Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. 4η μέρα.






                               


  Balatonfured - Siofok 52.2 χιλιόμετρα.




   Smile, ήταν η προτροπή του διοργανωτή προς τον πιο δυστυχισμένο συμμετέχοντα της τέταρτης μέρας. Το πρόσωπό μου ήταν συννεφιασμένο σαν τον μουντό, παγωμένο ουρανό εκείνης της μέρας. Όταν είσαι εξουθενωμένος είναι πιο εύκολο ν’ αποσυρθείς, όπως εύκολα μένεις στο σπίτι όταν έχεις πυρετό. Είναι όμως δύσκολο να ξέρεις ότι θα μπορούσες, να δοκιμάσεις τουλάχιστον, αλλά δεν στο επιτρέπει ένας τραυματισμός που δεν τον αισθάνεσαι καν όταν δεν είσαι όρθιος.
Κοίταζα το ασθενοφόρο στην αφετηρία, αλλά δεν ήξερα τι να ζητήσω από τα φαρμακευτικά του υπάρχοντα. Τελικά ζήτησα ψυκτικό. Με κοίταξαν απορημένοι, ‘από τώρα;’. Ένευσα ναι. Σήκωσαν τους ώμους. Εντάξει, αφού έτσι το θέλω. Ίσως μια καυστική αλοιφή να ήταν πιο κατάλληλη, αλλά ήμουν πολύ πελαγωμένος για να ξέρω. Ήθελα να πονώ όσο το δυνατόν λιγότερο. Με βασάνιζε η σκέψη του μετά. 52 χιλιόμετρα με τέτοιο πόδι θα ήταν κόλαση. Αν έβγαιναν. Αλλά, ακόμα κι αν έβγαιναν, με ποιο αντίτιμο; Σίγουρα θα προξενούσα μεγάλη ζημιά, ανεπανόρθωτη ίσως. Σε τρεις εβδομάδες θα ταξίδευα για το Νεπάλ και χρειαζόμουν το πόδι μου μέχρι τότε. Σήμερα όλα αυτά φαντάζουν προβλήματα πολυτελείας, μπορεί και να εξοργίζουν, όμως τότε ήταν η ζωή που ζούσα. Οι εμπειρίες και οι αναμνήσεις είναι οι μόνες πραγματικές περιουσίες μας και δεν μπορεί να φορολογήσει, ούτε να μας τις πάρει κανείς, παρά μόνο ο χρόνος. Αλλά τότε πια δεν θα έχει καμιά σημασία.
Υπήρχε κι ένα ακόμα, το χειρότερο, κι αρκετά πιθανό σενάριο. Να υποστώ δυο δεινά ταυτόχρονα. Και να σακατέψω το πόδι μου, και να μην βγάλω τον αγώνα. Αυτή η εκδοχή ήταν απελπιστική και μόνο να τη σκέφτομαι.
Η Szilvia με κοίταζε ανήσυχη. Από την έκφραση μου μπορούσε να ψυχανεμιστεί πως κάτι πάει πολύ άσχημα. Δεν είχα τρόπο να της πω πως, μάλλον, θα χρειαστεί να με παρατήσει και να συνεχίσει μόνη της, από ένα σημείο και μετά. Ωστόσο βρισκόμουν εκεί, στην εκκίνηση. Πλησίαζε η ώρα που έπρεπε να δοκιμάσω στην πράξη μερικές σελίδες θεωρίας. Οι αγώνες μεγάλων αποστάσεων έχουν πόνο, και το πώς θα τον υποφέρεις είναι θέμα δικού σου τρόπου. Εξωσωματική εμπειρία, αυτοσυγκέντρωση, δραπέτευση του πνεύματος προς χλοερά λιβάδια. Δεν ήμουν καλός στα μαθηματικά για να υπολογίσω πόσες φορές θα προσγειωθεί το πόδι μου σε διάστημα 52χλμ, έτσι ώστε να ξέρω τις σουβλιές του πόνου που θα υποστώ. Ήλπιζα μόνο πως έπρεπε να τον αντέξω επί 7 ατέλειωτες ώρες, όσες μας επέτρεπε η διοργάνωση, δηλαδή.



  Στο τρέξιμο υπάρχουν ορισμένες οδηγίες που οφείλεις να ακολουθείς, ακόμα και σε περιπτώσεις αποκοτιάς. Για παράδειγμα, να μην συνεχίζεις όταν ο πόνος σ’ αναγκάζει να χαλάς τη φόρμα σου. Αν το κάνεις, τη ζημιά την έχεις στην τσέπη. Θυμήθηκα την κοπέλα που χθες πήγαινε σαν σπασμένη κούκλα και που, πολύ σωστά, εγκατέλειψε. Βέβαια οι πρωταθλητές έχουν έναν παραπάνω λόγο να νοιάζονται για τα πόδια τους, μπορεί ακόμα κι ο ίδιος ο προπονητής τους να μην τους επιτρέψει να συνεχίσουν. Από μια άποψη εμείς οι ερασιτέχνες διαθέτουμε ένα πλεονέκτημα. Αποφασίζουμε πιο ελεύθερα, μ’ όλα τα καλά και τα κακά που συνεπάγεται αυτό.
Στα πρώτα μέτρα προσπαθούσα να μην τρέχω σαν κουτσός. Επεδίωξα να διορθώσω τη φόρμα μου, για να κινούμαι όσο πιο σωστά γίνεται, κι ας το πλήρωνα με παραπάνω πόνο. Νομίζω πως το κατάφερα αρκετά, αν και τώρα που βλέπω τις φωτογραφίες μερικές μου φαίνονται ύποπτες. Οι φερετίνες θέλουν λίγο χρόνο για να ενεργοποιηθούν κι ανυπομονούσα να τις νιώσω να μπαίνουν στο παιχνίδι. Συγκεντρωνόμουν στις μελωδίες των τραγουδιών, για ν’ αποφύγω τις μαύρες σκέψεις. Όλα τα πράγματα βασίζονται στην ψυχολογία, γενικά το αποδέχομαι αυτό, αλλά συνήθως ως απόρροια εμπειρίας κάποιων άλλων.
Το πόδι ζεστάθηκε, ο πόνος συνηθίστηκε κάπως, αλλά παράλληλα έπρεπε να παλεύω με την ιδέα πως κάνω ζημιά στον εαυτό μου. Φρόντιζα να την διώχνω, όπως φρόντιζα να διώχνω και το φόβο πως, από στιγμή σε στιγμή, τα φυσικά παυσίπονα του οργανισμού δεν θα επαρκούν και τότε θ’ αναγκαστώ να σταματήσω στη μέση του δρόμου. Διάολε, ήταν ατέλειωτα τα χιλιόμετρα, έτρεχες, υπέμενες, κι ακόμα υπήρχαν ένα σωρό μπροστά σου. Προσπάθησα να πάρω κουράγιο από κατορθώματα άλλων, δεν έκανα δα και κάτι σπουδαίο, σκεφτόμουν. Υπήρχαν πολλοί συμπατριώτες μου που θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν όλα τα χιλιόμετρα της λίμνης μονομιάς και με χρόνο καλύτερο απ’ ό,τι θα μπορούσα εγώ σε τέσσερις μέρες. Όχι πολλοί, αλλά υπήρχαν.
Την τελευταία μέρα διεξάγονταν, παράλληλα με το δικό μας, κι άλλα αγωνίσματα στη λίμνη. Ατομικός δρόμος και σκυταλοδρομία. Αθλητές που, φυσικά, έτρεχαν πολύ γρηγορότερα από μας, μας έφταναν και μας προσπερνούσαν, παρ’ όλο που είχαν πάρει εκκίνηση αργότερα. Εκτίμησα το ότι, παρά τη βιασύνη τους, έβρισκαν το χρόνο για μια ενθαρρυντική κουβέντα στους συναθλητές τους με τα κόκκινα νούμερα. Ένας δρομέας καταλαβαίνει καλύτερα έναν δρομέα, κι αυτοί ήξεραν τι τραβούσαμε. Εισπράτταμε με χαρά την υποστήριξή τους. Επιδρούσε στη διάθεσή μας, ωστόσο, δεν νομίζω πως μας βοηθούσε στο χρόνο μας.
Με τον οποίο φτάσαμε ν’ αντιμετωπίζουμε σοβαρό πρόβλημα. Το συνειδητοποίησα στον τελευταίο κόφτη, 17 χιλιόμετρα πριν από το τέλος, όπου με τόσους κόπους και βάσανα καταφέραμε να φτάσουμε. Sziszka και Βασιλέιος, καλημέρα, είπαν όπως πάντα τα μεγάφωνα, αλλά οι άνθρωποι εκεί συμβουλεύονταν σκεπτικοί τα χαρτιά και τα ρολόγια τους. Βέβαια, μπορείτε να συνεχίσετε, απαφάσισαν, αλλά μόνο κατόπιν της έρευνας των στοιχείων τους. Είχαμε φτάσει έγκαιρα, όχι όμως καταφανώς έγκαιρα.
Δεν έβρισκα να είχα κάνει λάθος. Ήμουν αρκετά σχολαστικός για κάτι τέτοιο. Τόσο σχολαστικός που, πριν από το ταξίδι, είχα αλλάξει προληπτικά μπαταρία στο ρολόι μου. Θα ήταν τρελό να σταματούσε μια από αυτές τις τέσσερις μέρες, ή, ακόμα χειρότερα, λόγω εξάντλησης της μπαταρίας του να επιβράδυνε τη λειτουργία του χρονομέτρου του. Θεώρησα πως ήταν λάθος δικών τους υπολογισμών. Τα έντυπα της διοργάνωσης επεσήμαιναν τους τμηματικούς χρόνους με τους οποίους έπρεπε να κινούμαστε για να βρεθούμε έγκαιρα στους δυο σταθμούς ‘κόφτες’, αλλά, παρ’ όλο που τους τηρούσαμε σχολαστικά, ο συνολικός χρόνος, όταν φτάσαμε στον δεύτερο ‘κόφτη’, βγήκε παρά τρίχα.
Είχαμε κερδίσει, λοιπόν, το δικαίωμα, έστω και στο παραλίγο, να συνεχίσουμε. Μόνο που για να φτάσουμε, πλέον, έγκαιρα στο τέρμα, θα έπρεπε αυτά τα τελευταία 17 χιλιόμετρα να τα τρέξουμε τόσο γρήγορα, όσο δεν είχαμε τρέξει σε καμιά από τις προηγούμενες μέρες. Ήμασταν στο ζενίθ της εξάντλησης και της σωματικής μας ακεραιότητας, αλλά, ή θα τρέχαμε αυτά τα τελευταία 17 χιλιόμετρα με το γρηγορότερο ρυθμό όλων των προηγούμενων, ή θα χάναμε τον αγώνα.


   Στην ανηφόρα που ακολουθούσε το δεύτερο σταθμό - επίτηδες θαρρείς σταλμένη, για να μας χρονοτριβεί - αισθάνθηκα να κυριεύομαι από οργή. Ήταν άδικο. Είχα κάνει τα πάντα, είχα παλέψει με τον πόνο, είχα αντέξει την εξάντληση, αλλά έβρισκα ένα χρονικό χάσμα να χωρίζει την επιτυχία από την αποτυχία μου. Δεν θυμάμαι ποτέ να έχω νιώσει τόσο πείσμα. Αν αυτό το πείσμα μπορούσε να μετατραπεί σε ενέργεια θα είχα μια ελπίδα. Πίεσα για ν’ ανοίξω το βηματισμό μου κι είδα πως μπορώ. Δεν ξέρω πως, αλλά φαινόταν πως μπορώ. Επίσης, δεν ήξερα για πόσο διάστημα θα μπορώ. Και το διάστημα αυτό δεν έπρεπε να είναι κάτω από 17 χιλιόμετρα.
Οι στάσεις στους επόμενους σταθμούς ήταν ελάχιστες. Δεν μπορούσα να σταθώ σε κανέναν, έτσι κι αλλιώς. Όταν στεκόμουν έστω και μισό λεπτό ο πόνος γινόταν αφόρητος, όταν επιχειρούσα να ξεκινήσω πάλι. Έπαιρνα στο χέρι ό, τι ήθελα και συνέχιζα, ίσα ίσα για να βρίσκομαι σε κίνηση, μέχρι να με προφτάσει η Szilvia. Στις κατηφόρες ο πόνος χειροτέρευε, αλλά παρατήρησα πως κι αυτή δυσκολευόταν ακόμα περισσότερο, όταν τις συναντούσαμε. Στο πρόσωπό της σχηματίζονταν γκριμάτσες πόνου. Καθώς έπρεπε να κινούμαι διαρκώς, απλώς επιβράδυνα όσο γινόταν, μέχρι να με φτάσει και να συνεχίσουμε μαζί. Τρέχαμε σε λίμνη, δεν μπορεί να υπήρχαν πολλές κλίσεις, σκεφτόμουν. Και πράγματι κάποτε τέλειωσαν.
10 χιλιόμετρα πριν το τέλος και κρατούσαμε σταθερά, τόσο που ο ξανά κερδισμένος χρόνος άρχισε να εμφανίζει περιθώρια ελπίδας. Το μυαλό μου έκανε διαιρέσεις σε κάθε χιλιόμετρο, αυτήν τη φορά δεν θα υπήρχε λάθος. Την καθησύχασα με το V της νίκης. Θα τα καταφέρναμε, αρκεί να υπέμενε και να μ’ ακολουθεί. Χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι της με αποδοχή. Θα υπέμενε. Τόσες μέρες υπέμενε το κρύο, τον αέρα, τη βροχή, την ταλαιπωρία, τους πόνους την εξάντληση. Δύσκολα, αλλά υπέμενε.
Στα τελευταία πέντε χιλιόμετρα ήμασταν πάλι οι φορείς ενός θαύματος του τρεξίματος. Μπορούσαμε. Μπορούσαμε, τώρα, στο τέλος των τεσσάρων ημερών, να τρέχουμε με ρυθμό που θα μας φαινόταν γρήγορος, ακόμα κι αν είχαμε αγώνα μίας και μόνης μέρας. Πηγαίναμε τόσο καλά που έφτασα ν’ ανησυχώ πως ξεπερνάμε κάποιο όριο. Φοβόμουν μήπως, εντελώς ξαφνικά, τελείωναν όλα, με μια σκοτοδίνη, μ’ ένα βεβιασμένο άδειασμα κάθε κινητήριας ενέργειες. Μήπως κοκάλωνα εκεί, απότομα, όπως το αυτοκίνητό μου, τότε που ακινητοποιήθηκε έξω από τη Λάρισα, μετά από μια τρελή κούρσα.
Φτάναμε, όχι μόνο τους τελευταίους αθλητές του αγώνα μας, αλλά και μερικούς της μιας μέρας. Δίνανε κι αυτοί την τελευταία μάχη με το χρόνο, παλεύοντας μ’ ότι τους είχε απομείνει. Ένας ευθύς δρόμος μας οδηγούσε κατευθείαν προς τη λίμνη, από την οποία είχαμε απομακρυνθεί. Τέρμα η ενδοχώρα. Φτάσαμε στην παραλία και στρίψαμε αριστερά. Μια ατέλειωτη προκυμαία, μεγάλη, όπως της Θεσσαλονίκης, και στο αχνό βάθος σαν αντικατοπτρισμός το ίδιο Π, από το οποίο είχαμε ξεκινήσει πριν από 4 μέρες. Γύρισα στη Szilvia για να της κάνω ένα ακόμα V και την είδα να κλαίει. Έτρεχε κι έκλαιγε. Κανονικά θα έπρεπε να έχω την ίδια αντίδραση, αλλά η συμπεριφορά πολλών πραγμάτων είχε ξεφύγει κατά πολύ απ’ ό,τι θεωρείται κανονικό, σ’ αυτόν τον αγώνα.
Δυο χιλιόμετρα ακόμα. Τρέχαμε, ακόμα πιο γρήγορα τώρα. Είχαμε σαφώς κερδίσει περιθώριο χρόνου, αλλά δεν μας σταματούσε τίποτα πια. Κανένας φόβος και καμιά φοβία. Έτρεχα για να μηδενίσω την απόσταση που χωρίζει την επιθυμία μου από την εκπλήρωσή της. Έτρεχα για να τοποθετήσω αυτήν την δοκιμασία σ’ ένα ένδοξο παρελθόν. 500 μέτρα. Στο βάθος, φιγούρες να χειρονομούν. Και το ρολόι πάνω στο Π, μια ηλεκτρονική κλεψύδρα που άδειαζε το τελευταίο της περιεχόμενο, σταθερό στις 6 ώρες, σταθερό στα 50 λεπτά, να τρέχει κι αυτό μαζί μας τα 2, τα 3 και, επιτέλους, τα τελευταία δευτερόλεπτά του.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου