Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. 3η μέρα.






                                              BadasconyBalatonfured. 43.6 χιλιόμετρα.





   Οι πολύωρες προπονήσεις μπορούν να χτίσουν ένα ανθεκτικό καρδιοαναπνευστικό σύστημα, ικανό να αντέχει καταπονήσεις ωρών ή ακόμα και ημερών. Οι δρομείς μεγάλων αποστάσεων, όμως, εκτός από την κούραση αντιμετωπίζουν έναν άλλο, ακόμα μεγαλύτερο εχθρό. Τους πόνους. Δεν ξέρω άλλα αθλήματα, συμπεριλαμβανομένων και των πολεμικών τεχνών, όπου οι αθλητές να υφίστανται τόσο πόνο. Ούτε ξέρω άθλημα που μπορεί να σε κάνει να κουτσαίνεις για μέρες, χωρίς να σ’ έχει χτυπήσει κανείς.
Ο πόνος δίνει μια διαφορετική διάσταση στους αγώνες δρόμων. Πρέπει να μάθεις να τον διαχειρίζεσαι, και οι αναγνώσεις των εγχειριδίων δεν βοηθούν πολύ σ’ αυτό. Εκτός από το να μπορείς να τον υπομένεις, πρέπει να μπορείς και να παίρνεις αποφάσεις, και μάλιστα σε στιγμές που είσαι πολύ κουρασμένος για να σκεφτείς. Να εκτιμήσεις πόσο σοβαρός είναι, πως θα μπορούσε να εξελιχθεί αν τον αγνοήσεις, πόσο σημαντικός είναι ο αγώνας για να τον εγκαταλείψεις και τι πιθανόν να χρειαστεί να θυσιάσεις, αν επιμείνεις να συνεχίσεις.
Ο πόνος προσθέτει επίσης κάτι το ηρωικό. Είναι ο συντελεστής που προστίθεται στις δυσκολίες με τις οποίες πρέπει ν’ αναμετρηθείς, σε όλα τα επίπεδα. Είναι ο φόβος που καραδοκεί. Είναι ο αντίπαλος που δεν μπορείς να εξορκίσεις, όσο καλά προπονημένος κι αν είσαι. Είναι ο παράγοντας που μπορεί να ανατρέψει σχέδια και πλάνα καταρτισμένα επιμελώς. Αλλά είναι στοιχείο συνυφασμένο με το άθλημα. Χωρίς τον πόνο οι μεγάλες αποστάσεις δεν θα ήταν αυτό που είναι.


   Στη διαδρομή της τρίτης μέρας, παρέα πάντα με τη Szilvia, κερδίζαμε θέσεις, χωρίς να χρειαστεί να κάνουμε πολλά γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα, χωρίς να κάνουμε τίποτα, πέρα από το να τρέχουμε με το συνηθισμένο, αλλά σίγουρο, ρυθμό μας. Ήδη, στην εκκίνηση, οι αθλητές ήταν αισθητά λιγότεροι. Σίγουρα, η ανάπαυλα που μεσολαβεί βοηθά τον οργανισμό να πάρει μια ανάσα, αλλά όποιος στέκεται λίγο παραπάνω απ’ όσο πρέπει σ’ ένα σταθμό, ξέρει πόσο δύσκολο είναι να πείσει τα πόδια του να ξεκινήσουν πάλι να τρέχουν.
Στη διάρκεια της τρίτης μέρας ο αγώνας έδειχνε πια το σκληρό του πρόσωπο. Είναι η πιο δύσκολη, ακόμα κι από ψυχολογικής πλευράς, κι ίσως γι’ αυτό οι διοργανωτές της προσέδωσαν τα λιγότερα χιλιόμετρα από κάθε άλλη. Την τρίτη μέρα υποφέρεις από την συσσωρευμένη κούραση των δυο προηγούμενων, ενώ έχεις ακόμα μπροστά σου το αποθαρρυντικό άλλο μισό να καλύψεις.
Φανερά καταβεβλημένοι αθλητές προσπαθούσαν πια, απλώς, να φτάσουν μέχρι το τέλος. Αρκετοί, κρίνοντας από τον τρόπο που κινούνταν, φαίνονταν πως δύσκολα θα το κατάφερναν. Ο διασκελισμός τους ήταν βαρύς κι ακανόνιστος. Σκέφτηκα πως όλοι τους ήταν αθλητές με άπειρες ώρες προπόνησης κι εμπειρία αγώνων στην πλάτη τους, πως αλλιώς, άλλωστε, θα τολμούσαν συμμετοχή σε τέτοιο αγώνα. Κι όμως.
Σε κάποιο σημείο, μετά το 30ο  χιλιόμετρο, είδαμε μπροστά μας μια κοπέλα που παράπαιε. Ήταν ψηλή, λεπτή, εντυπωσιακά όμορφη, γι’ αυτό κι εύκολα αναγνωρίσιμη, ωστόσο δυσκολευτήκαμε μέχρι να βεβαιωθούμε πως ήταν, πράγματι, αυτή, ένα από τα φαβορί του αγώνα. Κάθε μέρα ξεκινούσε με τους πρώτους, αλλά τώρα πήγαινε σαν σπασμένη κούκλα. Μου έδωσε την εντύπωση πως αντιμετωπίζει πολλαπλά προβλήματα και παραπάνω από έναν τραυματισμούς. Η Szilvia αντάλλασσε μερικές οικείες κουβέντες με τους συμπατριώτες της που προσπερνούσαμε, αλλά φυσικά δεν καταλάβαινα, παρά μόνο αυτά που μου αποκάλυπταν οι γκριμάτσες της. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα χρειαζόταν να ρωτήσω, η κοπέλα που βλέπαμε δεν θα τα κατάφερνε. Πριν την αφήσουμε πίσω οριστικά γυρίσαμε και την είδαμε να συνεχίζει, υποβασταζόμενη από κάποιον φανερά ανήσυχο συνοδό. Δεν ξέρω για ποιο λόγο επέμενε. Φαντάζομαι πως είναι δύσκολο να περνάς από τη διάκριση στην εγκατάλειψη, ωστόσο σε κάθε βήμα προξενούσε ανυπολόγιστη ζημιά στα πόδια της, κι ήταν αρκετά έμπειρη για να μην το ξέρει. Όντως, μάθαμε πως εγκατέλειψε λίγο αργότερα. Λίγους μήνες μετά, στο μαραθώνιο της Βουδαπέστης, την αναγνώρισα, έτρεχε ξανά σαν τον άνεμο, όπως και τις δυο πρώτες μέρες στην Balaton. Ό,τι κι αν της είχε συμβεί, το είχε ξεπεράσει.
Φυσικά και δυσκολεύεσαι να εγκαταλείψεις έναν αγώνα για τον οποίο έχεις προετοιμαστεί σκληρά, έχεις ταξιδέψει, έχεις ξοδευτεί και, το κυριότερο, δεν μπορείς να ξαναδοκιμάσεις, παρά μόνο αν δεχτείς να υποστείς νέες θυσίες και νέες εξαντλητικές προπονήσεις. Αν είσαι ξένος, όπως εγώ, τότε έχεις, όπως λένε, μία μόνο σφαίρα στη θαλάμη. Ή πετυχαίνεις ή όχι. Δυστυχώς, σε λίγες ώρες, θα υποχρεωνόμουν να πάρω συγκεκριμένη θέση σ’ όλους τους παραπάνω προβληματισμούς.
