Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 4.




Η κλασική διαδρομή. 3.



                                                                                           1997 - 2009


   Την επόμενη χρονιά, και γι’ αρκετές ακόμα, η εικόνα ήταν παρόμοια. Το ότι ξεχωρίζω το 1997 οφείλεται στον καλύτερο χρόνο που έκανα ποτέ σε μαραθώνιο - παραδόξως ο καλύτερος χρόνος μου έγινε εκεί όπου, λόγω ανηφόρας, όλοι κάνουν τον λιγότερο καλό. Το κυριότερο, όμως, ήταν πως μπήκα με τέτοια ορμή στο στάδιο, που ο τερματισμός μου έμοιαζε με διακοσάρι. Η φωτογραφία αυτού του τερματισμού παραμένει το καμάρι μου, αλλά, κοιτάζοντάς την, εκτός από τον αθλητή που τερματίζει ορμητικά, μπορείς να παρατηρήσεις και κάτι άλλο. Τις άδειες κερκίδες του σταδίου, που φιλοξενούν μόνο κάποιες μίζερες σακούλες με τα ρούχα μας. Ο αυθεντικός και διεθνής μαραθώνιος της Αθήνας δεν σήμαινε απολύτως τίποτα για τα εκατομμύρια των κατοίκων της.
Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ συχνά πυκνά κατέβαινα στην κλασική. Είναι ο αγώνας στον οποίο έχω τις περισσότερες συμμετοχές, μ’ εξαίρεση τον Ορειβατικό του Ολύμπου, αλλά εκείνος βρίσκεται πολύ κοντύτερά μου. Στην κλασική ήθελε χρόνο κι έξοδα για να κατέβω. Άλλοτε τα διέθετα, άλλοτε όχι.
Έχω κατεβεί με συνθήκες άνεσης, όπου μπορούσα να περάσω και λίγες μέρες περιδιαβαίνοντας στην πρωτεύουσα. Άλλες, πνιγμένος στη δουλειά, πετούσα με το απογευματινό αεροπλάνο του Σαββάτου, έτρεχα την Κυριακή το πρωί, και μετά τον τερματισμό έσπευδα στο αεροδρόμιο, για να επιστρέψω το απόγευμα και να συνεχίσω ό,τι άφησα στη μέση. Σήμερα δεν θα άντεχα να το κάνω αυτό.
Κάποιες φορές οι υποχρεώσεις με καλούσαν πίσω,  αμέσως μετά το τέλος του αγώνα. Το ταξίδι της επιστροφής για την Καβάλα, με το αυτοκίνητο μου, το άντεχα όσο η ανεβασμένη αδρεναλίνη υπερίσχυε της κόπωσης. Όταν οδηγούσε φίλος ομοιοπαθής, προσπαθούσα να κρατηθώ ξύπνιος για να προσφέρω παρέα. Πολλές φορές όμως οδηγούσα μόνος, χαστουκίζοντας τον εαυτό μου για να κρατηθεί ξύπνιος κι έχοντας τη μουσική στη διαπασών. Σε τέτοιες περιπτώσεις ζόριζα το γκάζι. Μπορώ να βεβαιώσω πως με ταχύτητα από 160 χιλιόμετρα και πάνω η νύστα φεύγει. Στην επιστροφή μ’ εύρισκε πάντα το σκοτάδι, οπότε δεν υπήρχε η απειλή των ραντάρ της τροχαίας κι επιπλέον η κίνηση ήταν μειωμένη.
Κάποτε χρειάστηκα ενισχυμένη δόση αδρεναλίνης, χώρια που ανυπομονούσα πια να φτάσω στο σπίτι μου, και σανίδωσα το γκάζι, κάπου στα 200 της τελικής. Η νύστα εξαφανίστηκε, δυστυχώς, όμως, μαζί μ’ αυτήν εξαφανίστηκε κι η βενζίνη. Ούτε κατάλαβα πότε κατέβηκε η βελόνα, το καύσιμο είχε αδειάσει σαν νερό από σπασμένη κάνουλα. Μ’ αναμμένο το κόκκινο έψαχνα για βενζινάδικα, αλλά η νέα εθνική οδός είχε γίνει πρόσφατα και τα πρατήρια έστεκαν στις παλιές τους θέσεις, οχυρωμένα πίσω από διαζώματα. Πίστευα πως ήταν πιο εύκολο να φτάσω στο επόμενο παρά να μπλεχτώ νυχτιάτικα σε σκοτεινούς παράδρομους, αλλά κάθε επόμενο αποδεικνυόταν το ίδιο απροσπέλαστο. Έθεσα ως ύστατο στόχο τα πολυπόθητα βενζινάδικα των Τεμπών, αλλά δεν κατάφερα να φτάσω ως εκεί, αφού το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε λίγο έξω από τη Λάρισα.
Η κλασική διαδρομή με είδε ν’ αλλάζω και να ωριμάζω. Μου πρόσφερε χαρές και μικρούς προσωπικούς θριάμβους, αλλά και στιγμές αγωνίας κι απογοήτευσης. Το ασφάλτινο ποτάμι της δεν το διάβηκα δεύτερη φορά, γιατί κάθε μια από τις δέκα που το επεχείρησα ήταν διαφορετική. Δηλαδή, ήμουν διαφορετικός εγώ. Στην κλασική πέρασα όλες τις φάσεις της ενηλικίωσής μου στο άθλημα. Την περιέργεια του θαυμαστού καινούργιου κόσμου, την ψηλάφησή των στοιχείων που τον απάρτιζαν, την προσπάθεια, τη νίκη, την πτώση, το στήσιμο εκ νέου στην αφετηρία, τις φιλοδοξίες, που οι μισές πραγματοποιήθηκαν κι οι υπόλοιπες, οι ματαιωμένες, με τον καιρό μεταμορφώθηκαν σε κάτι ακόμα πιο επικερδές.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν ο κλασικός μαραθώνιος της Αθήνας ωρίμασε κι αυτός, μαζί με ορισμένες αντιλήψεις μας. Έργα και διαπλατύνσεις έφτιαξαν μια πιο ευρύχωρη διαδρομή για τους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας του 2004. Έκτοτε οι προδιαγραφές του συνέχισαν ν’ ανεβαίνουν. Είχε πια καλύτερη προβολή κι οργάνωση, περισσότερες συμμετοχές, μεγαλύτερη αποδοχή από τον κόσμο. Η εξέλιξη του βάδιζε παράλληλα μ’ ένα δρομικό ρεύμα, που μεγάλωνε στην Ελλάδα με τρόπο εντυπωσιακό. Ο Κλασικός Μαραθώνιος όφειλε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Το 2010, στην επέτειο των 2.500 χιλιάδων χρόνων από τη μάχη του Μαραθώνα, στόχευσε ψηλά. Ανέβασε τις συμμετοχές του στο ανώτερο δυνατό, 12.000 μαραθωνοδρόμους. Έβαλε ένα δύσκολο στοίχημα με τον εαυτό του και το κέρδισε. Οι καιροί άλλαζαν.

1 σχόλιο:

  1. Φίλε Βασίλη,
    η φράση σου :
    "Το ασφάλτινο ποτάμι της δεν το διάβηκα δεύτερη φορά, γιατί κάθε μια από τις δέκα που το επεχείρησα ήταν διαφορετική. Δηλαδή, ήμουν διαφορετικός εγώ."
    είναι σαν να ξεπηδά από τα λεγόμενα του Ηράκλειτου. Αυτό μου θύμησε. Δεν ξέρω εάν έχεις πάρει γεύση από τον αρχαίο φιλόσοφο, αλλά μοιάζει σαν να καταφέρνεις με λίγα λόγια να συγκινείς αυτόν που διαβάζει. Είναι χάρισμα φίλε.
    Θα επαναλάβω και εγώ το ήδη ειπωμένο : Μας εμπνέεις με τα γραφόμενά σου.
    Ένας αναρριχητής που είναι νέος στο χώρο του trail running (αλλά όχι του τρεξίματος) και των αγώνων,

    Θανάσης Γεωργακόπουλος

    ΥΓ. Αν σε κάποιο αγώνα σε δω (ποιός ξέρει) θα σου μιλήσω

    ΑπάντησηΔιαγραφή