Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 5.



Ντίσελντορφ, 2 Μαΐου 2010.



Στο Ντίσελντορφ είχα την ευκαιρία ν’ ανταποδώσω το δώρο στον αδερφό μου. Αυτήν τη φορά το ανέλαβα εγώ. Τρεις μόνο μέρες, όσες και στη Ζυρίχη. Λίγες, αλλά συμπυκνωμένης μορφής. Μέρες που συνειδητοποιείς πως την ομορφιά της ζωής δεν θα την άλλαζες ούτε με τον παράδεισο, (οι περιγραφές του οποίου, άλλωστε, μου δίνουν την εντύπωση ενός βαρετού μέρους αναψυχής, κάτι σαν τα λουτρά των ηλικιωμένων). Οι χαλαρές μας βόλτες στην προκυμαία του Ρήνου, οι ανάπαυλες στις πολυθρόνες των καφέ με τα βιολιά των πλανόδιων μουσικών, οι βιτρίνες των μαγαζιών που η κάθε μια τους αποτελούσε ξεχωριστή αισθητική πρόταση, οι απαραίτητοι πεζόδρομοι.
Η Γερμανία, όπως όλες οι χώρες, όπως κι όλοι οι άνθρωποι, είναι νόμισμα με όψεις που το κοιτάς απ’ όποια πλευρά θες. Αν είσαι κακοδιάθετος βλέπεις τους ανθρώπους της σαν ρομπότ, την οργάνωσή της σαν στρατιωτική πειθαρχία και την ιστορία της σαν λαίλαπα που σάρωσε τον κόσμο με δυο παγκοσμίους πολέμους κι ένα τερατώδες ολοκαύτωμα. 
Εγώ ήμουν καλοδιάθετος και καλοπροαίρετος. Το χαμόγελο, ακόμα κι αυτό που υποτιμητικά το χαρακτηρίζουμε τυπικό, δεν το βλέπω ως προγραμματισμό μιας ανέκφραστης μηχανής, αλλά ως εκδήλωση απαραίτητης και στοιχειώδους ευγένειας. Το προτιμώ ανυπερθέτως από την ειλικρινή κι ανεπιτήδευτη βαλκανική βλοσυρότητα που αντιμετωπίζω καθημερινά. Επίσης, χωρίς εκούσια πειθαρχία δεν θα είχα τρέξει μαραθώνιους, ούτε θα είχα γράψει αυτά τα κείμενα. Όσο για την ιστορία, όπως είπα, είναι νόμισμα με δυο όψεις. Στο όμορφο εκείνο δειλινό, δίπλα στο Ρήνο, έχοντας την καλύτερη των διαθέσεων, είδα την όψη μιας χώρας που προσέφερε στον κόσμο ένα μερίδιο τεχνών, πολιτισμού κι επιστήμης, δυσανάλογα μεγάλο, με τη μικρή ζωή των 250 χρόνων της. Η Γερμανία για μένα δεν ήταν ο Χίτλερ, ή τουλάχιστον όχι μόνο αυτός. Ήταν η μουσική του Μπαχ‎ του Χαίντελ‎ του Μπετόβεν, του Βάγκνερ, του Σούμαν. Ήταν η ζωγραφική του Ντύρερ, του Μέμλινγκ, του ‎ Μάκε, του Χόλμπαϊν. Ήταν οι ανακαλύψεις του Κοπέρνικου, του Κέπλερ, του Πλανκ, του Αϊνστάιν, του Μπορν, του Λάιμπνιτς. Ήταν η σκέψη του Γκαίτε, του Νίτσε, του Καντ, του Σοπενχάουερ, του Σπένγκλερ. Μέρος μόνο της πολιτιστικής παρακαταθήκης της όλοι αυτοί.
Αξιολογώντας τον μαραθώνιό της, το μόνο καλύτερο, κι αυτόν κυρίως από πλευράς συμμετοχών, τον βρήκα στο Βερολίνο. Πάλι γερμανικός, δηλαδή. Χωρίς, φυσικά να έχω τρέξει Λονδίνο, Άμστερνταμ, ή Βιέννη, ώστε να συγκρίνω.
Καταθέτω μόνο αυτά που έζησα: Ένα πρωτοφανές πλήθος θεατών που δεν το αποθάρρυνε ούτε η διαρκής βροχή. Μεγάλοι και μικρά παιδιά, με ομπρέλες κι αδιάβροχα σ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής μας. Μπάντες μ’ αστείρευτες μελωδίες. Ηχεία τοποθετημένα σε παράθυρα σπιτιών, να γεφυρώνουν τα μουσικά κενά. Στα μπαλκόνια ανθρώπινα τσαμπιά, να γνέφουν χαρούμενα. Οι καμπάνες του καθεδρικού να χτυπάνε χαρμόσυνα. Μεσόκοπες γυναίκες να σου προσφέρουν γλυκίσματα φτιαγμένα από τα χέρια τους, πώς να αρνηθείς; Προτροπές που προφέρουν τ’ όνομά σου, Vasileios, όπως αναγράφεται εμφανώς κάτω από το νούμερο της συμμετοχής σου. Και το μετάλλιο του τερματισμού, ένα εξαιρετικό έργο τέχνης.
Τις δυο γερμανίδες που οδηγούσαν το γκρουπ των 4 ωρών (να ‘τος πάλι ο χρόνος στόχος), μόνο αγκαζέ που δεν τις πήραμε. Εγώ από αριστερά, ο αδερφός μου από δεξιά. Μια ακόμα άκαρπη προσπάθειά του να σπάσει το πολυπόθητο φράγμα. (Θα το κατάφερνε τελικά 4 χρόνια μετά, στον πρώτο μαραθώνιο του Ναυπλίου). Οι λαγίνες μας διέφεραν από τους Ιταλούς ομολόγους τους στο Μιλάνο, για να ικανοποιήσω κάπως κι αυτούς που έχουν για τη Γερμανία την στερεότυπη άποψη. Ο Ιταλός οδηγός μας στον μιλανέζο μαραθώνιο ήταν ενθουσιώδης κι εμψυχωτικός. Κουράτζο, σινιόρι, κουράτζο. Σόνο στάτι όττο μίλι, δυνατά να τον ακούν κι οι τελευταίοι της ομάδας του. Χώρια που κόντεψε να καταχερίσει τους οδηγούς που διαμαρτύρονταν. Μια φορά έστειλε το πλαστικό μπουκάλι με νερό να σκάσει στο παρμπρίζ ενός αυθάδους εποχούμενου. Μια άλλη, ευγενικά, όπως ταιριάζει σε τζέντλεμαν, εξήγησε σε μια καλοντυμένη διαμαρτυρόμενη οδηγό, που φαινόταν να καθυστερεί καθοριστικά στο ραντεβού της, πως πρόκειται για το μαραθώνιο της πόλης της, κι οφείλει, αν μη τι άλλο, να δείξει κατανόηση. Αυτό τουλάχιστον συμπέρανα από το ύφος της σύντομης, και κυριολεκτικά επί τροχάδην, φράσης του, και τις λίγες λέξεις που αναγνώρισα.
Οι γερμανίδες του γκρουπ μας δεν ήταν εκδηλωτικές, ούτε χρειάστηκε να τσακωθούν μ’ οδηγούς. Σε γερμανικό μαραθώνιο η συνάντηση με άσχετο τετράτροχο είναι φαινόμενο πιο αδιανόητο κι από την ομοφωνία των πολιτικών μας κομμάτων επί οποιουδήποτε θέματος. Παρέμεναν αυστηρά προσηλωμένες στην αποστολή τους, παρά τις μεταξύ τους κουβέντες, οι οποίες φανέρωναν το πόσο εύκολο ήταν γι’ αυτές το να μας οδηγούν. Είχαν αναλάβει μια δουλειά και θα την έφερναν σε πέρας. Όσοι γενναίοι ας προσέλθουν. Η σωστή ή μη εκτίμηση των πραγμάτων από τους ακολουθούντες πιστούς, ήταν δικό τους θέμα. Ο καθένας θ’ ανταμειβόταν ακριβοδίκαια για τις πολύμηνες προσπάθειες και τις στερήσεις που υπέβαλλε τον εαυτό του. Αυτό είναι το νόημα κάθε σωστού αγώνα και ταυτόχρονα η λεγόμενη προτεσταντική ηθική.



Χωρίσαμε με τον αδερφό μου, αφού δυσκολευόταν ν’ ακολουθήσει το γκρουπ των 4 ωρών, ενώ ο δικός μου ενθουσιασμός μου επέτρεψε να το προσπεράσω κατά τι. Στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής η βροχή πήρε να δυναμώνει, όμως κανείς από τους χιλιάδες θεατές δεν έφυγε από τη θέση του. Ήταν το σημαντικότερο συμβάν εκείνης της ημέρας, κι όχι μόνο.
Φέρνω τον εαυτό μου στη θέση των θεατών, προσπαθώντας να καταλάβω, αλλά δεν είμαι σίγουρος πως τα καταφέρνω, καθώς δεν μπορώ να δω το άθλημα από τη σκοπιά ενός που δεν το εξασκεί. Ξέρω, όμως, πως στην Ευρώπη ο μαζικός αθλητισμός είναι ευρέως διαδεδομένος κι έτσι, ακόμα κι όσοι δεν τρέχουν καταλαβαίνουν τι σημαίνει αθλητική προσπάθεια. Κατανοώντας, κι έχοντας επιπλέον τη συναίσθηση του γεγονότος μιας υπέρβασης που επιχειρούν χιλιάδες άνθρωποι του λεγόμενου μέσου όρου, νομίζω πως χαίρονται επιτελώντας ένα καθήκον. Νιώθουν πως συμμετέχουν και πως βοηθούν όσους τιμούν με την παρουσία τους την πόλη τους, κι έχουν δίκιο. Στις εκθέσεις των διεθνών μαραθωνίων βρίσκεις περίπτερα με τα φυλλάδια άλλων μαραθωνίων, κι ανθρώπους σ’ αυτά που σου προτείνουν να τρέξεις και στη δική τους πόλη. Ο μαραθώνιος μιας ευρωπαϊκής πόλης είναι υπόθεση όλων των κατοίκων της και το δείχνουν έμπρακτα. Γι’ αυτό και δικαιούνται κάτι από τη χαρά που νιώθουμε, και νομίζω άλλωστε πως την παίρνουν.
Τα τελευταία μέτρα της διαδρομής του Ντίσελντορφ προσφέρουν μια εμπειρία, που για τους ιδιαίτερους ιστορικούς της λόγους βρίσκει το ανάλογό της μόνο στην κλασική διαδρομή της Αθήνας. Ένας υπερυψωμένος δρόμος στη μια πλευρά της προκυμαίας προσφέρεται ως θεωρείο για τους χιλιάδες ενθουσιώδεις θεατές, οι οποίοι έχουν προνομιακή θέα της καταληκτικής προσπάθειας των δρομέων. Τρέχοντας προς το πολυπόθητο Π του τέρματος, μετά από μια γλυκιά κατηφόρα που σε φέρνει δίπλα στον Ρήνο, ένα επίπεδο χαμηλότερα από το σημείο των θεατών, αισθάνεσαι σαν τον πρωταγωνιστή μιας παράστασης, που καταφέρνει να σηκώσει ολόκληρο το θέατρο στο πόδι.
Είναι στιγμές που λυπάσαι όταν τελειώνουν, κι ας είσαι τόσο κουρασμένος ώστε να ποθείς το τέρμα. Πέρασα τη γραμμή με τη χαρά αυτού που έζησα, αλλά και τη λύπη αυτού που τέλειωσε. Αν γινόταν, θα έκαμνα στροφή και θα επέστρεφα για να τερματίσω πάλι. Δεν γινόταν, όμως, ούτε και νομίζω πως θα γίνει να ξανατρέξω στο Ντίσελντορφ, αφού τελευταία βρίσκω τους κουμπαράδες μου άδειους. Έτσι σκέφτομαι πως, αν η ζωή μου ήταν ταινία, τα τελευταία μέτρα αυτού του μαραθωνίου θα τα έπαιζα ξανά και ξανά, σ’ ένα ατέλειωτο ριπλέι, που δεν θα με κούραζε ποτέ να βλέπω.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου