Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. Μετά.

                                                          

 

Για πολλά χρόνια πλήγωνα τα πόδια μου στους αγώνες. Μελάνιαζα δάχτυλα κι έχανα νύχια. Άργησα να καταλάβω πόσο μεγαλώνει ένα πόδι τρέχοντας και πόσο καλύτερα συμπεριφέρονται τα παπούτσια όταν είναι 1,5 με 2 νούμερα μεγαλύτερα του κανονικού. Ευτυχώς. Αν στο γύρο της λίμνης φορούσα παπούτσι στο νούμερό μου θα έπρεπε να το κόψω με ψαλίδι, για να βγάλω από μέσα το πόδι μου.
Η όψη του ήταν αποκαρδιωτική. Λίγες ώρες μετά τον αγώνα, από το γόνατο και κάτω, θα γινόταν διπλό. Το πέλμα μου έμοιαζε με πάπιας, τα δάχτυλα δύσκολα ξεχώριζαν. Στο ξενοδοχείο κατέβαλα πολύ προσπάθεια για να μπω στην μπανιέρα. Ήμουν μερικώς ανάπηρος. Στηριζόμουν στους τοίχους και στα λαβομάνα. Το πόδι που με κουβαλούσε για 24 δρομικές ώρες, τώρα, και για αρκετές μέρες, θα το κουβαλούσα εγώ.
Η έλλειψη χρόνου δεν μας επέτρεπε ούτε καν να παρακολουθήσουμε τις απονομές. Το ίδιο κιόλας βράδυ, έπρεπε να είμαστε στο Novi Sad της Σερβίας, να έχουμε καλύψει, δηλαδή, περίπου τη μισή απόσταση για πίσω. Αποχαιρέτησα τον διοργανωτή. Δεν ξέρω αν είμαι ‘fighter’, όπως κολακευτικά με αποκάλεσε. Ξέρω πως το ήθελα πολύ και το έκανα. Κι όχι επειδή συνωμότησε το σύμπαν, όπως διακηρύσσει ευπώλητος συγγραφέας – γκουρού. Απλά, το σύμπαν μέσα μας είναι πολύ πιο ενδιαφέρον, απ’ όσο η καθημερινότητα μας μάς επιτρέπει να δούμε.
Τον διοργανωτή θα τον ξανασυναντούσα μια ακόμα φορά, 6 μήνες αργότερα, στο μαραθώνιο της Βουδαπέστης. Ήταν πάλι εκεί και βοηθούσε. Ισχυρίστηκε πως με γνώρισε, αλλά ίσως το έκανε από ευγένεια. Από το πόστο του συναντά πολλούς σαν και μένα. Στο πολυτελές λεύκωμα, ‘Η μπλε γραμμή’, που κυκλοφόρησε για τον επετειακό μαραθώνιο της Αθήνας του 2010, τον αντικρίζω ξανά. Βρίσκεται στη σελίδα 126, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία της τελετής, με το επίσημο διαπιστευτήριο στο πέτο του. Δεν έχει το χαρακτηριστικό χαμόγελο που κρατούσε μόνιμα κάτω από το παχύ μουστάκι. Η έκφρασή του είναι σοβαρή, καθώς αποδίδει τιμές, ανάμεσα σε άλλους αξιωματούχους. Ξέρω πως δεν το κάνει τυπικά. Βρίσκεται στo κέντρο του κόσμου του και το νιώθει. Εγώ δεν συναντώ πολλούς σαν κι αυτόν, γι’ αυτό και τον θυμάμαι.

Οδηγούσαμε ατέλειωτα, μέσα στο σκοτάδι, περάσαμε τα σύνορα της Σερβίας. Καθόμουν στο μπροστινό κάθισμα, μ’ απλωμένο το σακατεμένο μου πόδι. Στη σκέψη μου οι πρόσφατες εικόνες μπερδεύονταν μ’ άλλες φανταστικές, που δημιουργούσε η κούραση κι η παραζάλη των ημερών. Φανταζόμουν τη Szilvia να παίρνει το μετάλλιό της και να επιστρέφει στην ταπεινή καθημερινότητα και στην οικογενειακή της βιοπάλη. Δεν θα την υποδέχονταν τα πλήθη, ούτε θ’ άκουγε φανφάρες. Δεν θα την αντάμειβαν με χρυσές ράβδους και δεν θα της απένειμαν αξιώματα στον Ουγγρικό στρατό. Στα μάτια μου όλοι οι ντοπαρισμένοι πρωταθλητές δεν την έφταναν στο μικρό της νυχάκι. Δεν ήξερα αν θα την ξανάβλεπα ποτέ. Αλλά ήξερα πως θα την σκέφτομαι, κάθε που στη ζωή μου θα χρειαζόμουν κουράγιο για να προχωρώ στα δύσκολα.
Szilvia Moroz
Είχα δικό της μόνο ένα χαρτί, με πρόχειρα γραμμένη την ηλεκτρονική της διεύθυνση, αλλά η εικόνα της ήταν ακόμα φρέσκια στο μυαλό μου και μπορούσα να την ανακαλώ αποτελεσματικά. Η φιγούρα της, σιωπηλή, συγκεντρωμένη, χαμένη μέσα στις φαρδιές, φτωχικές της φόρμες, βρίσκεται μαζί μου κάθε φορά που θυμάμαι αυτόν τον αγώνα. Την βλέπω να τρέχει δίπλα μου, να κρατά σταθερά το τέμπο, και ν’ ακολουθεί, βήμα το βήμα, εκατό, χίλιες, δέκα χιλιάδες φορές, μέχρι ν’ αφήσει διακόσια χιλιόμετρα πίσω της αυτό που στο ξεκίνημα υπήρξε, για να συναντηθεί οριστικά μ’ αυτό που στο εξής θα είναι.

-----------------------------------



Ο γύρος της λίμνης Balaton έχει καταταχτεί στη συνείδησή μου ως ο σημαντικότερος αγώνας που έκανα και που πιθανότατα θα κάνω ποτέ. Αλλά μετά έπρεπε να πληρώσω τις συνέπειες. Η συμφωνία που είχα προτείνει προς όποιον ουράνιο άκουγε, να μ’ αφήσει να ολοκληρώσω τον αγώνα κι ας μην περπατούσα για 3 βδομάδες (μετά θα χρειαζόμουν οπωσδήποτε το πόδι μου , τα εισιτήρια για το Νεπάλ ήταν ήδη πληρωμένα), έμελε να κρατηθεί.
Επισκέφτηκα ορθοπεδικό. Θα το ξεπερνούσα εντελώς, μου είπε, αλλά δεν ήταν βέβαιος για την προθεσμία που μ’ έκαιγε. Την πρώτη εβδομάδα δεν μπορούσα να το πατήσω καθόλου. Η μέρα μεγάλωνε, ο καιρός ομόρφαινε και το να μένω κλεισμένος προκαλούσε μελαγχολία, όμως το πόδι μου ήταν σαν ζυμάρι, κι όταν πίεζα με το δάχτυλο δίπλα στην κνήμη σχηματιζόταν ένα βαθούλωμα που δεν έφευγε. Στις 10 μέρες δεν ήταν πια διπλό από το κανονικό και μπορούσα ν’ ανέβω σε ποδήλατο. Στις 15 ξεκίνησα, προσεκτικά, λίγα βάρη. Οποιαδήποτε κίνηση δεν είχε να κάνει με το μοτίβο αυτής που με τραυμάτισε, ήταν πιο εύκολη. Άρχισα το περπάτημα και πέντε μέρες πριν από το ταξίδι δοκίμασα δειλά τζόκινκ. Την πρώτη μέρα του πολυήμερου τρέκινγκ στην μακρινή χώρα αισθανόμουν κάποια ενόχληση. Από τη δεύτερη, τίποτα. Μια μικρή λευκή οπή συνέχισε να παραμένει κάθε που πίεζα με το δάχτυλο δίπλα στην κνήμη μου, αλλά, κάποτε, θα έφευγε κι αυτή.




                                        Μετά.

6 μήνες μετά. Ο μαραθώνιος της Βουδαπέστης είχε τελειώσει, μια μέρα πριν. Μαζί του τέλειωναν κι οι ωραίες μέρες. Υπολείπονταν δυο μεγάλοι αγώνες ακόμη, αλλά ο κυριότερος αγώνας, πλέον, ήταν να ξεπερνάς τη θλίψη και την αγωνία για το μέλλον που πλησίαζε σκοτεινό. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και τα όμορφα συναισθήματα πάλευαν με τη μελαγχολία του τέλους. Το αεροσκάφος της μακαρίτισσας Malev είχε μόλις απογειωθεί. Πέρασα στα μάτια μου το μαντήλι που είχα φέρει από το Νεπάλ. Απομόνωνε το φως κι επέτρεπε καλύτερο ύπνο. Δεν είχα προλάβει να κοιμηθώ, όμως, όταν ο φίλος μου, που είχε θέση στο παράθυρο, με παρότρυνε να μην χάσω ένα ωραίο θέαμα.
Έσκυψα και την είδα να διαγράφεται λαμπρή. Ήταν η λίμνη που είχα τρέξει. Μπορούσα, για πρώτη φορά, να τη βλέπω ολόκληρη. Άστραφτε κι αντανακλούσε το φως της, σαν σινιάλο που έστελνε ένας τεράστιος καθρέφτης. Προσπάθησα να νιώσω αυτό που μου έλεγε και νομίζω πως τα κατάφερα. Μου έλεγε πως δεν πρέπει να λυπάμαι, ό,τι μια φορά έζησα, για πάντα θα ζει.
Την έτρεξα νοερά, όπως οι μεγάλες αποστάσεις, αποδεδειγμένα πια, μου επέτρεπαν να κάνω. Μετά το αεροσκάφος άρχισε να στρίβει. Η λίμνη πήρε ένα μελανί φως και κρύφτηκε κάτω από το δεξιό φτερό. Όταν ξανακοίταξα, δεν ήταν εκεί. Ξανάφερα το μαντήλι στα μάτια, κι αποκοιμήθηκα.




ΥΓ. Με τη Szilvia παραμένουμε μέχρι σήμερα διαδικτυακοί φίλοι. Μαθαίνει και μαθαίνω νέα της, βλέπω και βλέπει φωτογραφίες μας στο fb, ανταλλάσσουμε λάικ, πολλές φορές χωρίς να είμαστε σίγουροι γιατί, απλά, ως ένδειξη μιας συνέχειας της ιδιότυπης σχέσης μας. Της γράφω στα τσάτρα πάτρα αγγλικά μου κι αυτή βάζει τα ουγγρικά της κείμενα στον αυτόματο μεταφραστή. Στα μισά δεν βγάζω άκρη, τα υπόλοιπα μεταφράζονται τόσο παράλογα που σε κάνουν να γελάς.
Την ενημέρωσα έγκαιρα για το σκοπό μου να συμμετέχω στον μαραθώνιο της Βουδαπέστης το 2011, της πρότεινα να τον τρέξουμε κι αυτόν μαζί. Κατάφερα να αποκωδικοποιήσω την απάντησή της. Μου έλεγε πως λυπάται, ένας τραυματισμός στον αστράγαλο την εμπόδιζε να τρέξει, αλλά θα ερχόταν να με δει. Θεώρησα απίθανο πως θα βρισκόμασταν σε τόσο πλήθος, αλλά στη γραμμή που σχημάτιζε ο κόσμος στους δρόμους εξείχαν δυο ελληνικά σημαιάκια. Η Szilvia εμφανίστηκε σε τρία σημεία της διαδρομής και στον τερματισμό. Δεν ξέρω αν θα σκεφτόμουν να κρατώ ουγγρικά σημαιάκια σ’ ανάλογη περίπτωση, δεν ξέρω καν που μπορεί κανείς να προμηθευτεί ουγγρικά σημαιάκια. Μου έστειλε τις τρεις και μοναδικές φωτογραφίες που έχω από τον μαραθώνιο της Βουδαπέστης, τραβηγμένες από την ίδια. Την έχω προσκαλέσει να τρέξουμε μαζί στην κλασική διαδρομή της Αθήνας, θα μπορούσα να της εξασφαλίσω φιλοξενία και μεταφορά. Νομίζω πως θα το ήθελε, αλλά νομίζω επίσης πως δύσκολα θα έβρισκε τα χρήματα για να έρθει, ακόμα και μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Εκτός από το χάσμα της γλώσσας, μας χωρίζει και η οικονομική κρίση των χωρών μας, που έχουν αμφότερες προσφύγει στο ΔΝΤ.

Μου επιφύλασσε όμως μια τελευταία έκπληξη. Ίσως ήταν έκπληξη και για την ίδια, αλλά κάποια στιγμή μ’ αναγνώρισε σε μια σειρά φωτογραφιών, που σκοπό έχουν να διαφημίζουν και να προωθούν τον αθλητισμό στην Ουγγαρία. Μ’ εμφανίζει να τρέχω στη λίμνη Balaton, με φόντο ένα θολό ομιχλώδες τοπίο. Στην φωτογραφία αναγράφεται η απόσταση του μαραθωνίου, σε διάφορους τρόπους μέτρησης, και στο κάτω μέρος με κεφαλαία γράμματα, η φράση, KEPES VAGY RA. Την έβαλα στον μεταφραστή και πήρα το αποτέλεσμα: ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ.
Δυσκολευόμουν να το πιστέψω, όταν μου το έστειλε. Μου φαινόταν περίεργο που διάλεξαν εμένα από τόσους αθλητές, γι’ αυτήν τη φωτογραφία. Ρώτησα τη Szilvia πως μπορώ να την έχω και έβαλα την απάντησή της στον αυτόματο μεταφραστή. Βγήκε κάτι ακατανόητο.
Η Szilvia έπιασε δουλειά σ’ ένα κέντρο γυμναστικής. Μαθαίνει αγγλικά μου είπε, κι έτσι ίσως κάποτε ριχτεί μια πιο σίγουρη γέφυρα συνεννόησης ανάμεσά μας. Αλλά δεν είμαι βέβαιος πως το θέλω κιόλας. Η επικοινωνία μας είχε μια ιδιαιτερότητα που τη συνήθισα και θα μου κακοφανεί να χαθεί. Βρίσκω ενδιαφέρον στο παιχνίδι των διαισθήσεων. Κατά κάποιο τρόπο λειτούργησε αποτελεσματικά και κατάφερε το σκοπό του, περισσότερο ίσως κι απ’ όσο αδέξιες κουβέντες θα μπορούσαν.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 5.



Ντίσελντορφ, 2 Μαΐου 2010.



Στο Ντίσελντορφ είχα την ευκαιρία ν’ ανταποδώσω το δώρο στον αδερφό μου. Αυτήν τη φορά το ανέλαβα εγώ. Τρεις μόνο μέρες, όσες και στη Ζυρίχη. Λίγες, αλλά συμπυκνωμένης μορφής. Μέρες που συνειδητοποιείς πως την ομορφιά της ζωής δεν θα την άλλαζες ούτε με τον παράδεισο, (οι περιγραφές του οποίου, άλλωστε, μου δίνουν την εντύπωση ενός βαρετού μέρους αναψυχής, κάτι σαν τα λουτρά των ηλικιωμένων). Οι χαλαρές μας βόλτες στην προκυμαία του Ρήνου, οι ανάπαυλες στις πολυθρόνες των καφέ με τα βιολιά των πλανόδιων μουσικών, οι βιτρίνες των μαγαζιών που η κάθε μια τους αποτελούσε ξεχωριστή αισθητική πρόταση, οι απαραίτητοι πεζόδρομοι.
Η Γερμανία, όπως όλες οι χώρες, όπως κι όλοι οι άνθρωποι, είναι νόμισμα με όψεις που το κοιτάς απ’ όποια πλευρά θες. Αν είσαι κακοδιάθετος βλέπεις τους ανθρώπους της σαν ρομπότ, την οργάνωσή της σαν στρατιωτική πειθαρχία και την ιστορία της σαν λαίλαπα που σάρωσε τον κόσμο με δυο παγκοσμίους πολέμους κι ένα τερατώδες ολοκαύτωμα. 
Εγώ ήμουν καλοδιάθετος και καλοπροαίρετος. Το χαμόγελο, ακόμα κι αυτό που υποτιμητικά το χαρακτηρίζουμε τυπικό, δεν το βλέπω ως προγραμματισμό μιας ανέκφραστης μηχανής, αλλά ως εκδήλωση απαραίτητης και στοιχειώδους ευγένειας. Το προτιμώ ανυπερθέτως από την ειλικρινή κι ανεπιτήδευτη βαλκανική βλοσυρότητα που αντιμετωπίζω καθημερινά. Επίσης, χωρίς εκούσια πειθαρχία δεν θα είχα τρέξει μαραθώνιους, ούτε θα είχα γράψει αυτά τα κείμενα. Όσο για την ιστορία, όπως είπα, είναι νόμισμα με δυο όψεις. Στο όμορφο εκείνο δειλινό, δίπλα στο Ρήνο, έχοντας την καλύτερη των διαθέσεων, είδα την όψη μιας χώρας που προσέφερε στον κόσμο ένα μερίδιο τεχνών, πολιτισμού κι επιστήμης, δυσανάλογα μεγάλο, με τη μικρή ζωή των 250 χρόνων της. Η Γερμανία για μένα δεν ήταν ο Χίτλερ, ή τουλάχιστον όχι μόνο αυτός. Ήταν η μουσική του Μπαχ‎ του Χαίντελ‎ του Μπετόβεν, του Βάγκνερ, του Σούμαν. Ήταν η ζωγραφική του Ντύρερ, του Μέμλινγκ, του ‎ Μάκε, του Χόλμπαϊν. Ήταν οι ανακαλύψεις του Κοπέρνικου, του Κέπλερ, του Πλανκ, του Αϊνστάιν, του Μπορν, του Λάιμπνιτς. Ήταν η σκέψη του Γκαίτε, του Νίτσε, του Καντ, του Σοπενχάουερ, του Σπένγκλερ. Μέρος μόνο της πολιτιστικής παρακαταθήκης της όλοι αυτοί.
Αξιολογώντας τον μαραθώνιό της, το μόνο καλύτερο, κι αυτόν κυρίως από πλευράς συμμετοχών, τον βρήκα στο Βερολίνο. Πάλι γερμανικός, δηλαδή. Χωρίς, φυσικά να έχω τρέξει Λονδίνο, Άμστερνταμ, ή Βιέννη, ώστε να συγκρίνω.
Καταθέτω μόνο αυτά που έζησα: Ένα πρωτοφανές πλήθος θεατών που δεν το αποθάρρυνε ούτε η διαρκής βροχή. Μεγάλοι και μικρά παιδιά, με ομπρέλες κι αδιάβροχα σ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής μας. Μπάντες μ’ αστείρευτες μελωδίες. Ηχεία τοποθετημένα σε παράθυρα σπιτιών, να γεφυρώνουν τα μουσικά κενά. Στα μπαλκόνια ανθρώπινα τσαμπιά, να γνέφουν χαρούμενα. Οι καμπάνες του καθεδρικού να χτυπάνε χαρμόσυνα. Μεσόκοπες γυναίκες να σου προσφέρουν γλυκίσματα φτιαγμένα από τα χέρια τους, πώς να αρνηθείς; Προτροπές που προφέρουν τ’ όνομά σου, Vasileios, όπως αναγράφεται εμφανώς κάτω από το νούμερο της συμμετοχής σου. Και το μετάλλιο του τερματισμού, ένα εξαιρετικό έργο τέχνης.
Τις δυο γερμανίδες που οδηγούσαν το γκρουπ των 4 ωρών (να ‘τος πάλι ο χρόνος στόχος), μόνο αγκαζέ που δεν τις πήραμε. Εγώ από αριστερά, ο αδερφός μου από δεξιά. Μια ακόμα άκαρπη προσπάθειά του να σπάσει το πολυπόθητο φράγμα. (Θα το κατάφερνε τελικά 4 χρόνια μετά, στον πρώτο μαραθώνιο του Ναυπλίου). Οι λαγίνες μας διέφεραν από τους Ιταλούς ομολόγους τους στο Μιλάνο, για να ικανοποιήσω κάπως κι αυτούς που έχουν για τη Γερμανία την στερεότυπη άποψη. Ο Ιταλός οδηγός μας στον μιλανέζο μαραθώνιο ήταν ενθουσιώδης κι εμψυχωτικός. Κουράτζο, σινιόρι, κουράτζο. Σόνο στάτι όττο μίλι, δυνατά να τον ακούν κι οι τελευταίοι της ομάδας του. Χώρια που κόντεψε να καταχερίσει τους οδηγούς που διαμαρτύρονταν. Μια φορά έστειλε το πλαστικό μπουκάλι με νερό να σκάσει στο παρμπρίζ ενός αυθάδους εποχούμενου. Μια άλλη, ευγενικά, όπως ταιριάζει σε τζέντλεμαν, εξήγησε σε μια καλοντυμένη διαμαρτυρόμενη οδηγό, που φαινόταν να καθυστερεί καθοριστικά στο ραντεβού της, πως πρόκειται για το μαραθώνιο της πόλης της, κι οφείλει, αν μη τι άλλο, να δείξει κατανόηση. Αυτό τουλάχιστον συμπέρανα από το ύφος της σύντομης, και κυριολεκτικά επί τροχάδην, φράσης του, και τις λίγες λέξεις που αναγνώρισα.
Οι γερμανίδες του γκρουπ μας δεν ήταν εκδηλωτικές, ούτε χρειάστηκε να τσακωθούν μ’ οδηγούς. Σε γερμανικό μαραθώνιο η συνάντηση με άσχετο τετράτροχο είναι φαινόμενο πιο αδιανόητο κι από την ομοφωνία των πολιτικών μας κομμάτων επί οποιουδήποτε θέματος. Παρέμεναν αυστηρά προσηλωμένες στην αποστολή τους, παρά τις μεταξύ τους κουβέντες, οι οποίες φανέρωναν το πόσο εύκολο ήταν γι’ αυτές το να μας οδηγούν. Είχαν αναλάβει μια δουλειά και θα την έφερναν σε πέρας. Όσοι γενναίοι ας προσέλθουν. Η σωστή ή μη εκτίμηση των πραγμάτων από τους ακολουθούντες πιστούς, ήταν δικό τους θέμα. Ο καθένας θ’ ανταμειβόταν ακριβοδίκαια για τις πολύμηνες προσπάθειες και τις στερήσεις που υπέβαλλε τον εαυτό του. Αυτό είναι το νόημα κάθε σωστού αγώνα και ταυτόχρονα η λεγόμενη προτεσταντική ηθική.



Χωρίσαμε με τον αδερφό μου, αφού δυσκολευόταν ν’ ακολουθήσει το γκρουπ των 4 ωρών, ενώ ο δικός μου ενθουσιασμός μου επέτρεψε να το προσπεράσω κατά τι. Στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής η βροχή πήρε να δυναμώνει, όμως κανείς από τους χιλιάδες θεατές δεν έφυγε από τη θέση του. Ήταν το σημαντικότερο συμβάν εκείνης της ημέρας, κι όχι μόνο.
Φέρνω τον εαυτό μου στη θέση των θεατών, προσπαθώντας να καταλάβω, αλλά δεν είμαι σίγουρος πως τα καταφέρνω, καθώς δεν μπορώ να δω το άθλημα από τη σκοπιά ενός που δεν το εξασκεί. Ξέρω, όμως, πως στην Ευρώπη ο μαζικός αθλητισμός είναι ευρέως διαδεδομένος κι έτσι, ακόμα κι όσοι δεν τρέχουν καταλαβαίνουν τι σημαίνει αθλητική προσπάθεια. Κατανοώντας, κι έχοντας επιπλέον τη συναίσθηση του γεγονότος μιας υπέρβασης που επιχειρούν χιλιάδες άνθρωποι του λεγόμενου μέσου όρου, νομίζω πως χαίρονται επιτελώντας ένα καθήκον. Νιώθουν πως συμμετέχουν και πως βοηθούν όσους τιμούν με την παρουσία τους την πόλη τους, κι έχουν δίκιο. Στις εκθέσεις των διεθνών μαραθωνίων βρίσκεις περίπτερα με τα φυλλάδια άλλων μαραθωνίων, κι ανθρώπους σ’ αυτά που σου προτείνουν να τρέξεις και στη δική τους πόλη. Ο μαραθώνιος μιας ευρωπαϊκής πόλης είναι υπόθεση όλων των κατοίκων της και το δείχνουν έμπρακτα. Γι’ αυτό και δικαιούνται κάτι από τη χαρά που νιώθουμε, και νομίζω άλλωστε πως την παίρνουν.
Τα τελευταία μέτρα της διαδρομής του Ντίσελντορφ προσφέρουν μια εμπειρία, που για τους ιδιαίτερους ιστορικούς της λόγους βρίσκει το ανάλογό της μόνο στην κλασική διαδρομή της Αθήνας. Ένας υπερυψωμένος δρόμος στη μια πλευρά της προκυμαίας προσφέρεται ως θεωρείο για τους χιλιάδες ενθουσιώδεις θεατές, οι οποίοι έχουν προνομιακή θέα της καταληκτικής προσπάθειας των δρομέων. Τρέχοντας προς το πολυπόθητο Π του τέρματος, μετά από μια γλυκιά κατηφόρα που σε φέρνει δίπλα στον Ρήνο, ένα επίπεδο χαμηλότερα από το σημείο των θεατών, αισθάνεσαι σαν τον πρωταγωνιστή μιας παράστασης, που καταφέρνει να σηκώσει ολόκληρο το θέατρο στο πόδι.
Είναι στιγμές που λυπάσαι όταν τελειώνουν, κι ας είσαι τόσο κουρασμένος ώστε να ποθείς το τέρμα. Πέρασα τη γραμμή με τη χαρά αυτού που έζησα, αλλά και τη λύπη αυτού που τέλειωσε. Αν γινόταν, θα έκαμνα στροφή και θα επέστρεφα για να τερματίσω πάλι. Δεν γινόταν, όμως, ούτε και νομίζω πως θα γίνει να ξανατρέξω στο Ντίσελντορφ, αφού τελευταία βρίσκω τους κουμπαράδες μου άδειους. Έτσι σκέφτομαι πως, αν η ζωή μου ήταν ταινία, τα τελευταία μέτρα αυτού του μαραθωνίου θα τα έπαιζα ξανά και ξανά, σ’ ένα ατέλειωτο ριπλέι, που δεν θα με κούραζε ποτέ να βλέπω.