο το τουριστικό στερεότυπο που θέλει τη χώρα μας θαλασσινή, η Ελλάδα διαθέτει αμέτρητα βουνά, από τα βόρεια σύνορά της, μέχρι την Κρήτη και οι ορεινοί αγώνες δίνουν μια ευκαιρία γνωριμίας και μια νέα διάσταση στην ομορφιά τους. Αν συνυπολογιστούν και όσοι διεξάγονται σε ορεινό περιβάλλον, χωρίς απαραίτητα να χαρακτηρίζονται ορεινοί, το καλεντάρι ασφυκτιά.
Και παρά το πλήθος των διοργανώσεων, ο αριθμός των συμμετοχών εμφανίζεται από ικανοποιητικός έως ασφυκτικός, φαινόμενο που ακόμα αντιστέκεται στην κρίση. Έτσι, όσοι σχεδιάζουν έναν καινούργιο ορεινό αγώνα, πρέπει να προβληματιστούν για το που θα τον τοποθετήσουν ημερολογιακά. Ολοένα και περισσότεροι δρομείς εισχωρούν στο κυνήγι των χιλιομέτρων, της δυσκολίας, της υψομετρικής διαφοράς και των επιδόσεων. Στους ορεινούς αγώνες γίνονται πράγματα, που λίγα χρόνια πριν θεωρούνταν αδύνατα. Τα παλιά προπονητικά προγράμματα αποδεικνύονται ανεπαρκή. Ερασιτέχνες αθλητές μπορούν και καταφέρνουν, ό,τι για τις παλιότερες σχολές θεωρούνταν αδύνατον ή, στην καλύτερη περίπτωση, επικίνδυνη υπερβολή. Οι ορθοπεδικοί βλέπουν τις δουλειές τους ν’ αυγαταίνουν, αλλά συχνά βρίσκονται απροετοίμαστοι, απέναντι στα προβλήματα αυτής της υπερβολής. Ένας πόνος στο γόνατο, που εμφανίζεται μετά από 50 χιλιόμετρα ή 8 ώρες τρεξίματος δεν είναι κάτι συνηθισμένο, ούτε εύκολα αντιμετωπίσιμο. Ιδίως όταν έχουν απέναντί τους ξεροκέφαλους ασθενείς, πρόθυμους να υποστούν τα πάντα, εκτός από το να σταματήσουν να τρέχουν.
Οι δρομείς αξιολογούν τη δραστηριότητά τους ως σημαντικό κομμάτι της ζωής τους κι οι δρομείς του ορεινού τρεξίματος, ίσως, κάτι παραπάνω. Το αγωνιστικό τους περιβάλλον απαντά καλύτερα στην ανάγκη φυγής απ’ τη ρουτίνα. Παράλληλα, θέτει κι αυστηρότερες προϋποθέσεις. Οι δρομείς αποδεικνύονται διαβασμένοι. Μελετούν τα νέα προπονητικά προγράμματα, συμμετέχουν σ’ αθλητικά κλαμπ, μοιράζονται γνώσεις κι εμπειρίες στις διαδικτυακές τους συζητήσεις. Στην γκαρνταρόμπα τους θα βρεις τα πιο εξελιγμένα εφόδια. Σακίδια, ζώνες, αντιανεμικά, αδιάβροχα, ισοθερμικά, κάλτσες συμπίεσης κι ένα σωρό άλλα. Στις αφετηρίες των ορεινών αγώνων θ’ αναγνωρίσεις τα πιο εξειδικευμένα υποδήματα της αγοράς. Οι επιδόσεις τους αποδεικνύουν πως δεν πρόκειται για κοκεταρία. Ο εξοπλισμός τους είναι όμορφος, αλλά ταυτόχρονα εξυπηρετεί λειτουργικές ανάγκες. Οι δρομείς του βουνού το παίρνουν στα σοβαρά, άλλωστε, όπως είπαμε και πριν, μόνο έτσι αξίζει το παιχνίδι.
Οι ορεινοί αγώνες έχουν δημιουργήσει δικούς τους θρύλους κι έχουν φέρει στο προσκήνιο καινούργιους ήρωες. Έλληνες αθλητές που γίνονται σύμβολα και διαπρέπουν ακόμα και σε μακρινά μέρη της γης, παλεύοντας με τις καιρικές δυσκολίες, τα ιλιγγιώδη υψόμετρα και τις ασύλληπτες αποστάσεις. Στις Άλπεις, στα Πυρηναία, στα βουνά του Μαρόκου και στα Ιμαλάια, σε μέρη μ’ άγνωστα κι εξωτικά ονόματα, αλλά και σε δικά μας ανεξερεύνητα μονοπάτια, άντρες και γυναίκες, όλο και συχνότερα μας καθηλώνουν στους υπολογιστές, να παρακολουθούμε μια προσπάθεια που μοιάζει υπεράνθρωπη, και το σημάδι τους στο χάρτη, που ανεβοκατεβαίνει και προοδεύει, πάνω στο καρδιογράφημα μιας ατέλειωτης διαδρομής.




                                             ------------------------------





   Πόσες Κυριακές της ζωής μας θυμόμαστε; Τι ακριβώς θυμόμαστε από αυτές; Ποιά ίχνη άφησαν στην ψυχή μας οι ‘όμοιες στιγμές’, που αναφέρει ο Αλεξανδρινός; Τι κρύβεται στην τραγική φράση, πέρασε, χωρίς να το καταλάβω, η ζωή  μου;
Κρύβεται η απουσία ξεχωριστών στιγμών. Αυτών που συμπυκνώνουν την ουσία της ζωής. Αυτών που γαντζώνονται στην ψυχή και δεν γλιστρούν στο σκοτεινό πηγάδι της λήθης. Στιγμές, σαν φωτεινές σημαδούρες στη θάλασσα του χρόνου, που μπορείς να κρατιέσαι πάνω τους, όταν σε βρίσκει η τρικυμία.
Οι ορεινοί μου αγώνες είναι μια συλλογή όμορφων στιγμών, τοποθετημένων στο καλύτερο κομμάτι της μνήμης. Μοσχοβολούν δροσιά κι αέρα βουνού. Μου προσέφεραν συγκινήσεις, αρκετές για να γεμίσουν τη ζωή πολλών ανθρώπων. Και το κυριότερο, ήρθαν την πιο κρίσιμη περίοδο. Σημάδεψαν την τελευταία, κι οριστική φαντάζομαι, επιστροφή μου στο τρέξιμο. Αποτέλεσαν το αντίδοτο στο δηλητήριο που, συχνά πυκνά, εισέρχεται στην ψυχή μας, για περισσότερο ή λιγότερο προφανείς λόγους.
Οι ορεινοί αγώνες άνθισαν στην Ελλάδα, όταν η ηλικία μου μετρούσε αρνητικά πια.  Και το ντελίριο των συνεχών αγώνων, πολλές φορές ενός κάθε εβδομάδα, δεν θα μου επέτρεπε, παρά μόνο σπάνια, να ξεπεράσω το μέσο όρο της γενικής κατάταξης. Αλλά το κέρδος μου βρισκόταν αλλού. Βρισκόταν στις νέες παραστάσεις, στα πρωτόγνωρα συναισθήματα, στις έντονες εμπειρίες. Ήθελα να γεμίσω τη ζωή μου, έτσι ώστε να μην παραπονεθώ πως πέρασε χωρίς να την καταλάβω, ακόμα κι αν, για κάποιο λόγο, τέλειωνε νωρίτερα απ’ ότι θα έπρεπε. Είχα πλέον έναν καινούργιο τρόπο ν’ αξιολογώ τα πράγματα. Μπορούσα, επιτέλους, να διακρίνω το σημαντικό από το δευτερεύον. Ο καιρός που συνέλλεγα διπλώματα συμμετοχής είχε τελειώσει. Ακόμα και στη συλλογή των μεταλλίων μου απομένουν μόνο αυτά στα οποία αναγνωρίζω κάποια αξία.
Έτσι, μετά από τόσους αγώνες στο βουνό, μπορώ πια να παραλλάσω ασφαλώς το τραγούδι, ‘κείνο που θυμάμαι απ’ τα νησιά μας’. Όπου νησιά, βουνά. Κουβαλάω μέσα μου κάτι από το καθένα τους, όπως κι αυτά φιλοξενούν ένα κομμάτι του εαυτού μου, που νομίζω πως έμεινε για πάντα εκεί.

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Μαραθώνιος.



   Τον μαραθώνιο τον οφείλουμε σε πρόσωπα και γεγονότα, που η ύπαρξή τους τοποθετείται σ’ ένα ομιχλώδες τοπίο, κάπου ανάμεσα στο θρύλο και στην πραγματικότητα. Το αγώνισμα αναβιώνει το θρυλικό επίτευγμα, βάσει του οποίου, ο ημεροδρόμος Φειδιππίδης, μετά την κρίσιμη για όλο τον δυτικό πολιτισμό μάχη, έτρεξε μέχρι την Αθήνα, για να αναγγείλει την είδηση της νίκης, και να ξεψυχήσει, αμέσως μετά, από την υπεράνθρωπη προσπάθεια. Η ιδέα και η εφαρμογή του ανήκει στους Γάλλους φιλέλληνες Michel Bréal και Pierre de Coubertin. Ο πρώτος την σκέφτηκε, κι ο δεύτερος, ως ιδρυτής των σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων, την εφάρμοσε το 1896, στην Αθήνα. Εκεί, ο μαραθώνιος δρόμος διεξήχθη για πρώτη φορά και χάρισε στους Έλληνες την πολυπόθητη νίκη του Σπύρου Λούη.
Αρχικά η απόστασή του ήταν αρκετά μικρότερη από τη σημερινή. O Σπύρος Λούης έτρεξε περί τα 38 χιλιόμετρα. Στους επόμενους Ολυμπιακούς η απόσταση άγγιξε τα 40.2 και το 1908, στο Λονδίνο, έφτασε για πρώτη φορά σ’ αυτό που σήμερα αναγνωρίζεται επίσημα ως απόσταση μαραθωνίου: Ένας δρόμος 42.195 μέτρων. Η παράδοση υποστηρίζει πως αυτό το οφείλουμε σε μια πριγκίπισσα, η οποία επιθυμούσε να παρακολουθήσει το ξεκίνημα των αθλητών, από τα ανάκτορά της στο Ουίνδσορ, και κατόπιν τον τερματισμό τους στο Ολυμπιακό στάδιο, όπου ένας επιπλέον γύρος θα προσέφερε καλύτερο θέαμα. Το μέτρημα εκείνης της απόστασης υπήρξε καθοριστικό για το σημερινό δρώμενο.
Βέβαια, ότι το οφείλουμε στην πριγκίπισσα, είναι σχετικό. Επισήμως, η έμπνευση της διαδρομής του 1906 ανήκει σ’ ολόκληρη τη βασιλική οικογένεια, κι όχι μόνο σ’ ένα χαριτωμένο μέλος της. Έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι τα επιπλέον χιλιόμετρα, από το αρχικό 38 μέχρι το τελικό 42, κάνουν τη μεγάλη διαφορά. Είναι αυτά που καθιστούν τον μαραθώνιο μια απόλυτη σωματική και πνευματική δοκιμασία. Η μάχη των χιλιάδων δρομέων που αγωνίζονται στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής προσδίδει μια αξία, που δεν θα υπήρχε αν έλειπαν αυτά τα 4 κρίσιμα χιλιόμετρα. Απ’ αυτήν την σκοπιά, θα πρέπει ν’ αποδοθούν εύσημα στην πριγκίπισσα που το σκέφτηκε, και που μάλλον δεν είχε τρέξει ποτέ στη ζωή της, ώστε να ξέρει σε τι δοκιμασία θα υποβάλλει, όχι μόνο τους αθλητές, αλλά και εκατομμύρια ανθρώπους σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αν, όμως,  ο ταλαίπωρος δρομέας το εκλάβει ως ένα επιπλέον μαρτύριο, που θα το είχε αποφύγει αν δεν υπήρχε αυτή η γαλαζοαίματη έμπνευση, τότε καλύτερα οι κατάρες του να μοιράζονται σ’ ολόκληρη τη βασιλική οικογένεια, ώστε ν’ αποφευχθεί μια αδικία, αποτέλεσμα προσφιλούς παράδοσης παραμυθιών που λαμπρύνεται από βασιλόπουλα και πριγκιποπούλες.

                                                        -------------------

   Το αγώνισμα των 42.195 μέτρων θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το πιο θρυλικό επί γης. Αποτελεί τον υπέρτατο στόχο χιλιάδων δρομέων. Η προετοιμασία, η διεξαγωγή και η χαρά του τερματισμού του προσφέρουν τόσο δυνατές εμπειρίες, ώστε η συμμετοχή σ’ όλους τους μικρότερους αγώνες να φαντάζει ως αναγκαίο σκαλί μιας μακριάς κλίμακας που οδηγεί σ’ αυτόν. Σχεδόν κάθε δρομέας ο οποίος αφιερώνει κάποιες ημέρες προπόνησης την εβδομάδα κι έχει δοκιμαστεί σε αγώνες 5, 10 και 21 χιλιομέτρων, αργά ή γρήγορα, θα επιζητήσει την πρόκληση του μαραθωνίου.
Ο μαραθώνιος είναι το πιο δύσκολο αγώνισμα δρόμου, από πολλές απόψεις. Για έναν καλά προετοιμασμένο αθλητή είναι μικρός για να τον πάει αργά, αλλά μεγάλος για να τον τρέξει γρήγορα. Η επιπολαιότητα ενός βιαστικού ξεκινήματος δεν διορθώνεται εύκολα και πληρώνεται με χαμένους στόχους, σωματική ταλαιπωρία και πιθανή εγκατάλειψη. Οι περισσότεροι καλά προπονημένοι αθλητές θα μπορούσαν εύκολα να διανύσουν 25-30χλμ. με αγωνιστικό ρυθμό, από κει και πέρα όμως τα πράγματα αλλάζουν δραματικά. Μ’ έναν περίεργο τρόπο που μόνο ο μαραθωνοδρόμος μπορεί να βεβαιώσει, τα 30 χιλιόμετρα αποτελούν για το σώμα όχι τα ¾, αλλά το μισό της διαδρομής. Ο οργανισμός δεν μετρά χιλιόμετρα. Μετρά την ένταση της προσπάθειας, την έκτασή της στο χρόνο και την υποβολή του στον πόνο, στοιχεία που μπορούν να βιωθούν οδυνηρά στα τελευταία 12 χιλιόμετρα. Ο ‘τοίχος’, όρος ταυτισμένος με το συγκεκριμένο αγώνισμα, αναφέρεται στην εξάντληση των αποθεμάτων του γλυκογόνου στους μυς. Καραδοκεί κάπου μετά του 30ου χιλιομέτρου, και μπορεί να μετατρέψει έναν ελπιδοφόρο κι αισιόδοξο δρομέα, σ’ έναν ξεθεωμένο μάρτυρα, που αγωνιά να φτάσει σ’ ένα τέρμα που δείχνει να μην έρχεται ποτέ. Κανένας αγώνας των 10 ή και των 20 χιλιομέτρων δεν απειλεί να σ’ εξοντώσει και δεν αφήνει τόσο λίγα περιθώρια διορθωτικών κινήσεων σε πιθανό λάθος τακτικής.
Ο μαραθώνιος είναι αγώνισμα ψυχής και σώματος. Προϋποθέτει τη συμμετοχή αμφοτέρων. Όταν οι δυνάμεις εξαντλούνται, η ψυχή πρέπει να καταδυθεί για ν’ ανασύρει άλλες, βαθιά κρυμμένες. Πρέπει να στύψει τις τελευταίες σταγόνες του λεμονιού, να ξεπεράσει τους πόνους, που με κάθε βήμα γίνονται όλο και πιο οδυνηροί, και να ωθήσει το δρομέα ώστε να φτάσει, τρέχοντας, περπατώντας, ακόμα και παραπατώντας, μέχρι το τέρμα.
Υπάρχουν πολλά ακόμα που καθιστούν τον μαραθώνιο ένα ξεχωριστό άθλημα. Η αβεβαιότητα πως θα τα καταφέρεις, ιδίως την πρώτη φορά, ασχέτως του επιπέδου και της προσπάθειας που κατέβαλες. Σε κανένα μικρότερο αγώνα δεν συμβαίνει αυτό. Οι περισσότεροι δρομείς θα μπορούσαν να προβλέψουν με ακρίβεια δευτερολέπτων την επίδοσή τους σε αγώνες 5 και 10 χλμ, και με απόσταση ελαχίστων λεπτών τον ημιμαραθώνιο. Στον μαραθώνιο, όμως, υπάρχουν αρκετοί λόγοι που θα μπορούσαν να σε βγάλουν ακόμα και μισή ώρα έξω από τους υπολογισμούς σου.
Ο μαραθώνιος ρίχνει το σώμα σε αχαρτογράφητη θάλασσα. Ένας αθλητής των 100 μέτρων μπορεί και κάνει προπονήσεις των 100 μέτρων. Ένας των 400, 800, 1500, 3000μ, το ίδιο. Κανείς τους δεν θα ζητήσει από τον εαυτό του κάτι τόσο διαφορετικό απ’ αυτό που του ζητά στις προπονήσεις. Ο μαραθωνοδρόμος δεν μπορεί να κάνει προπονήσεις των 42 χιλιομέτρων. Τα 32 χιλιόμετρα είναι το μέγιστο που συνιστούν για long run τα περισσότερα προπονητικά προγράμματα. Το long run, το πιο βασικό στοιχείο κάθε προπονητικής μεθόδου, μαθαίνει τον οργανισμό να διαχειρίζεται την ενέργεια για τα παραπάνω χιλιόμετρα, για την παραπάνω ώρα. Τα επιπλέον χιλιόμετρα, αυτά που θα συναντήσεις την ημέρα του αγώνα, είναι τα άγνωστα νερά στα οποία ο οργανισμός καλείται να κολυμπήσει, χωρίς να μπορείς να προδικάσεις το πώς θα συμπεριφερθεί.
Επιπλέον, η διάρκεια του μαραθωνίου δίνει περιθώρια σε πολλούς αστάθμητους κι ανεπιθύμητους παράγοντες. Μια ‘κακιά’ μέρα σ’ έναν αγώνα 5 χιλιομέτρων δεν μπορεί να σε ρίξει πολύ έξω. Οι επιπτώσεις οποιουδήποτε προβλήματος που θα παρουσιαστεί στο 18ο χιλιόμετρο είναι εντελώς διαφορετικές σ’ έναν ημιμαραθώνιο, από έναν αγώνα κατά τον οποίο σε χωρίζουν από το τέρμα όχι 3, αλλά 24 ακόμα χιλιόμετρα. Ο πόνος ενός τραυματισμού γίνεται ανυπόφορος, όταν σκέφτεσαι πως θα τον κουβαλάς σε μια προσπάθεια που μπορεί να διαρκέσει ώρες.
Έχει, στ’ αλήθεια, ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθείς τους μαραθωνοδρόμους. Τις εκφράσεις της επιμονής, της αποφασιστικότητας, της αγωνίας τους, ιδίως στα τελευταία χιλιόμετρα. Οι συνοδοί και οι απλοί συμπαραστάτες ενός διεθνούς μαραθωνίου γίνονται μέτοχοι μιας παγκόσμιας αθλητικής γιορτής και των μοναδικών στιγμών που την συνοδεύουν. Της χαράς, των πανηγυρισμών, των δακρύων, της προσωπικής νίκης του καθενός, που φθάνει ως επισφράγισμα μιας δύσκολης και μακράς πορείας, η αρχή της οποίας βρίσκεται μήνες πριν. Η συναισθηματική φόρτιση της στιγμής του τερματισμού δεν έχει όμοιό της. Είναι κρίμα που οι θεατές αυτού του αγωνίσματος είναι τόσο λίγοι στη χώρα μας, αν κι αυτό, τελευταία, πήρε κάπως ν’ αλλάζει.
Αυτό που ονομάζεται νίκη στα περισσότερα αθλήματα είναι κάτι απόλυτο. Στον μαραθώνιο είναι απολύτως σχετικό. Θα συναντήσεις μαραθωνοδρόμους να πανηγυρίζουν, επειδή κατάφεραν να τερματίσουν κάτω από 5 ώρες, κι άλλους απογοητευμένους που δεν έσπασαν το φράγμα των 3. Η νίκη ή η ήττα, αν αρμόζει η δεύτερη ως έννοια σε κάτι τόσο σπουδαίο, είναι εντελώς προσωπική υπόθεση. Χαίρομαι όταν περνώ και δεν μ’ αρέσει να με περνούν, αλλά δεν θεωρώ τον εαυτό μου νικητή ή ηττημένο απέναντι στους άγνωστους συναθλητές μου. Το νόημα του συγκεκριμένου αγωνίσματος για τους μη επαγγελματίες δρομείς δεν περιορίζεται στο αντικειμενικό της επίδοσής τους. Ο μαραθώνιος είναι προσομοίωση της ζωής μας και στη ζωή υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν εξαρτώνται από μας. Η ηλικία. Ο επαγγελματικός φόρτος. Οι καταιγίδες που χτυπούν την οικογενειακή μας πόρτα.
Στον μαραθώνιο μπορείς να περνάς, χωρίς απαραίτητα να προηγείσαι. Έχω περάσει δρομείς που αποφάσισαν να ξεφύγουν από τις κακές τους συνήθειες και ν’ αλλάξουν ζωή. Που ξεπέρασαν μια βαριά ασθένεια ή που ανακάλυψαν το άθλημα σε μεγάλη ηλικία. Που λίγους μήνες πριν έχασαν κάποιον δικό τους και τρέχουν στη μνήμη του. Που συγκεντρώνουν χρήματα για την καταπολέμηση μιας ασθένειας. Κάποτε πέρασα έναν δρομέα που έσερνε σ’ όλη τη διαδρομή το καρότσι με τον ανάπηρο γιο του. Μια κοπέλα, που τη θυμάμαι, στο Βερολίνο, να τρέχει με τον ίδιο κοπιαστικό τρόπο, για να δωρίσει χαρά στην παράλυτη αδερφή της.
Όλους αυτούς τους ανθρώπους τους πέρασα, αλλά δεν τους ξεπέρασα ποτέ. Εγώ έτρεχα στην κατηφοριά, ενώ αυτοί πάσχιζαν στην ανηφόρα της ζωής τους.
Ο μαραθώνιος δεν είναι ανταγωνιστικός, δεν θα έπρεπε τουλάχιστον να είναι για τους περισσότερούς μας. Είναι ένας αγώνας στον οποίο μετέχουμε όλοι μαζί, κι ελπίζουμε να είμαστε όλοι νικητές. Ένας αγώνας προσωπικός, με σύμμαχο κι αντίπαλο τον εαυτό μας. Πολλοί συμμετέχοντες σ’ ένα μαραθώνιο δεν γνωρίζουν καν το όνομα των πρώτων νικητών, ή, τουλάχιστον, δεν βιάζονται να το μάθουν. Είναι απορροφημένοι στα συναισθήματα του δικού τους αγώνα. Ζουν τη χαρά, τη δική τους και των φίλων τους, που με τη φυσική τους παρουσία, με τη σκέψη, μ’ ένα πλακάτ στο πλάι της διαδρομής ή μ’ ένα ενθαρρυντικό μήνυμα της προηγουμένης στο κινητό, τους βεβαιώνουν πως είναι παρόντες στον αγώνα τους. 
Στα σπίτια των μαραθωνοδρόμων το δίπλωμα του μαραθωνίου, και η φωτογραφία του τερματισμού, στέκονται σε χώρο ανάλογο μ’ αυτόν που κρατάς για τις σημαντικές σου στιγμές. Όπως το πτυχίο, ο γάμος, ή η γέννηση του παιδιού, οριοθετούν το πριν και το μετά. Και, μολονότι όλες αυτές οι στιγμές έχουν τη μοναδική τους σημασία, αυτά έχουν μια παραπάνω. Σου θυμίζουν πως κατάφερες κάτι που λίγοι άνθρωποι μπορούν. Οριστικό και αναφαίρετο αξίωμα, που θα σε συνοδεύει σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής σου.

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Ορειβατικός Μαραθώνιος του Ολύμπου. 1993.



   Ο αισιόδοξος ήλιος του ξημερώματος είχε από ώρα κρυφτεί. Η θερμοκρασία έπεφτε και τα σύννεφα μαζεύονταν σε μια απειλητική συγκέντρωση. Σε λίγη ώρα, στον Όλυμπο, θα ξεσπούσε μια καταιγίδα, που για πρώτη μου φορά σε βουνό θα μ’ έβρισκε απροετοίμαστο, απ’ όλες τις απόψεις.
Δεν είχα αδιάβροχο, ούτε άλλα ρούχα στο σακίδιο. Στην πραγματικότητα, δεν είχα καν σακίδιο. Ούτε θα τα έλεγες ρούχα αυτά που φορούσα. Ένα κοντομάνικο φανελάκι, ένα σορτς της συμφοράς κι ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια δρόμου, που σύντομα θα γίνονταν σαν πατσαβούρες.
Αφετηρία, 1993.
Ήταν η πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, του 1993. Λίγες ώρες πριν βρισκόμουν, μαζί με δυο ντουζίνες συναθλητές, στην αφετηρία του Ορειβατικού Μαραθωνίου του Ολύμπου, στο καταφύγιο του Σταυρού, στα 920 μέτρα. (Πόσο παρωχημένοι μοιάζουμε στην φωτογραφία!)  Ο ήλιος ανέτειλε λαμπρός κι εγώ ήμουν εντελώς ανυποψίαστος για την τροπή που έμελλε να πάρει, όχι μόνο η συγκεκριμένη μέρα, αλλά ολόκληρη η μετέπειτα ζωή μου, καθώς θα την σημάδευε καθοριστικά.
Αλλά, ακόμα και με τις καλύτερες μετεωρολογικές συνθήκες, η απόφασή μου θα ήταν παρακινδυνευμένη. Με κανένα τρόπο δεν ήμουν προετοιμασμένος για έναν ορεινό αγώνα 36 χιλιομέτρων και τόσης υψομετρικής διαφοράς. Η συμμετοχή μου ήταν αποτέλεσμα παρόρμησης. Ένα χαρτί προκήρυξης που έφτασε στον ορειβατικό μου σύλλογο και λίγος ενθουσιασμός έκαναν τη δουλειά. Το βάπτισμά μου στους αγώνες, εντελώς ανορθόδοξα, θα γινόταν σ’ έναν από τους δυσκολότερους που τότε υπήρχαν.
Στον Όλυμπο είχα ανεβεί μια δυο φορές, ορειβατώντας. Ο αγώνας, όμως, έχει διαφορετική δυναμική. Ακόμα κι ο στόχος του απλού τερματισμού, των μειωμένων δηλαδή απαιτήσεων, δεν σε διασφαλίζει, αν δεν διαθέτεις τα απαραίτητα εφόδια. Και σήμερα συμβαίνει να κάνω αποκοτιές, μόνο που είμαι πια καλύτερα προπονημένος, επαρκώς εξοπλισμένος, κατατοπισμένος για τη διαδρομή και ψυχολογικά έτοιμος για αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι στους μεγάλους αγώνες βρίσκουν τρόπο να εμφανιστούν.
Μια καταιγίδα στον Όλυμπο είναι κάτι που δεν θα ήθελες να σου συμβεί, ακόμα κι αν έχεις προνοήσει για το ενδεχόμενο. Ανεβαίνοντας από το περίφημο συρματόσχοινο, καθώς έπαιρνα να ξεμυτίσω για την κοιλάδα των Μουσών, μια ριπή αέρα μ’ ανάγκασε να καλυφθώ πίσω απ’ το βράχο. Θα ήθελα να έμενα εκεί, αλλά η παγωνιά δεν σου επιτρέπει να στέκεσαι ακίνητος κι ο βρεγμένος κάθετος  βράχος δεν έδειχνε καθόλου φιλόξενος. Έκανα κουράγιο να βγω στην ανοιχτωσιά, ν’ ανοίξω δρόμο στον άνεμο και να προσπαθήσω να φτάσω στο ευλογημένο καταφύγιο του Κάκαλου. Το τοπίο ολόγυρα ήταν γκρίζο και οι λίγοι συναθλητές μου απομακρυσμένοι.
Όταν, επιτέλους, έφτασα, το συναίσθημα της σωτηρίας δεν κράτησε πολύ. Το καταφύγιο δεν έπαιζε το γνώριμο ρόλο του. Δεν ήταν το μέρος που θα μου προσέφερε τη συνηθισμένη θαλπωρή, αλλά ένας σταθμός ελάχιστης ανάπαυλας. Τουρτούριζα, δεν είχα τίποτα για ν’ αλλάξω, κι είχα μπροστά μου άλλα 20 κακοτράχαλα χιλιόμετρα. Το μόνο θετικό ήταν πως είχα φτάσει πια στο ψηλότερο σημείο της διαδρομής και στο εξής θα κατέβαινα σε μέρη με περισσότερο οξυγόνο και λιγότερο κρύο.
Ξεχύθηκα ξανά, μέσα στην μπόρα και στον άνεμο, ακολουθώντας το πιο δύσκολο κι επικίνδυνο μονοπάτι, που οδηγούσε προς το καταφύγιο Σπήλιος Αγαπητός. Απείχε γύρω στα 3 χιλιόμετρα, αλλά με τα δεδομένα των καιρικών συνθηκών και της φυσικής μου κατάστασης θα χρειαζόταν παραπάνω από μισή ώρα για να φτάσω. Συνάντησα έναν συναθλητή, ακινητοποιημένο, με κράμπα στο πόδι. Δεν ξέρω για πόση ώρα ήταν εκτεθειμένος στη μανία της βροχής και του αέρα, αλλά ήξερα πως οτιδήποτε πάνω από πεντάλεπτο θα ήταν μαρτυρικό. Έτρεμε από το κρύο. Τον πλησίασα και συνειδητοποίησα τι θα μπορούσα να κάνω για να τον βοηθήσω. Τίποτα απολύτως. Δεν είχα ρούχο να του δώσω, δεν είχα δύναμη να τον σηκώσω, δεν είχα καν το θάρρος να κοιτάξω στο γκρεμό, αριστερά μου. Το μόνο που μπορούσα ήταν να στέκομαι κοντά του αμήχανος. Το κατάλαβε και μου ζήτησε να τρέξω, όσο πιο γρήγορα μπορώ, μέχρι το καταφύγιο, για να ειδοποιήσω να στείλουν βοήθεια. Ήταν κοντά πια, ευτυχώς.
Μπήκα στο φαράγγι του Ενιπέα, στο τελευταίο τμήμα της διαδρομής. 11 περίπου χιλιόμετρα, κι ο καιρός είχε γυρίσει ξανά, με τον ανατρεπτικό τρόπο που μόνο το βουνό ξέρει. Ο ήλιος στέγνωνε τα λίγα που φορούσα, αλλά τα πόδια μου θα έμεναν για πολύ βρεγμένα. Δεν υπήρχαν τότε τα σημερινά γεφύρια και το πέρασμα του ποταμού, μετά από τόση νεροποντή, σήμαινε τσαλαβούτημα στα ξέχειλα νερά. Ήταν η πρώτη μου φορά στο φαράγγι και με περίμενε ό,τι και τον κάθε ανυποψίαστο εκείνη την εποχή. Στο χάρτη δείχνει ως μια κατηφορική διαδρομή που οδηγεί στο πολυπόθητο τέρμα, στην πράξη όμως πρόκειται για μια φάρσα που νομίζεις πως σου κάνει κάποιος, για να γελά μαζί σου. Ένα συνεχές ανεβοκατέβασμα, μια ατέλειωτη δοκιμασία, ένα ατέρμονο ξεκίνημα, από εκεί όπου πίστευες πως τελείωσες, επιτέλους. Ένα Λιτόχωρο, που όλο το περιμένεις να ξεπροβάλλει πίσω από τη στροφή, αλλά στη θέση του βλέπεις το κακοτράχαλο μονοπάτι να ξεδιπλώνεται διαρκώς. Σε κατεβάζει ξανά στον ποταμό, σε φέρνει πάλι στο ύψος που βρισκόσουν πριν, σε οδηγεί μέχρι την επόμενη στροφή, όπου και πάλι δεν θα δεις το πολυπόθητο χωριό. Μέσα στο φαράγγι συναντάς ξεθεωμένους αθλητές, αν φυσικά είσαι λιγότερο ξεθεωμένος ώστε να τους συναντήσεις, θύματα της άγνοιας για την συγκεκριμένη ουρά του γαιδάρου, που αποδεικνύεται λιγότερο εύπεπτη απ’ το σώμα. Σήμερα, η φήμη του φαραγγιού έχει διαδοθεί και λίγοι πια μπαίνουν σ’ αυτό χωρίς κρατημένες δυνάμεις. 
Ο αγώνας και η αγωνία μου είχαν διαρκέσει συνολικά περί τις επτάμιση ώρες. Οι αθλητές που τερμάτισαν πρώτοι δεν καταλάβαιναν για ποια καταιγίδα τους μιλούσαμε. Είχε ξεσπάσει στα ψηλά, όσο αυτοί είχαν ήδη χάσει σε υψόμετρο. Φαινόταν παράδοξο, αλλά επιβεβαίωνε τη ρήση πως ο καθένας τρέχει το δικό του αγώνα.
Με τους αυτοκινητόδρομους της εποχής, η επιστροφή ήταν μια επιπλέον δοκιμασία. Είχε βραδιάσει, όταν έφτασα στο σπίτι μου. Οι αρχές του Σεπτεμβρίου είναι η καλύτερη εποχή για μπάνια, όμως, εκείνο το βράδυ, εξουθενωμένος στο κρεβάτι μου, ένιωθα ρίγη κάτω από τα σκεπάσματα. Το κρύο με είχε διαποτίσει κι ο οργανισμός μου είχε εξαντλήσει τα ενεργειακά του αποθέματα. Το τρέμουλο στο σώμα μου ήταν η προσπάθεια που κατέβαλε, μέσω της αυτόματης κίνησης των μυών, για να ζεσταθεί. Ταυτόχρονα, όμως, κάτι περίεργο συνέβαινε. Μια διαδικασία που τη βίωνε διαφορετικά το σώμα απ’ ό,τι η ψυχή μου. Όσο το πρώτο πάσχιζε να συνέλθει από τα ρίγη, στο άλλο άναβε μια φλόγα. Συνειδητοποιούσα πως είχα ζήσει κάτι μοναδικό, κάτι που θα με καλούσε ξανά, μόλις θα με έβρισκε πάλι δυνατό. Που θα έδινε ένα συναρπαστικό χρώμα στη ζωή μου, παρόλο που δεν την θεωρούσα καθόλου βαρετή. Βρισκόμουν στη διαδικασία μιας μετάλλαξης.
Έχουν μεσολαβήσει 19 χρόνια, αλλά είναι ακόμα ευδιάκριτη η γραμμή που χαράχτηκε την πρώτη εκείνη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, για να χωρίσει το πριν και το μετά της ζωής μου.

                                    --------------------------

   Ήταν τα πρώτα βήματα μιας νέας εποχής, που τώρα τρέχει ολοταχώς. Ο ορειβατικός μαραθώνιος του Ολύμπου, εμφανίστηκε από το πουθενά, το 1986, και παραλίγο να καταλήξει στο πουθενά, μιας κι άργησε να καταλάβει πως ήταν ο αγγελιοφόρος των καιρών, που περίμεναν στο μέλλον. Χρόνια αργότερα, περιστοιχισμένος από συγγενικές διοργανώσεις, φάνηκε να συνέρχεται. Σήμερα έχει αυξήσει τις συμμετοχές του στους 300 αθλητές, τέσσερις φορές περισσότερους απ’ όσους τον τιμούσαν στη νεότητά του. Τα χιλιόμετρά του έχουν μεγαλώσει, και παρακάμπτουν το επικίνδυνο εκείνο κομμάτι, που ταλαιπωρούσε τις κλειδώσεις κι αποθάρρυνε το ηθικό μας.
Σήμερα, λοιπόν, δεν πάσχει από μοναξιά, τότε όμως ήταν ο μοναδικός αγώνας βουνού. Όταν τον τέλειωνες, τον επανατοποθετούσες ως στόχο, για την επόμενη χρονιά. Ενδιαμέσως, ένα δωδεκάμηνο, κενό. Αλλά δεν υπήρχε μέτρο σύγκρισης. Δεν υπήρχε κάτι που έχασες. Υπήρχε κάτι που το γνώρισες και το κέρδιζες, μια φορά το χρόνο.
Έτρεξα το συγκεκριμένο αγώνα 12 φορές. Τερμάτισα τις 11. Εγκατέλειψα μια φορά, για λόγους που ποτέ δεν κατάλαβα επαρκώς. Μάλλον, μεγάλες προσδοκίες για επίδοση, που στα μισά φάνηκε αδύνατη. Μετανοώ γι’ αυτήν την εγκατάλειψη, όχι γιατί μ’ έβγαλε από τον αγώνα, αλλά γιατί μ’ έβγαλε από τον εαυτό μου.
Καθώς, όμως, είναι ο αγώνας που με παρακολουθεί από το ξεκίνημά μου μέχρι σήμερα, είναι φυσικό να έχει καταγράψει τις αλλαγές μου, όπως κατέγραφε και τα περάσματά μου από τους σταθμούς του. Το στάδιο του βαπτίσματος, που με εισήγαγε στον κόσμο του τρεξίματος, την ευερέθιστη εφηβεία, που καταφέρνει πολλά αλλά και τα παρατά από γινάτι, και, τέλος, την ωρίμανση, που επανατοποθετεί τους ρόλους των σημαντικών και των ασήμαντων. Μου χάρισε στιγμές χαράς, αλλά και στιγμές απογοήτευσης, τον καιρό ακόμα που ένας αγώνας μπορούσε να με απογοητεύει. Μου γέννησε την επιθυμία της επιστροφής του ασώτου, όταν η απλή θέα του βουνού από την εθνική οδό, κάποια από τις εποχές που τα είχα παρατήσει, με ξανάφερε, βιαστικά κι εσπευσμένα, στις δοκιμασίες των μονοπατιών του.
Και, κυρίως, μου χάρισε αναμνήσεις.
Απονομές, 1996, καταφύγιο Σταυρού.
Από την πρώτη κιόλας χρονιά, θέλησα να  μοιραστώ το πάθος μου, όπως ο πιστός τη νέα του πίστη. Μάζεψα μια ομάδα φίλων, που επιζητούσαν την καλή φυσική κατάσταση, για ν’ ανεβαίνουμε στα βουνά. Θέσαμε στόχο να τερματίσουμε αυτόν τον αγώνα και το καταφέραμε όλοι. Ζήσαμε στιγμές χαράς, όταν η κοπελιά της παρέας κέρδισε, δυο χρονιές, τα κύπελλα της τρίτης και της δεύτερης θέσης. Οι χρόνοι μας σήμερα φαντάζουν αστείοι, αλλά όλα τα πράγματα εξελίσσονται και κάθε εποχή έχει τις δικές της σημαδούρες. Και οι όποιες διακρίσεις ήταν κάτι ανέλπιστο και επιπλέον. Θα κάναμε ό,τι κάναμε και χωρίς αυτές.
Το σημαντικό ήταν πως μπορούσαμε να βρισκόμαστε, την καθορισμένη ώρα, στο συγκεκριμένο σημείο, για να ξεκινήσουμε άλλη μια φορά το μακρύ, ατέλειωτο, δασικό μας δρόμο, και ν’ ανακαλύψουμε μαζί πράγματα που τότε δεν υπήρχαν στους χάρτες. Δεν υπήρχαν γνώσεις, οδηγίες, συμβουλές, στατιστικά, μετρήσεις, παλμογράφοι, ούτε καν ένα σωστό τεχνικό μπλουζάκι τρεξίματος. Δεν υπήρχαν, τουλάχιστον, για μας. Υπήρχαν όμως, και υπάρχουν ακόμα για τους τρεις που απομείναμε να τρέχουμε, δεσμοί που μας ένωσαν, όπως καμιά άλλη δραστηριότητα δεν θα μπορούσε. Γιατί το τρέξιμο δεν μας βοηθούσε μόνο ν’ ανακαλύπτουμε τις δυνάμεις μας. Μας βοηθούσε να γνωρίζουμε τους χαρακτήρες μας και να ζυμώνουμε τα συναισθήματά μας σε μια κοινή σκάφη. Δεν μας έφερε μόνο κύπελλα και χρόνους. Μας έδεσε μ’ ανθεκτικές φιλίες. Με τον φίλο μου, 15 χρόνια μετά, θα τρέχαμε παρέα ένα μεγάλο μέρος της επετειακής κλασικής διαδρομής του 2010. Θ’ ανεβαίναμε μαζί στο Everest Base Camp, την άνοιξη του 2011. Η κοπελιά παραμένει η ψυχή του ορειβατικού μας συλλόγου. Σπάνια μετέχει σε αγώνες, αλλά δεν χάνει το τακτικό της τρέξιμο, τις λίγες μέρες της εβδομάδας που μπορεί.
Έχουν μεσολαβήσει πολλά γεγονότα, αλλά, όταν βρισκόμαστε ξανά οι τρεις μας, οι αναμνήσεις εκείνων των προπονήσεων κι εκείνων των θρυλικών πια αγώνων, ξαναζωντανεύουν κι έρχονται στις συζητήσεις μας. Η φιλία μας έχει κρατήσει και θα κρατήσει για πάντα, είμαι σίγουρος, κάτι από το χρώμα των μακρινών εκείνων ημερών. Κάτι από τον ιδρώτα που μούσκευε τις φτηνές φανέλες μας, κάτι από τη δίψα των προπονήσεων του καλοκαιριού, που μετρίαζε στη σκιά του αγαπημένου μας δασικού δρόμου, κάτι από τη μοιρασμένη χαρά του παιχνιδιού που ξαναανακαλύπταμε μεγάλοι, κάτι από την αγκαλιά την οποία σχηματίζαμε, έτσι ώστε να χωράμε όλοι και να ζεσταινόμαστε από την αίσθηση ή την ψευδαίσθηση, πως θα παραμείνουμε πάντα νέοι κι αγαπημένοι, σ’ όλη τη διαδρομή της υπόλοιπης ζωής μας.
Κι αυτές οι αναμνήσεις είναι η μεγαλύτερη προσφορά του αγώνα σε μένα. Είναι αυτό το δέσιμο μαζί του που θα του δίνει πάντα τη διάσταση που λείπει από όλους τους άλλους. Έχει αλλάξει κι αυτός, οι δρομείς είναι πια πολλοί, ο εξοπλισμός υπερσύγχρονος, η διαδρομή μεγαλύτερη και, κυρίως, διαφορετική στο τελευταίο της τμήμα. Αλλά έχω αλλάξει κι εγώ, οπότε είμαστε πάτσι. Γι’ αυτό και σκέφτομαι πως, αν είχα να διαλέξω έναν μόνο από τους πολλούς αγώνες που υπάρχουν, για να ολοκληρώσω τον κύκλο αυτής της ατέλειωτης διαδρομής, τότε αυτονόητα και δικαιωματικά, ακόμα κι από γεωμετρικής απόψεως, ο κύκλος αυτός οφείλει να κλείσει στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε να διαγράφεται, την ταραχώδη ημέρα εκείνου του Σεπτεμβρίου.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Ξεκίνημα.


   Μια ανθρωπολογική θεωρία υποστηρίζει πως αυτό που καθόρισε την επιβίωση του είδους μας, πολύ προτού η νόηση επιτύχει την αδιαφιλονίκητη υπεροχή έναντι των υπολοίπων ειδών, δεν ήταν η μυϊκή δύναμη που απαιτούσαν οι δύσκολες εκείνες εποχές της αυγής της ανθρωπότητας, αλλά η ικανότητά μας στο τρέξιμο. Και, ειδικά, στο τρέξιμο των μεγάλων αποστάσεων. Ο προϊστορικός μας πρόγονος επέλεγε το θήραμα και κάποτε, αργά ή γρήγορα, το έφτανε. Δεν είμαι σε θέση να την επιβεβαιώσω. Αυτό που ξέρω είναι κάτι που ο κάθε ερασιτέχνης δρομέας καλά γνωρίζει. Την φυσικότητα του τρεξίματος. Την ευκολία που το κατέστησε δεύτερη φύση μας. Κάθε παιδί που αφήνεται ελεύθερο σε μια αλάνα μπορεί να το αποδείξει.

Οποιοσδήποτε το θελήσει μπορεί, απλά, ν’ αρχίσει να τρέχει. Το τρέξιμο δεν απαιτεί εκμάθηση. Δεν έχει ανάγκη από πολύπλοκα εργαλεία κι εξαρτήματα. Δεν περιορίζεται σε ειδικούς χώρους. Μπορείς να το εξασκήσεις κάθε στιγμή της ημέρας. Μπορείς να τρέχεις, είτε είσαι πλούσιος, είτε φτωχός. Μόνος ή με παρέα. Στην πόλη, στο βουνό, στην εξοχή. Στην καθημερινότητα ή στις διακοπές. Στο πάρκο μιας ξένης πόλης, στο μήκος κάποιου ποταμού, στην έκταση μιας αποβάθρας, στην περίμετρο ενός νησιού, στην άμμο μιας παραλίας. Μέρα ή νύχτα. Με ειδικό εξοπλισμό μπορείς ν’ αγνοήσεις ακόμα και τις καιρικές συνθήκες. Τα πιο περιπετειώδη μου τρεξίματα έχουν γίνει με βροχή, αέρα και χαλάζι. Τα γοητευτικότερα σ’ ανοιχτά τοπία κι απλωμένους ορίζοντες. Τα πιο ενδιαφέροντα στις άγνωστες διαδρομές ενός βουνού. Τα πιο συντροφικά, στις στροφές του εθνικού σταδίου, ανάμεσα σε ομάδες φίλων και σε επί παντός επιστητού συζητήσεις. Τα πιο επιμορφωτικά, στους δρόμους και στους μαραθώνιους μιας ευρωπαϊκής πόλης.

Μπορείς να τρέχεις, όποια κι αν είναι η διάθεσή σου. Να διοχετεύεις την ενέργειά σου, όταν αυτή ξεχειλίζει. Να δίνεις διέξοδο στην ορμή που σου περισσεύει. Και, τι περίεργο, να σου επιστρέφεται, λες κι εκσφενδόνισες σε τοίχο μπαλάκι του τένις. Μπορείς να τρέχεις όταν η διάθεσή σου είναι κακιά και να στοιχηματίζεις πως θα βελτιωθεί. Μπορείς να τρέχεις με βάρος ψυχής, για να διαπιστώσεις πως ελάφρυνε. Μπορείς να τρέχεις με το φορτίο των προβλημάτων σου, για ν’ ανακαλύψεις πως τα μισά έμειναν πίσω και τα υπόλοιπα δεν είναι πια τόσο μεγάλα όσο φάνταζαν. Μπορείς να τρέχεις παρατηρώντας το κάθε τι στο διάβα σου. Το λίκνισμα των φύλλων στα δέντρα, τις χρωματικές αλλαγές του ορίζοντα, το καλημέρα της ανατολής, το γαλήνιο των χρωμάτων του δειλινού, το μεγάλωμα της μέρας και τη γοητεία της νύχτας, κάτω απ’ το φως του φεγγαριού ή την αστρική μαρμαρυγή.

Μπορείς να τρέχεις αφηρημένα σ’ ένα έρημο χωματόδρομο. Μπορείς να αναπολείς, ν’ αναλογίζεσαι, να σχεδιάζεις, να βρίσκεις λύσεις. Να θεωρείς και ν’ αναθεωρείς. Να ξεκινάς και να σταματάς, όποτε σου κάνει κέφι. Να λαμβάνεις μέρος σε αγώνες και να μη χάνεις ποτέ. Να βρίσκεσαι στην ίδια κούρσα με πρωταθλητές, σε πόσα αθλήματα μπορείς να το κάνεις αυτό; Να τρέχεις για να βελτιώσεις την υγεία σου ή επειδή σφύζεις από υγεία. Επειδή θέλεις να θυμηθείς ή να ξεχάσεις. Επειδή αναζητάς το νόημα της ζωής ή επειδή το βρήκες. Επειδή είσαι ανήσυχος ή επειδή είσαι γαλήνιος. Επειδή επιζητάς ειρηνικό δρόμο για την ανταγωνιστικότητά σου, ή επειδή αρέσκεσαι στον απλό συναγωνισμό. Επειδή είσαι συντροφικός ή επειδή είσαι μοναχικός. Επειδή σε κούρασαν οι συναναστροφές ή επειδή σου έλειψαν. Επειδή θέλεις ν’ ανακαλύψεις τα όριά σου, ή επειδή θέλεις να διατηρήσεις αυτά που έχεις. Επειδή θέλεις να παραμείνεις νέος ή επειδή θέλεις να επιστρέψεις στην εποχή που ήσουν. Επειδή θέλεις κάτι που να το παίρνεις πολύ στα σοβαρά, αλλά να μοιάζει με παιχνίδι. Επειδή διαθέτεις αυτοπεποίθηση ή επειδή πάσχεις από την έλλειψή της. Επειδή δεν μπορείς να ταξιδέψεις ή επειδή θέλεις να δώσεις επιπλέον νόημα στα ταξίδια σου.

Το τρέξιμο δεν σου υπόσχεται πράγματα που δεν μπορεί να κάνει. Δεν σου τάζει τη μέλλουσα ζωή, δεν εγγυάται καν την παράταση της παρούσης. Είναι αρκετά τίμιο για να ισχυριστεί πως ανατρέπει τον νόμο των πιθανοτήτων. Κι αρκετά διαφανές ώστε να επιτρέπει τον απολογισμό του, σε καθημερινή ή κατά περιόδους βάση. Δεν σου κρύβει πως δεν θα ζήσεις για πάντα, αλλά σε κάνει να αισθάνεσαι πως θα ζήσεις για πάντα. Δεν σε κρατά αιώνια νέο, αλλά σου επιτρέπει να νιώθεις αιώνια νέος. Δεν απομακρύνει το χρόνο, αλλά τον εξομαλύνει. Δεν δίνει χρόνια στη ζωή σου, συνηθίζουν να λένε οι δρομείς, αλλά ζωή στα χρόνια σου. Το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων είναι μια μορφή διαλογισμού, αλλά ο κάθε ορθολογιστής δρομέας μπορεί να βρει στη χημεία την επιστημονική εξήγηση της λειτουργίας του φαινομένου που νιώθει.

Ίσως, κάποτε, έρθει μια εποχή όπου το είδος μας δεν θα έχει ανάγκη από κανενός είδους σωματική δραστηριότητα. Ίσως το μόνο που τότε θα χρειάζεται να είναι ένας υπερτροφικός εγκέφαλος, που θα κινεί τα πάντα. Ίσως. Εμείς όμως είμαστε παιδιά της δικιάς μας εποχής, η οποία ιστορικά απέχει ελάχιστα από την εποχή που το τρέξιμο ήταν άμεσα συνδεδεμένο με την επιβίωσή μας. Πράγμα που σημαίνει πως ακόμα είναι.