Η Balatonfured είναι η πόλη της λίμνης που θα επέλεγα να μείνω. Περιποιημένη, μοντέρνα, με υποδομές για άνετη κι ευχάριστη διανομή, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί αξιόλογα κτίρια του 18ου και 19ου αιώνα. Τραβήξαμε αρκετά στην μακριά προκυμαία της, μέχρι να φτάσουμε στο τέρμα, που ήταν στημένο εκεί. Μας οδηγούσε ο διοργανωτής, πάνω στη μηχανή του, με την οποία όργωνε ακούραστα τις διαδρομές, και τις τέσσερις μέρες του αγώνα. Εμφανιζόταν ξαφνικά, σε κάποιο σημείο του δρόμου, για να χαρίσει μια εμψυχωτική κουβέντα, κάποιο αστείο, ένα χαρούμενο ενθαρρυντικό σχόλιο, στην περίπτωσή μου στ’ αγγλικά, και μετά συνέχιζε για να συναντήσει και τους υπόλοιπους. Αντάλλασα μερικές κουβέντες μαζί του, και μου επιβεβαίωνε πως δείχνω εντάξει, και πως είναι σίγουρος πως θα τα καταφέρουμε, και αυτήν τη μέρα.
Για τους διοργανωτές, η παρουσία δυο αθλητών, ενός έλληνα και μιας δικιά τους, που γνωρίστηκαν στον αγώνα και συνέχιζαν μαζί, δημιουργούσε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον το οποίο αυξανόταν από το γεγονός πως η κούρσα μας ήταν ένα αμφίβολο ντέρμπυ με το χρόνο. Νομίζω πως μοιράστηκαν μέρος της αγωνίας και του στοιχήματός μας και πως προσπαθούσαν να μας βοηθήσουν. Σε κάθε σταθμό και σε κάθε έγκαιρο τερματισμό, ο πανηγυρισμός που εξέπεμπαν τα μεγάφωνα ήταν προς όλους, αλλά θέλω να πιστεύω πως έβγαινε κάπως πιο ενθουσιώδης, κάθε που η Zsiszka και ο Βασιλέιος - έτσι το πρόφεραν συνοδεύοντάς το με μια σπασμένη ελληνική καλημέρα - εμφανίζονταν και περνούσαν έναν ακόμα ‘κόφτη’.
Με όριο, 5 ώρες και 50 λεπτά τερματίσαμε σε 5.23΄΄39. Απέμεναν πια τα 52,2 χιλιόμετρα της τέταρτης μέρας, αλλά θα είχαμε πλέον το ψυχολογικό αβαντάζ πως θα ήταν η τελευταία της δοκιμασίας μας. Ήμουν πια πολύ κοντά, είχα πια πολλές πιθανότητες, δεν θα έχανα αυτόν τον αγώνα, έτσι ακριβώς ένιωθα εκείνη τη στιγμή.
Όχι όμως και την αμέσως επόμενη.


  Δεν είχαν περάσει παρά μόνο λίγα λεπτά που αποχωριστήκαμε με τη Szilvia. Ήμουνα ξανά στο προστατευτικό αντίσκηνο, μεγέθους στρατώνα, του τερματισμού. Άλλαζα ρούχα, μετέφερα τις εντυπώσεις στην παρέα μου και επιχειρούσα διατατικές σ’ ένα παγκάκι.
Δεν κατάλαβα πότε είχε συμβεί, ή κι αν το κατάλαβα δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Μάλλον οι παυσίπονες ενδορφίνες είχαν κάνει καλή δουλειά. Αλλά, τώρα, που το πόδι κρύωνε, μέσα μου μεγάλωνε μια φωνή άρνησης και διαμαρτυρίας. Μια φωνή που φώναζε πως, δεν είναι δυνατόν.
Αλλά ήταν.


   Στη διάρκεια των διαδρομών είχα χρησιμοποιήσει αρκετές φορές το ψυκτικό των ασθενοφόρων που περιπολούσαν. Όλα τα παλιά μου τραύματα ξυπνούσαν κατά καιρούς, και πάντα είχα τη μικρή αγωνία πως κάποιο από αυτά θα πεισμώσει. Πόνοι παρουσιάζονταν, μικροί και μεγαλύτεροι, αλλά όλοι τους έρχονταν και έφευγαν, σταδιακά. Κανένα από τα υποψήφια σημεία δεν έδειξε έντονες διαθέσεις εξέγερσης. Αντίθετα, το πρόβλημα παρουσιάστηκε σ’ ένα σημείο καλής διαγωγής και πρότερου έντιμου βίου. Ένα σημείο που δεν με είχε απασχολήσει ποτέ. Ήταν στο εξωτερικό της αριστερής κνήμης, περίεργο, αφού  δεν ήξερα να υπάρχει άρθρωση εκεί.
Ο αγώνας για μένα είχε κανονικά τελειώσει αυτήν την τρίτη και πιο κρύα μέρα του αγώνα. Την μέρα που έτρεξα με καλή διάθεση, τόση που ούτε ο παγωμένος αέρας της τελευταίας ώρας δεν με επηρέασε. Που έφτασα στον τερματισμό χοροπηδώντας από χαρά, καθώς συνειδητοποιούσα πως θα τα κατάφερνα τελικά. Πως ένα όνειρο όπως η ολοκλήρωση αυτού του αγώνα - που τόσο είχε τραβήξει την προσοχή μου όταν έπεσα πάνω του στο διαδίκτυο - ήταν δυνατή. Αλλά τώρα, όχι να τρέξω, ούτε να περπατήσω δεν μπορούσα πια. Ήμουν κουτσός, από ένα πόνο που, αντίθετα μ’ όλους τους άλλους, δεν είχε σκοπό να φύγει, παρά μόνο ίσως αν τον άφηνα ήσυχο για τρεις, τουλάχιστον, μέρες. Αλλά δεν είχα στη διάθεσή μου τρεις μέρες.
Προσπάθησα για λίγες ακόμα απόπειρες κανονικού βηματισμού και βεβαιώθηκα. Το μάτι μου πήρε τον διοργανωτή του αγώνα, ήταν παρών στους τερματισμούς κι εμψύχωνε τους τελευταίους αθλητές. Τον πλησίασα και τον ευχαρίστησα. Του είπα πως ο αγώνας, άσχετα από την εξέλιξη που είχε για μένα, ήταν υπέροχος, το ίδιο και η διοργάνωσή του. Κατάλαβε πως τον αποχαιρετούσα ευγενικά, και με πολύ ζεστά λόγια με παρότρυνε να εμφανιστώ την επομένη, στην εκκίνηση. Στο κάτω-κάτω ήμουν ο μόνος Έλληνας, κι αυτό μετρούσε. Για πολλές γενεές έχουν καθαρίσει η αρχαίοι μας. Αλλά δεν γινόταν να τρέξω.
Ανέβηκα στο δωμάτιο στηριζόμενος στην κουπαστή της σκάλας του ξενοδοχείου. Η βαριά ατμόσφαιρα είχε μεταδοθεί στην παρέα μου, κι αισθανόμουν άσχημα γι’ αυτό. Η επιτυχία μου δεν ήταν καθόλου σίγουρη εξ αρχής, κάθε άλλο, αλλά παρέμενε σημαντικός παράγοντας του ταξιδιού μας και κάτι που είχαμε αρχίσει να το πιστεύουμε πια. Δεν ήταν εύκολα κατανοητό να με βλέπουν να τερματίζω με άνεση και ξαφνικά να τους ανακοινώνω πως δεν μπορώ να συνεχίσω. Υπήρξαν ωστόσο, διακριτικοί όταν το έκανα, ήμουν ο μόνος αρμόδιος ν’ αποφασίσω. Δεν γινόταν να γνωρίζουν άλλωστε το μέγεθος του προβλήματος και ίσως να σκέφτηκαν πως το ίδιο ξαφνικά θα μπορούσα και ν’ αλλάξω γνώμη.
Το βράδυ πήρα το λάπτοπ στο δωμάτιό μου και μπήκα στο fb. Όλες αυτές τις μέρες είχε γεμίσει με τις φωτογραφίες του αγώνα και με τα σχόλια που τις συνόδευαν. Ήταν ή ώρα ν’ αποχαιρετίσω όσους μου συμπαραστάθηκαν, να τους στείλω ένα ευχαριστώ που με στήριξαν με τα καλά τους λόγια, να τους πω πως, ως εδώ ήταν.
Μόνο που για τους μακρινούς συμπαραστάτες μου αποδείχτηκε δυσκολότερο να το αποδεχτούν. Με κατέκλυσαν σχόλια λιγοστής σωφροσύνης και περίσσιας προτροπής. Ήμουν πολύ κοντά για να εγκαταλείψω τώρα, μου τόνιζαν. Λίγο κουράγιο ακόμα. Θα τα κατάφερνα, ήταν σίγουροι. Δεν θα τους απογοήτευα. Αυτά παθαίνεις, όταν το μεγαλύτερο ποσοστό των λίγων φίλων που αποδέχεσαι στο fb είναι αθλητές, και μάλιστα κλάσης.
Σκεφτόμουν πως δεν θα απογοήτευα μόνο αυτούς, θα απογοήτευα τον εαυτό μου. Ο τραυματισμός μου μπορεί να ήταν ατυχία, μπορεί όμως και αδυναμία. Αν ήταν το δεύτερο, δεν είχα δικαιολογία. Επίσης, δεν ήμουν μόνος πια σ’ αυτόν τον αγώνα. Υπήρχε και κάποιος άλλος, εκτός από τον διοργανωτή, που την επομένη το πρωί, μάταια θα έψαχνε να με βρει στην αφετηρία.
Σηκώθηκα κουτσαίνοντας κι έψαξα στο φαρμακείο μου για το αντιφλεγμονώδες αναλγητικό έκτακτης ανάγκης. Εδώ ασπιρίνες, εκεί ντεπόν, που είναι το μεζουλίτ; Πουθενά. Στη θέση του το ζιρτέκ, για τις αλλεργίες. Μοιάζουν τα κουτάκια, όταν δεν φοράς γυαλιά. Απίστευτα επιπόλαιος για αθλητής.
Πέρασα ένα εφιαλτικό βράδυ. Σηκωνόμουν και δοκίμαζα να περπατήσω, αλλά διαπίστωνα πως πονάω, απλώς με το να στηρίζομαι στο πόδι μου. Ξανάπεφτα για ύπνο. Ήταν περίεργος ο ύπνος μου αυτές τις μέρες. Συνήθως ξημερώνει χωρίς να το καταλάβω, και πάντα θέλω να καθυστερεί αυτή η ώρα, εκείνα τα βράδια, όμως, συνέβαινε κάτι περίεργο. Ξυπνούσα με την αίσθηση πως έχω κοιμηθεί για ώρες, για να διαπιστώσω πως οι δείκτες του ρολογιού έχουν ελάχιστα μετακινηθεί. Ξανακοιμόμουν, και ξαναξυπνούσα, για να κάνω πάλι την ίδια διαπίστωση. Ήταν ευεργετικό, καθώς ένιωθα σαν να παρατεινόταν η νύχτα για χατίρι μου, σαν να μεγάλωνε για να μου χαρίσει περαιτέρω ώρες ευεργετικής και σωτήριας ξεκούρασης. Την τελευταία νύχτα, όμως, ούτε αυτό το περίεργο φαινόμενο μπορούσε να σώσει την κατάσταση. Γιατί το πρόβλημα δεν είχε να κάνει με την εσωτερική εξάντληση, αλλά μ’ έναν τραυματισμό τόσο σοβαρό, που γι’ αυτόν οι ώρες μετρούσαν σαν λεπτά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου