Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 3.



 



                                                                Ζυρίχη, 20 Απριλίου 2008.






 Τις συνθήκες που με οδήγησαν στη Ζυρίχη τις δρομολόγησε ο αδερφός μου. Βλέποντας τις προτροπές του να πηγαίνουν στο βρόντο, και φοβούμενος πως μέχρι να το αποφασίσω θα έχουμε γεράσει, επέλεξε έναν ευρωπαϊκό μαραθώνιο που έπεφτε μέσα στις διακοπές του Πάσχα και κανόνισε τα πάντα. Την εγγραφή, τα εισιτήρια, τη διαμονή.
Ο ίδιος θα κυνηγούσε, τι άλλο; τις 4 ώρες. Πριν τρεις εβδομάδες κάναμε το τεστ σ’ έναν ημιμαραθώνιο στα Τρίκαλα. Αυτός ήταν στο ανέβασμά του, εγώ στο καινούργιο μου ξεκίνημα, και τον καταφέραμε στον ενθαρρυντικό χρόνο της μιας ώρας και 47΄. Βάσει μιας προγνωστικής φόρμουλας ο χρόνος του μαραθωνίου ισούται με το διπλάσιο του χρόνου του ημιμαραθώνιου, συν 10 λεπτά. Οπότε, 2 Χ 1.47 ίσον 3.34, + 10 ίσον 3.44. Θεωρητικά, οι 4 ώρες του κοινού μας στόχου ήταν παραπάνω από εφικτές.
Στην έκθεση του μαραθωνίου προμηθευτήκαμε το πλαστικό βραχιόλι, που ανέγραφε, ανά 5 χιλιόμετρα, τους διαιρεμένους χρόνους που θα μας οδηγούσαν στις 4 ώρες. Με το βραχιόλι στο ένα χέρι και το ρολόι στο άλλο θα ελέγχαμε την κατάσταση. Επιπρόσθετα, υπήρχε και η επιλογή του μπαλονιού. Τα χρωματιστά μπαλόνια ήταν περασμένα με σπάγκο στη μέση των ‘λαγών’ της διοργάνωσης και υψώνονταν αρκετά πάνω από τα κεφάλια των δρομέων, έτσι ώστε να είναι ορατά από απόσταση. Ακολουθώντας το μπαλόνι που ανέγραφε τον επιθυμητό σου χρόνο γλιτώνεις από αριθμητικούς υπολογισμούς, που όταν βρίσκεσαι σε ζόρι δεν είναι κι εύκολο να γίνουν.
Θα ακολουθούσαμε, λοιπόν, το δικό μας μπαλόνι.
Η Ζυρίχη είναι από τις πόλεις που ζηλεύεις. Δεν αναφέρομαι μόνο στα αυτονόητα περί καθαριότητας - σε ελβετικές δημόσιες τουαλέτες θα μπορούσες να κάνεις πικ νικ - μη καπνίσματος σε δημόσιους χώρους κλπ. Ούτε στα γενικά περί πολιτισμού και τρόπου συμπεριφοράς. Αυτά οι Ελβετοί τα έχουν διευθετήσει τόσο αποτελεσματικά που πιστεύεις πως ήταν αναγραμμένα στην πρώτη σελίδα του κοινωνικού τους κώδικα. Η πρωτιά που κέρδισε η Ζυρίχη στην έρευνα για τις πιο φιλικές προς διαβίωση πόλεις του κόσμου επιβεβαιωνόταν. Στην Ελβετία υπάρχει τάξη. Όχι μόνο με την έννοια της απόλυτης συμμόρφωσης προς τους νόμους - άλλωστε δεν μπορώ να φανταστώ πληθυσμό με μηδενική παραβατικότητα - ούτε της απαρέγκλιτης εφαρμογής τους. Αλλά για την ευπρέπεια των τρόπων και την ευρυθμία των λειτουργιών που επιβάλλουν οι αμοιβαίοι κανόνες μιας αρμονικής διαβίωσης. Δεν ξέρω πόσο ταιριαστό είναι αυτό με τη μεσογειακή ιδιοσυγκρασία μας. Μια άλλη έρευνα θα έλεγε πως η Ζυρίχη είναι ένα πληκτικό μέρος να ζεις. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω πως έχει όσα από μας λείπουνε.
Κατά κανόνα, ένας δρομέας είναι φίλος της τάξης. Έχει συνηθίσει σε όρους και όρια, γνωρίζει από κανονισμούς, ξέρει πως η ανταμοιβή επιβραβεύει μια προσπάθεια. Η Ζυρίχη ανταμείβει τους κατοίκους της με την καλαισθησία και την αρμονία της. Η βόλτα μου στην απέραντη λίμνη, με τις χιονισμένες κορυφές των Άλπεων στο βάθος, ήταν μια επιτομή όλων των παραπάνω. Ο ‘Οδυσσέας’ του Τζαίημς Τζόυς ήταν ο πνευματικός μου μαραθώνιος εκείνη την εποχή, και τώρα βημάτιζα στην ίδια προκυμαία που βημάτιζε κι αυτός, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Την φαντάστηκα σαν μια ανέλπιστη νησίδα ηρεμίας, μέσα στον χαλασμό του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.
Το ποιητικά μελαγχολικό κλίμα των βόρειων χωρών είναι συνδεδεμένο με τη γέννηση των έργων που σημάδεψαν τη λογοτεχνία του 20ου   αιώνα. Όπως δεν θα υπήρχε ο γαλλικός ιμπρεσιονισμός χωρίς τον ήλιο της Προβηγκίας, έτσι δεν θα υπήρχαν τα έργα του Τζόυς, του Κάφκα, της Γουλφ, αν αυτοί δεν περνούσαν την ανήσυχη ζωή τους μέσα σε κρύους χειμώνες, μακριές νύχτες και πυκνές ομίχλες. Η αρχιτεκτονική δεν είναι η μόνη αναπόσπαστη από το περιβάλλον της τέχνη, όλες είναι.
Πέρασα όμορφες, γαλήνιες στιγμές, στη Ζυρίχη. Με περιδιάβαση στ’ αξιοθέατα, γνωριμία με τις τοπικές γεύσεις και τα λαμπρά ζαχαροπλαστεία, και με τον αρχικό φόβο της ακρίβειας εξαφανισμένο, μιας και οι εθνικές μας ιδιοτροπίες είχαν καταστήσει τα επαρχιακά καφενεία της Ελλάδας πιο ακριβά από τα λουσάτα των Ελβετικών πόλεων. Ο καφές με γλυκό στο κέντρο της Ζυρίχης μας βγήκε πιο φτηνός από τον σκέτο ελληνικό, σε βενζινάδικο στο Αχλαδοχώρι.
Κάνοντας την τελευταία μας βόλτα στην πόλη, μας προβλημάτισε ένα μυστήριο. Δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη, πόσο μάλλον προετοιμασία, γι’ αυτό που θα συνέβαινε σε λίγες ώρες. Αναρωτηθήκαμε πότε η Ζυρίχη θα ανασκουμπωνόταν για ν’ αντιμετωπίσει την αυριανή πρόκληση. Πότε θα σήκωνε τα μανίκια της, για ν’ ανταπεξέλθει στις ανάγκες της επικείμενης διεθνούς διοργάνωσης.
Ο μαραθώνιος της Ζυρίχης δέχεται περί τους 4000 δρομείς. Τίποτα, όμως, δεν ταράζει την πόλη, που μένει γαλήνια σαν τα νερά της λίμνης της, πριν ή μετά από το γεγονός. Όταν το πρώτο φως αχνοφέγγει, εμφανίζονται, σαν μέσα από τη γη, άνθρωποι με στολές, που την μεταμορφώνουν. Μεθοδικά και μελετημένα στήνουν τα προστατευτικά κάγκελα, τις εξέδρες για τις μπάντες, τα κατευθυντήρια σήματα, τα τραπέζια του ανεφοδιασμού. Τα ίδια συνεργεία, με θαυμαστή ταχύτητα, αμέσως μετά το τέλος, θα επαναφέρουν την πόλη στην προηγούμενη μορφή της. Τίποτα δεν θα μαρτυρά αυτό που μεσολάβησε.
Στη διάρκεια του μαραθωνίου, όμως, όλα είναι διαφορετικά.
Η διαδρομή της Ζυρίχης είναι θαυμάσια. Μακάρι να μπορούσα να την ξανατρέξω κάποτε. Μισό πάνε, μισό έλα. Δίπλα στη λίμνη, με τις χιονισμένες κορυφές ν’ αστράφτουν από απέναντι. Με θεατές, που για πρώτη φορά έβλεπα τόσους πολλούς, και τόσο ακούραστους, να παραμένουν στη θέση τους, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Αυτοκίνητο, ούτε για δείγμα. Μια Ζυρίχη φτιαγμένη για μας. Ανεκτίμητο, πράγματι, δώρο.
Τα ευχάριστα τελείωσαν εκεί ή κάπου εκεί. Για την ακρίβεια τελείωσαν μετά από 2,5 ώρες τρεξίματος. Ήταν μεγάλο κρίμα, γιατί είχαν ξεκινήσει με τις καλύτερες προδιαγραφές. Στείλαμε νεύματα στα ελκυστικά κορίτσια, που χόρευαν ξέφρενα  τους ρυθμούς της σάμπας, στην εμψυχωτική εξέδρα του πέμπτου χιλιόμετρου. Αισθανόμασταν τόσο καλά που σύντομα κρίναμε ανάξιο των επιπέδου μας το μπαλόνι των 4 ωρών. Κάπου στο 15ο χιλιόμετρο προφτάσαμε των 3.45. Σύντομα κι αυτό ανάξιο μάς φάνηκε. Πριν την αναστροφή, στο μέσον της διαδρομής, στόχος μας πλέον ήταν το μπαλόνι των 3.30 ωρών.
Μήπως το σώμα μου είχε καταφέρει να διατηρήσει την πρότερη δρομική του ανάμνηση, έτσι ώστε οι λίγες εβδομάδες επανόδου μου να ήταν αρκετές για να εξαφανίσουν τις συνέπειες της μακράς απραξίας; Μήπως είχα ξαναγεννηθεί από τις στάχτες μου τόσο σύντομα, όσο το μυθικό, κι απεχθές λόγω του συμβολισμού του, πουλί;
Μπορεί. Γιατί όχι.
Κατά την επιστροφή μας συναντηθήκαμε με το μπαλόνι των 3.45, που ερχόταν ακόμα από απέναντι. Ακολουθούσε το πρώην γκρουπ μας, αυτών που πάσχιζαν για τις 4 ώρες. Είχαν αρκετό δρόμο μέχρι να πάρουν τη στροφή, για να ξαναβρεθούν στην ουρά μας. Η δύναμή μου περίσσευε και, καθώς τους έβλεπα,  σκέφτηκα πως αν ήξερα από κόλπα ζόρικα που κάνουν στην Ινδία θα έστελνα κοσμική ενέργεια, προς βοήθειά τους. Βέβαια, προβληματιστήκαμε κάπως από το γεγονός ότι στο μισό της διαδρομής ο χρόνος μας ήταν καλύτερος από τον ημιμαραθώνιο των Τρικάλων, όπου δεν είχαμε άλλα 21 χιλιόμετρα μπροστά μας. Αλλά ήταν ήδη αργά για μας.
Από το 30ο χιλιόμετρο και μετά δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα. Αυτά που ακολούθησαν ήταν τα στοιχεία ενός εφιαλτικού ονείρου, αρκετά περίεργου, βέβαια. Μια κόλαση που την έζησα σ’ όλες τις πρωτότυπες στιγμές της.
Φανταζόμαστε την κόλαση ως ένα αποτρόπαιο γεωφυσικό τοπίο, με τεράστιους βραστήρες κι ασίγαστα φλογοβόλα. Αλλά ποιος μπορεί να φανταστεί την κόλαση δίπλα στη λίμνη της Ζυρίχης, με τις λαμπρές Άλπεις στο βάθος, με ξανθιές κοπέλες να τον επευφημούν και με μουσικούς να του παίζουν όλα τα γνωστά είδη μουσικής; Ποιος;
Κατάλαβα πως δεν την έβγαζα, όχι εύκολα, δεν την έβγαζα καθόλου. Είχα συναντήσει το φόβητρο κάθε μαραθωνοδρόμου, τον ‘τοίχο’. Δεν υπήρχε λόγος να πάρω στον λαιμό μου τον αδερφό μου. Αν και εμφανώς καταβεβλημένος έδειχνε να τα πηγαίνει καλύτερα. Μας είχαν προσπεράσει ήδη, και κατά σειρά, το γκρουπ των 3.45 ωρών, μετά των 4. Σταθεροί, πειθαρχημένοι αθλητές, ακολουθούσαν το μπαλόνι που βιαστήκαμε να περιφρονήσουμε.
Στο 35ο χιλιόμετρο, ήδη, περπατούσα. Δεν βρίσκω κανένα πρόβλημα να περπατάω σε πολύωρους αγώνες βουνού, αλλά το να περπατάω σε μαραθώνιο το θεωρώ κακό, κι όχι επειδή κάτι τέτοιο επιβαρύνει τον τελικό μου χρόνο. Ούτε κι είναι απαραίτητα κακό, αλλά ο καθένας έχει τις ιδεοληψίες του, κι εγώ τις δικές μου. Πολύ σωστά ο Μουρακάμι θεωρεί τον μαραθώνιο ως running event. Πόσο μάλλον που δεν περπατούσα από τακτική, το έχω δει να γίνεται αυτό με θαυμαστά αποτελέσματα, αλλά από ανάγκη. Επιπλέον, θεωρώ πως αγγίζει τα όρια της απρέπειας το να περπατάς, όταν τόσος κόσμος γύρω σου σε προτρέπει να τρέξεις. Είναι σαν να απογοητεύεις τους θαυμαστές σου, και δεν σου δίδεται η ευκαιρία να έχεις συχνά θαυμαστές.
Ένα-ένα, όλα τα αβαντάζ της διοργάνωσης γίνονταν μπούμερανγκ και επέστρεφαν εναντίον μου. Αισθανόμουν άσχημα να με χειροκροτούν χωρίς να το αξίζω. Η μουσική από τις μπάντες ηχούσε σαν ειρωνεία. Ό,τι είχα πάρει από τους σταθμούς ήθελα να το ξεράσω, αλήθεια, πως και σε ποιο σημείο θα μπορούσα να το κάνω αυτό;
Τα όμορφα κορίτσια εξακολουθούσαν να χορεύουν ακούραστα τη χαρούμενη σάμπα, αλλά δεν είχα πλέον το κουράγιο, όχι νεύματα, ούτε ματιά να ρίξω. Αναλογίστηκα πως θα αποτύγχαναν να με συνεφέρουν ακόμα και με συνδυασμένες προσπάθειες φαντασιακού επιπέδου, πράγμα που ήρθε ως ένα επιπλέον πλήγμα στη μεσογειακή μου υπερηφάνεια. Ήμουν στα όρια της κατάρρευσης, αποκλείεται να τα κατάφερνα μέχρι το τέρμα. Το μόνο που έμενε να διευκρινιστεί ήταν το ακριβές σημείο του δικού μου τερματισμού.
Η σωτηρία ήρθε απρόσμενα, μ’ ένα επεισόδιο που θα μπορούσε ν’ αποτελεί ζωντανή διαφήμιση ενός διάσημου αναψυκτικού. Της κόκα κόλα.
Τρεισήμισι χιλιόμετρα πριν τον τερματισμό, η διαδρομή λοξοδρομεί και εισέρχεται για λίγο μέσα στα στενά της πόλης. Σ’ αυτό το λίγο τα πάντα αλλάζουν. Δεν υπάρχει κανείς εκεί, αφού όλοι προτιμούν να παρατάσσονται κατά μήκος της προκυμαίας, όπου άλλωστε οι αθλητές θα ξανακάνουν την εμφάνισή τους, έχοντας συμπληρώσει μέσα στους ήσυχους δρόμους τα απαραίτητα μέτρα που απαιτούνται. Δρόμοι στενοί, έρημοι και άδειοι. Ζώσα ψυχή πουθενά, λες κι ο έξω κόσμος έκλεισε ξαφνικά τις πύλες του. Μόνο εμείς. Και, στην περίπτωση, μόνο εγώ.
Και μια αρκετά όμορφη για την ηλικία της, περί τα σαράντα, κυρία, μ’ ένα μπουκάλι κόκα κόλα στο χέρι. Μόνη κι αυτή, σ’ έναν έρημο δρόμο, μπροστά από κλειστά καταστήματα. Κάπως έτσι δεν είναι τα οράματα;
Γενικά, δεν πίνω κόκα κόλα. Έπινα μικρός, τώρα δεν μ’ αρέσει. Χώρια που άκουσα πως έχει 6 κουταλιές ζάχαρη σε κάθε μπουκάλι. Ακόμα κι αν τις διπλασιάζει η συκοφαντία, πάλι πολλές είναι. Το διάσημο αυτό αναψυκτικό το πίνω μόνο όταν τροφικές δηλητηριάσεις κι εμετοί μ’ αφυδατώνουν επικίνδυνα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις μ’ ωφελεί, και επιπλέον αποτελεί υγρό που το στομάχι μου δέχεται ευχάριστα.
Στο κομμάτι εκείνο των άδειων δρόμων είχα και την εμφάνιση και τα συμπτώματα ενός αφυδατωμένου ασθενούς. Ήταν φανερό, ακόμα και μέσα από το μαύρο τζάμι ενός καταστήματος στο οποίο καθρεφτίστηκα στιγμιαία. Και η εν λόγω κυρία θα κατάλαβε πως κάθε άλλο παρά αρμοστό ήταν το σύνθημά της, ζούπα, ζούπα, ζούπα - προσφιλής ιαχή των Ελβετών, που μάλλον σημαίνει πως είσαι σούπερ - και μου έτεινε το χέρι στο οποίο κρατούσε μια μόλις ανοιγμένη κόκα κόλα.
Το να διαφημίζω προϊόντα πολυεθνικών δεν είναι το καλύτερό μου, αλλά θα ήταν άδικο αν δεν αναφερόμουν στο αναψυκτικό που θεωρώ πως οφείλω τον τερματισμό μου στη Ζυρίχη. Οι δυο, κιόλας, πρώτες γουλιές ήρθαν σαν βάλσαμο στο ανακατεμένο μου στομάχι και με βοήθησαν να βρω την απαραίτητη δύναμη, για να συνεχίσω στο λίγο που είχε απομείνει. Θέλησα να επιστρέψω το μπουκάλι, αλλά η κυρία μου έκανε νόημα να το κρατήσω.
Πριν πάρω τη στροφή που θα με ξανάφερνε στην τελική ευθεία της προκυμαίας, γύρισα να δω, για μια τελευταία φορά, τη σωτήρα μου. Φαινόταν χαρούμενη που με βοήθησε, ήταν εμφανής άλλωστε η διαφορά, αφού πριν την συναντήσω τρέκλιζα, ενώ τώρα απομακρυνόμουν απ’ αυτήν με κάτι που έμοιαζε με τρέξιμο. Μου έκανε νεύμα να συνεχίσω, φωνάζοντας, ζούπα, ζούπα, ζούπα.
Σκέφτομαι πως αν κάποια κάμερα είχε απαθανατίσει τη σκηνή, θα είχα βγάλει κάποιο κέρδος απ’ αυτήν τη διαφήμιση. Κι όσοι την έβλεπαν θα επαινούσαν τους ηθοποιούς για το πόσο σωστοί ήταν στο ρόλο τους. Αν τη δω να παίζεται στην τηλεόραση θα ζητήσω δικαιώματα. Αυτό όμως που καθιστά ιδιαίτερο το γεγονός, είναι πως έμοιαζε με διαφήμιση, χωρίς να είναι διαφήμιση. Ήταν πραγματικότητα, αλλά, πάλι, δεν έμοιαζε με πραγματικότητα.
Πιστεύω πως κάθε ζωή είναι ή θα μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα. Μυθιστορηματικά σκεπτόμενος, λοιπόν, καταλήγω στο συμπέρασμα πως εγώ και η κυρία δεν βρισκόμασταν ούτε σε διαφήμιση, ούτε στην πραγματικότητα. Νομίζω πως υπήρξαμε πρωταγωνιστές μιας σύγχρονης βιβλικής παραβολής, μ’ όλη τη διδακτική κι αλληγορική της σημασία. Η κόλαση που ανέφερα πριν ήταν η δοκιμασία της ζωής, που με βάσανα και κόπους προσπαθείς να τη φέρεις στον προορισμό της. Κι όταν δεν τα καταφέρνεις πια, όταν οι δυνάμεις σου σε εγκαταλείπουν, τότε ο Κύριος σου στέλνει έναν άγγελο με μορφή ξανθιάς σαραντάρας Ελβετίδας, και σου προσφέρει εμφιαλωμένη την χάρη του, ώστε να μπορέσεις να συνεχίσεις.
Μακάρι να μου χαριστεί το ίδιο θαύμα, σκέφτομαι συχνά, και την ώρα εκείνη, την ώρα που κανείς μας δεν θέλει να την δει να έρχεται. Μακάρι και τότε να εμφανιστεί μια απρόβλεπτη Ελβετίδα, για να μου δώσει επιπλέον δύναμη και ζωή, αν και, δεύτερη φορά, δεν το νομίζω. Δεν πειράζει, όμως. Σύμφωνα με τα Καβαφικά σκαλιά της ποίησης, και τόσο που αξιώθηκα λίγο δεν είναι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου