Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. 1η μέρα.





                                               Siofok - Fonyod. 46.7 χιλιόμετρα.



   Στο μεσαίωνα η Fonyod αναφέρεται ως Funoldi, και στους χάρτες του 14ου αιώνα καταγράφεται ως νησί, καθώς η λίμνη ήταν μεγαλύτερη τότε. (Ευτυχώς για μας, μίκραινε αργότερα). Μετά την τουρκική εισβολή του 1575, και μέχρι τον 19ο αιώνα, έμεινε ακατοίκητη, ενώ η κατασκευή του σιδηρόδρομου στην Balaton, βοήθησε στην ανάπτυξη και στη σημερινή τουριστική εξέλιξή της. Το άλλοτε μεσαιωνικό χωριό είναι σήμερα μια πόλη 5.000 κατοίκων, στη νότια όχθη της λίμνης.
Η απόσταση των 46.8 χιλιομέτρων της πρώτης μέρας, από τη Siofok μέχρι τη Fonyod, με όριο 6 ώρες, βγήκε σχετικά εύκολα. Ο βροχή που μας συνόδευε από την αρχή, άλλοτε δυνατή, άλλοτε ως ψιχάλα, σταμάτησε κάποτε. Το mp3 μου αποδείχτηκε αδιάβροχο κι οι μουσικές μελωδίες γλύκαιναν τη διαδρομή, η οποία δεν ακολουθούσε αυστηρά την περίμετρο της λίμνης, αλλά ενίοτε επιχειρούσε παροδική είσοδο στην ενδοχώρα. Βρεθήκαμε να τρέχουμε στην παραλία, σε δρόμους οικισμών, σε μονοπάτια ανάμεσα σε δέντρα και στην άκρη σιδηροδρομικών γραμμών. Η λίμνη εμφανιζόταν κάθε φορά από διαφορετική γωνία, πράγματι ατέλειωτη. Ήξερα πως δεν θα έχω άλλη ευκαιρία, γι’ αυτό προσπαθούσα να συγκρατώ ό,τι μπορούσα από τις εικόνες που έβλεπα. Το καταφέρνεις κάπως αυτό, όταν πας αργά. Όταν, αργότερα, φτάνεις να παλεύεις με την κούραση, όλα όσα διάβηκαν τις αισθήσεις απομένουν τυλιγμένα σε μια αχλή ονείρου.
Στις πρώτες μου φωτογραφίες, λίγοι δρομείς με χωρίζουν από το ασθενοφόρο που ακολουθεί. Δεν μ’ ενοχλούσε αυτό. Οι πρώτες ώρες ενός τέτοιου αγώνα είναι τα πρώτα λεπτά ενός μαραθωνίου, κι όσο για τη θέση μου στη γενική κατάταξη, δεν είχα απαιτήσεις. Στο κάτω κάτω, αν κατάφερνα να αποφύγω το αποτρόπαιο DNF θα είχα περάσει αρκετούς - πέρα από το φιλοσοφημένο που λέει ότι και μόνο που στέκεσαι στην αφετηρία ενός αγώνα έχεις περάσει όσους δεν είναι εκεί. Επιπλέον, αν τερμάτιζα, θα περνούσα όσους δεν κατάφερναν να πιάσουν το όριο της κάθε μέρας. Όσους έχουν τερματίσει ώρες πριν από μένα στην πρώτη διαδρομή, αλλά κουτσαίνουν στη δεύτερη. Όσους τα πήγαν καλά την προηγούμενη, αλλά δεν εμφανίζονται στην αφετηρία την επόμενη. Λέγεται πως το πιο δύσκολο σ’ έναν αγώνα είναι να φτάσεις πρώτος ή τελευταίος, και, πράγματι, παρ’ όλες τις πολυπληθείς συμμετοχές μου, τίποτα από τα δυο δεν κατάφερα ποτέ.
Έφτασα στο Fonyod σε 5.19΄46΄΄, αρκετά μέσα στο όριο. Πέρασα το Π και πίεσα στο μηχάνημα του τερματισμού το τσιπ που είχα περασμένο στο δάκτυλό μου, σαν προτεταμένο νύχι. Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο σύστημα, στην αρχή με ξένισε, αλλά το συνήθισα γρήγορα. Παρέλαβα την επίδοσή μου εκτυπωμένη σ’ ένα χαρτί σε μέγεθος και είδος απόδειξης. Στο κάτω μέρος ανέγραφε συγχαρητήρια και σε καλούσε στο ραντεβού της επομένης, υπενθυμίζοντας τόπο και ώρα. Το αυτοκίνητο της παρέας με περίμενε για να με μεταφέρει στο καινούργιο κατάλυμα, ένα θαυμάσιο ξενοδοχείο-πύργο, σε μια ακόμα ειδυλλιακή τοποθεσία. Τώρα που όλα έχουν περάσει, τα δωμάτια και τα καταλύματα τα θυμάμαι με τα καλύτερα συναισθήματα, ίσως γιατί σ’ αυτά εναπόθετα κάθε μέρα ένα εξαιρετικά  κουρασμένο κορμί.
Και τότε, λίγες μόνο ώρες μετά το τέλος του αγώνα, συνέβη κάτι περίεργο. Είχαμε βγει για δείπνο, είχα παραγγείλει, τι άλλο; μακαρονάδα, όταν μια ανεξήγητη δυσφορία άρχισε να με καταβάλλει. Την χαρακτηρίζω ανεξήγητη, γιατί πολλές φορές μου συνέβη να αισθάνομαι άσχημα σε αγώνες, αλλά πάντα συνερχόμουν σύντομα, όταν τέλειωναν. Το αντίθετο, να αισθάνομαι καλά στη διάρκεια ενός αγώνα και άσχημα αργότερα, δεν μου είχε συμβεί ποτέ. Σκέφτηκα μήπως είχα κάνει λάθος, μήπως τα πρόσφατα 80 χιλιόμετρα στην Ψάθα δεν ήταν το χρήσιμο long run, αλλά μια υπερβολή που σπατάλησε πολύτιμες δυνάμεις. Που έριξε χρήσιμες τιμές στο αίμα μου, (που την κατάστασή του δεν εξέταζα ποτέ). Που χάλασε την κατανομή των ερυθρών και των λευκών αιμοσφαιρίων, πολύ πρόσφατα, για να προλάβει αυτή ν’ επανέλθει έγκαιρα.
Ήταν μια απρόσμενη εξέλιξη. Η ανησυχία πως θα πάει άπατος κι αυτός ο αγώνας, δηλητηρίασε τις όμορφες στιγμές χαλάρωσης με την παρέα μου. Δεν αποκάλυψα τίποτα, γιατί δεν ήθελα να χαλάσω τη χαρά τους. Έφαγα ανόρεκτα, πιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνει. Ήλπιζα πως το φαινόμενο θα περνούσε έτσι απότομα όπως ήρθε, όπως γίνεται όταν την μια στιγμή έχεις πυρετό και την άλλη αισθάνεσαι καλά. Όμως οι ώρες κυλούσαν κι αυτό επέμενε και καθιστούσε επιτακτική την απόφαση για το πρακτέο της επόμενης μέρας. Έπρεπε ν’ αποφασίσω, αν θα συνέχιζα ή όχι.
Ήταν πολύ δύσκολη απόφαση. Αν επέλεγα να τα παρατήσω, οι δυο απανωτές αποτυχίες σε μεγάλες αποστάσεις θα σφράγιζαν οριστικά την υπόθεση που λέγεται υπερμαραθώνιος. Στο εξής, 42, και πολλά είναι. Επιπλέον, δεν εμφάνιζα κάτι συγκεκριμένο, αλλά ένα σύμπτωμα που, ήλπιζα, μπορεί να εξαφανιζόταν. Θα ήταν εξωφρενικό να μην εμφανιστώ στον αγώνα και λίγες ώρες μετά, όσο αυτός ακόμα θα διαδραματίζεται, να αισθάνομαι καλά. Δεν θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου για τη λαθεμένη του απόφαση, ή ακόμα τη δειλία μου. Από την άλλη μεριά, για να τρέξω θα έπρεπε να αγνοήσω κάθε γνωστή οδηγία που πρόσταζε πως, αν δεν αισθάνεσαι καλά, μην τυχόν και επιχειρήσεις αγώνα, πόσο μάλλον τέτοιου είδους. Κι εγώ δεν αισθανόμουν καθόλου καλά.
Έκείνο το βράδυ έπεσα για ύπνο προσπαθώντας να καταπολεμήσω τις μαύρες σκέψεις που γύριζαν σαν σφίγγες γύρω από το κεφάλι μου.
Τώρα, 3 χρόνια μετά, σκέφτομαι πόσες ασκήσεις ζωής, πόσες εμπειρίες και γεγονότα, πόσες αναμνήσεις και συμβάντα θα είχα στερηθεί, αν τελικά υπάκουα στη λογική και δεν εμφανιζόμουν στον αγώνα την επόμενη μέρα. Πόσο πιο φτωχός θα αισθανόμουν σήμερα. Πόσο πλούτο, πόσα συναισθήματα, αλλά και πόσο πόνο θα είχα στερηθεί. Ξέρω, το να στερείσαι πόνο ακούγεται οξύμωρο, αλλά το να μην νιώθεις τίποτα, το να κυλά υπάκουα η ζωή σου σ’ έναν ανούσιο ρυθμό, είναι ακόμη χειρότερο. Απλά, δεν το κατανοούμε. Αν έβγαινα από τον αγώνα εκείνη τη μέρα δεν θα είχα συνείδηση της απώλειας, γιατί θα αγνοούσα τα όσα θα είχα στερηθεί. Πράγματα που ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές τα ξαναζώ ολοζώντανα. Γιατί μπορώ ν’ αποτραβώ την κούραση από τις αναμνήσεις μου, να ξαναφέρνω μπροστά μου τις στιγμές και να ξανατρέχω στη λίμνη, νοητά αυτή τη φορά, αποκομίζοντας την ίδια ευχαρίστηση, και μάλιστα απαλλαγμένη από τον πόνο, το άγχος και την αγωνία.
Μαγικό πράγμα το τρέξιμο. Μαγική γίνεται και η ζωή μας μέσα σ’ αυτό. Το ραβδί που στρεφόταν πάνω στους ήρωες των παιδικών μας παραμυθιών στρέφεται πάνω μας και μας μεταμορφώνει, από το πρώτο μας κιόλας βήμα. Αυτό κάνει και τη ζωή μας να μοιάζει παραμύθι, άξιο να το διηγηθείς 3 ή 63 χρόνια μετά.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου