Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. Μετά.

                                                          

 

Για πολλά χρόνια πλήγωνα τα πόδια μου στους αγώνες. Μελάνιαζα δάχτυλα κι έχανα νύχια. Άργησα να καταλάβω πόσο μεγαλώνει ένα πόδι τρέχοντας και πόσο καλύτερα συμπεριφέρονται τα παπούτσια όταν είναι 1,5 με 2 νούμερα μεγαλύτερα του κανονικού. Ευτυχώς. Αν στο γύρο της λίμνης φορούσα παπούτσι στο νούμερό μου θα έπρεπε να το κόψω με ψαλίδι, για να βγάλω από μέσα το πόδι μου.
Η όψη του ήταν αποκαρδιωτική. Λίγες ώρες μετά τον αγώνα, από το γόνατο και κάτω, θα γινόταν διπλό. Το πέλμα μου έμοιαζε με πάπιας, τα δάχτυλα δύσκολα ξεχώριζαν. Στο ξενοδοχείο κατέβαλα πολύ προσπάθεια για να μπω στην μπανιέρα. Ήμουν μερικώς ανάπηρος. Στηριζόμουν στους τοίχους και στα λαβομάνα. Το πόδι που με κουβαλούσε για 24 δρομικές ώρες, τώρα, και για αρκετές μέρες, θα το κουβαλούσα εγώ.
Η έλλειψη χρόνου δεν μας επέτρεπε ούτε καν να παρακολουθήσουμε τις απονομές. Το ίδιο κιόλας βράδυ, έπρεπε να είμαστε στο Novi Sad της Σερβίας, να έχουμε καλύψει, δηλαδή, περίπου τη μισή απόσταση για πίσω. Αποχαιρέτησα τον διοργανωτή. Δεν ξέρω αν είμαι ‘fighter’, όπως κολακευτικά με αποκάλεσε. Ξέρω πως το ήθελα πολύ και το έκανα. Κι όχι επειδή συνωμότησε το σύμπαν, όπως διακηρύσσει ευπώλητος συγγραφέας – γκουρού. Απλά, το σύμπαν μέσα μας είναι πολύ πιο ενδιαφέρον, απ’ όσο η καθημερινότητα μας μάς επιτρέπει να δούμε.
Τον διοργανωτή θα τον ξανασυναντούσα μια ακόμα φορά, 6 μήνες αργότερα, στο μαραθώνιο της Βουδαπέστης. Ήταν πάλι εκεί και βοηθούσε. Ισχυρίστηκε πως με γνώρισε, αλλά ίσως το έκανε από ευγένεια. Από το πόστο του συναντά πολλούς σαν και μένα. Στο πολυτελές λεύκωμα, ‘Η μπλε γραμμή’, που κυκλοφόρησε για τον επετειακό μαραθώνιο της Αθήνας του 2010, τον αντικρίζω ξανά. Βρίσκεται στη σελίδα 126, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία της τελετής, με το επίσημο διαπιστευτήριο στο πέτο του. Δεν έχει το χαρακτηριστικό χαμόγελο που κρατούσε μόνιμα κάτω από το παχύ μουστάκι. Η έκφρασή του είναι σοβαρή, καθώς αποδίδει τιμές, ανάμεσα σε άλλους αξιωματούχους. Ξέρω πως δεν το κάνει τυπικά. Βρίσκεται στo κέντρο του κόσμου του και το νιώθει. Εγώ δεν συναντώ πολλούς σαν κι αυτόν, γι’ αυτό και τον θυμάμαι.

Οδηγούσαμε ατέλειωτα, μέσα στο σκοτάδι, περάσαμε τα σύνορα της Σερβίας. Καθόμουν στο μπροστινό κάθισμα, μ’ απλωμένο το σακατεμένο μου πόδι. Στη σκέψη μου οι πρόσφατες εικόνες μπερδεύονταν μ’ άλλες φανταστικές, που δημιουργούσε η κούραση κι η παραζάλη των ημερών. Φανταζόμουν τη Szilvia να παίρνει το μετάλλιό της και να επιστρέφει στην ταπεινή καθημερινότητα και στην οικογενειακή της βιοπάλη. Δεν θα την υποδέχονταν τα πλήθη, ούτε θ’ άκουγε φανφάρες. Δεν θα την αντάμειβαν με χρυσές ράβδους και δεν θα της απένειμαν αξιώματα στον Ουγγρικό στρατό. Στα μάτια μου όλοι οι ντοπαρισμένοι πρωταθλητές δεν την έφταναν στο μικρό της νυχάκι. Δεν ήξερα αν θα την ξανάβλεπα ποτέ. Αλλά ήξερα πως θα την σκέφτομαι, κάθε που στη ζωή μου θα χρειαζόμουν κουράγιο για να προχωρώ στα δύσκολα.
Szilvia Moroz
Είχα δικό της μόνο ένα χαρτί, με πρόχειρα γραμμένη την ηλεκτρονική της διεύθυνση, αλλά η εικόνα της ήταν ακόμα φρέσκια στο μυαλό μου και μπορούσα να την ανακαλώ αποτελεσματικά. Η φιγούρα της, σιωπηλή, συγκεντρωμένη, χαμένη μέσα στις φαρδιές, φτωχικές της φόρμες, βρίσκεται μαζί μου κάθε φορά που θυμάμαι αυτόν τον αγώνα. Την βλέπω να τρέχει δίπλα μου, να κρατά σταθερά το τέμπο, και ν’ ακολουθεί, βήμα το βήμα, εκατό, χίλιες, δέκα χιλιάδες φορές, μέχρι ν’ αφήσει διακόσια χιλιόμετρα πίσω της αυτό που στο ξεκίνημα υπήρξε, για να συναντηθεί οριστικά μ’ αυτό που στο εξής θα είναι.

-----------------------------------



Ο γύρος της λίμνης Balaton έχει καταταχτεί στη συνείδησή μου ως ο σημαντικότερος αγώνας που έκανα και που πιθανότατα θα κάνω ποτέ. Αλλά μετά έπρεπε να πληρώσω τις συνέπειες. Η συμφωνία που είχα προτείνει προς όποιον ουράνιο άκουγε, να μ’ αφήσει να ολοκληρώσω τον αγώνα κι ας μην περπατούσα για 3 βδομάδες (μετά θα χρειαζόμουν οπωσδήποτε το πόδι μου , τα εισιτήρια για το Νεπάλ ήταν ήδη πληρωμένα), έμελε να κρατηθεί.
Επισκέφτηκα ορθοπεδικό. Θα το ξεπερνούσα εντελώς, μου είπε, αλλά δεν ήταν βέβαιος για την προθεσμία που μ’ έκαιγε. Την πρώτη εβδομάδα δεν μπορούσα να το πατήσω καθόλου. Η μέρα μεγάλωνε, ο καιρός ομόρφαινε και το να μένω κλεισμένος προκαλούσε μελαγχολία, όμως το πόδι μου ήταν σαν ζυμάρι, κι όταν πίεζα με το δάχτυλο δίπλα στην κνήμη σχηματιζόταν ένα βαθούλωμα που δεν έφευγε. Στις 10 μέρες δεν ήταν πια διπλό από το κανονικό και μπορούσα ν’ ανέβω σε ποδήλατο. Στις 15 ξεκίνησα, προσεκτικά, λίγα βάρη. Οποιαδήποτε κίνηση δεν είχε να κάνει με το μοτίβο αυτής που με τραυμάτισε, ήταν πιο εύκολη. Άρχισα το περπάτημα και πέντε μέρες πριν από το ταξίδι δοκίμασα δειλά τζόκινκ. Την πρώτη μέρα του πολυήμερου τρέκινγκ στην μακρινή χώρα αισθανόμουν κάποια ενόχληση. Από τη δεύτερη, τίποτα. Μια μικρή λευκή οπή συνέχισε να παραμένει κάθε που πίεζα με το δάχτυλο δίπλα στην κνήμη μου, αλλά, κάποτε, θα έφευγε κι αυτή.




                                        Μετά.

6 μήνες μετά. Ο μαραθώνιος της Βουδαπέστης είχε τελειώσει, μια μέρα πριν. Μαζί του τέλειωναν κι οι ωραίες μέρες. Υπολείπονταν δυο μεγάλοι αγώνες ακόμη, αλλά ο κυριότερος αγώνας, πλέον, ήταν να ξεπερνάς τη θλίψη και την αγωνία για το μέλλον που πλησίαζε σκοτεινό. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και τα όμορφα συναισθήματα πάλευαν με τη μελαγχολία του τέλους. Το αεροσκάφος της μακαρίτισσας Malev είχε μόλις απογειωθεί. Πέρασα στα μάτια μου το μαντήλι που είχα φέρει από το Νεπάλ. Απομόνωνε το φως κι επέτρεπε καλύτερο ύπνο. Δεν είχα προλάβει να κοιμηθώ, όμως, όταν ο φίλος μου, που είχε θέση στο παράθυρο, με παρότρυνε να μην χάσω ένα ωραίο θέαμα.
Έσκυψα και την είδα να διαγράφεται λαμπρή. Ήταν η λίμνη που είχα τρέξει. Μπορούσα, για πρώτη φορά, να τη βλέπω ολόκληρη. Άστραφτε κι αντανακλούσε το φως της, σαν σινιάλο που έστελνε ένας τεράστιος καθρέφτης. Προσπάθησα να νιώσω αυτό που μου έλεγε και νομίζω πως τα κατάφερα. Μου έλεγε πως δεν πρέπει να λυπάμαι, ό,τι μια φορά έζησα, για πάντα θα ζει.
Την έτρεξα νοερά, όπως οι μεγάλες αποστάσεις, αποδεδειγμένα πια, μου επέτρεπαν να κάνω. Μετά το αεροσκάφος άρχισε να στρίβει. Η λίμνη πήρε ένα μελανί φως και κρύφτηκε κάτω από το δεξιό φτερό. Όταν ξανακοίταξα, δεν ήταν εκεί. Ξανάφερα το μαντήλι στα μάτια, κι αποκοιμήθηκα.




ΥΓ. Με τη Szilvia παραμένουμε μέχρι σήμερα διαδικτυακοί φίλοι. Μαθαίνει και μαθαίνω νέα της, βλέπω και βλέπει φωτογραφίες μας στο fb, ανταλλάσσουμε λάικ, πολλές φορές χωρίς να είμαστε σίγουροι γιατί, απλά, ως ένδειξη μιας συνέχειας της ιδιότυπης σχέσης μας. Της γράφω στα τσάτρα πάτρα αγγλικά μου κι αυτή βάζει τα ουγγρικά της κείμενα στον αυτόματο μεταφραστή. Στα μισά δεν βγάζω άκρη, τα υπόλοιπα μεταφράζονται τόσο παράλογα που σε κάνουν να γελάς.
Την ενημέρωσα έγκαιρα για το σκοπό μου να συμμετέχω στον μαραθώνιο της Βουδαπέστης το 2011, της πρότεινα να τον τρέξουμε κι αυτόν μαζί. Κατάφερα να αποκωδικοποιήσω την απάντησή της. Μου έλεγε πως λυπάται, ένας τραυματισμός στον αστράγαλο την εμπόδιζε να τρέξει, αλλά θα ερχόταν να με δει. Θεώρησα απίθανο πως θα βρισκόμασταν σε τόσο πλήθος, αλλά στη γραμμή που σχημάτιζε ο κόσμος στους δρόμους εξείχαν δυο ελληνικά σημαιάκια. Η Szilvia εμφανίστηκε σε τρία σημεία της διαδρομής και στον τερματισμό. Δεν ξέρω αν θα σκεφτόμουν να κρατώ ουγγρικά σημαιάκια σ’ ανάλογη περίπτωση, δεν ξέρω καν που μπορεί κανείς να προμηθευτεί ουγγρικά σημαιάκια. Μου έστειλε τις τρεις και μοναδικές φωτογραφίες που έχω από τον μαραθώνιο της Βουδαπέστης, τραβηγμένες από την ίδια. Την έχω προσκαλέσει να τρέξουμε μαζί στην κλασική διαδρομή της Αθήνας, θα μπορούσα να της εξασφαλίσω φιλοξενία και μεταφορά. Νομίζω πως θα το ήθελε, αλλά νομίζω επίσης πως δύσκολα θα έβρισκε τα χρήματα για να έρθει, ακόμα και μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Εκτός από το χάσμα της γλώσσας, μας χωρίζει και η οικονομική κρίση των χωρών μας, που έχουν αμφότερες προσφύγει στο ΔΝΤ.

Μου επιφύλασσε όμως μια τελευταία έκπληξη. Ίσως ήταν έκπληξη και για την ίδια, αλλά κάποια στιγμή μ’ αναγνώρισε σε μια σειρά φωτογραφιών, που σκοπό έχουν να διαφημίζουν και να προωθούν τον αθλητισμό στην Ουγγαρία. Μ’ εμφανίζει να τρέχω στη λίμνη Balaton, με φόντο ένα θολό ομιχλώδες τοπίο. Στην φωτογραφία αναγράφεται η απόσταση του μαραθωνίου, σε διάφορους τρόπους μέτρησης, και στο κάτω μέρος με κεφαλαία γράμματα, η φράση, KEPES VAGY RA. Την έβαλα στον μεταφραστή και πήρα το αποτέλεσμα: ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ.
Δυσκολευόμουν να το πιστέψω, όταν μου το έστειλε. Μου φαινόταν περίεργο που διάλεξαν εμένα από τόσους αθλητές, γι’ αυτήν τη φωτογραφία. Ρώτησα τη Szilvia πως μπορώ να την έχω και έβαλα την απάντησή της στον αυτόματο μεταφραστή. Βγήκε κάτι ακατανόητο.
Η Szilvia έπιασε δουλειά σ’ ένα κέντρο γυμναστικής. Μαθαίνει αγγλικά μου είπε, κι έτσι ίσως κάποτε ριχτεί μια πιο σίγουρη γέφυρα συνεννόησης ανάμεσά μας. Αλλά δεν είμαι βέβαιος πως το θέλω κιόλας. Η επικοινωνία μας είχε μια ιδιαιτερότητα που τη συνήθισα και θα μου κακοφανεί να χαθεί. Βρίσκω ενδιαφέρον στο παιχνίδι των διαισθήσεων. Κατά κάποιο τρόπο λειτούργησε αποτελεσματικά και κατάφερε το σκοπό του, περισσότερο ίσως κι απ’ όσο αδέξιες κουβέντες θα μπορούσαν.

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 5.



Ντίσελντορφ, 2 Μαΐου 2010.



Στο Ντίσελντορφ είχα την ευκαιρία ν’ ανταποδώσω το δώρο στον αδερφό μου. Αυτήν τη φορά το ανέλαβα εγώ. Τρεις μόνο μέρες, όσες και στη Ζυρίχη. Λίγες, αλλά συμπυκνωμένης μορφής. Μέρες που συνειδητοποιείς πως την ομορφιά της ζωής δεν θα την άλλαζες ούτε με τον παράδεισο, (οι περιγραφές του οποίου, άλλωστε, μου δίνουν την εντύπωση ενός βαρετού μέρους αναψυχής, κάτι σαν τα λουτρά των ηλικιωμένων). Οι χαλαρές μας βόλτες στην προκυμαία του Ρήνου, οι ανάπαυλες στις πολυθρόνες των καφέ με τα βιολιά των πλανόδιων μουσικών, οι βιτρίνες των μαγαζιών που η κάθε μια τους αποτελούσε ξεχωριστή αισθητική πρόταση, οι απαραίτητοι πεζόδρομοι.
Η Γερμανία, όπως όλες οι χώρες, όπως κι όλοι οι άνθρωποι, είναι νόμισμα με όψεις που το κοιτάς απ’ όποια πλευρά θες. Αν είσαι κακοδιάθετος βλέπεις τους ανθρώπους της σαν ρομπότ, την οργάνωσή της σαν στρατιωτική πειθαρχία και την ιστορία της σαν λαίλαπα που σάρωσε τον κόσμο με δυο παγκοσμίους πολέμους κι ένα τερατώδες ολοκαύτωμα. 
Εγώ ήμουν καλοδιάθετος και καλοπροαίρετος. Το χαμόγελο, ακόμα κι αυτό που υποτιμητικά το χαρακτηρίζουμε τυπικό, δεν το βλέπω ως προγραμματισμό μιας ανέκφραστης μηχανής, αλλά ως εκδήλωση απαραίτητης και στοιχειώδους ευγένειας. Το προτιμώ ανυπερθέτως από την ειλικρινή κι ανεπιτήδευτη βαλκανική βλοσυρότητα που αντιμετωπίζω καθημερινά. Επίσης, χωρίς εκούσια πειθαρχία δεν θα είχα τρέξει μαραθώνιους, ούτε θα είχα γράψει αυτά τα κείμενα. Όσο για την ιστορία, όπως είπα, είναι νόμισμα με δυο όψεις. Στο όμορφο εκείνο δειλινό, δίπλα στο Ρήνο, έχοντας την καλύτερη των διαθέσεων, είδα την όψη μιας χώρας που προσέφερε στον κόσμο ένα μερίδιο τεχνών, πολιτισμού κι επιστήμης, δυσανάλογα μεγάλο, με τη μικρή ζωή των 250 χρόνων της. Η Γερμανία για μένα δεν ήταν ο Χίτλερ, ή τουλάχιστον όχι μόνο αυτός. Ήταν η μουσική του Μπαχ‎ του Χαίντελ‎ του Μπετόβεν, του Βάγκνερ, του Σούμαν. Ήταν η ζωγραφική του Ντύρερ, του Μέμλινγκ, του ‎ Μάκε, του Χόλμπαϊν. Ήταν οι ανακαλύψεις του Κοπέρνικου, του Κέπλερ, του Πλανκ, του Αϊνστάιν, του Μπορν, του Λάιμπνιτς. Ήταν η σκέψη του Γκαίτε, του Νίτσε, του Καντ, του Σοπενχάουερ, του Σπένγκλερ. Μέρος μόνο της πολιτιστικής παρακαταθήκης της όλοι αυτοί.
Αξιολογώντας τον μαραθώνιό της, το μόνο καλύτερο, κι αυτόν κυρίως από πλευράς συμμετοχών, τον βρήκα στο Βερολίνο. Πάλι γερμανικός, δηλαδή. Χωρίς, φυσικά να έχω τρέξει Λονδίνο, Άμστερνταμ, ή Βιέννη, ώστε να συγκρίνω.
Καταθέτω μόνο αυτά που έζησα: Ένα πρωτοφανές πλήθος θεατών που δεν το αποθάρρυνε ούτε η διαρκής βροχή. Μεγάλοι και μικρά παιδιά, με ομπρέλες κι αδιάβροχα σ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής μας. Μπάντες μ’ αστείρευτες μελωδίες. Ηχεία τοποθετημένα σε παράθυρα σπιτιών, να γεφυρώνουν τα μουσικά κενά. Στα μπαλκόνια ανθρώπινα τσαμπιά, να γνέφουν χαρούμενα. Οι καμπάνες του καθεδρικού να χτυπάνε χαρμόσυνα. Μεσόκοπες γυναίκες να σου προσφέρουν γλυκίσματα φτιαγμένα από τα χέρια τους, πώς να αρνηθείς; Προτροπές που προφέρουν τ’ όνομά σου, Vasileios, όπως αναγράφεται εμφανώς κάτω από το νούμερο της συμμετοχής σου. Και το μετάλλιο του τερματισμού, ένα εξαιρετικό έργο τέχνης.
Τις δυο γερμανίδες που οδηγούσαν το γκρουπ των 4 ωρών (να ‘τος πάλι ο χρόνος στόχος), μόνο αγκαζέ που δεν τις πήραμε. Εγώ από αριστερά, ο αδερφός μου από δεξιά. Μια ακόμα άκαρπη προσπάθειά του να σπάσει το πολυπόθητο φράγμα. (Θα το κατάφερνε τελικά 4 χρόνια μετά, στον πρώτο μαραθώνιο του Ναυπλίου). Οι λαγίνες μας διέφεραν από τους Ιταλούς ομολόγους τους στο Μιλάνο, για να ικανοποιήσω κάπως κι αυτούς που έχουν για τη Γερμανία την στερεότυπη άποψη. Ο Ιταλός οδηγός μας στον μιλανέζο μαραθώνιο ήταν ενθουσιώδης κι εμψυχωτικός. Κουράτζο, σινιόρι, κουράτζο. Σόνο στάτι όττο μίλι, δυνατά να τον ακούν κι οι τελευταίοι της ομάδας του. Χώρια που κόντεψε να καταχερίσει τους οδηγούς που διαμαρτύρονταν. Μια φορά έστειλε το πλαστικό μπουκάλι με νερό να σκάσει στο παρμπρίζ ενός αυθάδους εποχούμενου. Μια άλλη, ευγενικά, όπως ταιριάζει σε τζέντλεμαν, εξήγησε σε μια καλοντυμένη διαμαρτυρόμενη οδηγό, που φαινόταν να καθυστερεί καθοριστικά στο ραντεβού της, πως πρόκειται για το μαραθώνιο της πόλης της, κι οφείλει, αν μη τι άλλο, να δείξει κατανόηση. Αυτό τουλάχιστον συμπέρανα από το ύφος της σύντομης, και κυριολεκτικά επί τροχάδην, φράσης του, και τις λίγες λέξεις που αναγνώρισα.
Οι γερμανίδες του γκρουπ μας δεν ήταν εκδηλωτικές, ούτε χρειάστηκε να τσακωθούν μ’ οδηγούς. Σε γερμανικό μαραθώνιο η συνάντηση με άσχετο τετράτροχο είναι φαινόμενο πιο αδιανόητο κι από την ομοφωνία των πολιτικών μας κομμάτων επί οποιουδήποτε θέματος. Παρέμεναν αυστηρά προσηλωμένες στην αποστολή τους, παρά τις μεταξύ τους κουβέντες, οι οποίες φανέρωναν το πόσο εύκολο ήταν γι’ αυτές το να μας οδηγούν. Είχαν αναλάβει μια δουλειά και θα την έφερναν σε πέρας. Όσοι γενναίοι ας προσέλθουν. Η σωστή ή μη εκτίμηση των πραγμάτων από τους ακολουθούντες πιστούς, ήταν δικό τους θέμα. Ο καθένας θ’ ανταμειβόταν ακριβοδίκαια για τις πολύμηνες προσπάθειες και τις στερήσεις που υπέβαλλε τον εαυτό του. Αυτό είναι το νόημα κάθε σωστού αγώνα και ταυτόχρονα η λεγόμενη προτεσταντική ηθική.



Χωρίσαμε με τον αδερφό μου, αφού δυσκολευόταν ν’ ακολουθήσει το γκρουπ των 4 ωρών, ενώ ο δικός μου ενθουσιασμός μου επέτρεψε να το προσπεράσω κατά τι. Στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής η βροχή πήρε να δυναμώνει, όμως κανείς από τους χιλιάδες θεατές δεν έφυγε από τη θέση του. Ήταν το σημαντικότερο συμβάν εκείνης της ημέρας, κι όχι μόνο.
Φέρνω τον εαυτό μου στη θέση των θεατών, προσπαθώντας να καταλάβω, αλλά δεν είμαι σίγουρος πως τα καταφέρνω, καθώς δεν μπορώ να δω το άθλημα από τη σκοπιά ενός που δεν το εξασκεί. Ξέρω, όμως, πως στην Ευρώπη ο μαζικός αθλητισμός είναι ευρέως διαδεδομένος κι έτσι, ακόμα κι όσοι δεν τρέχουν καταλαβαίνουν τι σημαίνει αθλητική προσπάθεια. Κατανοώντας, κι έχοντας επιπλέον τη συναίσθηση του γεγονότος μιας υπέρβασης που επιχειρούν χιλιάδες άνθρωποι του λεγόμενου μέσου όρου, νομίζω πως χαίρονται επιτελώντας ένα καθήκον. Νιώθουν πως συμμετέχουν και πως βοηθούν όσους τιμούν με την παρουσία τους την πόλη τους, κι έχουν δίκιο. Στις εκθέσεις των διεθνών μαραθωνίων βρίσκεις περίπτερα με τα φυλλάδια άλλων μαραθωνίων, κι ανθρώπους σ’ αυτά που σου προτείνουν να τρέξεις και στη δική τους πόλη. Ο μαραθώνιος μιας ευρωπαϊκής πόλης είναι υπόθεση όλων των κατοίκων της και το δείχνουν έμπρακτα. Γι’ αυτό και δικαιούνται κάτι από τη χαρά που νιώθουμε, και νομίζω άλλωστε πως την παίρνουν.
Τα τελευταία μέτρα της διαδρομής του Ντίσελντορφ προσφέρουν μια εμπειρία, που για τους ιδιαίτερους ιστορικούς της λόγους βρίσκει το ανάλογό της μόνο στην κλασική διαδρομή της Αθήνας. Ένας υπερυψωμένος δρόμος στη μια πλευρά της προκυμαίας προσφέρεται ως θεωρείο για τους χιλιάδες ενθουσιώδεις θεατές, οι οποίοι έχουν προνομιακή θέα της καταληκτικής προσπάθειας των δρομέων. Τρέχοντας προς το πολυπόθητο Π του τέρματος, μετά από μια γλυκιά κατηφόρα που σε φέρνει δίπλα στον Ρήνο, ένα επίπεδο χαμηλότερα από το σημείο των θεατών, αισθάνεσαι σαν τον πρωταγωνιστή μιας παράστασης, που καταφέρνει να σηκώσει ολόκληρο το θέατρο στο πόδι.
Είναι στιγμές που λυπάσαι όταν τελειώνουν, κι ας είσαι τόσο κουρασμένος ώστε να ποθείς το τέρμα. Πέρασα τη γραμμή με τη χαρά αυτού που έζησα, αλλά και τη λύπη αυτού που τέλειωσε. Αν γινόταν, θα έκαμνα στροφή και θα επέστρεφα για να τερματίσω πάλι. Δεν γινόταν, όμως, ούτε και νομίζω πως θα γίνει να ξανατρέξω στο Ντίσελντορφ, αφού τελευταία βρίσκω τους κουμπαράδες μου άδειους. Έτσι σκέφτομαι πως, αν η ζωή μου ήταν ταινία, τα τελευταία μέτρα αυτού του μαραθωνίου θα τα έπαιζα ξανά και ξανά, σ’ ένα ατέλειωτο ριπλέι, που δεν θα με κούραζε ποτέ να βλέπω.


Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. 4η μέρα.






                               


  Balatonfured - Siofok 52.2 χιλιόμετρα.




   Smile, ήταν η προτροπή του διοργανωτή προς τον πιο δυστυχισμένο συμμετέχοντα της τέταρτης μέρας. Το πρόσωπό μου ήταν συννεφιασμένο σαν τον μουντό, παγωμένο ουρανό εκείνης της μέρας. Όταν είσαι εξουθενωμένος είναι πιο εύκολο ν’ αποσυρθείς, όπως εύκολα μένεις στο σπίτι όταν έχεις πυρετό. Είναι όμως δύσκολο να ξέρεις ότι θα μπορούσες, να δοκιμάσεις τουλάχιστον, αλλά δεν στο επιτρέπει ένας τραυματισμός που δεν τον αισθάνεσαι καν όταν δεν είσαι όρθιος.
Κοίταζα το ασθενοφόρο στην αφετηρία, αλλά δεν ήξερα τι να ζητήσω από τα φαρμακευτικά του υπάρχοντα. Τελικά ζήτησα ψυκτικό. Με κοίταξαν απορημένοι, ‘από τώρα;’. Ένευσα ναι. Σήκωσαν τους ώμους. Εντάξει, αφού έτσι το θέλω. Ίσως μια καυστική αλοιφή να ήταν πιο κατάλληλη, αλλά ήμουν πολύ πελαγωμένος για να ξέρω. Ήθελα να πονώ όσο το δυνατόν λιγότερο. Με βασάνιζε η σκέψη του μετά. 52 χιλιόμετρα με τέτοιο πόδι θα ήταν κόλαση. Αν έβγαιναν. Αλλά, ακόμα κι αν έβγαιναν, με ποιο αντίτιμο; Σίγουρα θα προξενούσα μεγάλη ζημιά, ανεπανόρθωτη ίσως. Σε τρεις εβδομάδες θα ταξίδευα για το Νεπάλ και χρειαζόμουν το πόδι μου μέχρι τότε. Σήμερα όλα αυτά φαντάζουν προβλήματα πολυτελείας, μπορεί και να εξοργίζουν, όμως τότε ήταν η ζωή που ζούσα. Οι εμπειρίες και οι αναμνήσεις είναι οι μόνες πραγματικές περιουσίες μας και δεν μπορεί να φορολογήσει, ούτε να μας τις πάρει κανείς, παρά μόνο ο χρόνος. Αλλά τότε πια δεν θα έχει καμιά σημασία.
Υπήρχε κι ένα ακόμα, το χειρότερο, κι αρκετά πιθανό σενάριο. Να υποστώ δυο δεινά ταυτόχρονα. Και να σακατέψω το πόδι μου, και να μην βγάλω τον αγώνα. Αυτή η εκδοχή ήταν απελπιστική και μόνο να τη σκέφτομαι.
Η Szilvia με κοίταζε ανήσυχη. Από την έκφραση μου μπορούσε να ψυχανεμιστεί πως κάτι πάει πολύ άσχημα. Δεν είχα τρόπο να της πω πως, μάλλον, θα χρειαστεί να με παρατήσει και να συνεχίσει μόνη της, από ένα σημείο και μετά. Ωστόσο βρισκόμουν εκεί, στην εκκίνηση. Πλησίαζε η ώρα που έπρεπε να δοκιμάσω στην πράξη μερικές σελίδες θεωρίας. Οι αγώνες μεγάλων αποστάσεων έχουν πόνο, και το πώς θα τον υποφέρεις είναι θέμα δικού σου τρόπου. Εξωσωματική εμπειρία, αυτοσυγκέντρωση, δραπέτευση του πνεύματος προς χλοερά λιβάδια. Δεν ήμουν καλός στα μαθηματικά για να υπολογίσω πόσες φορές θα προσγειωθεί το πόδι μου σε διάστημα 52χλμ, έτσι ώστε να ξέρω τις σουβλιές του πόνου που θα υποστώ. Ήλπιζα μόνο πως έπρεπε να τον αντέξω επί 7 ατέλειωτες ώρες, όσες μας επέτρεπε η διοργάνωση, δηλαδή.



  Στο τρέξιμο υπάρχουν ορισμένες οδηγίες που οφείλεις να ακολουθείς, ακόμα και σε περιπτώσεις αποκοτιάς. Για παράδειγμα, να μην συνεχίζεις όταν ο πόνος σ’ αναγκάζει να χαλάς τη φόρμα σου. Αν το κάνεις, τη ζημιά την έχεις στην τσέπη. Θυμήθηκα την κοπέλα που χθες πήγαινε σαν σπασμένη κούκλα και που, πολύ σωστά, εγκατέλειψε. Βέβαια οι πρωταθλητές έχουν έναν παραπάνω λόγο να νοιάζονται για τα πόδια τους, μπορεί ακόμα κι ο ίδιος ο προπονητής τους να μην τους επιτρέψει να συνεχίσουν. Από μια άποψη εμείς οι ερασιτέχνες διαθέτουμε ένα πλεονέκτημα. Αποφασίζουμε πιο ελεύθερα, μ’ όλα τα καλά και τα κακά που συνεπάγεται αυτό.
Στα πρώτα μέτρα προσπαθούσα να μην τρέχω σαν κουτσός. Επεδίωξα να διορθώσω τη φόρμα μου, για να κινούμαι όσο πιο σωστά γίνεται, κι ας το πλήρωνα με παραπάνω πόνο. Νομίζω πως το κατάφερα αρκετά, αν και τώρα που βλέπω τις φωτογραφίες μερικές μου φαίνονται ύποπτες. Οι φερετίνες θέλουν λίγο χρόνο για να ενεργοποιηθούν κι ανυπομονούσα να τις νιώσω να μπαίνουν στο παιχνίδι. Συγκεντρωνόμουν στις μελωδίες των τραγουδιών, για ν’ αποφύγω τις μαύρες σκέψεις. Όλα τα πράγματα βασίζονται στην ψυχολογία, γενικά το αποδέχομαι αυτό, αλλά συνήθως ως απόρροια εμπειρίας κάποιων άλλων.
Το πόδι ζεστάθηκε, ο πόνος συνηθίστηκε κάπως, αλλά παράλληλα έπρεπε να παλεύω με την ιδέα πως κάνω ζημιά στον εαυτό μου. Φρόντιζα να την διώχνω, όπως φρόντιζα να διώχνω και το φόβο πως, από στιγμή σε στιγμή, τα φυσικά παυσίπονα του οργανισμού δεν θα επαρκούν και τότε θ’ αναγκαστώ να σταματήσω στη μέση του δρόμου. Διάολε, ήταν ατέλειωτα τα χιλιόμετρα, έτρεχες, υπέμενες, κι ακόμα υπήρχαν ένα σωρό μπροστά σου. Προσπάθησα να πάρω κουράγιο από κατορθώματα άλλων, δεν έκανα δα και κάτι σπουδαίο, σκεφτόμουν. Υπήρχαν πολλοί συμπατριώτες μου που θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν όλα τα χιλιόμετρα της λίμνης μονομιάς και με χρόνο καλύτερο απ’ ό,τι θα μπορούσα εγώ σε τέσσερις μέρες. Όχι πολλοί, αλλά υπήρχαν.
Την τελευταία μέρα διεξάγονταν, παράλληλα με το δικό μας, κι άλλα αγωνίσματα στη λίμνη. Ατομικός δρόμος και σκυταλοδρομία. Αθλητές που, φυσικά, έτρεχαν πολύ γρηγορότερα από μας, μας έφταναν και μας προσπερνούσαν, παρ’ όλο που είχαν πάρει εκκίνηση αργότερα. Εκτίμησα το ότι, παρά τη βιασύνη τους, έβρισκαν το χρόνο για μια ενθαρρυντική κουβέντα στους συναθλητές τους με τα κόκκινα νούμερα. Ένας δρομέας καταλαβαίνει καλύτερα έναν δρομέα, κι αυτοί ήξεραν τι τραβούσαμε. Εισπράτταμε με χαρά την υποστήριξή τους. Επιδρούσε στη διάθεσή μας, ωστόσο, δεν νομίζω πως μας βοηθούσε στο χρόνο μας.
Με τον οποίο φτάσαμε ν’ αντιμετωπίζουμε σοβαρό πρόβλημα. Το συνειδητοποίησα στον τελευταίο κόφτη, 17 χιλιόμετρα πριν από το τέλος, όπου με τόσους κόπους και βάσανα καταφέραμε να φτάσουμε. Sziszka και Βασιλέιος, καλημέρα, είπαν όπως πάντα τα μεγάφωνα, αλλά οι άνθρωποι εκεί συμβουλεύονταν σκεπτικοί τα χαρτιά και τα ρολόγια τους. Βέβαια, μπορείτε να συνεχίσετε, απαφάσισαν, αλλά μόνο κατόπιν της έρευνας των στοιχείων τους. Είχαμε φτάσει έγκαιρα, όχι όμως καταφανώς έγκαιρα.
Δεν έβρισκα να είχα κάνει λάθος. Ήμουν αρκετά σχολαστικός για κάτι τέτοιο. Τόσο σχολαστικός που, πριν από το ταξίδι, είχα αλλάξει προληπτικά μπαταρία στο ρολόι μου. Θα ήταν τρελό να σταματούσε μια από αυτές τις τέσσερις μέρες, ή, ακόμα χειρότερα, λόγω εξάντλησης της μπαταρίας του να επιβράδυνε τη λειτουργία του χρονομέτρου του. Θεώρησα πως ήταν λάθος δικών τους υπολογισμών. Τα έντυπα της διοργάνωσης επεσήμαιναν τους τμηματικούς χρόνους με τους οποίους έπρεπε να κινούμαστε για να βρεθούμε έγκαιρα στους δυο σταθμούς ‘κόφτες’, αλλά, παρ’ όλο που τους τηρούσαμε σχολαστικά, ο συνολικός χρόνος, όταν φτάσαμε στον δεύτερο ‘κόφτη’, βγήκε παρά τρίχα.
Είχαμε κερδίσει, λοιπόν, το δικαίωμα, έστω και στο παραλίγο, να συνεχίσουμε. Μόνο που για να φτάσουμε, πλέον, έγκαιρα στο τέρμα, θα έπρεπε αυτά τα τελευταία 17 χιλιόμετρα να τα τρέξουμε τόσο γρήγορα, όσο δεν είχαμε τρέξει σε καμιά από τις προηγούμενες μέρες. Ήμασταν στο ζενίθ της εξάντλησης και της σωματικής μας ακεραιότητας, αλλά, ή θα τρέχαμε αυτά τα τελευταία 17 χιλιόμετρα με το γρηγορότερο ρυθμό όλων των προηγούμενων, ή θα χάναμε τον αγώνα.


   Στην ανηφόρα που ακολουθούσε το δεύτερο σταθμό - επίτηδες θαρρείς σταλμένη, για να μας χρονοτριβεί - αισθάνθηκα να κυριεύομαι από οργή. Ήταν άδικο. Είχα κάνει τα πάντα, είχα παλέψει με τον πόνο, είχα αντέξει την εξάντληση, αλλά έβρισκα ένα χρονικό χάσμα να χωρίζει την επιτυχία από την αποτυχία μου. Δεν θυμάμαι ποτέ να έχω νιώσει τόσο πείσμα. Αν αυτό το πείσμα μπορούσε να μετατραπεί σε ενέργεια θα είχα μια ελπίδα. Πίεσα για ν’ ανοίξω το βηματισμό μου κι είδα πως μπορώ. Δεν ξέρω πως, αλλά φαινόταν πως μπορώ. Επίσης, δεν ήξερα για πόσο διάστημα θα μπορώ. Και το διάστημα αυτό δεν έπρεπε να είναι κάτω από 17 χιλιόμετρα.
Οι στάσεις στους επόμενους σταθμούς ήταν ελάχιστες. Δεν μπορούσα να σταθώ σε κανέναν, έτσι κι αλλιώς. Όταν στεκόμουν έστω και μισό λεπτό ο πόνος γινόταν αφόρητος, όταν επιχειρούσα να ξεκινήσω πάλι. Έπαιρνα στο χέρι ό, τι ήθελα και συνέχιζα, ίσα ίσα για να βρίσκομαι σε κίνηση, μέχρι να με προφτάσει η Szilvia. Στις κατηφόρες ο πόνος χειροτέρευε, αλλά παρατήρησα πως κι αυτή δυσκολευόταν ακόμα περισσότερο, όταν τις συναντούσαμε. Στο πρόσωπό της σχηματίζονταν γκριμάτσες πόνου. Καθώς έπρεπε να κινούμαι διαρκώς, απλώς επιβράδυνα όσο γινόταν, μέχρι να με φτάσει και να συνεχίσουμε μαζί. Τρέχαμε σε λίμνη, δεν μπορεί να υπήρχαν πολλές κλίσεις, σκεφτόμουν. Και πράγματι κάποτε τέλειωσαν.
10 χιλιόμετρα πριν το τέλος και κρατούσαμε σταθερά, τόσο που ο ξανά κερδισμένος χρόνος άρχισε να εμφανίζει περιθώρια ελπίδας. Το μυαλό μου έκανε διαιρέσεις σε κάθε χιλιόμετρο, αυτήν τη φορά δεν θα υπήρχε λάθος. Την καθησύχασα με το V της νίκης. Θα τα καταφέρναμε, αρκεί να υπέμενε και να μ’ ακολουθεί. Χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι της με αποδοχή. Θα υπέμενε. Τόσες μέρες υπέμενε το κρύο, τον αέρα, τη βροχή, την ταλαιπωρία, τους πόνους την εξάντληση. Δύσκολα, αλλά υπέμενε.
Στα τελευταία πέντε χιλιόμετρα ήμασταν πάλι οι φορείς ενός θαύματος του τρεξίματος. Μπορούσαμε. Μπορούσαμε, τώρα, στο τέλος των τεσσάρων ημερών, να τρέχουμε με ρυθμό που θα μας φαινόταν γρήγορος, ακόμα κι αν είχαμε αγώνα μίας και μόνης μέρας. Πηγαίναμε τόσο καλά που έφτασα ν’ ανησυχώ πως ξεπερνάμε κάποιο όριο. Φοβόμουν μήπως, εντελώς ξαφνικά, τελείωναν όλα, με μια σκοτοδίνη, μ’ ένα βεβιασμένο άδειασμα κάθε κινητήριας ενέργειες. Μήπως κοκάλωνα εκεί, απότομα, όπως το αυτοκίνητό μου, τότε που ακινητοποιήθηκε έξω από τη Λάρισα, μετά από μια τρελή κούρσα.
Φτάναμε, όχι μόνο τους τελευταίους αθλητές του αγώνα μας, αλλά και μερικούς της μιας μέρας. Δίνανε κι αυτοί την τελευταία μάχη με το χρόνο, παλεύοντας μ’ ότι τους είχε απομείνει. Ένας ευθύς δρόμος μας οδηγούσε κατευθείαν προς τη λίμνη, από την οποία είχαμε απομακρυνθεί. Τέρμα η ενδοχώρα. Φτάσαμε στην παραλία και στρίψαμε αριστερά. Μια ατέλειωτη προκυμαία, μεγάλη, όπως της Θεσσαλονίκης, και στο αχνό βάθος σαν αντικατοπτρισμός το ίδιο Π, από το οποίο είχαμε ξεκινήσει πριν από 4 μέρες. Γύρισα στη Szilvia για να της κάνω ένα ακόμα V και την είδα να κλαίει. Έτρεχε κι έκλαιγε. Κανονικά θα έπρεπε να έχω την ίδια αντίδραση, αλλά η συμπεριφορά πολλών πραγμάτων είχε ξεφύγει κατά πολύ απ’ ό,τι θεωρείται κανονικό, σ’ αυτόν τον αγώνα.
Δυο χιλιόμετρα ακόμα. Τρέχαμε, ακόμα πιο γρήγορα τώρα. Είχαμε σαφώς κερδίσει περιθώριο χρόνου, αλλά δεν μας σταματούσε τίποτα πια. Κανένας φόβος και καμιά φοβία. Έτρεχα για να μηδενίσω την απόσταση που χωρίζει την επιθυμία μου από την εκπλήρωσή της. Έτρεχα για να τοποθετήσω αυτήν την δοκιμασία σ’ ένα ένδοξο παρελθόν. 500 μέτρα. Στο βάθος, φιγούρες να χειρονομούν. Και το ρολόι πάνω στο Π, μια ηλεκτρονική κλεψύδρα που άδειαζε το τελευταίο της περιεχόμενο, σταθερό στις 6 ώρες, σταθερό στα 50 λεπτά, να τρέχει κι αυτό μαζί μας τα 2, τα 3 και, επιτέλους, τα τελευταία δευτερόλεπτά του.




Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 4.




                                   

                                         Μιλάνο,  12 Απριλίου 2010.



   Δυο χρόνια μετά τη Ζυρίχη έτρεξα τους μαραθώνιους του Μιλάνου και του Ντίσελντορφ. Στις 12 Απριλίου τον πρώτο, τρεις βδομάδες μετά, στις 2 Μαίου, τον δεύτερο. Τις δυο ανάμεσά τους Κυριακές έτρεξα τον Μαραθώνιο του Μ. Αλεξάνδρου κι έναν αγώνα βουνού, κάπου στην Κοζάνη. Εγώ. Ο ίδιος άνθρωπος που περιέγραψε τα μαρτύριά του στο προηγούμενο κεφάλαιο και χρειάστηκε ένα θαύμα της εποχής του, για να μην ξεψυχήσει δίπλα στη λίμνη μιας ελβετικής πόλης.
Επιπλέον, μόλις δυο βδομάδες πριν το Μιλάνο, είχα βγάλει τα 37,5 ορεινά χιλιόμετρα του Taygetos Challenge. Πέντε μεγάλοι αγώνες σε έξη βδομάδες. Το αγωνιστικό κενό που παρεμβάλλεται, δεν οφείλεται στη φωνή της σύνεσης, αλλά στο γεγονός πως, ανήμερα του Πάσχα, δεν υπήρχε κανένας αγώνας για να τρέξω.
Σίγουρα, μια μεταμόρφωση είχε συντελεστεί.


   Με μια ψυχραιμότερη εκτίμηση, ο χρόνος μου στην Ζυρίχη δεν ήταν και για κλάματα. Στόχευα τις 4 ώρες στο ξεκίνημα, αισιοδόξησα για τις 3,5 κάπου στα μισά, κατέληξα τελικά στις 4.16. Δεν ήταν αυτό που με πείραξε. Είναι δείγμα ανωριμότητας να θλίβεσαι για αθλητικούς χρόνους, όταν κουβαλάς στην πλάτη σου πάνω από 50 κυριολεκτικούς.
Αλλά καθόμουν για ώρα, ξεθεωμένος, στην περιοχή του τερματισμού, παρακολουθώντας τους δρομείς να τερματίζουν, κι ένιωθα να διακατέχομαι από ζήλεια. Εγώ που δεν ζήλευα τις πρωταθλητικές επιδόσεις κι ούτε καν σκοτιζόμουν για μετάλλια και διπλώματα, βρέθηκα να ζηλεύω δρομείς που τερμάτιζαν στις 4,30 στις 5, ακόμα και παραπάνω ώρες. Παρατηρούσα τα ευτυχισμένα τους πρόσωπα καθώς περνούσαν τη γραμμή του τερματισμού. Αγκαλιάζανε τους φίλους τους, σηκώνανε στα χέρια τα παιδάκια τους, πανηγυρίζανε, κλαίγοντας ή γελώντας, την προσωπική τους νίκη.
Ποτέ δεν με θυμάμαι περισσότερο απογοητευμένο. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα την οριστική παραίτησή μου από τους μαραθωνίους. Ίσως κι απ’ όλους τους αγώνες γενικότερα. Ίσως κι από το ίδιο το τρέξιμο. Η διαδρομή φαινόταν πως είχε τελειώσει.
Βυθισμένος στην πικρία δεν μπορούσα να φανταστώ τη μελλοντική εξέλιξη. Τότε δεν το συνειδητοποιούσα, αλλά άλλαζα. Όλοι αυτοί οι άγνωστοι δρομείς που συνέχιζαν να τερματίζουν χαρούμενοι, τη στιγμή που εγώ έφευγα με σκυμμένο το κεφάλι, αυτοί οι λιγότερο έμπειροι, οι, τολμώ να το πω, λιγότερο ικανοί από μένα, μου ξανάδωσαν το χαμένο νόημα. Με βοήθησαν να ξαναβρώ την απολεσθείσα γνώση. Άσχετα αν δεν το ήξερα τότε, θα ξαναγυρνούσα, και δεν θα επέτρεπα τον εαυτό μου να ξανανιώσει πικρία σε αγώνα.



   Το Μιλάνο είναι η πινακοθήκη της Μπρέρα. Η Αναγέννηση του Ραφαήλ και το Μπαρόκ του Καραβάτζιο. Ο γοτθικός καθεδρικός ναός του Duomo, ο δεύτερος μεγαλύτερος αυτού του ρυθμού στον κόσμο. Είναι η Σκάλα της δικιά μας Μαρίας, της μόνης άμεσα αναγνωρίσιμης φωνής σοπράνο. Τα μαγαζιά των ακριβών ενδυμάτων. Αλλά και των φτηνών. Το γούστο των βόρειων Ιταλών δικαίως φημίζεται, δεν χρειάζεται να ξοδευτείς για να ντυθείς  όμορφα.
Το Μιλάνο δεν είναι μιλανέζες. Εννοώ τις μακαρονάδες, τις τόσο διαδεδομένες στις πιτσαρίες μας και τόσο ενεργειακά αναγκαίες για τους μαραθωνοδρόμους. Ούτε μπολονέζες είναι, ούτε τίποτα. Ακούγεται εξωφρενικά περίεργο, αλλά στο Μιλάνο δεν βρίσκεις μακαρονάδες. Δεν βρήκαμε τουλάχιστον εμείς, στις επανειλημμένες προσπάθειές μας. Τα ονόματά τους φιγουράρουν στους καταλόγους, αλλά αντιστοιχούν σε πίτσες. Κι αν δεν σου αρέσουν οι πίτσες, άστα να πάνε. Καμιά φορά σχεδιάζεις την κάθε λεπτομέρεια, υπολογίζεις το κάθε τι, και βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μια απρόβλεπτη δυσκολία, στην προκειμένη περίπτωση με ένα μενού πιτσαρίας.
Η ιδιοσυγκρασιακή μας συγγένεια με τους Ιταλούς, ακόμα και με τους βόρειους, γίνεται φανερή στον μαραθώνιό τους. Αδιαφορούν. Προτιμούν τουλάχιστον τους όμορφους πεζόδρομους, το μεγάλο πάρκο τους, την κεντρική πλατεία ή την αριστουργηματική στοά των μαγαζιών, για να περνούν τα πρωινά της Κυριακής. Όχι πως τρέχαμε στην έρημο της Πάτρας ή της Πέλλας. Απλώς, δεν ήταν στα μέτρα του ευρωπαϊκού. Ωστόσο, θέλω να είμαι επιεικής με τους μαραθώνιους. Κάθε μαραθώνιος απαιτεί φοβερή δουλειά από τους διοργανωτές και περίσσιο φιλότιμο από τους εθελοντές του. Όπως έχω ξαναπεί, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να συμμερίζεται το μεράκι μας, και καμιά διοργάνωση δεν μπορεί να τον εξαναγκάσει σ’ αυτό.
Η διαδρομή ξεκινούσε έξω από την πόλη, όπου τα μέσα μεταφοράς σε πήγαιναν δωρεάν. Με δυνατό αέρα στην αρχή, που δύσκολα μετρίαζε η ενσωμάτωσή σου στο πλήθος. Καθυστέρησα όσο γινόταν μέχρι να παραδώσω τα ρούχα μου στα οχήματα, για να τα παραλάβω στον τερματισμό. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι καλό, όσο περιμένεις στην αφετηρία, να φοράς κάτι που δεν σε πειράζει ν’ αποχωριστείς. Την είχα πάθει παλαιότερα και το ήξερα. Το ήξεραν κι άλλοι. Όταν ο αγώνας ξεκίνησε, αφήσαμε πίσω μας ένα τεράστιο χαλί από παλιά ρούχα. Δεν ξέρω ποια ήταν η τύχη τους. Έχω ακούσει πως στην Αμερική υπάρχουν φιλανθρωπικές οργανώσεις που τα συλλέγουν και τα μοιράζουν στους άπορους.
Έτρεχα για τη χαρά αυτού του αγώνα. Αν έβγαινε ο στόχος μου, κάτω από 4 ώρες – τι στο καλό, πριν από 10 χρόνια έβγαινε άνετα, ακόμα και με τις χειρότερες συνθήκες - τόσο το καλύτερο. Αν όχι, υγεία και χαρά. Επιπλέον είχα παρατηρήσει πως τα μεγαλύτερα στραπάτσα μου συνέβησαν σε αγώνες στους οποίους κυνηγούσα απεγνωσμένα κάτι. Αντίθετα, οι καλύτεροι  χρόνοι μου είχαν έρθει χωρίς να το επιδιώκω. Το άγχος σκοτώνει, ακόμα και τις φιλοδοξίες.
Έμεινα αρκετά πίσω από το μπαλόνι των 4 ωρών. Πίσω κι από των 4.15΄. Το τελευταίο το είδα κάποια στιγμή στο βάθος, κοντά στο 4ο χιλιόμετρο. Το έφτασα και το πέρασα περίπου στο 7ο . Στο 15ο ήμουν στην κεφαλή του γκρουπ των 4 ωρών, κι όσο περνούσε η ώρα ένιωθα πως θα κρατηθώ εκεί. Είναι πολύ όμορφο το συναίσθημα του σταθερού ρυθμού και της πεποίθησης πως θα το αντέξεις για 4 συνεχόμενες ώρες. Κάποια στιγμή έφυγα λίγο μπροστά, όσο για να μην νιώθω στριμωγμένος.
Κάπου στο 20ο  συντονιστήκαμε με τις ρυθμικές στροφές του Ob-La-Di, Ob-La-Da, ευγενική παροχή τοπικού συγκροτήματος. Ήταν σε δρόμο κοντά στη Σκάλα, η οποία εκείνες τις μέρες ανέβαζε το έργο του Berg, Λούλου.
Το χαρούμενο τραγούδι των Μπήτλς και η ταραχώδης Λούλου ταιριάζουν στον μαραθώνιο. Το πρώτο, λόγω ρυθμού. Αφαιρείς δυο παύλες από τον τίτλο και κρατάς το ρυθμό των 2/4. Οι δρομείς μπορούν να το δοκιμάσουν. Με το κομμάτι στο μυαλό τους ας συντονίσουν το βηματισμό, χρησιμοποιώντας ως κρουστή συνοδεία τον ήχο των βημάτων τους στην άσφαλτο. ObLa-Di, ντουπ ντουπ, ObLa-Da, ντουπ ντουπ. Λειτουργεί μόνο σε ευθεία. Στην ανηφόρα γίνεται κουραστικό και στην κατηφόρα σ’ επιταχύνει ανεπιθύμητα.
Και η Λούλου ταιριάζει στο μαραθώνιο, αλλά για διαφορετικό λόγο. Πρώτον, η διάρκειά της, είναι αρκετά μεγάλη. Δεν φθάνει τις 6 ώρες των Τρώων του Berlioz, αλλά είναι μεγάλη για όπερα. Δεύτερον, είναι απαιτητική. Και ως ερωμένη και ως μουσική. Ονομάζουμε κλασική κάθε τέχνη η οποία έχει φτάσει σε επίπεδο που δεν το αγγίζει η σκούπα του χρόνου. Ωστόσο, η Λούλου δεν ανήκει στην κλασική περίοδο, και η μουσική της είναι δύσβατη. Προαπαιτούμενο για την προσέγγισή της είναι η θητεία μας σε πρότερα στάδια. Ακόμα κι ένας μη λάτρης της κλασικής μουσικής θα μπορούσε ν’ ακούσει ευχάριστα τα κονσέρτα του Μότσαρτ, ή τουλάχιστον να τ’ ανεχτεί, δεν θα μπορούσε όμως να δείξει την ίδια υπομονή στη δωδεκατονία του Berg. Με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορείς να μπεις στον μαραθώνιο, αν δεν έχεις δοκιμάσει πρώτα τα 5, τα 10, τα 21 χιλιόμετρα, έτσι δεν μπορείς να μπεις στον κόσμο της Λούλου αν δεν σε πάρει από το χέρι ένας Μπετόβεν, ένας Μπράμς, ένας Βάγκνερ. Επιπλέον ο κόσμος της Λούλου, όπως και του μαραθωνίου, είναι τρικυμιώδης. Γεμάτος πάθη, αδυναμίες, υπερβάσεις, στιγμές αγωνίας κι αβεβαιότητας. Η διαφορά με το μαραθώνιο είναι πως, ως όπερα, έχει κακό τέλος. Κάθε δραματική όπερα που σέβεται τον εαυτό της έχει κακό τέλος.
Ο μαραθώνιος του Μιλάνου είχε καλό τέλο για μένα. 4 ώρες, παρά τέσσερα λεπτά.
Επέστρεφα στο νοικιασμένο διαμέρισμα. Αφηρημένος στη στοά του μετρό, έψαχνα το εισιτήριο μου, για να το χτυπήσω στο μηχάνημα. Μου υπέδειξαν πως κάποιος της ασφαλείας μου κάνει νόημα, από μακριά. Τον κοίταξα. Είχε καταλάβει από την εμφάνισή μου και μου υποδείκνυε πως οι μαραθωνοδρόμοι σήμερα περνούν ελεύθερα. Χαμογέλασα και προχώρησα.
Βγήκα από τον υπόγειο στην κεντρική πλατεία και την είδα να σφύζει από ζωή. Δεν κατάφερε να με στεναχωρήσει η σκέψη πως ήμουν περαστικός απ’ το Μιλάνο, πως αυτό που έμοιαζε σαν μια κινούμενη καρτ ποστάλ, πολύ σύντομα θα γινόταν ανάμνηση. Η μέρα ήταν υπέροχη και δεν επέτρεπε μελαγχολικές σκέψεις.
Το Μιλάνο στις όμορφες μέρες του δεν χρειάζεται την Μπρέρα. Συναντάς στους δρόμους του τις φωτεινές αντιθέσεις του Καραβάτζιο, την καθαρότητα και την προοπτική του Ραφαήλ. Αν εντάξεις αυτά τα στοιχεία στο τρέξιμο μπορείς να μετατρέψεις σε τέχνη την διαδικασία του.













Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. 3η μέρα.






                                              BadasconyBalatonfured. 43.6 χιλιόμετρα.





   Οι πολύωρες προπονήσεις μπορούν να χτίσουν ένα ανθεκτικό καρδιοαναπνευστικό σύστημα, ικανό να αντέχει καταπονήσεις ωρών ή ακόμα και ημερών. Οι δρομείς μεγάλων αποστάσεων, όμως, εκτός από την κούραση αντιμετωπίζουν έναν άλλο, ακόμα μεγαλύτερο εχθρό. Τους πόνους. Δεν ξέρω άλλα αθλήματα, συμπεριλαμβανομένων και των πολεμικών τεχνών, όπου οι αθλητές να υφίστανται τόσο πόνο. Ούτε ξέρω άθλημα που μπορεί να σε κάνει να κουτσαίνεις για μέρες, χωρίς να σ’ έχει χτυπήσει κανείς.
Ο πόνος δίνει μια διαφορετική διάσταση στους αγώνες δρόμων. Πρέπει να μάθεις να τον διαχειρίζεσαι, και οι αναγνώσεις των εγχειριδίων δεν βοηθούν πολύ σ’ αυτό. Εκτός από το να μπορείς να τον υπομένεις, πρέπει να μπορείς και να παίρνεις αποφάσεις, και μάλιστα σε στιγμές που είσαι πολύ κουρασμένος για να σκεφτείς. Να εκτιμήσεις πόσο σοβαρός είναι, πως θα μπορούσε να εξελιχθεί αν τον αγνοήσεις, πόσο σημαντικός είναι ο αγώνας για να τον εγκαταλείψεις και τι πιθανόν να χρειαστεί να θυσιάσεις, αν επιμείνεις να συνεχίσεις.
Ο πόνος προσθέτει επίσης κάτι το ηρωικό. Είναι ο συντελεστής που προστίθεται στις δυσκολίες με τις οποίες πρέπει ν’ αναμετρηθείς, σε όλα τα επίπεδα. Είναι ο φόβος που καραδοκεί. Είναι ο αντίπαλος που δεν μπορείς να εξορκίσεις, όσο καλά προπονημένος κι αν είσαι. Είναι ο παράγοντας που μπορεί να ανατρέψει σχέδια και πλάνα καταρτισμένα επιμελώς. Αλλά είναι στοιχείο συνυφασμένο με το άθλημα. Χωρίς τον πόνο οι μεγάλες αποστάσεις δεν θα ήταν αυτό που είναι.


   Στη διαδρομή της τρίτης μέρας, παρέα πάντα με τη Szilvia, κερδίζαμε θέσεις, χωρίς να χρειαστεί να κάνουμε πολλά γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα, χωρίς να κάνουμε τίποτα, πέρα από το να τρέχουμε με το συνηθισμένο, αλλά σίγουρο, ρυθμό μας. Ήδη, στην εκκίνηση, οι αθλητές ήταν αισθητά λιγότεροι. Σίγουρα, η ανάπαυλα που μεσολαβεί βοηθά τον οργανισμό να πάρει μια ανάσα, αλλά όποιος στέκεται λίγο παραπάνω απ’ όσο πρέπει σ’ ένα σταθμό, ξέρει πόσο δύσκολο είναι να πείσει τα πόδια του να ξεκινήσουν πάλι να τρέχουν.
Στη διάρκεια της τρίτης μέρας ο αγώνας έδειχνε πια το σκληρό του πρόσωπο. Είναι η πιο δύσκολη, ακόμα κι από ψυχολογικής πλευράς, κι ίσως γι’ αυτό οι διοργανωτές της προσέδωσαν τα λιγότερα χιλιόμετρα από κάθε άλλη. Την τρίτη μέρα υποφέρεις από την συσσωρευμένη κούραση των δυο προηγούμενων, ενώ έχεις ακόμα μπροστά σου το αποθαρρυντικό άλλο μισό να καλύψεις.
Φανερά καταβεβλημένοι αθλητές προσπαθούσαν πια, απλώς, να φτάσουν μέχρι το τέλος. Αρκετοί, κρίνοντας από τον τρόπο που κινούνταν, φαίνονταν πως δύσκολα θα το κατάφερναν. Ο διασκελισμός τους ήταν βαρύς κι ακανόνιστος. Σκέφτηκα πως όλοι τους ήταν αθλητές με άπειρες ώρες προπόνησης κι εμπειρία αγώνων στην πλάτη τους, πως αλλιώς, άλλωστε, θα τολμούσαν συμμετοχή σε τέτοιο αγώνα. Κι όμως.
Σε κάποιο σημείο, μετά το 30ο  χιλιόμετρο, είδαμε μπροστά μας μια κοπέλα που παράπαιε. Ήταν ψηλή, λεπτή, εντυπωσιακά όμορφη, γι’ αυτό κι εύκολα αναγνωρίσιμη, ωστόσο δυσκολευτήκαμε μέχρι να βεβαιωθούμε πως ήταν, πράγματι, αυτή, ένα από τα φαβορί του αγώνα. Κάθε μέρα ξεκινούσε με τους πρώτους, αλλά τώρα πήγαινε σαν σπασμένη κούκλα. Μου έδωσε την εντύπωση πως αντιμετωπίζει πολλαπλά προβλήματα και παραπάνω από έναν τραυματισμούς. Η Szilvia αντάλλασσε μερικές οικείες κουβέντες με τους συμπατριώτες της που προσπερνούσαμε, αλλά φυσικά δεν καταλάβαινα, παρά μόνο αυτά που μου αποκάλυπταν οι γκριμάτσες της. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα χρειαζόταν να ρωτήσω, η κοπέλα που βλέπαμε δεν θα τα κατάφερνε. Πριν την αφήσουμε πίσω οριστικά γυρίσαμε και την είδαμε να συνεχίζει, υποβασταζόμενη από κάποιον φανερά ανήσυχο συνοδό. Δεν ξέρω για ποιο λόγο επέμενε. Φαντάζομαι πως είναι δύσκολο να περνάς από τη διάκριση στην εγκατάλειψη, ωστόσο σε κάθε βήμα προξενούσε ανυπολόγιστη ζημιά στα πόδια της, κι ήταν αρκετά έμπειρη για να μην το ξέρει. Όντως, μάθαμε πως εγκατέλειψε λίγο αργότερα. Λίγους μήνες μετά, στο μαραθώνιο της Βουδαπέστης, την αναγνώρισα, έτρεχε ξανά σαν τον άνεμο, όπως και τις δυο πρώτες μέρες στην Balaton. Ό,τι κι αν της είχε συμβεί, το είχε ξεπεράσει.
Φυσικά και δυσκολεύεσαι να εγκαταλείψεις έναν αγώνα για τον οποίο έχεις προετοιμαστεί σκληρά, έχεις ταξιδέψει, έχεις ξοδευτεί και, το κυριότερο, δεν μπορείς να ξαναδοκιμάσεις, παρά μόνο αν δεχτείς να υποστείς νέες θυσίες και νέες εξαντλητικές προπονήσεις. Αν είσαι ξένος, όπως εγώ, τότε έχεις, όπως λένε, μία μόνο σφαίρα στη θαλάμη. Ή πετυχαίνεις ή όχι. Δυστυχώς, σε λίγες ώρες, θα υποχρεωνόμουν να πάρω συγκεκριμένη θέση σ’ όλους τους παραπάνω προβληματισμούς.
Η Balatonfured είναι η πόλη της λίμνης που θα επέλεγα να μείνω. Περιποιημένη, μοντέρνα, με υποδομές για άνετη κι ευχάριστη διανομή, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί αξιόλογα κτίρια του 18ου και 19ου αιώνα. Τραβήξαμε αρκετά στην μακριά προκυμαία της, μέχρι να φτάσουμε στο τέρμα, που ήταν στημένο εκεί. Μας οδηγούσε ο διοργανωτής, πάνω στη μηχανή του, με την οποία όργωνε ακούραστα τις διαδρομές, και τις τέσσερις μέρες του αγώνα. Εμφανιζόταν ξαφνικά, σε κάποιο σημείο του δρόμου, για να χαρίσει μια εμψυχωτική κουβέντα, κάποιο αστείο, ένα χαρούμενο ενθαρρυντικό σχόλιο, στην περίπτωσή μου στ’ αγγλικά, και μετά συνέχιζε για να συναντήσει και τους υπόλοιπους. Αντάλλασα μερικές κουβέντες μαζί του, και μου επιβεβαίωνε πως δείχνω εντάξει, και πως είναι σίγουρος πως θα τα καταφέρουμε, και αυτήν τη μέρα.
Για τους διοργανωτές, η παρουσία δυο αθλητών, ενός έλληνα και μιας δικιά τους, που γνωρίστηκαν στον αγώνα και συνέχιζαν μαζί, δημιουργούσε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον το οποίο αυξανόταν από το γεγονός πως η κούρσα μας ήταν ένα αμφίβολο ντέρμπυ με το χρόνο. Νομίζω πως μοιράστηκαν μέρος της αγωνίας και του στοιχήματός μας και πως προσπαθούσαν να μας βοηθήσουν. Σε κάθε σταθμό και σε κάθε έγκαιρο τερματισμό, ο πανηγυρισμός που εξέπεμπαν τα μεγάφωνα ήταν προς όλους, αλλά θέλω να πιστεύω πως έβγαινε κάπως πιο ενθουσιώδης, κάθε που η Zsiszka και ο Βασιλέιος - έτσι το πρόφεραν συνοδεύοντάς το με μια σπασμένη ελληνική καλημέρα - εμφανίζονταν και περνούσαν έναν ακόμα ‘κόφτη’.
Με όριο, 5 ώρες και 50 λεπτά τερματίσαμε σε 5.23΄΄39. Απέμεναν πια τα 52,2 χιλιόμετρα της τέταρτης μέρας, αλλά θα είχαμε πλέον το ψυχολογικό αβαντάζ πως θα ήταν η τελευταία της δοκιμασίας μας. Ήμουν πια πολύ κοντά, είχα πια πολλές πιθανότητες, δεν θα έχανα αυτόν τον αγώνα, έτσι ακριβώς ένιωθα εκείνη τη στιγμή.
Όχι όμως και την αμέσως επόμενη.


  Δεν είχαν περάσει παρά μόνο λίγα λεπτά που αποχωριστήκαμε με τη Szilvia. Ήμουνα ξανά στο προστατευτικό αντίσκηνο, μεγέθους στρατώνα, του τερματισμού. Άλλαζα ρούχα, μετέφερα τις εντυπώσεις στην παρέα μου και επιχειρούσα διατατικές σ’ ένα παγκάκι.
Δεν κατάλαβα πότε είχε συμβεί, ή κι αν το κατάλαβα δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Μάλλον οι παυσίπονες ενδορφίνες είχαν κάνει καλή δουλειά. Αλλά, τώρα, που το πόδι κρύωνε, μέσα μου μεγάλωνε μια φωνή άρνησης και διαμαρτυρίας. Μια φωνή που φώναζε πως, δεν είναι δυνατόν.
Αλλά ήταν.


   Στη διάρκεια των διαδρομών είχα χρησιμοποιήσει αρκετές φορές το ψυκτικό των ασθενοφόρων που περιπολούσαν. Όλα τα παλιά μου τραύματα ξυπνούσαν κατά καιρούς, και πάντα είχα τη μικρή αγωνία πως κάποιο από αυτά θα πεισμώσει. Πόνοι παρουσιάζονταν, μικροί και μεγαλύτεροι, αλλά όλοι τους έρχονταν και έφευγαν, σταδιακά. Κανένα από τα υποψήφια σημεία δεν έδειξε έντονες διαθέσεις εξέγερσης. Αντίθετα, το πρόβλημα παρουσιάστηκε σ’ ένα σημείο καλής διαγωγής και πρότερου έντιμου βίου. Ένα σημείο που δεν με είχε απασχολήσει ποτέ. Ήταν στο εξωτερικό της αριστερής κνήμης, περίεργο, αφού  δεν ήξερα να υπάρχει άρθρωση εκεί.
Ο αγώνας για μένα είχε κανονικά τελειώσει αυτήν την τρίτη και πιο κρύα μέρα του αγώνα. Την μέρα που έτρεξα με καλή διάθεση, τόση που ούτε ο παγωμένος αέρας της τελευταίας ώρας δεν με επηρέασε. Που έφτασα στον τερματισμό χοροπηδώντας από χαρά, καθώς συνειδητοποιούσα πως θα τα κατάφερνα τελικά. Πως ένα όνειρο όπως η ολοκλήρωση αυτού του αγώνα - που τόσο είχε τραβήξει την προσοχή μου όταν έπεσα πάνω του στο διαδίκτυο - ήταν δυνατή. Αλλά τώρα, όχι να τρέξω, ούτε να περπατήσω δεν μπορούσα πια. Ήμουν κουτσός, από ένα πόνο που, αντίθετα μ’ όλους τους άλλους, δεν είχε σκοπό να φύγει, παρά μόνο ίσως αν τον άφηνα ήσυχο για τρεις, τουλάχιστον, μέρες. Αλλά δεν είχα στη διάθεσή μου τρεις μέρες.
Προσπάθησα για λίγες ακόμα απόπειρες κανονικού βηματισμού και βεβαιώθηκα. Το μάτι μου πήρε τον διοργανωτή του αγώνα, ήταν παρών στους τερματισμούς κι εμψύχωνε τους τελευταίους αθλητές. Τον πλησίασα και τον ευχαρίστησα. Του είπα πως ο αγώνας, άσχετα από την εξέλιξη που είχε για μένα, ήταν υπέροχος, το ίδιο και η διοργάνωσή του. Κατάλαβε πως τον αποχαιρετούσα ευγενικά, και με πολύ ζεστά λόγια με παρότρυνε να εμφανιστώ την επομένη, στην εκκίνηση. Στο κάτω-κάτω ήμουν ο μόνος Έλληνας, κι αυτό μετρούσε. Για πολλές γενεές έχουν καθαρίσει η αρχαίοι μας. Αλλά δεν γινόταν να τρέξω.
Ανέβηκα στο δωμάτιο στηριζόμενος στην κουπαστή της σκάλας του ξενοδοχείου. Η βαριά ατμόσφαιρα είχε μεταδοθεί στην παρέα μου, κι αισθανόμουν άσχημα γι’ αυτό. Η επιτυχία μου δεν ήταν καθόλου σίγουρη εξ αρχής, κάθε άλλο, αλλά παρέμενε σημαντικός παράγοντας του ταξιδιού μας και κάτι που είχαμε αρχίσει να το πιστεύουμε πια. Δεν ήταν εύκολα κατανοητό να με βλέπουν να τερματίζω με άνεση και ξαφνικά να τους ανακοινώνω πως δεν μπορώ να συνεχίσω. Υπήρξαν ωστόσο, διακριτικοί όταν το έκανα, ήμουν ο μόνος αρμόδιος ν’ αποφασίσω. Δεν γινόταν να γνωρίζουν άλλωστε το μέγεθος του προβλήματος και ίσως να σκέφτηκαν πως το ίδιο ξαφνικά θα μπορούσα και ν’ αλλάξω γνώμη.
Το βράδυ πήρα το λάπτοπ στο δωμάτιό μου και μπήκα στο fb. Όλες αυτές τις μέρες είχε γεμίσει με τις φωτογραφίες του αγώνα και με τα σχόλια που τις συνόδευαν. Ήταν ή ώρα ν’ αποχαιρετίσω όσους μου συμπαραστάθηκαν, να τους στείλω ένα ευχαριστώ που με στήριξαν με τα καλά τους λόγια, να τους πω πως, ως εδώ ήταν.
Μόνο που για τους μακρινούς συμπαραστάτες μου αποδείχτηκε δυσκολότερο να το αποδεχτούν. Με κατέκλυσαν σχόλια λιγοστής σωφροσύνης και περίσσιας προτροπής. Ήμουν πολύ κοντά για να εγκαταλείψω τώρα, μου τόνιζαν. Λίγο κουράγιο ακόμα. Θα τα κατάφερνα, ήταν σίγουροι. Δεν θα τους απογοήτευα. Αυτά παθαίνεις, όταν το μεγαλύτερο ποσοστό των λίγων φίλων που αποδέχεσαι στο fb είναι αθλητές, και μάλιστα κλάσης.
Σκεφτόμουν πως δεν θα απογοήτευα μόνο αυτούς, θα απογοήτευα τον εαυτό μου. Ο τραυματισμός μου μπορεί να ήταν ατυχία, μπορεί όμως και αδυναμία. Αν ήταν το δεύτερο, δεν είχα δικαιολογία. Επίσης, δεν ήμουν μόνος πια σ’ αυτόν τον αγώνα. Υπήρχε και κάποιος άλλος, εκτός από τον διοργανωτή, που την επομένη το πρωί, μάταια θα έψαχνε να με βρει στην αφετηρία.
Σηκώθηκα κουτσαίνοντας κι έψαξα στο φαρμακείο μου για το αντιφλεγμονώδες αναλγητικό έκτακτης ανάγκης. Εδώ ασπιρίνες, εκεί ντεπόν, που είναι το μεζουλίτ; Πουθενά. Στη θέση του το ζιρτέκ, για τις αλλεργίες. Μοιάζουν τα κουτάκια, όταν δεν φοράς γυαλιά. Απίστευτα επιπόλαιος για αθλητής.
Πέρασα ένα εφιαλτικό βράδυ. Σηκωνόμουν και δοκίμαζα να περπατήσω, αλλά διαπίστωνα πως πονάω, απλώς με το να στηρίζομαι στο πόδι μου. Ξανάπεφτα για ύπνο. Ήταν περίεργος ο ύπνος μου αυτές τις μέρες. Συνήθως ξημερώνει χωρίς να το καταλάβω, και πάντα θέλω να καθυστερεί αυτή η ώρα, εκείνα τα βράδια, όμως, συνέβαινε κάτι περίεργο. Ξυπνούσα με την αίσθηση πως έχω κοιμηθεί για ώρες, για να διαπιστώσω πως οι δείκτες του ρολογιού έχουν ελάχιστα μετακινηθεί. Ξανακοιμόμουν, και ξαναξυπνούσα, για να κάνω πάλι την ίδια διαπίστωση. Ήταν ευεργετικό, καθώς ένιωθα σαν να παρατεινόταν η νύχτα για χατίρι μου, σαν να μεγάλωνε για να μου χαρίσει περαιτέρω ώρες ευεργετικής και σωτήριας ξεκούρασης. Την τελευταία νύχτα, όμως, ούτε αυτό το περίεργο φαινόμενο μπορούσε να σώσει την κατάσταση. Γιατί το πρόβλημα δεν είχε να κάνει με την εσωτερική εξάντληση, αλλά μ’ έναν τραυματισμό τόσο σοβαρό, που γι’ αυτόν οι ώρες μετρούσαν σαν λεπτά.