Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 4.




                                   

                                         Μιλάνο,  12 Απριλίου 2010.



   Δυο χρόνια μετά τη Ζυρίχη έτρεξα τους μαραθώνιους του Μιλάνου και του Ντίσελντορφ. Στις 12 Απριλίου τον πρώτο, τρεις βδομάδες μετά, στις 2 Μαίου, τον δεύτερο. Τις δυο ανάμεσά τους Κυριακές έτρεξα τον Μαραθώνιο του Μ. Αλεξάνδρου κι έναν αγώνα βουνού, κάπου στην Κοζάνη. Εγώ. Ο ίδιος άνθρωπος που περιέγραψε τα μαρτύριά του στο προηγούμενο κεφάλαιο και χρειάστηκε ένα θαύμα της εποχής του, για να μην ξεψυχήσει δίπλα στη λίμνη μιας ελβετικής πόλης.
Επιπλέον, μόλις δυο βδομάδες πριν το Μιλάνο, είχα βγάλει τα 37,5 ορεινά χιλιόμετρα του Taygetos Challenge. Πέντε μεγάλοι αγώνες σε έξη βδομάδες. Το αγωνιστικό κενό που παρεμβάλλεται, δεν οφείλεται στη φωνή της σύνεσης, αλλά στο γεγονός πως, ανήμερα του Πάσχα, δεν υπήρχε κανένας αγώνας για να τρέξω.
Σίγουρα, μια μεταμόρφωση είχε συντελεστεί.


   Με μια ψυχραιμότερη εκτίμηση, ο χρόνος μου στην Ζυρίχη δεν ήταν και για κλάματα. Στόχευα τις 4 ώρες στο ξεκίνημα, αισιοδόξησα για τις 3,5 κάπου στα μισά, κατέληξα τελικά στις 4.16. Δεν ήταν αυτό που με πείραξε. Είναι δείγμα ανωριμότητας να θλίβεσαι για αθλητικούς χρόνους, όταν κουβαλάς στην πλάτη σου πάνω από 50 κυριολεκτικούς.
Αλλά καθόμουν για ώρα, ξεθεωμένος, στην περιοχή του τερματισμού, παρακολουθώντας τους δρομείς να τερματίζουν, κι ένιωθα να διακατέχομαι από ζήλεια. Εγώ που δεν ζήλευα τις πρωταθλητικές επιδόσεις κι ούτε καν σκοτιζόμουν για μετάλλια και διπλώματα, βρέθηκα να ζηλεύω δρομείς που τερμάτιζαν στις 4,30 στις 5, ακόμα και παραπάνω ώρες. Παρατηρούσα τα ευτυχισμένα τους πρόσωπα καθώς περνούσαν τη γραμμή του τερματισμού. Αγκαλιάζανε τους φίλους τους, σηκώνανε στα χέρια τα παιδάκια τους, πανηγυρίζανε, κλαίγοντας ή γελώντας, την προσωπική τους νίκη.
Ποτέ δεν με θυμάμαι περισσότερο απογοητευμένο. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα την οριστική παραίτησή μου από τους μαραθωνίους. Ίσως κι απ’ όλους τους αγώνες γενικότερα. Ίσως κι από το ίδιο το τρέξιμο. Η διαδρομή φαινόταν πως είχε τελειώσει.
Βυθισμένος στην πικρία δεν μπορούσα να φανταστώ τη μελλοντική εξέλιξη. Τότε δεν το συνειδητοποιούσα, αλλά άλλαζα. Όλοι αυτοί οι άγνωστοι δρομείς που συνέχιζαν να τερματίζουν χαρούμενοι, τη στιγμή που εγώ έφευγα με σκυμμένο το κεφάλι, αυτοί οι λιγότερο έμπειροι, οι, τολμώ να το πω, λιγότερο ικανοί από μένα, μου ξανάδωσαν το χαμένο νόημα. Με βοήθησαν να ξαναβρώ την απολεσθείσα γνώση. Άσχετα αν δεν το ήξερα τότε, θα ξαναγυρνούσα, και δεν θα επέτρεπα τον εαυτό μου να ξανανιώσει πικρία σε αγώνα.



   Το Μιλάνο είναι η πινακοθήκη της Μπρέρα. Η Αναγέννηση του Ραφαήλ και το Μπαρόκ του Καραβάτζιο. Ο γοτθικός καθεδρικός ναός του Duomo, ο δεύτερος μεγαλύτερος αυτού του ρυθμού στον κόσμο. Είναι η Σκάλα της δικιά μας Μαρίας, της μόνης άμεσα αναγνωρίσιμης φωνής σοπράνο. Τα μαγαζιά των ακριβών ενδυμάτων. Αλλά και των φτηνών. Το γούστο των βόρειων Ιταλών δικαίως φημίζεται, δεν χρειάζεται να ξοδευτείς για να ντυθείς  όμορφα.
Το Μιλάνο δεν είναι μιλανέζες. Εννοώ τις μακαρονάδες, τις τόσο διαδεδομένες στις πιτσαρίες μας και τόσο ενεργειακά αναγκαίες για τους μαραθωνοδρόμους. Ούτε μπολονέζες είναι, ούτε τίποτα. Ακούγεται εξωφρενικά περίεργο, αλλά στο Μιλάνο δεν βρίσκεις μακαρονάδες. Δεν βρήκαμε τουλάχιστον εμείς, στις επανειλημμένες προσπάθειές μας. Τα ονόματά τους φιγουράρουν στους καταλόγους, αλλά αντιστοιχούν σε πίτσες. Κι αν δεν σου αρέσουν οι πίτσες, άστα να πάνε. Καμιά φορά σχεδιάζεις την κάθε λεπτομέρεια, υπολογίζεις το κάθε τι, και βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μια απρόβλεπτη δυσκολία, στην προκειμένη περίπτωση με ένα μενού πιτσαρίας.
Η ιδιοσυγκρασιακή μας συγγένεια με τους Ιταλούς, ακόμα και με τους βόρειους, γίνεται φανερή στον μαραθώνιό τους. Αδιαφορούν. Προτιμούν τουλάχιστον τους όμορφους πεζόδρομους, το μεγάλο πάρκο τους, την κεντρική πλατεία ή την αριστουργηματική στοά των μαγαζιών, για να περνούν τα πρωινά της Κυριακής. Όχι πως τρέχαμε στην έρημο της Πάτρας ή της Πέλλας. Απλώς, δεν ήταν στα μέτρα του ευρωπαϊκού. Ωστόσο, θέλω να είμαι επιεικής με τους μαραθώνιους. Κάθε μαραθώνιος απαιτεί φοβερή δουλειά από τους διοργανωτές και περίσσιο φιλότιμο από τους εθελοντές του. Όπως έχω ξαναπεί, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να συμμερίζεται το μεράκι μας, και καμιά διοργάνωση δεν μπορεί να τον εξαναγκάσει σ’ αυτό.
Η διαδρομή ξεκινούσε έξω από την πόλη, όπου τα μέσα μεταφοράς σε πήγαιναν δωρεάν. Με δυνατό αέρα στην αρχή, που δύσκολα μετρίαζε η ενσωμάτωσή σου στο πλήθος. Καθυστέρησα όσο γινόταν μέχρι να παραδώσω τα ρούχα μου στα οχήματα, για να τα παραλάβω στον τερματισμό. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι καλό, όσο περιμένεις στην αφετηρία, να φοράς κάτι που δεν σε πειράζει ν’ αποχωριστείς. Την είχα πάθει παλαιότερα και το ήξερα. Το ήξεραν κι άλλοι. Όταν ο αγώνας ξεκίνησε, αφήσαμε πίσω μας ένα τεράστιο χαλί από παλιά ρούχα. Δεν ξέρω ποια ήταν η τύχη τους. Έχω ακούσει πως στην Αμερική υπάρχουν φιλανθρωπικές οργανώσεις που τα συλλέγουν και τα μοιράζουν στους άπορους.
Έτρεχα για τη χαρά αυτού του αγώνα. Αν έβγαινε ο στόχος μου, κάτω από 4 ώρες – τι στο καλό, πριν από 10 χρόνια έβγαινε άνετα, ακόμα και με τις χειρότερες συνθήκες - τόσο το καλύτερο. Αν όχι, υγεία και χαρά. Επιπλέον είχα παρατηρήσει πως τα μεγαλύτερα στραπάτσα μου συνέβησαν σε αγώνες στους οποίους κυνηγούσα απεγνωσμένα κάτι. Αντίθετα, οι καλύτεροι  χρόνοι μου είχαν έρθει χωρίς να το επιδιώκω. Το άγχος σκοτώνει, ακόμα και τις φιλοδοξίες.
Έμεινα αρκετά πίσω από το μπαλόνι των 4 ωρών. Πίσω κι από των 4.15΄. Το τελευταίο το είδα κάποια στιγμή στο βάθος, κοντά στο 4ο χιλιόμετρο. Το έφτασα και το πέρασα περίπου στο 7ο . Στο 15ο ήμουν στην κεφαλή του γκρουπ των 4 ωρών, κι όσο περνούσε η ώρα ένιωθα πως θα κρατηθώ εκεί. Είναι πολύ όμορφο το συναίσθημα του σταθερού ρυθμού και της πεποίθησης πως θα το αντέξεις για 4 συνεχόμενες ώρες. Κάποια στιγμή έφυγα λίγο μπροστά, όσο για να μην νιώθω στριμωγμένος.
Κάπου στο 20ο  συντονιστήκαμε με τις ρυθμικές στροφές του Ob-La-Di, Ob-La-Da, ευγενική παροχή τοπικού συγκροτήματος. Ήταν σε δρόμο κοντά στη Σκάλα, η οποία εκείνες τις μέρες ανέβαζε το έργο του Berg, Λούλου.
Το χαρούμενο τραγούδι των Μπήτλς και η ταραχώδης Λούλου ταιριάζουν στον μαραθώνιο. Το πρώτο, λόγω ρυθμού. Αφαιρείς δυο παύλες από τον τίτλο και κρατάς το ρυθμό των 2/4. Οι δρομείς μπορούν να το δοκιμάσουν. Με το κομμάτι στο μυαλό τους ας συντονίσουν το βηματισμό, χρησιμοποιώντας ως κρουστή συνοδεία τον ήχο των βημάτων τους στην άσφαλτο. ObLa-Di, ντουπ ντουπ, ObLa-Da, ντουπ ντουπ. Λειτουργεί μόνο σε ευθεία. Στην ανηφόρα γίνεται κουραστικό και στην κατηφόρα σ’ επιταχύνει ανεπιθύμητα.
Και η Λούλου ταιριάζει στο μαραθώνιο, αλλά για διαφορετικό λόγο. Πρώτον, η διάρκειά της, είναι αρκετά μεγάλη. Δεν φθάνει τις 6 ώρες των Τρώων του Berlioz, αλλά είναι μεγάλη για όπερα. Δεύτερον, είναι απαιτητική. Και ως ερωμένη και ως μουσική. Ονομάζουμε κλασική κάθε τέχνη η οποία έχει φτάσει σε επίπεδο που δεν το αγγίζει η σκούπα του χρόνου. Ωστόσο, η Λούλου δεν ανήκει στην κλασική περίοδο, και η μουσική της είναι δύσβατη. Προαπαιτούμενο για την προσέγγισή της είναι η θητεία μας σε πρότερα στάδια. Ακόμα κι ένας μη λάτρης της κλασικής μουσικής θα μπορούσε ν’ ακούσει ευχάριστα τα κονσέρτα του Μότσαρτ, ή τουλάχιστον να τ’ ανεχτεί, δεν θα μπορούσε όμως να δείξει την ίδια υπομονή στη δωδεκατονία του Berg. Με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορείς να μπεις στον μαραθώνιο, αν δεν έχεις δοκιμάσει πρώτα τα 5, τα 10, τα 21 χιλιόμετρα, έτσι δεν μπορείς να μπεις στον κόσμο της Λούλου αν δεν σε πάρει από το χέρι ένας Μπετόβεν, ένας Μπράμς, ένας Βάγκνερ. Επιπλέον ο κόσμος της Λούλου, όπως και του μαραθωνίου, είναι τρικυμιώδης. Γεμάτος πάθη, αδυναμίες, υπερβάσεις, στιγμές αγωνίας κι αβεβαιότητας. Η διαφορά με το μαραθώνιο είναι πως, ως όπερα, έχει κακό τέλος. Κάθε δραματική όπερα που σέβεται τον εαυτό της έχει κακό τέλος.
Ο μαραθώνιος του Μιλάνου είχε καλό τέλο για μένα. 4 ώρες, παρά τέσσερα λεπτά.
Επέστρεφα στο νοικιασμένο διαμέρισμα. Αφηρημένος στη στοά του μετρό, έψαχνα το εισιτήριο μου, για να το χτυπήσω στο μηχάνημα. Μου υπέδειξαν πως κάποιος της ασφαλείας μου κάνει νόημα, από μακριά. Τον κοίταξα. Είχε καταλάβει από την εμφάνισή μου και μου υποδείκνυε πως οι μαραθωνοδρόμοι σήμερα περνούν ελεύθερα. Χαμογέλασα και προχώρησα.
Βγήκα από τον υπόγειο στην κεντρική πλατεία και την είδα να σφύζει από ζωή. Δεν κατάφερε να με στεναχωρήσει η σκέψη πως ήμουν περαστικός απ’ το Μιλάνο, πως αυτό που έμοιαζε σαν μια κινούμενη καρτ ποστάλ, πολύ σύντομα θα γινόταν ανάμνηση. Η μέρα ήταν υπέροχη και δεν επέτρεπε μελαγχολικές σκέψεις.
Το Μιλάνο στις όμορφες μέρες του δεν χρειάζεται την Μπρέρα. Συναντάς στους δρόμους του τις φωτεινές αντιθέσεις του Καραβάτζιο, την καθαρότητα και την προοπτική του Ραφαήλ. Αν εντάξεις αυτά τα στοιχεία στο τρέξιμο μπορείς να μετατρέψεις σε τέχνη την διαδικασία του.













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου