Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Οι ορεινοί αγώνες. 1.





    Πολλοί δρομείς είναι πιστοί της ασφάλτου. Το βουνό αντιπροσωπεύει ένα δύσκολο κι επικίνδυνο για τα πόδια τους πεδίο. Οι ανηφόρες είναι ένας ατέλειωτος Γολγοθάς, και οι κατηφόρες ολέθριες δοκιμασίες. Αδυνατούν να καταστρώσουν στρατηγική και να προβλέψουν περάσματα. Οι προσπάθειές τους υπόκεινται στις ιδιοτροπίες του εδάφους και στις διαθέσεις του καιρού. Για τους προσκολλημένους στη σχέση χιλιομέτρων και χρόνου, απλά, δεν τίθεται θέμα.

  Ωστόσο υπάρχουν και οι λάτρεις του βουνού. Αν και το τρέξιμο δεν έχει στεγανά, εντούτοις, κάποιους αθλητές τους συναντάς κυρίως σε μονοπάτια και πλαγιές, σπάνια στην άσφαλτο. Είναι αυτοί που ανακαλύπτουν τη γοητεία σ’ όλα τα παραπάνω. Οι κακουχίες αντιπροσωπεύουν την περιπέτεια, οι φυσικές δυσκολίες την πρόκληση. Το ανώμαλο τερέν, με τη λάσπη, το νερό, το χιόνι, τις πέτρες και τα κλαδιά, δίνουν το συναρπαστικό τόνο στην προσπάθειά τους. Το βουνό δυναμώνει τα πόδια τους. Οι ορεινές διαδρομές διώχνουν τη μονοτονία κι αποκαλύπτουν κρυμμένους κόσμους. Το τρέξιμο παύει να είναι αυτόματη διαδικασία. Η προσοχή απαιτείται τεταμένη και οι εκτιμήσεις συνεχείς, πολλές φορές, σε κάθε βήμα. Το περιβάλλον δεν είναι ένα αδιάφορο ντεκόρ που αγνοείς. Περιβάλλον κι αγώνας είναι ένα. Ο χώρος που κινείσαι στο βουνό είναι τρισδιάστατος και ο χρόνος μετρά διαφορετικά. Οι αποστάσεις είναι μακρινές, δύσκολα προσβάσιμες κι απαιτούν αυτονομία. Ο αγώνας βουνού είναι ένα μικρό σακίδιο στην πλάτη, με νερό, τροφή, ρούχα, και μια εξόρμηση στο άγνωστο. 

Οι ορεινοί αγώνες είναι χτύποι καρδιάς στις ανηφοριές, ηλιοφώτιστα ξάγναντα, δροσερά ποτάμια, σκιές δέντρων, γοητευτικές γωνιές φύσης, μονοπάτια άγνωστων μυθικών τόπων. Είναι εξάντληση, θερμοπληξία, υποθερμία, συναγερμός αισθήσεων, χάσιμο της διαδρομής, αγωνία να φθάσεις έγκαιρα. Είναι η περιπέτεια του σύγχρονου ανθρώπου όπως την εφηύρε ξανά, για ν’ αντικαταστήσει αυτήν που χάθηκε, σ’ ένα κόσμο που μας είναι πια ανιαρά γνωστός. Είναι σενάριο μιας συναρπαστικής ταινίας, που επιθυμείς να πρωταγωνιστήσεις. Και, κυρίως, είναι η ανεκτίμητη αίσθηση πως είσαι ζωντανός. Όχι, απλώς, ότι ζεις κι ανασαίνεις.


   Το τρέξιμο στο βουνό έχει μια ιδιαίτερη γοητεία. Η αναμέτρηση των δυνάμεών μας στη φύση μας ξαναγυρίζει σε πρότερους καιρούς. Αναβιώνει τις εξερευνήσεις και τις δοκιμασίες, σ’ ένα χώρο στον οποίο ήμασταν πλασμένοι για να ζούμε. Μας ξυπνά τη γονιδιακή μνήμη και μας επαναφέρει εκεί που για χιλιετίες υπήρχαμε, αλλά το έχουμε ξεχάσει. Ξαναπιάνει το νήμα που κόπηκε βιαστικά, αυτά τα ελάχιστα χρόνια της ιστορικής παρουσίας μας στον πλανήτη. Μας επιστρέφει τα νεανικά μας βιώματα, μας ξαναρίχνει στο ανέμελο κλίμα του παιχνιδιού, μας λασπώνει τα πόδια και μας γρατζουνά τα γόνατα, για να μας θυμίζει τα παιδιά που κάποτε ήμασταν.



                                                  ----------------------------


    Αν και για πολλά χρόνια παρέμενε ο μοναδικός στο είδος του, ο μαραθώνιος του Ολύμπου, του Ε.Ο.Σ. Θεσσαλονίκης, με δυσκολία έφτανε τους 100 δρομείς. Σήμερα δέχεται όσους του επιτρέπουν οι δυνατότητές του, περίπου 350 αθλητές. Το 2012, μόνο στον Όλυμπο, θα συμπληρωθούν πέντε αγώνες, απόστασης από 24 έως 100 χιλιόμετρα. Ο αριθμός των αθλητών θ’ ανέλθει σ’ εκατοντάδες, ενώ η συμμετοχή σε κάποιους προϋποθέτει κριτήρια βασισμένα σε πρότερες συμμετοχές κι επιδόσεις. Κάτι σαν εξετάσεις δηλαδή.
Από στατιστική σκοπιά, σε διεθνές επίπεδο, υπολογίζεται πως σε λίγα χρόνια ο αριθμός συμμετεχόντων σ’ ορεινούς αγώνες θα προσεγγίσει αυτόν της ασφάλτου. Κι αφού ό,τι καλό συμβαίνει στον αναπτυγμένο κόσμο, έρχεται κάποτε και σε μας - έστω και με καθυστέρηση ορισμένων δεκαετιών - έτσι και στη χώρα μας η ανάπτυξη των ορεινών αγώνων αποκτά πρωτοφανείς διαστάσεις. Ορεινοί αγώνες ξεφυτρώνουν συνεχώς, ολοένα και περισσότεροι, ολοένα και πιο απαιτητικοί. Καλοκαίρι και χειμώνα, με χιόνια ή με καύσωνα. Παρόλο το τουριστικό στερεότυπο που θέλει τη χώρα μας θαλασσινή, η Ελλάδα διαθέτει αμέτρητα βουνά, από τα βόρεια σύνορά της, μέχρι την Κρήτη και οι ορεινοί αγώνες δίνουν μια ευκαιρία γνωριμίας και μια νέα διάσταση στην ομορφιά τους. Αν συνυπολογιστούν και όσοι διεξάγονται σε ορεινό περιβάλλον, χωρίς απαραίτητα να χαρακτηρίζονται ορεινοί, το καλεντάρι ασφυκτιά.
Και παρά το πλήθος των διοργανώσεων, ο αριθμός των συμμετοχών εμφανίζεται από ικανοποιητικός έως ασφυκτικός, φαινόμενο που ακόμα αντιστέκεται στην κρίση. Έτσι, όσοι σχεδιάζουν έναν καινούργιο ορεινό αγώνα, πρέπει να προβληματιστούν για το που θα τον τοποθετήσουν ημερολογιακά. Ολοένα και περισσότεροι δρομείς εισχωρούν στο κυνήγι των χιλιομέτρων, της δυσκολίας, της υψομετρικής διαφοράς και των επιδόσεων. Στους ορεινούς αγώνες γίνονται πράγματα, που λίγα χρόνια πριν θεωρούνταν αδύνατα. Τα παλιά προπονητικά προγράμματα αποδεικνύονται ανεπαρκή. Ερασιτέχνες αθλητές μπορούν και καταφέρνουν, ό,τι για τις παλιότερες σχολές θεωρούνταν αδύνατον ή, στην καλύτερη περίπτωση, επικίνδυνη υπερβολή. Οι ορθοπεδικοί βλέπουν τις δουλειές τους ν’ αυγαταίνουν, αλλά συχνά βρίσκονται απροετοίμαστοι, απέναντι στα προβλήματα αυτής της υπερβολής. Ένας πόνος στο γόνατο, που εμφανίζεται μετά από 50 χιλιόμετρα ή 8 ώρες τρεξίματος δεν είναι κάτι συνηθισμένο, ούτε εύκολα αντιμετωπίσιμο. Ιδίως όταν έχουν απέναντί τους ξεροκέφαλους ασθενείς, πρόθυμους να υποστούν τα πάντα, εκτός από το να σταματήσουν να τρέχουν.
Οι δρομείς αξιολογούν τη δραστηριότητά τους ως σημαντικό κομμάτι της ζωής τους κι οι δρομείς του ορεινού τρεξίματος, ίσως, κάτι παραπάνω. Το αγωνιστικό τους περιβάλλον απαντά καλύτερα στην ανάγκη φυγής απ’ τη ρουτίνα. Παράλληλα, θέτει κι αυστηρότερες προϋποθέσεις. Οι δρομείς αποδεικνύονται διαβασμένοι. Μελετούν τα νέα προπονητικά προγράμματα, συμμετέχουν σ’ αθλητικά κλαμπ, μοιράζονται γνώσεις κι εμπειρίες στις διαδικτυακές τους συζητήσεις. Στην γκαρνταρόμπα τους θα βρεις τα πιο εξελιγμένα εφόδια. Σακίδια, ζώνες, αντιανεμικά, αδιάβροχα, ισοθερμικά, κάλτσες συμπίεσης κι ένα σωρό άλλα. Στις αφετηρίες των ορεινών αγώνων θ’ αναγνωρίσεις τα πιο εξειδικευμένα υποδήματα της αγοράς. Οι επιδόσεις τους αποδεικνύουν πως δεν πρόκειται για κοκεταρία. Ο εξοπλισμός τους είναι όμορφος, αλλά ταυτόχρονα εξυπηρετεί λειτουργικές ανάγκες. Οι δρομείς του βουνού το παίρνουν στα σοβαρά, άλλωστε, όπως είπαμε και πριν, μόνο έτσι αξίζει το παιχνίδι.
Οι ορεινοί αγώνες έχουν δημιουργήσει δικούς τους θρύλους κι έχουν φέρει στο προσκήνιο καινούργιους ήρωες. Έλληνες αθλητές που γίνονται σύμβολα και διαπρέπουν ακόμα και σε μακρινά μέρη της γης, παλεύοντας με τις καιρικές δυσκολίες, τα ιλιγγιώδη υψόμετρα και τις ασύλληπτες αποστάσεις. Στις Άλπεις, στα Πυρηναία, στα βουνά του Μαρόκου και στα Ιμαλάια, σε μέρη μ’ άγνωστα κι εξωτικά ονόματα, αλλά και σε δικά μας ανεξερεύνητα μονοπάτια, άντρες και γυναίκες, όλο και συχνότερα μας καθηλώνουν στους υπολογιστές, να παρακολουθούμε μια προσπάθεια που μοιάζει υπεράνθρωπη, και το σημάδι τους στο χάρτη, που ανεβοκατεβαίνει και προοδεύει, πάνω στο καρδιογράφημα μιας ατέλειωτης διαδρομής.




                                             ------------------------------





   Πόσες Κυριακές της ζωής μας θυμόμαστε; Τι ακριβώς θυμόμαστε από αυτές; Ποιά ίχνη άφησαν στην ψυχή μας οι ‘όμοιες στιγμές’, που αναφέρει ο Αλεξανδρινός; Τι κρύβεται στην τραγική φράση, πέρασε, χωρίς να το καταλάβω, η ζωή  μου;
Κρύβεται η απουσία ξεχωριστών στιγμών. Αυτών που συμπυκνώνουν την ουσία της ζωής. Αυτών που γαντζώνονται στην ψυχή και δεν γλιστρούν στο σκοτεινό πηγάδι της λήθης. Στιγμές, σαν φωτεινές σημαδούρες στη θάλασσα του χρόνου, που μπορείς να κρατιέσαι πάνω τους, όταν σε βρίσκει η τρικυμία.
Οι ορεινοί μου αγώνες είναι μια συλλογή όμορφων στιγμών, τοποθετημένων στο καλύτερο κομμάτι της μνήμης. Μοσχοβολούν δροσιά κι αέρα βουνού. Μου προσέφεραν συγκινήσεις, αρκετές για να γεμίσουν τη ζωή πολλών ανθρώπων. Και το κυριότερο, ήρθαν την πιο κρίσιμη περίοδο. Σημάδεψαν την τελευταία, κι οριστική φαντάζομαι, επιστροφή μου στο τρέξιμο. Αποτέλεσαν το αντίδοτο στο δηλητήριο που, συχνά πυκνά, εισέρχεται στην ψυχή μας, για περισσότερο ή λιγότερο προφανείς λόγους.
Οι ορεινοί αγώνες άνθισαν στην Ελλάδα, όταν η ηλικία μου μετρούσε αρνητικά πια.  Και το ντελίριο των συνεχών αγώνων, πολλές φορές ενός κάθε εβδομάδα, δεν θα μου επέτρεπε, παρά μόνο σπάνια, να ξεπεράσω το μέσο όρο της γενικής κατάταξης. Αλλά το κέρδος μου βρισκόταν αλλού. Βρισκόταν στις νέες παραστάσεις, στα πρωτόγνωρα συναισθήματα, στις έντονες εμπειρίες. Ήθελα να γεμίσω τη ζωή μου, έτσι ώστε να μην παραπονεθώ πως πέρασε χωρίς να την καταλάβω, ακόμα κι αν, για κάποιο λόγο, τέλειωνε νωρίτερα απ’ ότι θα έπρεπε. Είχα πλέον έναν καινούργιο τρόπο ν’ αξιολογώ τα πράγματα. Μπορούσα, επιτέλους, να διακρίνω το σημαντικό από το δευτερεύον. Ο καιρός που συνέλλεγα διπλώματα συμμετοχής είχε τελειώσει. Ακόμα και στη συλλογή των μεταλλίων μου απομένουν μόνο αυτά στα οποία αναγνωρίζω κάποια αξία.
Έτσι, μετά από τόσους αγώνες στο βουνό, μπορώ πια να παραλλάσω ασφαλώς το τραγούδι, ‘κείνο που θυμάμαι απ’ τα νησιά μας’. Όπου νησιά, βουνά. Κουβαλάω μέσα μου κάτι από το καθένα τους, όπως κι αυτά φιλοξενούν ένα κομμάτι του εαυτού μου, που νομίζω πως έμεινε για πάντα εκεί.

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Μαραθώνιος.



   Τον μαραθώνιο τον οφείλουμε σε πρόσωπα και γεγονότα, που η ύπαρξή τους τοποθετείται σ’ ένα ομιχλώδες τοπίο, κάπου ανάμεσα στο θρύλο και στην πραγματικότητα. Το αγώνισμα αναβιώνει το θρυλικό επίτευγμα, βάσει του οποίου, ο ημεροδρόμος Φειδιππίδης, μετά την κρίσιμη για όλο τον δυτικό πολιτισμό μάχη, έτρεξε μέχρι την Αθήνα, για να αναγγείλει την είδηση της νίκης, και να ξεψυχήσει, αμέσως μετά, από την υπεράνθρωπη προσπάθεια. Η ιδέα και η εφαρμογή του ανήκει στους Γάλλους φιλέλληνες Michel Bréal και Pierre de Coubertin. Ο πρώτος την σκέφτηκε, κι ο δεύτερος, ως ιδρυτής των σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων, την εφάρμοσε το 1896, στην Αθήνα. Εκεί, ο μαραθώνιος δρόμος διεξήχθη για πρώτη φορά και χάρισε στους Έλληνες την πολυπόθητη νίκη του Σπύρου Λούη.
Αρχικά η απόστασή του ήταν αρκετά μικρότερη από τη σημερινή. O Σπύρος Λούης έτρεξε περί τα 38 χιλιόμετρα. Στους επόμενους Ολυμπιακούς η απόσταση άγγιξε τα 40.2 και το 1908, στο Λονδίνο, έφτασε για πρώτη φορά σ’ αυτό που σήμερα αναγνωρίζεται επίσημα ως απόσταση μαραθωνίου: Ένας δρόμος 42.195 μέτρων. Η παράδοση υποστηρίζει πως αυτό το οφείλουμε σε μια πριγκίπισσα, η οποία επιθυμούσε να παρακολουθήσει το ξεκίνημα των αθλητών, από τα ανάκτορά της στο Ουίνδσορ, και κατόπιν τον τερματισμό τους στο Ολυμπιακό στάδιο, όπου ένας επιπλέον γύρος θα προσέφερε καλύτερο θέαμα. Το μέτρημα εκείνης της απόστασης υπήρξε καθοριστικό για το σημερινό δρώμενο.
Βέβαια, ότι το οφείλουμε στην πριγκίπισσα, είναι σχετικό. Επισήμως, η έμπνευση της διαδρομής του 1906 ανήκει σ’ ολόκληρη τη βασιλική οικογένεια, κι όχι μόνο σ’ ένα χαριτωμένο μέλος της. Έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι τα επιπλέον χιλιόμετρα, από το αρχικό 38 μέχρι το τελικό 42, κάνουν τη μεγάλη διαφορά. Είναι αυτά που καθιστούν τον μαραθώνιο μια απόλυτη σωματική και πνευματική δοκιμασία. Η μάχη των χιλιάδων δρομέων που αγωνίζονται στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής προσδίδει μια αξία, που δεν θα υπήρχε αν έλειπαν αυτά τα 4 κρίσιμα χιλιόμετρα. Απ’ αυτήν την σκοπιά, θα πρέπει ν’ αποδοθούν εύσημα στην πριγκίπισσα που το σκέφτηκε, και που μάλλον δεν είχε τρέξει ποτέ στη ζωή της, ώστε να ξέρει σε τι δοκιμασία θα υποβάλλει, όχι μόνο τους αθλητές, αλλά και εκατομμύρια ανθρώπους σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αν, όμως,  ο ταλαίπωρος δρομέας το εκλάβει ως ένα επιπλέον μαρτύριο, που θα το είχε αποφύγει αν δεν υπήρχε αυτή η γαλαζοαίματη έμπνευση, τότε καλύτερα οι κατάρες του να μοιράζονται σ’ ολόκληρη τη βασιλική οικογένεια, ώστε ν’ αποφευχθεί μια αδικία, αποτέλεσμα προσφιλούς παράδοσης παραμυθιών που λαμπρύνεται από βασιλόπουλα και πριγκιποπούλες.

                                                        -------------------

   Το αγώνισμα των 42.195 μέτρων θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το πιο θρυλικό επί γης. Αποτελεί τον υπέρτατο στόχο χιλιάδων δρομέων. Η προετοιμασία, η διεξαγωγή και η χαρά του τερματισμού του προσφέρουν τόσο δυνατές εμπειρίες, ώστε η συμμετοχή σ’ όλους τους μικρότερους αγώνες να φαντάζει ως αναγκαίο σκαλί μιας μακριάς κλίμακας που οδηγεί σ’ αυτόν. Σχεδόν κάθε δρομέας ο οποίος αφιερώνει κάποιες ημέρες προπόνησης την εβδομάδα κι έχει δοκιμαστεί σε αγώνες 5, 10 και 21 χιλιομέτρων, αργά ή γρήγορα, θα επιζητήσει την πρόκληση του μαραθωνίου.
Ο μαραθώνιος είναι το πιο δύσκολο αγώνισμα δρόμου, από πολλές απόψεις. Για έναν καλά προετοιμασμένο αθλητή είναι μικρός για να τον πάει αργά, αλλά μεγάλος για να τον τρέξει γρήγορα. Η επιπολαιότητα ενός βιαστικού ξεκινήματος δεν διορθώνεται εύκολα και πληρώνεται με χαμένους στόχους, σωματική ταλαιπωρία και πιθανή εγκατάλειψη. Οι περισσότεροι καλά προπονημένοι αθλητές θα μπορούσαν εύκολα να διανύσουν 25-30χλμ. με αγωνιστικό ρυθμό, από κει και πέρα όμως τα πράγματα αλλάζουν δραματικά. Μ’ έναν περίεργο τρόπο που μόνο ο μαραθωνοδρόμος μπορεί να βεβαιώσει, τα 30 χιλιόμετρα αποτελούν για το σώμα όχι τα ¾, αλλά το μισό της διαδρομής. Ο οργανισμός δεν μετρά χιλιόμετρα. Μετρά την ένταση της προσπάθειας, την έκτασή της στο χρόνο και την υποβολή του στον πόνο, στοιχεία που μπορούν να βιωθούν οδυνηρά στα τελευταία 12 χιλιόμετρα. Ο ‘τοίχος’, όρος ταυτισμένος με το συγκεκριμένο αγώνισμα, αναφέρεται στην εξάντληση των αποθεμάτων του γλυκογόνου στους μυς. Καραδοκεί κάπου μετά του 30ου χιλιομέτρου, και μπορεί να μετατρέψει έναν ελπιδοφόρο κι αισιόδοξο δρομέα, σ’ έναν ξεθεωμένο μάρτυρα, που αγωνιά να φτάσει σ’ ένα τέρμα που δείχνει να μην έρχεται ποτέ. Κανένας αγώνας των 10 ή και των 20 χιλιομέτρων δεν απειλεί να σ’ εξοντώσει και δεν αφήνει τόσο λίγα περιθώρια διορθωτικών κινήσεων σε πιθανό λάθος τακτικής.
Ο μαραθώνιος είναι αγώνισμα ψυχής και σώματος. Προϋποθέτει τη συμμετοχή αμφοτέρων. Όταν οι δυνάμεις εξαντλούνται, η ψυχή πρέπει να καταδυθεί για ν’ ανασύρει άλλες, βαθιά κρυμμένες. Πρέπει να στύψει τις τελευταίες σταγόνες του λεμονιού, να ξεπεράσει τους πόνους, που με κάθε βήμα γίνονται όλο και πιο οδυνηροί, και να ωθήσει το δρομέα ώστε να φτάσει, τρέχοντας, περπατώντας, ακόμα και παραπατώντας, μέχρι το τέρμα.
Υπάρχουν πολλά ακόμα που καθιστούν τον μαραθώνιο ένα ξεχωριστό άθλημα. Η αβεβαιότητα πως θα τα καταφέρεις, ιδίως την πρώτη φορά, ασχέτως του επιπέδου και της προσπάθειας που κατέβαλες. Σε κανένα μικρότερο αγώνα δεν συμβαίνει αυτό. Οι περισσότεροι δρομείς θα μπορούσαν να προβλέψουν με ακρίβεια δευτερολέπτων την επίδοσή τους σε αγώνες 5 και 10 χλμ, και με απόσταση ελαχίστων λεπτών τον ημιμαραθώνιο. Στον μαραθώνιο, όμως, υπάρχουν αρκετοί λόγοι που θα μπορούσαν να σε βγάλουν ακόμα και μισή ώρα έξω από τους υπολογισμούς σου.
Ο μαραθώνιος ρίχνει το σώμα σε αχαρτογράφητη θάλασσα. Ένας αθλητής των 100 μέτρων μπορεί και κάνει προπονήσεις των 100 μέτρων. Ένας των 400, 800, 1500, 3000μ, το ίδιο. Κανείς τους δεν θα ζητήσει από τον εαυτό του κάτι τόσο διαφορετικό απ’ αυτό που του ζητά στις προπονήσεις. Ο μαραθωνοδρόμος δεν μπορεί να κάνει προπονήσεις των 42 χιλιομέτρων. Τα 32 χιλιόμετρα είναι το μέγιστο που συνιστούν για long run τα περισσότερα προπονητικά προγράμματα. Το long run, το πιο βασικό στοιχείο κάθε προπονητικής μεθόδου, μαθαίνει τον οργανισμό να διαχειρίζεται την ενέργεια για τα παραπάνω χιλιόμετρα, για την παραπάνω ώρα. Τα επιπλέον χιλιόμετρα, αυτά που θα συναντήσεις την ημέρα του αγώνα, είναι τα άγνωστα νερά στα οποία ο οργανισμός καλείται να κολυμπήσει, χωρίς να μπορείς να προδικάσεις το πώς θα συμπεριφερθεί.
Επιπλέον, η διάρκεια του μαραθωνίου δίνει περιθώρια σε πολλούς αστάθμητους κι ανεπιθύμητους παράγοντες. Μια ‘κακιά’ μέρα σ’ έναν αγώνα 5 χιλιομέτρων δεν μπορεί να σε ρίξει πολύ έξω. Οι επιπτώσεις οποιουδήποτε προβλήματος που θα παρουσιαστεί στο 18ο χιλιόμετρο είναι εντελώς διαφορετικές σ’ έναν ημιμαραθώνιο, από έναν αγώνα κατά τον οποίο σε χωρίζουν από το τέρμα όχι 3, αλλά 24 ακόμα χιλιόμετρα. Ο πόνος ενός τραυματισμού γίνεται ανυπόφορος, όταν σκέφτεσαι πως θα τον κουβαλάς σε μια προσπάθεια που μπορεί να διαρκέσει ώρες.
Έχει, στ’ αλήθεια, ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθείς τους μαραθωνοδρόμους. Τις εκφράσεις της επιμονής, της αποφασιστικότητας, της αγωνίας τους, ιδίως στα τελευταία χιλιόμετρα. Οι συνοδοί και οι απλοί συμπαραστάτες ενός διεθνούς μαραθωνίου γίνονται μέτοχοι μιας παγκόσμιας αθλητικής γιορτής και των μοναδικών στιγμών που την συνοδεύουν. Της χαράς, των πανηγυρισμών, των δακρύων, της προσωπικής νίκης του καθενός, που φθάνει ως επισφράγισμα μιας δύσκολης και μακράς πορείας, η αρχή της οποίας βρίσκεται μήνες πριν. Η συναισθηματική φόρτιση της στιγμής του τερματισμού δεν έχει όμοιό της. Είναι κρίμα που οι θεατές αυτού του αγωνίσματος είναι τόσο λίγοι στη χώρα μας, αν κι αυτό, τελευταία, πήρε κάπως ν’ αλλάζει.
Αυτό που ονομάζεται νίκη στα περισσότερα αθλήματα είναι κάτι απόλυτο. Στον μαραθώνιο είναι απολύτως σχετικό. Θα συναντήσεις μαραθωνοδρόμους να πανηγυρίζουν, επειδή κατάφεραν να τερματίσουν κάτω από 5 ώρες, κι άλλους απογοητευμένους που δεν έσπασαν το φράγμα των 3. Η νίκη ή η ήττα, αν αρμόζει η δεύτερη ως έννοια σε κάτι τόσο σπουδαίο, είναι εντελώς προσωπική υπόθεση. Χαίρομαι όταν περνώ και δεν μ’ αρέσει να με περνούν, αλλά δεν θεωρώ τον εαυτό μου νικητή ή ηττημένο απέναντι στους άγνωστους συναθλητές μου. Το νόημα του συγκεκριμένου αγωνίσματος για τους μη επαγγελματίες δρομείς δεν περιορίζεται στο αντικειμενικό της επίδοσής τους. Ο μαραθώνιος είναι προσομοίωση της ζωής μας και στη ζωή υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν εξαρτώνται από μας. Η ηλικία. Ο επαγγελματικός φόρτος. Οι καταιγίδες που χτυπούν την οικογενειακή μας πόρτα.
Στον μαραθώνιο μπορείς να περνάς, χωρίς απαραίτητα να προηγείσαι. Έχω περάσει δρομείς που αποφάσισαν να ξεφύγουν από τις κακές τους συνήθειες και ν’ αλλάξουν ζωή. Που ξεπέρασαν μια βαριά ασθένεια ή που ανακάλυψαν το άθλημα σε μεγάλη ηλικία. Που λίγους μήνες πριν έχασαν κάποιον δικό τους και τρέχουν στη μνήμη του. Που συγκεντρώνουν χρήματα για την καταπολέμηση μιας ασθένειας. Κάποτε πέρασα έναν δρομέα που έσερνε σ’ όλη τη διαδρομή το καρότσι με τον ανάπηρο γιο του. Μια κοπέλα, που τη θυμάμαι, στο Βερολίνο, να τρέχει με τον ίδιο κοπιαστικό τρόπο, για να δωρίσει χαρά στην παράλυτη αδερφή της.
Όλους αυτούς τους ανθρώπους τους πέρασα, αλλά δεν τους ξεπέρασα ποτέ. Εγώ έτρεχα στην κατηφοριά, ενώ αυτοί πάσχιζαν στην ανηφόρα της ζωής τους.
Ο μαραθώνιος δεν είναι ανταγωνιστικός, δεν θα έπρεπε τουλάχιστον να είναι για τους περισσότερούς μας. Είναι ένας αγώνας στον οποίο μετέχουμε όλοι μαζί, κι ελπίζουμε να είμαστε όλοι νικητές. Ένας αγώνας προσωπικός, με σύμμαχο κι αντίπαλο τον εαυτό μας. Πολλοί συμμετέχοντες σ’ ένα μαραθώνιο δεν γνωρίζουν καν το όνομα των πρώτων νικητών, ή, τουλάχιστον, δεν βιάζονται να το μάθουν. Είναι απορροφημένοι στα συναισθήματα του δικού τους αγώνα. Ζουν τη χαρά, τη δική τους και των φίλων τους, που με τη φυσική τους παρουσία, με τη σκέψη, μ’ ένα πλακάτ στο πλάι της διαδρομής ή μ’ ένα ενθαρρυντικό μήνυμα της προηγουμένης στο κινητό, τους βεβαιώνουν πως είναι παρόντες στον αγώνα τους. 
Στα σπίτια των μαραθωνοδρόμων το δίπλωμα του μαραθωνίου, και η φωτογραφία του τερματισμού, στέκονται σε χώρο ανάλογο μ’ αυτόν που κρατάς για τις σημαντικές σου στιγμές. Όπως το πτυχίο, ο γάμος, ή η γέννηση του παιδιού, οριοθετούν το πριν και το μετά. Και, μολονότι όλες αυτές οι στιγμές έχουν τη μοναδική τους σημασία, αυτά έχουν μια παραπάνω. Σου θυμίζουν πως κατάφερες κάτι που λίγοι άνθρωποι μπορούν. Οριστικό και αναφαίρετο αξίωμα, που θα σε συνοδεύει σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής σου.