Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. Εισαγωγή.



           BSI Lake Balaton Supermarathon.         194,5 χιλιόμετρα σε 4 μέρες.

                                             17-20 Μαρτίου 2011.


                                                      Εισαγωγή.


   Την τελευταία φορά που εγκατέλειψα το τρέξιμο νόμιζα πως θα ήταν…η τελευταία. Έκανα τα πάντα για να είναι. Αποκόπηκα από οτιδήποτε με συνέδεε με το άλλοτε αγαπημένο μου άθλημα. Αποποιήθηκα όλα τα στοιχεία που συνδέονταν μαζί του. Λίγο επειδή τα θεωρούσα περιττά, λίγο για να μην υπάρχει πια η γέφυρα που με πέρασε απέναντι. Πέταξα όλα τα ειδικά περιοδικά, χάρισα τα αποκτημένα από το εξωτερικό βιβλία μου, αραίωσα από τις σχετικές παρέες. Συγκάλυπτα επιμελώς και για λόγους ευγένειας την αδιαφορία μου στις κουβέντες περί τρεξίματος, όσων φίλων θεωρούσαν πως ακόμα με αφορούν. Είχα ανακαλύψει ξανά τη λογοτεχνία, διάβαζα κι έγραφα, κι ήθελα να μείνω σ’ αυτήν απερίσπαστος.
Μολονότι το διάστημα δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, εν τούτοις, όταν επέστρεψα στο τρέξιμο, όλα είχαν αλλάξει. Οι δρομείς ήταν εκατοντάδες, οι ακριβοθώρητοι κάποτε αγώνες, δεκάδες. Οι νέοι αθλητές είχαν πρόβλημα όχι που θα βρουν, αλλά ποιον αγώνα να επιλέξουν. Κυκλοφορούσε το πρώτο ελληνικό περιοδικό για το τρέξιμο. Στις βιτρίνες υπήρχαν φίρμες αθλητικών ειδών που δεν τις γνώριζα, εγώ, που ήξερα κάποτε πιο πολλά από τους πωλητές των καταστημάτων.
Τα ανακάλυψα όλα ξανά. Φόρεσα τις νέες φίρμες, ξαναγράφτηκα συνδρομητής σε περιοδικά, παρήγγειλα τα πρόσφατα αγγλόφωνα βιβλία, γνώρισα αρκετά από τα νέα πρόσωπα του χώρου. Ωστόσο, το σημαντικότερο που ξανακέρδισα ήταν κάτι άλλο.
Ήταν η ελευθερία του να μπορείς να καλύπτεις αποστάσεις.
Ο δρομέας μεγάλων αποστάσεων έχει μια ιδιαίτερη σχέση με το χώρο και το περιβάλλον του. Στα ταξίδια με το αυτοκίνητο μ’ άρεζε να φαντάζομαι πως τρέχω, ή πως μπορώ να τρέξω, τις αποστάσεις που έβλεπα πέρα από το τζάμι. Τους δρόμους που χώριζαν χωριά, τους δασικούς χωματόδρομους που διαγράφονταν στο βάθος, τον περίγυρο μιας λίμνης, το μονοπάτι ενός βουνού. Ό,τι έβλεπα είχα την πεποίθηση πως θα μπορούσα να το διανύσω με τα πόδια.
Στη διάρκεια της αποχής μου αυτό άλλαξε. Ο χωματόδρομος που διέτρεχε το λόφο ήταν πια πέρα από τις δυνατότητές μου. Δεν γινόταν να ‘πεταχτώ’ για μια βόλτα 10 χιλιομέτρων. Δεν διέθετα την αντοχή να ανακαλύψω τι κρύβεται στην πίσω πλευρά ενός τοπίου. Η απώλεια της ικανότητας που είχα κάποτε με έθλιβε. Ήταν κυρίως ψυχολογικό, κι όχι πως θα σταματούσα ποτέ το αυτοκίνητο, με την οικογένειά μου να περιμένει μέσα, για να δω τι υπάρχει πίσω από κάποιο ύψωμα. Πολλές είναι οι φορές που αποφασίζουμε να μείνουμε στο σπίτι, είναι όμως διαφορετικό να ξέρεις πως δεν επιτρέπεται να βγεις από το σπίτι.
Αυτό ήταν που ξανακέρδισα με τις μεγάλες αποστάσεις. Την αίσθηση της ελευθερίας πως μπορώ να πηγαίνω οπουδήποτε, χωρίς να χρειάζομαι κανένα μέσον. Αν όχι στο διάστημα μιας μέρας, θα μπορούσα σε δυο, ή παραπάνω. Αυτή τη στιγμή νιώθω πως μπορώ να κατεβώ από την Καβάλα μέχρι την Αθήνα τρέχοντας, όσες μέρες κι αν χρειαστεί. Δεν πρόκειται να το επιχειρήσω, αλλά μ’ αρέσει να ξέρω ότι μπορώ. Ένα ευχάριστο παιχνίδι για τους δρομείς μεγάλων αποστάσεων θα μπορούσε να είναι το σημάδι μιας γραμμής τραβηγμένης σ’ έναν χάρτη, ανάλογο της απόστασης που διανύουν κάθε φορά που βγαίνουν για τρέξιμο. Θα ξεκινά από την πόλη τους και θα εκτείνεται σε κάθε τους προπόνηση. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρείς την εξέλιξη της γραμμής στο τέλος μιας εβδομάδας, ενός μήνα, ενός χρόνου.
Με το τρέξιμο λοιπόν μπορούσα πάλι, δυνητικά, να τρέχω σε χάρτες και τοπία. Έτρεχα με τη φαντασία μου κάθε διαδρομή που έβλεπα στο καλεντάρι των δρομέων, ή αν ήταν υπερβολικά μεγάλη, όπως το Σπάρταθλο, έτρεχα ένα τμήμα του. Έτρεχα στις Άλπεις, στα Πυρηναία, στο Εθνικό Πάρκο της Γιούτα, στις πρωτεύουσες του κόσμου.
Αλλά προτιμούσα τα όμορφα τοπία. Έτσι, όταν είδα στο διαδίκτυο έναν αγώνα να διοργανώνεται στη μεγαλύτερη λίμνη της κεντρικής Ευρώπης, άρχισα τους υπολογισμούς. Η Ουγγαρία βρισκόταν, ακόμα, στην γεωγραφική και οικονομική μου εμβέλεια. Την πρώτη χρονιά που το σκέφτηκα, για διάφορους λόγους, δεν έγινε δυνατόν. Έγινε, όμως, την επόμενη.
Ο Νίκος Δήμου ορίζει την ευτυχία ως την απόσταση που χωρίζει τις επιθυμίες μας από την πραγματοποίησή τους. Εγώ, για να μικραίνω αυτήν την απόσταση, θα έπρεπε να την τρέξω. Θα έτρεχα λοιπόν, κι όχι σε μια αδιάφορη διαδρομή, αλλά δίπλα σ’ ένα από τα ομορφότερα φυσικά τοπία. Και σκεφτόμουν πως όσα περισσότερα χιλιόμετρα άντεχαν τα πόδια μου, τόσο πιο κοντά θα με έφερναν στη δική μου ευτυχία.



   Ονομάζεται και Ουγγρική θάλασσα. Το μήκος της είναι 77 χιλιόμετρα, το πλάτος της 14, η έκτασή της 592 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το μέγιστο βάθος της 12,2 μέτρα. Αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά αξιοθέατα της Ουγγαρίας. Την περιβάλλουν χωριά, κωμοπόλεις, οικισμοί και παραθεριστικά. Ξεπρόβαλε μπροστά μου, μέσα στη συννεφιά, και κάλυπτε μια έκταση που θα μπορούσε, πράγματι, να ανήκει σε θάλασσα. Μου φάνηκε απίστευτο πως σκόπευα να την τρέξω ολόκληρη, αλλά μετά έμαθα πως αυτό που βλέπω δεν είναι παρά μόνο ένα μέρος της.
Η ηρεμία της λίμνης δεν φανερώνει τίποτα από το πολυτάραχο παρελθόν της πρόσφατης ιστορίας της. Κι όμως, την άνοιξη του 1945, στην περιοχή αυτού του επίγειου παραδείσου, αφανίστηκαν περί τους 20.000 χιλιάδες στρατιώτες. Ήταν η τελευταία μεγάλη επίθεση που επεχείρησε η ναζιστική Γερμανία, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σταματήσει και να ανακαταλάβει πολύτιμα εδάφη από τους προελαύνοντες Ρώσους. Ήταν αργά. Οι τελευταίες υπολογίσιμες δυνάμεις της είχαν εξολοθρευτεί λίγους μήνες πριν, στην αντεπίθεση των Αρδεννών, απέναντι στους δυτικούς συμμάχους. Ο Χίτλερ υποτίμησε τον κύρια απειλή, που κατέφθανε ακάθεκτη από το ανατολικό μέτωπο. Ανόητος, υπερφίαλος και αλαζόνας, αγνόησε μέχρι το τέλος τις παραινέσεις των ικανών στρατηγών του. Το ‘Ξύπνημα της Άνοιξης’, ρομαντική ονομασία μιας καταδικασμένης επιχείρησης, στοίχισε ανθρώπινες και υλικές απώλειες κι από τις δυο πλευρές, μόνο που για την Γερμανία αποδείχτηκαν αναντικατάστατες. Το τέλος ήταν κοντά.
Φτάσαμε στην έρημη και σκοτεινή Siofok, ένα μελαγχολικό απόγευμα, παραμονή του αγώνα. Τίποτα δεν φανέρωνε πως η πρωτεύουσα, όπως αποκαλείται, της Balaton είναι ο πιο δημοφιλής τουριστικός προορισμός της Ουγγαρίας. Φημίζεται για τη νυχτερινή ζωή της, αλλά τώρα τα μόνα ίχνη ζωής τα έβρισκες στο εσωτερικό του ξενοδοχείου της διοργάνωσης. Λίγους μήνες μετά ο κόσμος θα συνέρεε στις ακτές της, αφού τα ρηχά, σ’ εκείνο το σημείο, νερά της λίμνης κρατιούνται ασφαλή και ζεστά. Το πλήθος των εξοχικών που περίμεναν σφραγισμένα θα άνοιγαν τις αυλές και τα παράθυρά τους, οι δρόμοι και τα αναψυκτήρια θα γέμιζαν από την πολυκοσμία. Τότε το να διακόψεις την κυκλοφορία θα ήταν δύσκολο, ενώ οι τώρα προσιτές, ακόμα και για τα δοκιμαζόμενα βαλάντιά μας, τιμές θ’ αυξάνονταν απαγορευτικά. Η χρονική επιλογή του αγώνα είχε λογική.



  Ο BSI Lake Balaton Supermarathon, είναι ένα multi running event. Το κύριο αγώνισμα περιλαμβάνει τον ατομικό δρόμο των 195.4 χιλιομέτρων σε 4 συνεχόμενες μέρες, μοιρασμένες ως ακολούθως: Από την Siofok μέχρι την Fonyod, απόσταση 46.7 χιλιόμετρα, με όριο 6 ώρες. Από την Fonyod μέχρι την Szigliget, απόσταση 52.9 χιλιόμετρα, με όριο 7 ώρες. Από την Badascony μέχρι την Balatonfured, 43.6 χιλιόμετρα, με όριο 5.45 ώρες. Και από την Balatonfured ξανά στην Siofok, 52.2 χιλιόμετρα σε 7 ώρες.
Τα χιλιόμετρα της κάθε μέρας ήταν παραπάνω του ενός μαραθωνίου. Αν έστω και σε μία απ’ αυτές αποτύγχανες στο χρονικό όριο, θα μπορούσες να παραμείνεις στον αγώνα, αλλά εκτός συναγωνισμού. Επίσης υπήρχαν δυο ‘κόφτες’ στη διάρκεια κάθε διαδρομής, στους οποίους όφειλες να φτάσεις πριν από κάποιον καθορισμένο χρόνο. Ήταν καλά μελετημένοι, αν δεν το κατάφερνες δύσκολα θα μπορούσες να τερματίσεις έγκαιρα.
Παράλληλα με το κύριο, διεξάγονταν κι άλλα αγωνίσματα. Θα μπορούσε κάποιος να τρέξει μόνο τη μία από τις 4 μέρες. Προβλεπόταν αγώνας για ομάδα σκυταλοδρομίας των τεσσάρων αθλητών, ένας για κάθε μέρα. Υπήρχε αγώνισμα ομάδας σκυταλοδρομίας, μόνο για την τελευταία μέρα. Κι ίσως κι άλλα, που δεν ενδιαφέρθηκα να συγκρατήσω. Δεν παραγνώριζα την αξία κανενός, απλά, δεν υπήρχαν για μένα. Ήμουν εδώ για το κύριο αγώνισμα, αυτό του οποίου οι αθλητές είχαν κόκκινα νούμερα, για να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους.
Πολλά ήταν τα υπέρ μου σ’ αυτό το ταξίδι. Καταρχήν, το ίδιο το ταξίδι. Έγινε οδικώς και περιείχε όλα τα στοιχεία του ψυχαγωγικού τουρισμού. Είχα σπουδαία ομάδα υποστήριξης. Η γυναίκα μου, εξπέρ στις διαδικτυακές κρατήσεις, μας απάλλαξε από κάθε έγνοια κόστους και τόπου διαμονής. Ο ακούραστος, και με σπάνια αίσθηση προσανατολισμού, οδηγός μας, ήταν κάτοχος ενός μικρού λειτουργικού λάπτοπ, που μας πρόσφερε τη σύνδεση και την επικοινωνία με την πατρίδα. Ο τρίτος της παρέας ταξίδευε με την κρίσιμη ιδιότητα του αθλητικού συνοδού. Ούτε βαλίτσα δεν χρειάστηκε να κουβαλήσω, μην και στερηθώ πολύτιμες δυνάμεις.
Υπήρχε ένα ακόμα, καθαρόαιμα αθλητικό, υπέρ. Αν και σε καμιά περίπτωση δεν ήμουν αθλητής επιδόσεων, είχα παρατηρήσει πως με χαλαρό ρυθμό μπορούσα να τρέχω ασταμάτητα, για άγνωστο αριθμό ωρών. Ακόμα και στα 100 χιλιόμετρα της Ψάθας, παρόλα τα αντίξοα που αντιμετώπισα, αυτό που με σταμάτησε τελικά ήταν το χρονικό όριο της διοργάνωσης κι όχι πως δεν μπορούσα, πλέον, να πάρω τα πόδια μου.
Στην Balaton έκρινα, θεωρητικά βέβαια, πως το χρονικό περιθώριο κάθε μέρας έδινε ευκαιρίες στο χαλαρό ρυθμό. Επίσης θα μεσολαβούσε η βραδινή ξεκούραση, που θα ήταν αρκετή, αρκεί να κατάφερνα να τελειώνω την εκάστοτε μέρα χωρίς να εξαντλούμαι απόλυτα. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να πηγαίνω σταθερά και, ακόμα κι αν οι δυνάμεις μου το επέτρεπαν, να μην αυξήσω το ρυθμό μου. Κάποια μαθήματα τα είχα διδαχτεί με πολύ σκληρό τρόπο για να τα ξεχάσω.
Υπήρχε ένα κατά, ο καιρός. Οι καλοσυνάτες μέρες του ταξιδιού είχαν τελειώσει και στο εξής προέκυπτε άστατος κι απρόβλεπτος. Διέθετα εξοπλισμό για να τρέξω από Σαχάρα μέχρι Αλάσκα, αλλά ήταν δύσκολο να προβλέψω τι θα μου χρειαστεί και τι θα με βαρύνει για τόσες ώρες. Ευτυχώς, η ομάδα συμπαράστασης θα αποδεικνυόταν χρήσιμη σ’ αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου