Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 2.





                                                                                  Ο αδερφός μου κι εγώ.

  
   Αν και με χρόνια θητεία στο τρέξιμο τον πρώτο διεθνή μου μαραθώνιο, (εξαιρώ την Κλασική), τον μαραθώνιο της Ζυρίχης, τον οφείλω σ’ ένα πρώην καθιστικό μέλος της οικογένειας. Τον αδερφό μου. Η σχέση του αδερφού μου με το τρέξιμο έχει χαρακτηριστικό ενδιαφέρον κι αξίζει το δικό της κεφάλαιο.
Εγκατεστημένος στην Αθήνα μου προσέφερε στέγη και άνεση, κάθε φορά που κατέβαινα για να τρέξω στην Κλασική διαδρομή. Ο ίδιος, τρία χρόνια μικρότερος, με εμφανή τα ίχνη του χρόνου που η σωματική αδράνεια έχει την τάση να μεγεθύνει, δυσκολευόταν ακόμα και να διανοηθεί αυτό που σκόπευα κάθε φορά να κάνω.
Όχι πως υπήρξε απορριπτικός απέναντι στην επιλογή μου, κάθε άλλο. Φαινόταν να την σέβεται και να την θαυμάζει. Υπήρξε για χρόνια ο ακάματος αθλητικός μου αρωγός. Φρόντιζε για τις διατροφικές μου ιδιοτροπίες. Ξυπνούσε μαζί μου, τα χαράματα, τη μέρα του αγώνα, για να με μεταφέρει με τ’ αυτοκίνητό του στον Μαραθώνα, απαλλάσσοντάς με έτσι από οποιαδήποτε επιπρόσθετη ταλαιπωρία. Με περίμενε στον τερματισμό, για να με επιστρέψει ξανά στο σπίτι του. Με κουβαλούσε - αυτό είναι το κατάλληλο ρήμα - μέχρι το σταθμό του τραίνου ή το αεροδρόμιο, τις φορές που δεν κατέβαινα μ’ αυτοκίνητο στην πρωτεύουσα.
Η διαδρομή του μαραθωνίου με αυτοκίνητο φαίνεται πολύ μεγάλη, ακόμα και στους μαραθωνοδρόμους. Καθώς με οδηγούσε μέχρι την αφετηρία αναρωτιόταν πώς γίνεται να τρέχει κάποιος τόση απόσταση. Μετά τον αγώνα μου έδινε ενθουσιώδη συγχαρητήρια, επαναλαμβάνοντας την απορία, στη χρονική αυτήν τη φορά διάστασή της, πως δηλαδή γίνεται να τρέχει κάποιος για τόσες ώρες. Σ’ όλες τις περιπτώσεις φρόντιζα να του τονίζω πως δεν είναι τόσο φοβερό όσο φαίνεται. Αφού το έκανα εγώ, και τόσοι ακόμα άνθρωποι, σίγουρα, θα μπορούσε κι αυτός.
Δεν κατάφερνα να τον πείσω, το θεωρούσε υπεράνω των δυνάμεών του. Αυτός ήταν όμως που, σε ανύποπτο ακόμα χρόνο, μου έβαλε την ιδέα ενός διεθνούς μαραθωνίου. Κατά τη διάρκεια μιας σχετικής συζήτησης, μου ανέφερε πως αν ήταν στη θέση μου, που αποκλείεται δηλαδή, θα προτιμούσε να τρέχει έξω. Τα ταξίδια ήταν ένα κοινό μας πάθος. Αναρωτιόταν για ποιο λόγο να ξοδεύομαι για να τρέχω πέρα δώθε, σ’ αδιάφορα μέρη κι επαρχιακά πανηγύρια, αντί να επιλέγω έναν μόνο και καλό αγώνα το χρόνο. Ένα μαραθώνιο, στο Παρίσι, στη Ρώμη, στη Μαδρίτη, κάτι που θα συνδύαζε τις δυο αγάπες μου, το τρέξιμο και το ταξίδι. Αυτός, αν ποτέ, που αποκλείεται δηλαδή, αυτό θα έκανε.
Σήμερα το κάνει, και μάλιστα καλά. Ακόμα καλύτερα κι από μένα. Τρέχει σε μαραθώνιους του εξωτερικού, τρέχει στην κλασική, τρέχει στην Μεσσήνη και στη Θεσσαλονίκη, κυνηγώντας το όριο των 4 ωρών, πολλές φορές αγγίζοντάς το, χωρίς όμως ακόμα να καταφέρει να το σπάσει. Είναι κοντά, πιστεύω. Το 2011, στην Αθήνα, το έχασε για 2 λεπτά. Σ’ οποιαδήποτε άλλη μαραθώνια διαδρομή, εκείνη τη μέρα, θα το είχε καταφέρει.
Παραδόξως, δεν ήμουν εγώ που έπεισα τον αδερφό μου να τρέχει. Το έκανε ο γιατρός του, και κάτι αυξημένες τιμές στις εξετάσεις του. Στην πραγματικότητα η προληπτική αγωγή δεν του συνιστούσε καν να τρέχει. Το απλό περπάτημα κρίθηκε αρκετό. Το σπίτι του γειτνιάζει με το πεδίο του Άρεως, κι αυτό καθιστούσε την εκτέλεση της ιατρικής οδηγίας εύκολη. Το αρχικό περπάτημα άρχισε να πυκνώνει σε συχνότητα. Μετά να μεγαλώνει σε διάρκεια. Μετά μετατράπηκε σε χαλαρό τζόκινγκ. Σε κάποιο τηλεφώνημα μου ανακοίνωσε πως άρχισε να τρέχει. Έκανε νέες παρέες. Βρήκε το φετίχ του στα αθλητικά παπούτσια. Ανακάλυψε το ελληνικό περιοδικό Runner, πριν από μένα. Άρχισε να παίρνει μέρος σε μικρούς αγώνες στην Αθήνα και να μιλά μ’ ενθουσιασμό γι’ αυτούς. Στα τηλεφωνήματά μας η νέα του δραστηριότητα είχε κατά πολύ το πάνω χέρι έναντι όλων των άλλων οικογενειακών θεμάτων, εκτός κι αν αυτά πρέκυπταν σοβαρά.
Κακός συντονισμός. Τώρα ήμουν εγώ που, για διάφορους λόφους, σπάνια έτρεχα πια.
Πήγαμε, ωστόσο, για προπόνηση μαζί, μια από τις φορές που ήρθε στην Καβάλα. Τον οδήγησα, που αλλού; στον αγαπημένο μου, δασικό δρόμο. Μαθημένος στο Πεδίο του Άρεως, οι ανηφόρες του φάνηκαν βουνό. Επιπλέον κατάλαβε πως σε τέτοιες διαδρομές δεν μπορείς να σταματήσεις όποτε κουραστείς. Είχαμε φτάσει μέχρι το 6ο χιλιόμετρο, και θέλαμε, αναγκαστικά, άλλα τόσα για πίσω. Μου είπε πως τώρα καταλαβαίνει το λόγο για τον οποίο η Καβάλα βγάζει καλούς δρομείς.
Κάποτε έφτασε να τρέχει μαραθώνιο. Τα πρώιμα σημάδια του χρόνου είχαν εξαφανιστεί και το κέφι του ήταν ακατάβλητο. Έκανε πράξη το όνειρό του. Έτρεξε σε πρωτεύουσες της Ευρώπης, όσο εγώ, από αθλητικής σκοπιάς, δεν είχα ακόμα περάσει τα σύνορα. Μου περιέγραφε το μοναδικό κλίμα των διεθνών μαραθωνίων, τονίζοντας πάντα πως μόνο αν το ζήσω θα μπορούσα να το καταλάβω.
Χάρη σ’ αυτόν το έζησα και το κατάλαβα, αν και αρκετά οδυνηρά, την πρώτη φορά, στη Ζυρίχη. Αλλά αυτή η πρώτη  φορά ήταν το έναυσμα για όλες τις υπόλοιπες. Μιλάνο, Ντίσελντορφ, Βερολίνο, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι.
Δεν τρέχω πια μαραθώνιους. Δεν ξέρω αν θα ξανατρέξω ποτέ. Η άσφαλτος ταλαιπωρεί και πληγώνει πλέον τα πόδια μου με τρόπο που οι πολύωροι αγώνες στο βουνό δεν το κάνουν. Κάθε τόσο προσπαθώ να προσθέσω κάποια χιλιόμετρα πάνω της, πάντα όμως με αρκετά οδυνηρά αποτελέσματα. Ίσως κάνω μια προσπάθεια ακόμα, ίσως όχι. Μπορεί να φταίει και το ότι πλέον μου φαίνεται μονότονη κι ανιαρή. Όταν κάτι πάψεις να το αγαπάς πολύ, παύει να σε αγαπάει κι αυτό με τη σειρά του.
Έστω κι ως παρελθόν, όμως, οι μέρες των μαραθωνίων δρόμων του εξωτερικού είναι πια εγγεγραμμένες στην νωπογραφία της ψυχοσύνθεσής μου. Εκεί βρίσκονται όλες οι στιγμές, που είτε με κάποια διαφορά, είτε παρέα μέχρι τον τερματισμό, έτρεξα μαζί του. Τον εντοπίζω ακόμα και στους διεθνείς μου μαραθωνίους, όπου αυτός δεν υπήρχε, ως φυσική παρουσία τουλάχιστον. Υπήρχε όμως ως προτροπή, ως παρότρυνση, ως χαμόγελο επιβεβαίωσης. Ως ένα τηλεφώνημα που έρχεται τη μια να σου ευχηθεί, την άλλη να ρωτήσει πως τα πήγες, κι εσύ χαίρεσαι που άθελά του σου υπενθυμίζει πως πρέπει να αποδίδεις όλα τα όμορφα εκεί που τα οφείλεις.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου