Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Με την παλάμη στο μέρος της καρδιάς.



Βοστόνη, 15/4/2013.  In memoriam.


Η μεγαλύτερης διάρκειας ίωση που με βρήκε ποτέ, μου στέρησε τη συμμετοχή μου στον φετινό μαραθώνιο του Μ. Αλεξάνδρου. Μοιάζει κακοτυχία, καθώς ήρθε παραμονές αγώνα, αλλά μάλλον δεν ήταν και τόσο, αφού οποιαδήποτε στιγμή κι αν ερχόταν κάποιο αγώνα θα μου χαλούσε. Μου χάλασε όμως έναν ιδιαίτερο. Έναν που θα έτρεχα φορώντας το μαύρο σημάδι της θλίψης, εγώ, που υπήρξα πολέμιος μιας συνήθειας που γέμιζε κάποτε τις πόλεις μας με μαυροφορεμένες γυναίκες, κι άντρες μ’ ένα αντιαισθητικό περιβραχιόνιο, ακαλαίσθητο δείγμα πένθους, που οι κοινωνικές συνθήκες το απαιτούσαν, έστω και υποκριτικό.
Έτσι βρέθηκα μεν στον αγώνα, αλλά ως θεατής, να χειροκροτώ τους αθλητές και να φωτογραφίζω τους φίλους μου, στο ύψος της πλατείας Αριστοτέλους, λίγο πριν από την αψίδα του τελευταίου χιλιομέτρου. Και το παράπονο που έβγαινε από μέσα μου έφευγε γρήγορα. Το να παρακολουθώ και να ενθαρρύνω αθλητές αποδείχτηκε περισσότερο συναρπαστικό απ’ όσο πίστευα. Δεν θα το μάθαινα ποτέ, εάν μπορούσα να τρέξω. Εκτός αυτού σκεφτόμουν πως το τραγικό γεγονός που είχε διαδραματιστεί 6 μέρες πριν, είχε καταδικάσει πολλούς ανθρώπους σαν και μένα, όχι απλώς να μην μπορέσουν να ξανατρέξουν, αλλά ούτε καν να περπατήσουν στην υπόλοιπη ζωή τους. Έτσι αισθανόμουν πως, αν δεν κατέπνιγα το παράπονό μου, μια σπρωξιά από ένα αόρατο χέρι θα με πετούσε στη θάλασσα που βρισκόταν λίγα μέτρα πίσω μου.
Λόγω της ίωσης ήμουν αρκετά ζαλισμένος και στις 3 ώρες ορθοστασίας μου ξέφυγαν πολλοί γνωστοί. Κάποιοι άλλοι με πέτυχαν ανέτοιμο, (γιατί οι φωτογραφικές μηχανές κλείνουν από μόνες τους;), κι άλλοι με ανάγκασαν σ’ ένα κοπιαστικό σπριντ, αναγκαίο για να τους προφτάσω πριν απομακρυνθούν οριστικά.
Όταν δεν έβγαζα φωτογραφίες, χειροκροτούσα. Αποδείχτηκε πως το καταφέρνω επί μακρόν και παρατεταμένα, παρά την έλλειψη εκπαίδευσης που, ως μη οπαδός κόμματος ή ομάδας, έχω στερηθεί. Οι περισσότεροι δρομείς, ακόμα και οι πλέον κουρασμένοι, ανταποκρίνονταν, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Ίσως το χειροκρότημά μου να ήταν και το πρώτο που τους προϋπαντούσε στη λεωφόρο, μικρό προοίμιο απ’ αυτό που τους περίμενε λίγα μέτρα παραπέρα.
Κάποιοι χαμογελούσαν. Κάποιοι ανταπέδιδαν παρόμοια. Μια άγνωστη κοπέλα άπλωσε το χέρι της για να συναντηθεί με το δικό μου σ’ ένα και μοναδικό παλαμάκι. Και κάποιοι διέγραφαν μια απλή κίνηση. Έφερναν την παλάμη τους ν’ ακουμπήσει ελαφριά στο μέρος της καρδιάς, σε μια εκφραστική δήλωση ευγνωμοσύνης, που την εκλάμβανα κι ως δείγμα μιας αμοιβαίας επαφής.
Ήμουν ξανά έξω στον κόσμο, μετά από μια εβδομάδα κρεβατωμένου βίου. Στη διάρκειά της είχαν συμβεί τα γεγονότα της Βοστόνης, γεγονότα τα οποία θα με έκαναν να νιώθω ανήμπορος, ακόμα κι αν δεν ψηνόμουν στον πυρετό. Οι φωτογραφίες και οι ιστορίες των ανθρώπων εκεί μου ήταν τόσο οδυνηρές, που δεν θα ξαφνιαζόμουν αν κάποιος ειδικός γνωμάτευε πως επιδείνωσαν την κατάστασή μου. Καμιά θλίψη δεν παραμένει ίδια όταν τρέχεις, αλλά τώρα δεν ήμουν σε θέση να πάρω αυτό το γιατρικό. Παρέμενα ξαπλωμένος, αναζητώντας κι επικοινωνώντας, με το φορητό υπολογιστή στα γόνατα και το κεφάλι ανασηκωμένο στα μαξιλάρια. 
Η αντίδραση του ελληνικού λαού στα γεγονότα της Βοστόνης σε καμιά περίπτωση δεν ήταν ανάλογη  της 11ης Σεπτεμβρίου. Τότε η χαρά των συμπατριωτών μας είχε μετρηθεί δεύτερη παγκοσμίως. Μόνο οι Πακιστανοί μας ξεπέρασαν. Ούτε καν οι Αφγανοί ή οι Παλαιστίνιοι. Έτσι είναι, ο αδικημένος με τους αδικημένους ταυτίζεται. Παρά την τεράστια αλλαγή όμως, ακόμα και τώρα, δεν έλειψαν οι περιπτώσεις όπου η αυθόρμητη θλίψη βρέθηκε υπόλογη, απέναντι σε άτομα με υψηλό πήχυ συνείδησης και εισαγγελικό ύφος, από τα οποία, για να λάβεις άδεια θλίψης, όφειλες πρώτα να καταθέσεις την οδύνη σου για το Ιράκ, το Αφγανιστάν και την Παλαιστίνη. (Ευτυχώς το περιορίζουν γεωγραφικά, και δεν σε επιβαρύνουν π.χ. με τη Σρεμπρένιτσα ή τους εμφύλιους της Αφρικής). Υπήρξαν κι άλλοι που το έθεσαν διαφορετικά. Τόσα εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα, γιατί να κλαίμε μόνο για όσους έχουν την τύχη της φωτογραφικής κάλυψης του δράματός τους; Έλα ντε!
Η πρώτη μου αντίδραση στις συζητήσεις ήταν να βεβαιώσω τους εισαγγελείς πως κλαίω για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, οπότε έχω το δικαίωμα να κλάψω και για την Βοστόνη. Οι περισσότεροι δεν μου απάντησαν κι έτσι θεωρώ πως έχω τη σιωπηλή τους άδεια, εκτός κι αν εξετάζουν ακόμα την υπόθεσή μου, ανάμεσα σε πολλές άλλες. Όμως το περιστατικό αυτό, σε συνδυασμό με την ίωση, μου προσέφερε αρκετές ελεύθερες ώρες πυρετώδους σκέψης και μια ευκαιρία περαιτέρω ανάγνωσης του εαυτού μου, επάνω στον οποίο όπως φαίνεται έχω λύσει τα δύσκολα, αλλά παραμέλησα τα εύκολα.
Λυπάμαι, αλλά θα ήθελα να αναιρέσω την αρχική μου κατάθεση. Ελπίζω να μην σοκαριστούν οι εισαγγελείς από την καινούργια, αντίθετα, ας το δουν ως δικαίωση των υποψιών τους για το άτομό μου: Όχι. Δεν κλαίω για όλους τους ανθρώπους. Πόσο μάλλον δεν κλαίω το ίδιο για όλους τους ανθρώπους. Αν ήμουν θεός δεν θα υπήρχε λόγος να κλαίει κανένας για κανέναν, αλλά, επαναλαμβάνω για να δεσμευτώ πάνω σ' αυτό, δεν κλαίω για όλους τους ανθρώπους. Οι ίδιοι προφανώς το κάνουν, (αναρωτιόμουν γιατί τα μάτια τους είναι διαρκώς κόκκινα), αλλά εγώ είμαι ιδιαίτερα ανάλγητο άτομο. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές κάπου σκοτώνονται άνθρωποι, αλλά εγώ ο αναίσθητος συνεχίζω να γράφω σαν να μην τρέχει τίποτα. Στη διάρκεια του βραδινού μου ύπνου πεθαίνουν εκατομμύρια, αλλά εγώ το πρωί ξυπνάω με τις δικές μου έννοιες. Ζώον κανονικό. Οι γνήσιοι ανθρωπιστές, σίγουρα, κλαίνε κάθε πρωί. Όχι; Εντάξει, ένα πρωί κάθε μήνα. Όχι; Κάποια πρωινά το χρόνο; Ούτε; Δεν μπορεί.
Θεωρώ πως ό,τι κακό έχουμε πάθει ως λαός οφείλεται στο ότι συνηθίζουμε να τοποθετούμε το συναίσθημα πάνω από τη λογική, ακόμα και για πράγματα που δεν αντιμετωπίζονται συναισθηματικά. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο θέμα, με συλλαμβάνω πράττοντας το αυτό. Η απάντηση πως κλαίω για όλους τους ανθρώπους του κόσμου ήταν αυθόρμητη, αφού ξέρω πως για κανέναν άνθρωπο δεν επιθυμώ κακό, εκτός αυτών που επιθυμούν το κακό των ανθρώπων. Οπότε από μια άποψη υπήρξα ειλικρινής δηλώνοντας αρχικά κάτι τέτοιο. Και ίσως δεν θα το σκεφτόμουν παραπάνω αν δεν με ταρακουνούσαν οι εκρήξεις, όχι της Βοστόνης, αλλά οι άλλες, λίγες μέρες αργότερα, σ’ ένα εργοστάσιο στο Τέξας. Τα θύματα ήταν πολίτες της ίδιας χώρας. Μέτρησαν απείρως περισσότερους νεκρούς και τραυματίες. Κι όμως, καθώς οι μέρες περνούσαν, συλλάμβανα τον εαυτό μου να θρηνεί ακόμα για τη Βοστόνη. Θα ξεχάσω το Τέξας, όπως έχω ξεχάσει δεκάδες τραγωδίες, αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ τη Βοστόνη.
Δεν νομίζω πως υπάρχει κάποιος που μέσα σε μια συμφορά, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για τους δικούς του ανθρώπους. Αν υπάρχει θα μοιάζει με τις εξαϋλωμένες μορφές των αγίων του Ελ Γκρέκο. Την τελευταία φορά που συνάντησα τέτοια μορφή ήταν πριν 10 χρόνια, σε μια σκήτη στο Άγιο Όρος. Η πρώτη είδηση, πως οι Έλληνες αθλητές είναι καλά, προσέφερε σ' όλους μας ανακούφιση. Ανακούφιση, ανάμεσα σε φωτογραφίες αιμόφυρτων κι ακρωτηριασμένων ανθρώπων. Μα, τόσο κτήνη είμαστε;
Όχι, φυσικά. Ήταν μια απόλυτα φυσιολογική αντίδραση. Πως θα ήταν ο κόσμος μας αν κάθε μέρα όλοι μας θρηνούσαμε για όλους; Είναι οι δικοί μας άνθρωποι αυτοί που μας νοιάζουν περισσότερο. Οι κοντινοί μας. Αυτοί με τους οποίους μας συνδέουν κοινά πράγματα. Αυτοί που μοιάζουν με μας και μ’ αυτούς που αγαπάμε.
Έτσι, στη Βοστόνη, κλαίω για τους δικούς μου ανθρώπους. Γιατί οι μαραθωνοδρόμοι είναι δικοί μου άνθρωποι. Όσοι στέκονται στους δρόμους και με βοηθούν στην προσπάθειά μου όταν τρέχω, είναι δικοί μου άνθρωποι. Στο παιδί που σκοτώθηκε περιμένοντας τον πατέρα του βλέπω το δικό μου παιδί που με περιμένει να τερματίσω το μαραθώνιο του Μιλάνου. Ο εθελοντής της Βοστόνης είναι αυτός που άπλωσε το χέρι για να μου δώσει νερό.
Κι όχι μόνο. Ως εθελοντής κι εγώ, δικούς μου αισθάνομαι κι όσους έσπευσαν να δώσουν αίμα, με αποτέλεσμα, παρά τις τεράστιες ανάγκες, τα νοσοκομεία να πάψουν να δέχονται άλλο. Δικοί μου είναι οι χιλιάδες άνθρωποι, που προσέφεραν τα σπίτια τους στους μαραθωνοδρόμους και στις οικογένειες τους. Οι χιλιάδες που προσέφεραν τρόφιμα, ρουχισμό, μεταφορικά μέσα. Αυτοί που ρωτούσαν τους μαραθωνοδρόμους αν χρειάζονται δωμάτιο, διαμονή, γεύμα. Ο τραγικός άνδρας με το καουμπόικο καπέλο, που έφτιαχνε επιδέσμους με τα ρούχα του. Δικοί μου, όλοι όσοι έδρασαν παρόμοια.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Ξέρω πως αυτοί που έκαναν το κακό δεν διεκδικούσαν τίποτα. Το μυαλό τους δεν το οδήγησε το μίσος για την Αμερική. Το οδήγησε το μίσος για τη ζωή. Τη δική μου ζωή. Το μίσος για τον τρόπο της ζωής μας. Τον τρόπο της δικής μου ζωής. Το μίσος τους για τη χαρά, το γέλιο, τα χρώματα των ρούχων μας, το θέατρο, το τραγούδι, το χορό, το παιχνίδι, τους ευτυχισμένους ανθρώπους, τον έρωτα, τα ζευγάρια που περπατάνε αγκαλιά. Δεν ήταν η εξωτερική αλλά η εσωτερική καταπίεση, που οι ίδιοι αποδέχτηκαν να μαυρίσει τη ψυχή τους.
Κι επίσης γνωρίζω πως οι παραπάνω εισαγγελείς δεν νοιάζονται για κανένα από τα θύματα του κόσμου. Δεκάρα δεν δίνουν για την Παλαιστίνη και το Ιράκ, ελάτε τώρα, δεν ψωνίζω από αυτό το μαγαζί. Κι έτσι δεν χρειάζομαι την άδεια κανενός για να κλάψω ελεύθερα τους δικούς μου ανθρώπους, όπως ελεύθερα κι αυτοί μπορούν να χαίρονται για τους θανάτους που ικανοποιούν τα απωθημένα τους.
Ξαναγυρνώ στην Λεωφόρο Νίκης όπου βλέπω μια γνωστή μορφή να πλησιάζει. Είναι ο Κώστας, ένας σπουδαίος αθλητής και διαδικτυακός μου φίλος. Με τον Κώστα διατηρούμε μια αμοιβαία εκτίμηση, μολονότι οι πολιτικές μας απόψεις βρίσκονται στους αντίποδες. Αν σας ενδιαφέρει να ενημερωθείτε για τις πολιτικές μου θέσεις πάνω σ’ οποιοδήποτε  ζήτημα, ρωτήστε τον Κώστα για τις δικές του και μετά κάντε πλήρη μεταβολή και κοιτάξτε απέναντι. (Υποθέτω πως με τον ίδιο τρόπο μπορεί, όποιος με γνωρίζει, να ενημερωθεί για τις πολιτικές θέσεις του Κώστα). Ωστόσο, σε αντίθεση με τους προηγούμενους, τον θεωρώ καλοπροαίρετο και κάποια πράγματα που αναγνωρίσαμε ο ένας στον άλλον έθεσαν τις διαφορές των αντιλήψεών μας σε δεύτερη μοίρα. Άλλωστε στην ιστοσελίδα μου φροντίζω να διατηρώ μόνο όσα με ενώνουν με τους ανθρώπους κι όχι όσα με χωρίζουν από αυτούς, γι’ αυτό και κανένα από τα κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα που κατά καιρούς αναρτώ δεν το αφήνω εκεί παραπάνω από λίγες μέρες.
Ο Κώστας Παλάντζας.
Τον φώναξα με το μικρό του όνομα, καθώς πλησίαζε από την απέναντι πλευρά του δρόμου. Έβγαλα μια φωτογραφία του. Γιατί δεν έβγαλα και μια δεύτερη μ’ αυτό που ακολούθησε; Ίσως γιατί όσο κι αν νομίζεις πως τίποτα πια, πάντα κάτι θα βρεθεί να σε ξαφνιάσει.
Σταμάτησε για λίγο και στράφηκε προς το μέρος μου. Σήκωσε το χέρι που κρατούσε αυτό που είχε ξεκολλήσει από τον ιδρώτα και μου το έδειξε. Ήταν το μαύρο σημάδι της θλίψης και του ερωτήματος που δεν θα απαντηθεί ποτέ. Οι διοργανωτές του μαραθωνίου το είχαν, προαιρετικά, μοιράσει στους αθλητές. Λίγες στιγμές. Μετά συνέχισε να τρέχει.
Δεν τον θυμόμουν να συμμετέχει, με το γνωστό του παθιασμένο λόγο, στις διαδικτυακές συζητήσεις για το αν πρέπει ή όχι να φορεθεί το μαύρο σημάδι, ούτε έτυχε να συναντήσω τις θέσεις του, που κακώς θεωρούσα δεδομένες, ή τουλάχιστον επισφαλείς, πάνω στο θέμα της βομβιστικής επίθεσης. Ίσως δεν έψαξα αρκετά. Επίσης, βλέποντάς τον ν’ απομακρύνεται προς τον τερματισμό, με τη θολωμένη μου σκέψη προσπαθούσα να καταλάβω γιατί, ειδικά σε μένα, απεύθυνε αυτήν τη χειρονομία. Δεν ήξερε πως θα ήμουν εκεί, άρα ήταν κάτι που του ήρθε αυθόρμητα, χωρίς να το σκεφτεί.
Τώρα που ο πυρετός έχει καταλαγιάσει κι αισθάνομαι αρκετά καλύτερα νομίζω πως μπορώ να φτάσω σε κάποια ασφαλή συμπεράσματα. Δεν θέλω να τον ρωτήσω για να τα επιβεβαιώσω, αν κάνω λάθος ας μείνω μ’ αυτό. Σκέφτομαι, λοιπόν, πως με τη χειρονομία του ο Κώστας ήθελε να μου υποδείξει ότι συναντηθήκαμε. Ότι κακώς θεώρησα δεδομένο πως κάτι τέτοιο θα μας βρει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Ότι μαζί μ’ εμένα πενθεί κι αυτός για τους δικούς μας ανθρώπους. Ότι απέναντι στα συναισθήματα καμιά ιδεολογία δεν μπορεί να υψώσει φράγμα. Γιατί τα πραγματικά συναισθήματα δεν χρειάζονται λόγους, ούτε προφάσεις για να φανερωθούν. Δεν χρειάζονται την άδεια εισαγγελέων, ούτε καν τη δικιά μας. Ούτε που μπαίνουν στον κόπο να μας ρωτήσουν.
Κι έτσι καταλήγω πως ήταν καλύτερα που δεν φωτογράφισα τη σκηνή. Αν το έκανα θα μετέτρεπα σε επιτηδευμένο κάτι αυθόρμητο. Βλέποντάς τον όμως ν’ απομακρύνεται προς το τελευταίο χιλιόμετρο του αγώνα του, λυπήθηκα που δεν κατάφερα κι εγώ ν’ ανταποδώσω με κάτι ανάλογα αυθόρμητο. Κάτι που θα αντέγραφε το νόημα της δικής του χειρονομίας. Κάτι που θα κατάφερνε να αντικαταστήσει κάθε κουβέντα ή επιχείρημα. Κάτι που με την παγκόσμια γλώσσα του σώματος θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα από κάθε λόγο ένα κοινό συναίσθημα. 
Μια απλή κίνηση που θα έφερνε την παλάμη μου ν’ ακουμπήσει ελαφρά προς το μέρος της καρδιάς.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 3.




Μ. Αλέξανδρος. 2009, 2010, 2012.

   Η πρώτη διοργάνωση του μαραθωνίου Μέγας Αλέξανδρος, τον Απρίλιο του 2006, με βρήκε εκτός της δρομικής κοινότητας. Είχα απομακρυνθεί από αυτά, οριστικά νόμιζα. Έκανα λάθος. Ή έκανα σωστά που δεν παρέμεινα έξω. Η τρίτη του διοργάνωση, στις 20 Απριλίου του 2008, με βρήκε στη Ζυρίχη, στη συμμετοχή μου σ’ έναν ιδιαίτερα άτυχο μαραθώνιο. Τόσο άτυχο που αυτή η απόπειρα επανόδου μου, παραλίγο να οριστικοποιήσει την απομάκρυνσή μου. Αλλά, ευτυχώς, πάλι κατέληξα στο σωστό.
Είχα τραβήξει τα πάνδεινα στη Ζυρίχη. Η βεβιασμένη και υπεραισιόδοξη απόπειρά μου κατέληξε σε σύγκρουση με το διαβόητο ‘τοίχο’ κι όλα τα δυσάρεστα επακόλουθά του. Στο ξενοδοχείο, το ίδιο μεσημέρι, ξαπλωμένος σ’ ένα από τα ωραιότερα στρώματα που μου έχουν τύχει ποτέ, επικοινωνούσα με το κινητό, για να αφηγηθώ τα πάθη μου, και ν’ ακούσω τις κακοτυχίες των φίλων μου δρομέων, που το ίδιο πρωί είχαν τρέξει στο μαραθώνιο της συμπρωτεύουσας.
Ήταν πολλοί. Όσοι σχεδόν Καβαλιώτες μπορούσαν να τρέξουν μαραθώνιο, επέλεξαν τον Μ. Αλέξανδρο για εκείνη τη μέρα. (Αντίστοιχη κινητοποίηση θα γινόταν μόνο για την κλασική διαδρομή, στην ιστορική επέτειο των 2.500 χιλιάδων χρόνων από τη μάχη του Μαραθώνα, το 2010). Το μετάνιωσαν οικτρά.
Τις ημέρες εκείνες τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην συμπρωτεύουσα – κάπως έτσι θα το έθετε ο έτερος νομπελίστας μας. Εκτός από την υπερβολική για την εποχή ζέστη, μια κόκκινη σκόνη, που οι άνεμοι ξεσήκωσαν από τις ερήμους της Αφρικής και την μετέφεραν μέχρι τα μέρη μας, έκανε δύσκολη τη ζωή ακόμα και των δρομέων που κατάγονταν από εκείνη την ήπειρο. Η έναρξη του αγώνα καθυστέρησε, διότι έπρεπε πρώτα να ολοκληρωθεί η θεία λειτουργία. Μετά, να εκφωνηθούν οι λόγοι των επισήμων. Η άνοδος της θερμοκρασίας δεν είχε ιδιαίτερο κόστος γι’ αυτούς, αλλά οι δρομείς που βρέθηκαν να τρέχουν το καταμεσήμερο το πλήρωσαν με λιποθυμίες, αφυδατώσεις, εγκαταλείψεις και, φυσικά, την παντελή αποτυχία όλων των χρονικών τους στόχων. Επιπλέον, η διαδρομή τους φάνηκε έρημη και άχαρη. (Είναι όντως, ακόμα κι όταν δεν συνοδεύεται από την κατάρα του Φαραώ). Ολοκληρώνοντας τα τελευταία τους χιλιόμετρα, μέσα στην Θεσσαλονίκη, η αίσθηση πως αποτελούσαν ξένο σώμα για την πόλη ολοκλήρωσε το κακό. Ορκίστηκαν πως δεν θα ξαναπάνε κι αρκετοί κράτησαν τον όρκο τους αρκετά. Πολλές αθλητικές φιλοδοξίες θάφτηκαν εκείνη τη μέρα κάτω από ένα στρώμα κόκκινης σκόνης.
Ακούγοντας τις φοβερές περιγραφές, αν κι εντελώς απογοητευμένος από τον αγώνα μου στη Ζυρίχη, αισθάνθηκα προνομιούχος. Η δικιά μας εκκίνηση είχε δοθεί ακριβώς στην προκαθορισμένη ώρα. Όταν το ελβετικό ρολόι έδειξε πως απομένει μισό λεπτό για την έναρξη, ξεκίνησε από τα μεγάφωνα η αντίστροφη μέτρηση. Δεν περιμέναμε το σχόλασμα της Κυριακάτικης λειτουργίας, ούτε εμφανίστηκαν επίσημοι να μας μιλήσουν για τον Γουλιέλμο Τέλο. Ήταν ένας κανονικός διεθνής μαραθώνιος.
Κάθε λαός και τα προβλήματά του. Υπαρκτά και φανταστικά. Στον μαραθώνιο της Θεσσαλονίκης, θέλω να πηγαίνω, παρ’ όλες τις αδυναμίες του. Και πηγαίνω με μια εντελώς διαφορετική από την πρότερη νοοτροπία μου, η οποία και θα με συνοδεύει στο εξής.
Ό,τι μπορούσα σε χρόνους το είχα καταφέρει κάποτε. Δυσκολεύτηκα, αλλά το πήρα απόφαση πως δεν γινόταν να ξαναφτάσω τον παλιό μου εαυτό. Ακόμα και οι γρήγορες προπονήσεις μου προκαλούν, πλέον, τραυματισμούς. Ένα νέο και συναρπαστικότερο, όμως, πεδίο ανοιγόταν μπροστά μου. Μια ακαταμάχητη πρόκληση. Όχι πόσο γρήγορα, αλλά πόσο μακριά μπορώ να φτάσω. Όχι πόσο σβέλτος είμαι σε έναν, αλλά από πόσους αγώνες μπορώ να αντλήσω χαρά, εμπειρίες, γνωριμίες.
Λίγες ώρες πριν την έναρξη του Μ. Αλεξάνδρου του 2009 είχα ολοκληρώσει τον πρώτο αγώνα 23 χιλιομέτρων της Σφενδάμης. Το 2010 τον στρίμωξα ανάμεσα στους μαραθωνίους του Μιλάνου και του Ντίσελντορφ. Ήταν κάτι σαν στοίχημα με τον εαυτό μου. Ένα στοίχημα που με γέμιζε με γλυκιά ένταση, αντί για το ψυχοφθόρο άγχος που με κατέτρωγε κάποτε, πριν από τους αγώνες.
Παρακολούθησα το σύντομο τελετουργικό της έναρξης, του 2009, στην Πέλλα. Πολιτικοί και παράγοντες έβγαζαν λόγους που κανείς δεν άκουγε. Φαντάζομαι πως, ως χορηγοί, ίσως είχαν κάθε δικαίωμα, αλλά θα προτιμούσα ν’ αποποιούνταν ή να έκαναν πιο μετρημένη χρήση του δικαιώματος. Στην αρχαιότητα οι αγώνες τελούνταν προς τιμήν ηρώων και σε πρώτη ανάγνωση δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να αναβιώνει η παράδοση. Διατηρώ όμως την εντύπωση πως αυτό που γίνεται δεν έχει να κάνει με απόδοση τιμής, αλλά με την εκδήλωση μιας ανασφάλειας, που ταλανίζει όσους λαούς δεν έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Εμείς δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, αισθανόμαστε αβέβαιοι στο παρόν, γι’ αυτό και στρεφόμαστε πίσω. Δεν περιποιούμαστε τιμή, αναζητούμε δεκανίκι. Καλύτερα να πρωτεύαμε στα έργα και ν’ αφήναμε τις ανούσιες μεγαλοστομίες στους ανερμάτιστους βόρειους γείτονές μας.
Φωτό από τον Σωκράτη Παπαγεωργίου.
Δεν έβρεξε σκόνη της Αφρικής σε καμιά από τις συμμετοχές μου. Ο καιρός ήταν μια χαρά κι όλα κύλησαν όμορφα. Ένα μεγάλο προσόν αυτού του αγώνα είναι οι εθελοντές του. Οι εθελοντές στους αγώνες αξίζουν παραπάνω από τις λίγες σειρές που τους αφιερώνουν τα άρθρα για το τρέξιμο. Τρέχοντας τακτικά, έχω φτάσει να γνωρίζω πολλούς φυσιογνωμικά. Οι δρομείς κάνουν αυτό που κάνουν κυρίως για τον εαυτό τους. Οι εθελοντές το κάνουν για τους άλλους.
Παρ’ όλο τον ενθουσιασμό μου, αισθάνθηκα άσχημα από την αδιαφορία του κόσμου. Δεν τρελαίνομαι για χειροκρότημα, αλλά δεν μ’ αρέσει να με περιεργάζονται σαν περίεργο ον. Ούτε μ’ άρεσε η εικόνα  που έδωσε η Θεσσαλονίκη στους αθλητές που την τίμησαν. Αν όμως υπάρχει κάτι θετικό στην κρίση, ίσως αυτό προκύψει από την αναγκαστική επαναξιολόγηση των αξιών μας. Ίσως ανακαλύψουμε όσα όμορφα παραμερίσαμε εξ αιτίας μιας ψεύτικης ευμάρειας. Ίσως καταλάβουμε πόσο χάρτινα ήταν τα πρότυπά μας και στραφούμε σε άλλα, πιο ουσιαστικά. Μέσα στις δυσκολίες μπορεί να κρύβεται η μοναδική μας ευκαιρία να καλυτερέψουμε. Ο 7ος μαραθώνιος του Μ. Αλεξάνδρου εμφανίστηκε βελτιωμένος τη χρονιά της χειρότερης κρίσης, το 2013. Απέδειξε πως μαθαίνει και μπορεί. Επέμεινε και κατάφερε, με μια καλή διοργάνωση, να κάμψει τις αντιρρήσεις και να ξανακερδίσει όσους τις πρώτες φορές απογοήτευσε. Με 800 συμμετοχές στο κύριο αγώνισμα, με αγώνα 5 και 10 χιλιομέτρων και με τη συμμετοχή του κόσμου, που, ιδίως, στο τελευταίο 1,5 παραλιακό χιλιόμετρο έκανε το μαραθώνιο να μοιάζει πραγματικά διεθνής, έχουμε βάση να ελπίζουμε πως, στο εξής, θα μπορούμε να τρέχουμε στους δρόμους μιας Ελλάδας φτωχότερης, αλλά όχι απαραίτητα χειρότερης.

                                                               ----------------
    
   Μακάρι να διορθώσει κι ό,τι άλλο μπορεί η Θεσσαλονίκη. Μου γεννά αντιφατικά συναισθήματα αυτή η πόλη. Η φύση της είναι ανάλογα διττή. Διαθέτει ζωογόνες δυνάμεις, αλλά και μελανά στοιχεία που την εμποδίζουν ν’ ανοιχτεί στο μέλλον. Πασχίζει καθυστερημένα να καρπωθεί ένα παρελθόν, όμως η ίδια, όπως και οι περισσότερες πόλεις στην Ελλάδα, χωρίς τύψεις ξερίζωσε κομμάτια του παρελθόντος της, στο όνομα εθνικών, εργολαβικών και πάντοτε κοντόφθαλμων συμφερόντων. Τα θεμέλια των ανεγερμένων τετραγώνων της ποδοπατούν κομμάτια μιας πολύτιμης ιστορίας, που χωρίς αυτήν η Θεσσαλονίκη δεν είναι αυτό που της πρέπει, παρά μόνο στη φαντασία όποιου τα γνωρίζει. Όσα διασώθηκαν, πολιορκημένα απομεινάρια ανάμεσα στην άναρχη εισβολή, μαρτυρούν την άλλη της διάσταση, με την οποία δυσκολευόμαστε να συνυπάρξουμε.
Είναι μια πόλη στο μεγαλύτερο μέρος επίπεδη, με ηλιοφάνεια που θα την ζήλευαν όλοι οι βόρειοι λαοί, αλλά αρνείται να δεχτεί βοήθεια στο κυκλοφοριακό και στην οικονομία της και να αντικαταστήσει το αυτοκίνητο με το ποδήλατο. Εύκολα, όμως, αντικατέστησε τον πολιτισμό με το λάιφ στάιλ, το γνήσιο με το φτιαχτό, το απλό με το επιτηδευμένο.
Ωστόσο, είναι μια πόλη που απορροφά τμήματα νεολαίας από άλλες, και που της δίνουν τη σύγχρονη ζωή. Οι δρόμοι και τα σπίτια στη γειτονιά που κατοικούσα στις αρχές του 80, στις σαράντα εκκλησιές, έμειναν ανέγγιχτα. Συνηθίζω να κοντοστέκομαι κάθε που βρίσκομαι κοντά, ίσα για να ζωντανέψουν λίγες θύμησες. Μ’ αρέσουν τα κάστρα και τα ζαχαροπλαστεία της. Το Σέιχ σου κι ο Χορτιάτης. Ο ιππόδρομος και η Ροτόντα. Το Μακεδονικών Σπουδών, με τις αξέχαστες μελωδίες της κρατικής ορχήστρας του Άλκη Μπαλτά, τα βράδια της Δευτέρας. Το αρχοντικό Βασιλικό θέατρο και η μονή Λαζαριστών, με τις αμέτρητες παραστάσεις τους. Η Πειραματική Σκηνή της Τέχνης, και οι ηθοποιοί της, που παρακολουθώντας τους μεγάλωσα μαζί τους.
Και μ’ αρέσει η απέραντη προκυμαία της, ίσως η μεγαλύτερη της Μεσογείου. Άνθρωποι την περπατούν, την τρέχουν, την διασχίσουν με τα ποδήλατά τους. Την έτρεξα κι εγώ κάποιες φορές. Και στον Μαραθώνιο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και τις τρεις χρονιές, έτρεξα γεμάτος χαρά στη Λεωφόρο Νίκης, μπροστά από το τελωνείο, τη σειρά των παραλιακών μαγαζιών και τον Λευκό Πύργο. Τον είχα διασχίσει χιλιάδες φορές αυτόν τον δρόμο, εγκλωβισμένος συνήθως στην κυκλοφορία, και η αίσθηση ότι μπορούσα να τον τρέχω ελεύθερα μου έδινε επιπλέον φτερά. Ο κάθε δρόμος παίρνει άλλη διάσταση όταν τον τρέχεις. Το καταλαβαίνεις όταν επιχειρείς να περπατήσεις, ή να οδηγήσεις σ’ αυτόν, κάποια στιγμή αργότερα. Δοκιμάστε το και θα δείτε. Μ’ έναν μαγικό τρόπο το τρέξιμο δεν αλλάζει μόνο το δρομέα. Αλλάζει και το δρόμο. Εκτός αν δρόμος και δρομέας φτάνουν κάποτε να γίνονται ένα αξεδιάλυτο σώμα, όπως ο αέρας κι ο άνεμος, όπως η θάλασσα και το κύμα της. 



 

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 2.



 Ο Μαραθώνιος της Ρόδου. 1998.


   Τον Απρίλιο του 1998 η Ρόδος φιλοξενούσε το πανελλήνιο πρωτάθλημα του μαραθωνίου δρόμου. Μαθητευόμενος, κοντά στον Νίκο, τότε, αποφασίσαμε να εκπροσωπήσουμε τον τοπικό μας σύλλογο. Αν ξέραμε ότι μας περιμένει ένας κολοσσός προσπαθειών, θα το ξανασκεφτόμασταν.
Ο πρώτος μας άθλος ήταν να καταφέρουμε να φτάσουμε στο νησί - προορισμό, όχι μόνο των αλλοδαπών που λαχταρούν τον ήλιο του, αλλά και των σχολικών εκδρομών που επιζητούν τη νύχτα του. Ατυχώς για μας, η αθλητική εκδήλωση συνέπιπτε ημερολογιακά με τις εκπαιδευτικές εκστρατείες. Τα μαθητικά στίφη και η συγκοινωνιακή ανοργανωσιά έκαναν τα δρομολόγια και τη ζωή μας δύσκολη.
Τη βραδινή ώρα της προβλεπόμενης αναχώρησης του πλοίου μας από τον Πειραιά, αυτό δεν είχε καν έρθει. Ξεροσταλιάζαμε στην προκυμαία, καρτερώντας να δούμε τα φώτα του να μπαίνουν στο λιμάνι, έχοντας πίσω μας και την ταλαιπωρία 9 ωρών λεωφορειακού ταξιδιού μέχρι την Αθήνα. Κάποτε ενημερωθήκαμε πως δεν πρόκειται να εμφανιστεί πριν την επομένη το πρωί, κι αναζητήσαμε φιλοξενία σε συγγενικό σπίτι. Καθοδόν προς αυτό, άγριες μεταμεσονύκτιες ώρες, πέσαμε σε αστυνομικό έλεγχο. Το μόνο που μας έλειπε. Ευτυχώς, ο Νίκος, ήταν τότε υποδιοικητής του τμήματος ασφάλειας της Καβάλας και ξεμπερδέψαμε σχετικά εύκολα.
Την επομένη το πρωί εμείς βρισκόμασταν στην προκυμαία, αλλά το πλοίο αρμένιζε ακόμα καταμεσής του Αιγαίου. Αναζητήσαμε ομοιοπαθείς μαραθωνοδρόμους και βρέθηκε κάποιος, που κάπου τηλεφώνησε - εποχή προ κινητών - και μας ενημέρωσε αλαφιασμένος πως πρέπει να μεταβούμε εσπευσμένα στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, όπου ο ΣΕΓΑΣ, με κίνδυνο ν’ αναβληθεί το πρωτάθλημα του μαραθωνίου, είχε ναυλώσει μικρό αεροπλάνο, ειδικά για την μεταφορά μας. Χωθήκαμε σ’ ένα ταξί και το προλάβαμε στο τσαφ.
Από την Καβάλα φύγαμε με 15 βαθμούς, στην Ρόδο μας υποδέχτηκαν 35. Το θερμο-ρυθμιστικό σύστημα χρειάζεται ορισμένες μέρες για να προσαρμοστεί στις αλλαγές, οπότε θα μετείχα στον αγώνα μ' ένα τουλάχιστον σύστημα απροσάρμοστο. Η ζέστη είναι το χειρότερό μου και στην Ρόδο αυτό αποδείχτηκε με τον οδυνηρότερο τρόπο.
Η εκκίνηση δόθηκε αρκετά αργά για αγώνα σε τροπικά κλίματα. Η ασφάλτινη, μπρος και πίσω, διαδρομή τραβούσε παραθαλάσσια, δίπλα σε πλανεύτρες ακτές και χρυσές αμμούδες. Έμοιαζε ειδυλλιακά, αλλά δεν ήταν για όσους έτρεχαν.
Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που μετείχα σε μαραθώνιο, νιώθοντας πως θα προτιμούσα να κάνω κάτι άλλο. Τα μαυρισμένα αλλοδαπά κορμιά στην παραλία έθεταν σε πειρασμό την επιλογή μου να τρέχω σε μια καυτή άσφαλτο, τη στιγμή που μια ελάχιστη παράκαμψη θα μπορούσε να θέσει δροσερό τέλος στα μαρτύριά μου. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν θα ήταν εύκολα κατανοήσιμο από τον σύλλογό μου, και, επιπλέον, υπήρχε η επιθυμία για μια καλύτερη επίδοση, που την θεωρούσα δεδομένη, αφού η προηγούμενη είχε καταγραφεί στην κλασική του ’97. Τώρα, κάποιοι μήνες περισσότερης προετοιμασίας, και μια ευθεία διαδρομή, θα με έβγαζαν τουλάχιστον δέκα λεπτά νωρίτερα, υπολόγιζα.
Με έβγαλαν κάπου μισή ώρα αργότερα.
Ό,τι συνέβη, μου συνέβη μια και μοναδική φορά. Ήταν μια εμπειρία που καταχωρήθηκε, και δεν μου ξανάτυχε ποτέ. Το πρόβλημα ανέκυψε κάπου στο 22ο χιλιόμετρο, με μορφή έντονης δίψας. Λογικό, αν τρέχεις τόση ώρα, με τόσους βαθμούς, σε τόση ένταση. Έτσι, σε κάποιο σταθμό άρπαξα με λαχτάρα ένα ποτήρι νερό…για να διαπιστώσω πως δεν μπορώ να το πιώ. Συνέχισα, χωρίς να δώσω εξήγηση στο φαινόμενο, άλλωστε το πάλευα ακόμα και δεν ήθελα να χάσω ούτε δευτερόλεπτο αναζητώντας εξηγήσεις. Υπήρχαν αρκετοί σταθμοί, θα έπινα στον επόμενο.
Αλλά, και στον επόμενο σταθμό, τα ίδια. Δεν ήταν θέμα στομαχιού, το νερό δεν μπορούσε καν να κατεβεί στο λαρύγγι μου. Μόλις το έφερνα στο στόμα αναγκαζόμουν να το φτύσω. Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά εδώ.
Σε μια πληθώρα κινηματογραφικών σεναρίων, περιπλανώμενοι στην έρημο πρωταγωνιστές, μ’ αλατισμένα πρόσωπα και ξερά χείλια, ονειρεύονται μια όαση με μερικούς φοίνικες και τη χαρακτηριστική λίμνη στη μέση. Όταν την βρίσκουν, ορμούν αλαφιασμένοι στο νερό κι επιβιώνουν. Εναλλακτικά, διαπιστώνουν πως πρόκειται για παιχνίδι της φαντασίας, η ψυχολογία τους καταρρέει προς στιγμήν και η σωτηρία τους αναβάλλεται για μια επόμενη σκηνή. Αλλά δεν μου έτυχε ποτέ να δω ταινία, όπου οι πρωταγωνιστές αρνούνται να πιούν το σωτήριο νερό που βρίσκεται στο διάβα τους.
Εγώ βρισκόμουν σε τόπο όπου και φοίνικες υπήρχαν και νερά άφθονα στο διάβα μου, ωστόσο πέθαινα από τη δίψα. Η προσπάθειά μου μέχρι τον επόμενο σταθμό ήταν μαρτυρική. Το να διψάς είναι φοβερό αίσθημα, αλλά το να διψάς και να μην μπορείς να πιεις είναι μυθολογική κατάρα. Ως ορθολογιστής δεν πιστεύω στις κατάρες, αλλά δεν κατάφερνα να βρω λογική εξήγηση γι’ αυτό που μου συνέβαινε. Επιπλέον, δεν χρειαζόμουν εξήγηση, χρειαζόμουν νερό. Από τον επόμενο σταθμό και μετά, στεκόμουν και προσπαθούσα να εξαναγκάσω τον εαυτό μου να κατεβάσει έστω και δυο γουλιές. Τα δευτερόλεπτα που περνούσαν δεν μ’ ένοιαζαν πια, γιατί είχαν γίνει τόσα που συνιστούσαν λεπτά, τα οποία με τη σειρά τους γίνονταν τέταρτα, και τελικά, δυο τέταρτα ενώθηκαν σ’ ένα μισάωρο τελικής αργοπορίας.
Στο χώρο του τερματισμού, μια σεζλόνγκ στη σκιά, ήταν το πλαίσιο όπου ο Νίκος με βοήθησε να τοποθετήσω το καταρρέον σώμα μου. (Ο ίδιος τα είχε καταφέρει αρκετά καλύτερα, αλλά αυτός ήταν από τους τύπους που μπορούν να τρέχουν τον Αύγουστο με πουλόβερ). Την προσπάθεια που κατέβαλα για να σηκωθώ κάποτε, την θυμάμαι περισσότερο κι απ’ την προσπάθεια ολόκληρου του αγώνα. Ίσως γιατί ο αγώνας έμοιαζε σαν έναν κακό όνειρο, κι από τα όνειρα λίγα κι αόριστα πράγματα θυμάσαι μετά.
Μέρες αργότερα, συζητώντας μ’ ένα γνωστό προπονητή την τρίτου τύπου επαφή μου με το ανεξήγητο φαινόμενο, πριν ακόμα τελειώσω, κατάλαβα από το ύφος του πως κατείχε το θέμα. Μου φάνηκε περίεργο. Κάθε μυστήριο έχει την εξήγησή του, αλλά εγώ δεν μπορούσα καν να την υποψιαστώ.
Με απόλυτη φυσικότητα μου εξήγησε πως αυτό που μου συνέβη ήταν μια αντίδραση του οργανισμού, με σκοπό την προστασία του. Ο οργανισμός μου, δηλαδή, με εμπόδιζε να πιω νερό, για να με αναγκάσει να διακόψω μια επικίνδυνη γι’ αυτόν προσπάθεια. Ήταν το πιο αδιανόητο πράγμα που έχω ακούσει ποτέ, αλλά προερχόταν από άνθρωπο αποδεδειγμένου κύρους, οπότε δεν το αμφισβήτησα, ούτε το αμφισβητώ. Μου φαίνεται λογικό κι εξωφρενικό ταυτόχρονα. Ο οργανισμός μου προσπάθησε να μ’ εξοντώσει, έτσι ώστε να με εμποδίσει να τον εξοντώσω εγώ.
Ευτυχώς, σωθήκαμε αμφότεροι. Κόντεψε όμως να ολοκληρώσει το κακό η επόμενη δοκιμασία. Ο αγώνας είχε τελειώσει και κανείς δεν φαινόταν να σκοτίζεται ιδιαίτερα για την επιστροφή μας. Όταν καταλάβαμε πως υπάρχει φόβος ν’ απομονωθούμε στο νησί - ακόμα δεν μου έχει περάσει αυτός ο φόβος για τα νησιά - εγκαταλείψαμε το ξενοδοχείο, όπου μάταια περιμέναμε οδηγίες από τους υπεύθυνους, και τρέξαμε στο λιμάνι, για να μπούμε, όπως - όπως, σ’ όποιο πλεούμενο υπήρχε διαθέσιμο.
Επιτέλους. Είχα γλιτώσει και επέστρεφα.
Μια απλή βόλτα στο κατάστρωμα του καραβιού ήταν κάτι που απαιτούσε προσοχή κι επιδεξιότητα. Εφηβικά κορμιά κείτονταν από άκρη σ’ άκρη, σε κατάσταση χειρότερη απ’ αυτήν που είχα βρεθεί πρόσφατα ως μαραθωνοδρόμος. Ορισμένα παιδιά συνέρχονταν κάπως, άνοιγαν τα κόκκινα μάτια τους, επιχειρούσαν κάποια προσπάθεια ανασηκώματος του κορμιού ή μια ανολοκλήρωτη αλλαγή στάσης και μ’ ένα πληγωμένο βογκητό σωριάζονταν ξανά. Ήταν τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα μιας ακόμα σχολικής εκδρομής.
Κάθισα σ’ ένα παγκάκι κι ανέπνεα τον θαλασσινό αέρα. Συνερχόμουν, σιγά-σιγά. Η Ρόδος και η ταλαιπωρία μου έμενε πίσω. Αλλά όσο κι αν έχεις ταλαιπωρηθεί σ’ ένα μαραθώνιο, όταν τελειώνει, χαίρεσαι που τον έκανες. Pain is temporary, laurels are forever, υποστηρίζει ένα αγαπημένο μου ρητό, αν και σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να διεκδικήσω δάφνες για το δεινοπάθημά μου.
Όταν η Ρόδος χάθηκε ξανακοίταξα τα σπαρμένα κορμιά στο κατάστρωμα. Ήλπισα πως, γρήγορα, πολλά απ’ αυτά τα παιδιά θα κατάφερναν να βρουν το δρόμο τους. Πως θα εκτιμούσαν το αγαθό της νεότητας, πριν το χάσουν. Πως δεν θα σπαταλούσαν τη ζωτικότητά τους στο ξενύχτι και στο αλκοόλ. Διατηρώ μια απορία όμως: Γιατί ο δικός τους οργανισμός δεν τα προστάτεψε; Αν ο δικός μου δεν μου επέτρεψε να δεχτώ ένα απλό νεράκι, αυτά, γιατί τα επέτρεψε να καταπιούν όλα τα κατακάθια των νυχτερινών παραμάγαζων;
Ίσως, γιατί, ακολουθώντας ένα υγιεινό τρόπο ζωής τα φυσικά συστήματα προστασίας παραμένουν ενεργά και διατηρούν την επιφυλακή τους, σκέφτομαι. Ακούγεται ηθικοπλαστικό, και δεν μ’ αρέσει να κάνω κηρύγματα, αλλά είναι η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω.
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, πολύ θα ήθελα να μπορούσα να ξανατρέξω στη Ρόδο, στην ίδια διαδρομή, δίπλα στις ακτές και στ’ ακρογιάλια, για ν’ αντικαταστήσω με όμορφες τις οδυνηρές στιγμές του τότε. Αλλά, δυστυχώς, αυτό δεν γίνεται. Η Ρόδος ήταν το ποτάμι που διάβηκα εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, και πέρασε μέσα από τα χέρια μου χωρίς να μπορέσω να πιω - στην κυριολεξία - ούτε μια στάλα, όπως θα έλεγε κι ο Σμυρνιός ποιητής.
                                                             

  -----
Με τον Νίκο Βούλγαρη.
Και για τον Νίκο: Ήταν ο πιο μεγάλος και πιο παλιός αθλητής αποστάσεων στην Καβάλα. Μέτρησε δεκαετίες στο τρέξιμο. Κοντά του ακολούθησα στροφές, προγράμματα, χρονομετρημένα σχέδια. Βρήκα τη μοναδική και πολύτιμη παρέα, που τόσο χρειαζόμουν στους αγώνες, εκείνη την μοναχική εποχή. Μοιραστήκαμε χιλιόμετρα, κουβέντες, χαρές κι απογοητεύσεις. Είχε την πείρα του παλιού, είχα τον ενθουσιασμό του καινούργιου, κι ανακαλύπταμε πολλές φορές το μέσο όρο. Του γνώρισα το βουνό, αλλά το βουνό δεν τον κράτησε. Το στάδιο δεν κρατά πια εμένα. Αλλά δεν ήταν αυτό που μας χώρισε. Εντελώς ξαφνικά, σταμάτησε να τρέχει. Κανείς μας, ποτέ, στην παρέα που είχε πια μεγαλώσει, δεν κατάλαβε το γιατί. Έχουμε διακόψει τις επαφές μας, αλλά τις λίγες φορές που συμπτωματικά βρισκόμαστε στη μικρή μας πόλη, το πρόσωπό του φέγγει από την λάμψη των αναμνήσεων που ξυπνούν. Πάντα με βεβαιώνει πως, όπου να’ ναι, θα ξαναεμφανιστεί. Μεταδίδω τη δηλωμένη επιθυμία του στους υπόλοιπους και για καιρό, πηγαίνοντας στο στάδιο, περίμενα να δω το αυτοκίνητό του απ’ έξω κι αυτόν να τρέχει στους διαδρόμους του. Δεν περιμένω πια, γιατί το ξέρω πως δεν θα ξανάρθει, για κάποιο λόγο που δεν μας εκμυστηρεύτηκε ποτέ.

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 1.



    Έχω, μέχρι στιγμής, τρέξει 18 μαραθωνίους στη χώρα μου και 6 στο εξωτερικό. Σε ηλικιακό διάστημα από 39 έως 55 γεμάτα. Σε χρόνους κάτω από 3,5 ώρες, έως πάνω από 4.30. Με ποικιλία συναισθηματικών διαθέσεων και καιρικών συνθηκών. Με ήλιο και ζέστη, με κρύο και βροχή. Κάποιους με το βάρος του άγχους που με ξαγρυπνούσε τη νύχτα, κι άλλους με τη λαχτάρα του ξημερώματος που θα μ’ έβρισκε σε μια όμορφη γιορτή. Κυνηγώντας κάποια επίδοση ή, απλά, συνοδεύοντας ένα φίλο. Με την αγωνία του τερματισμού, ή την περιηγητική ματιά ενός ταξιδιώτη.
Τη δεκαετία του 90 συναντήθηκα με 4 μαραθώνιους στην Ελλάδα: Τον μαραθώνιο της κλασικής διαδρομής της Αθήνας.  Τον μαραθώνιο της Πάτρας, που για διάφορους λόγους δεν υφίσταται πλέον. Της Ρόδου, που επίσης δεν υφίσταται πλέον. Και της Μακεδονίας, στη Θέρμη, που μέτρησε 2 διοργανώσεις όλο κι όλο, το 1996 και 1997, πριν διακόψει οριστικά κι αμετάκλητα. Αν ισχύει πως ήταν ανεπίσημος, χωρίς διαπιστευμένη δηλαδή μέτρηση από τον ΣΕΓΑΣ, οι επίσημοι μαραθώνιοι στη χώρα ήταν 3.
Και σήμερα τόσοι είναι: Ο Κλασικός Μαραθώνιος της Αθήνας, ο μόνος, μέχρι στιγμής, που φέρει επάξια τον τίτλο του διεθνούς, υπήρξε και παραμένει η πρώτη επιλογή των ελλήνων μαραθωνοδρόμων. Ο Μαραθώνιος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, με αφετηρία την Πέλλα και τερματισμό μπροστά στο άγαλμα του ήρωα, είναι ο πιο προσιτός για τους Βορειοελλαδίτες. Αναφέρεται επίσης ως διεθνής, αλλά αυτός ο τίτλος δεν δικαιώνεται από την αντίστοιχη παρουσία αλλοδαπών δρομέων, παρά μόνο των ολίγων εκείνων που διεκδικούν την πρωτιά και το χρηματικό έπαθλο που τη συνοδεύει, και που αποτελεί το κίνητρό τους. Ο μαραθώνιος της Καλαμάτας γειτνιάζει χρονικά με τον προηγούμενο, το 2012 μάλιστα προγραμματίστηκε την ίδια ακριβώς μέρα, για λόγους ακατανόητους στους πολλούς φίλους του αθλήματος.
Το επαρχιακό κλίμα που επικρατεί στους δυο αυτούς μαραθωνίους, όπως και σ’ εκείνον τον μακαρίτη της Πάτρας, δεν οφείλεται στις ελλείψεις ή στις παραλείψεις των διοργανωτών τους, ούτε στο αδιάφορο τοπίο της διαδρομής. Οφείλεται στην αδιαφορία του τοπικού κόσμου. Δεν μ’ αρέσει ο δρομέας που τρέχει για το χειροκρότημα, αλλά σ’ όλους μας αρέσει το χειροκρότημα. Επίσης, κανείς δεν οφείλει να συμμερίζεται τα συναισθήματά σου, αλλά σε λυπεί η διαπίστωση πως κάτι τόσο σημαντικό στέκει απόμακρο στη νοοτροπία μας.
Λαμβάνοντας μέρος σε μαραθώνιους του εξωτερικού, σκεφτόμουν συχνά πως αυτό που γεννήθηκε στον τόπο μας, ενηλικιώθηκε σ' άλλα μέρη, εκεί, όπου μεταλαμπαδεύτηκε η ουσία του ελληνικού πολιτισμού. Μακάρι να επιστρέψει πάλι, ώριμο και δυνατό, όπως παιδί που στείλαμε στα ξένα, αλλά δεν ξέχασε την καταγωγή του. Θα τα καταφέρει, αρκεί να το θελήσουμε κι εμείς. Δεν μας το άρπαξε κανένας λόρδος, ούτε απαιτούνται διπλωματικές πρωτοβουλίες και διεθνείς καμπάνιες για την ανάκτηση του. Κτήμα μας είναι μόνο όσα αγαπάμε. Αν δεν τα αγαπάμε πραγματικά, αν τα θέλουμε μόνο για να αποκαταστήσουμε το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς ή επειδή μας λείπουν υποστυλώματα από τον Παρθενώνα της πληγωμένης εθνικής μας υπερηφάνειας, τότε ο τόπος καταγωγής ή εξορίας τους δεν έχει καμιά σημασία.




2ος Μαραθώνιος Μακεδονίας, 1997.


   Η κοφτή χειρονομία του τροχονόμου σταματά την κυκλοφορία, ώστε να περάσεις με ασφάλεια. Με το άλλο χέρι υποδεικνύει την πορεία: Δεξιά. Δεν έφτασες ακόμα στο τέρμα, λάθος νόμιζες. Έχει κι άλλο. Με κομμένη ανάσα καταφέρνεις να τον ρωτήσεις πόσο απέμεινε. Είναι ενθαρρυντικός, μόνο τετρακόσια μέτρα. Τα πόδια σου κόβονται. Πως θα τα καταφέρεις, άλλα τετρακόσια μέτρα; Ναι, πρόκειται για μαραθώνιο.
Στην περίπτωσή μου, αυτόν της Μακεδονίας. Τον 2ο και τελευταίο. Με το χρονόμετρο στο χέρι, την αγρύπνια από το άγχος της προηγούμενης, αλλά και αποφασιστικότητα νεανική, έτσι θυμάμαι τον εαυτό μου εκείνο το φθινόπωρο του '97. Την πρώτη από τις τρεις, όλες κι όλες, φορές που κατάφερα επίδοση κάτω από 3.30 ώρες σε μαραθώνιο. 
Προσπαθώντας να πετύχω επιδόσεις που κανείς στον κόσμο δεν θα θεωρούσε σπουδαίες, αν και αρκετοί θα τις ήθελαν, οι μαραθώνιοι, τότε, είχαν για μένα μια άλλη διάσταση. Τον 2ο της Μακεδονίας τον ξεκίνησα ορμητικά, καταπίνοντας τα αρχικά του χιλιόμετρα, και αισιόδοξα, καθώς διαπίστωνα πόσο κοντινή έμοιαζε η απόσταση που χώριζε τους χιλιομετρικούς δείκτες. Πόσο σύντομα έφτασα από το 11ο στο 12ο χιλιόμετρο - ήμουν καλά προπονημένος, διάολε. Μετά στο 13ο, μετά στο 14ο. Τον στόχο μου τον είχα σίγουρο, σκεφτόμουν, καθώς δεν γνώριζα αυτό που γνωρίζω σήμερα. Πως τα 30 χιλιόμετρα είναι το μισό ενός μαραθωνίου.
Το σώμα μου όμως το μάθαινε, εμπειρικά. Συγχώρεσα μεγαλόκαρδα τους διοργανωτές που ξέχασαν να βάλουν σημάδι στο 33ο χιλιόμετρο, ας είναι, είχαν φιλότιμα προνοήσει για το καθένα απ’ τα προηγούμενα. Ίσως και να έβαλαν, σκέφτηκα, αλλά το παρέσυρε ο αέρας. Ή το παρέβλεψα, ως αποτέλεσμα της κούρασης που είχε εμφανώς αρχίσει να με καταβάλει. Αλλά όχι, νάτο, το 33ο φάνηκε. Δεν το είχαν ξεχάσει, λοιπόν. Περίεργο, όμως, γιατί άργησε τόσο;
Δεν πρόλαβα να το σκεφτώ πολύ, δεν ήθελα μάλλον να δεχτώ ένα τόσο δύσκολο χιλιόμετρο, καθώς με προβλημάτιζε πλέον η απουσία του δείκτη στο 34ο. Αλλά όχι, μετά από - αλήθεια πόσο; - εμφανίστηκε κι αυτό. Τι στο καλό συνέβαινε εδώ; Το 35ο έπρεπε να το φτάνω ήδη, αλλά δεν φαινόταν ούτε στο βάθος του ορίζοντα. Δεν μπορεί, αυτό θα το ξέχασαν, σίγουρα. Άρα το έχω προσπεράσει, κι αυτό που αχνοφαίνεται εκεί μακριά είναι το 36ο.
Όχι, το 35ο είναι.
Θυμάμαι την απελπισία να με καταβάλει. Είχαν απομείνει πια μόνο 5 χιλιόμετρα, που όμως κάτι σχετικό με την σχετικότητα τα επιμήκυνε. Φοβήθηκα πως ο δρόμος δεν θα τελείωνε ποτέ. Πως είχα βρεθεί σ’ ένα διαστελλόμενο σύμπαν, πως κάποια φυσική ή μεταφυσική δραστηριότητα διέστελλε αέναα το χωροχρόνο, πως κάθε χιλιομετρική ταμπέλα απομακρυνόταν διαρκώς από την προηγούμενη, όπως οι γαλαξίες μεταξύ τους, και πως μάταια πάσχιζα να φτάσω στον προορισμό μου. Ο πιο συνηθισμένος εφιάλτης, όπου τα πόδια πασχίζουν να κινηθούν, χωρίς όμως να καταφέρνουν να σε μετακινήσουν από το σημείο όπου βρίσκεσαι, είχε ζωντανέψει.
Αισθάνομαι τυχερός που σήμερα διαθέτω τα εφόδια να ερμηνεύσω τα παράξενα των καιρών εκείνων. Τότε αισθάνθηκα τυχερός που τέλειωσα τον αγώνα και μάλιστα, παρόλα τα εφιαλτικά αδιέξοδα, κάτω από τις 3,5 ώρες του δηλωμένου στόχου, έστω και κατά λίγο. Λέω δηλωμένου, γιατί συνήθως έχουμε κρυμμένο κι έναν άλλο, ομολογημένο μόνο στον εαυτό μας, που τις περισσότερες φορές αποδεικνύεται υπέρμετρα αισιόδοξος.

    Αυτό που μου είχε συμβεί στον μαραθώνιο της Μακεδονίας δεν ήταν ο λεγόμενος ‘τοίχος’. Δεν ήταν το κατέβασμα του γενικού διακόπτη, που σ’ αφήνει απροειδοποίητα στο σκοτάδι. Ήταν μια βαθμιαία εξάντληση, ένα διαρκές ξόδεμα των δυνάμεων. Τον ‘τοίχο’ θα τον συναντούσα έντεκα χρόνια αργότερα, και μάλιστα στον πρώτο μου μαραθώνιο του εξωτερικού, στη Ζυρίχη.
Αλλά, μέχρι τότε, είχα ακόμα έναν πολύ μακρύ και συναρπαστικό δρόμο να τραβήξω. Έναν δρόμο στον οποίο οι μαραθώνιοι ήταν σταθμοί, αφού κατάφερναν να έχουν μια αίγλη διαφορετική, ακόμα κι από τους μεγαλύτερους αγώνες που δοκίμασα κάποτε. Αυτό που έζησα στην Θέρμη, θα το συναντούσα τακτικά, αλλά θα μου ήταν πια γνωστό. Μόνο τα τέσσερα τελευταία χρόνια κατάφερα να φτάσω σε μια κατάσταση, όπου ο μαραθώνιος με οδηγεί στον παράδεισο, χωρίς πρώτα να με περνά από τη δοκιμασία της κόλασης. Αλλά τότε, είπαμε, ήμουν ακόμα στην αρχή αυτής της ατέλειωτης διαδρομής.



Μαραθώνιος Πάτρας, 1997 – 1999.

   Η πόλη της Πάτρας φιλοξενούσε μαραθώνιο για κάποια πρωτοπόρα χρόνια, διέκοψε, όμως, για διάφορους λόγους. Κάτι ακούστηκε για εσωτερικές διενέξεις. Κάτι για τη διαδρομή που διασταυρωνόταν με τις σιδηροδρομικές γραμμές, κι αυτό παραβίαζε επίσημους κανονισμούς. Πράγματι, οι μαραθωνοδρόμοι που δεν κατάφερναν να περάσουν έγκαιρα, έπρεπε να περιμένουν τη διέλευση του τρένου για να συνεχίσουν. Δεν ξέρω, όμως, αν ήταν αυτοί πράγματι ο λόγοι. Νομίζω πως η σημαντικότερη αιτία οφείλεται στο ότι κανείς σχεδόν, εκτός από τους αθλητές, δεν εκτίμησε αυτό που γινόταν στην Πάτρα, ούτε φυσικά η πόλη. Υποθέτω ότι μια συνηθισμένη Κυριακή η πλατεία της θα γέμιζε περισσότερο κόσμο, αλλά την συγκεκριμένη επέλεγαν να βρίσκονται κάπου αλλού, ώστε να μην τους ενοχλεί το γεγονός. Αν ο κόσμος αγκάλιαζε τον αγώνα της πόλης του, θαρρώ πως θα βρισκόταν μια λύση, ακόμα και για το τραίνο.
Από την Πάτρα με χώριζε απόσταση, δύσκολη για τους δρόμους εκείνων των καιρών. Την πρώτη φορά την έκανα με άνεση χρόνου, αλλά και μοναξιά ανυπόφορη. Την δεύτερη κατεβήκαμε με το αμάξι ενός φίλου. Η δουλειά του τον στένευε κι έτσι ξεκινήσαμε από Καβάλα, Σάββατο απόγευμα, με τη γυναίκα του για οδηγό. Το βράδυ, στον Μπράλο, μας έπιασε ομίχλη και λάστιχο. Τα χαράματα, στον ισθμό Ρίου - Αντίρριου, άρχισε η καταιγίδα. Το αυτοκίνητό μας ήταν το τελευταίο που πρόλαβε το φέρυ, πριν διακοπούν τα δρομολόγια.
Όταν φτάσαμε στην Πάτρα το λεωφορείο που μετέφερε τους αθλητές ξεκινούσε για την αφετηρία. Η οδηγός μας το ακολούθησε. Η καταιγίδα μαινόταν, δεν τολμούσαμε να βγούμε. Ο φίλος μου, νεόφερτος στο τρέξιμο, θεώρησε δεδομένο πως ο αγώνας δεν θα γίνει, αλλά εγώ ήξερα πως θα γίνει, γιατί ήξερα τους δρομείς.
Λίγο πριν την εκκίνηση φόρεσα το αδιάβροχό μου και πλησίασα την ολιγομελή συγκέντρωση στην αφετηρία. Οι διοργανωτές, εν μέσω ακατάπαυστης θεομηνίας, ανέθεσαν στους υποψήφιους συμμετέχοντες να πάρουν την ευθύνη, αν επιθυμούν ή όχι να διεξαχθεί ο αγώνας. Ψηφίσαμε. Ελάχιστοι αποχώρησαν. Επέστρεψα στο αυτοκίνητο κι είπα στο φίλο μου να ετοιμάζεται. Δεν το πίστευε. Κοίταζε αρκετή ώρα μέσα από τα παράθυρα, μέχρι να πειστεί ότι δεν αστειεύομαι. Δεν ήξερε, ακόμα, τους δρομείς.
Τρέχαμε σε λίμνες, τα παπούτσια μου είχαν βαρύνει. Από τη μέση και μετά βγήκε ο ήλιος. Τερματίσαμε στεγνοί. Αμέσως μετά τον τερματισμό, ξαναμπήκαμε στο αμάξι, και ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Η οδηγός μας έκανε το διπλό δρομολόγιο, 20 και πλέον ώρες οδήγησης, χωρίς στιγμή ύπνου. Της χρωστάμε τον αγώνα. Νοιώθαμε υπερήφανοι ως μαραθωνοδρόμοι, αλλά αυτό που κατάφερε αυτή μου φαινόταν δυσκολότερο.
Πάτρα, 1998.
Από τον μαραθώνιο της Πάτρας δεν καταφέρνω να βρω ούτε τα μετάλλιά μου. Ό,τι υπάρχει από τις τρεις φορές που συμμετείχα σ' αυτόν είναι καταγεγραμμένο στη μνήμη μου, και σε τέσσερις θολές φωτογραφίες του ’98. Δυο που με εμφανίζουν στα τελευταία μέτρα του τερματισμού και δυο μετά. Δεν ξέρω καν αν η Πάτρα κράτησε κάτι από ένα γεγονός που τιμά την ιστορία της. Ελπίζοντας πως ναι, πληκτρολόγησα τις λέξεις, μαραθώνιος Πάτρας, στις μηχανές αναζήτησης, για να βρω πως ξεκινά ένας μαραθώνιος στο Δημοτικό Συμβούλιο της Πάτρας, με κύριο θέμα την εκλογή του προέδρου του σώματος. Λίγο πριν βγω απ' την αναζήτηση το μάτι μου έπεσε στο γενικό αρχείο ενός φωτογράφου, από τα Ιωάννινα. Πάτησα το πλήκτρο και στην οθόνη εμφανίστηκαν δυο δυσδιάκριτα άλμπουμ, από τις διοργανώσεις του ’96 και ’97. Η ποιότητα τους φανέρωνε το χρόνο που πέρασε, γι’ αυτό και ταίριαζε με τις ξέθωρες εικόνες που απέμεναν στη μνήμη μου.
Σκέφτηκα να έρθω σ’ επαφή με τον φωτογράφο, όπως προτρέπει η ιστοσελίδα του, καθώς με διέκρινα σε μια από τις φωτογραφίες της συλλογής του '97. Δεν ξέρω, όμως, αν θα το κάνω. Ίσως είναι καλύτερα να μην ανασκαλεύεις όσα τόσο γαλήνια έχουν βρει τη θέση τους, στα βάθη της συνείδησής σου.


Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Οι ορεινοί αγώνες 2.




Ταΰγετος. 28 Μαρτίου 2010.



   Ήταν ένα από τα εφιαλτικότερα βράδια της ζωής μου. Ο ίλιγγος γινόταν ανυπόφορος, κάθε που κατάφερνα να κλείσω τα μάτια μου. Όταν η εξάντληση βάρυνε τα βλέφαρα, ένιωθα πως κάτι ετοιμαζόταν να εκραγεί μέσα στο κεφάλι μου. Ανασηκωνόμουν με το φόβο πως από λεπτό σε λεπτό θα με κυριεύσει για πάντα το σκοτάδι.
Για πολύ καιρό, έπειτα, ζούσα με το φόβο της επανόδου αυτού του τρομακτικού φαινομένου. Ευτυχώς, δεν ξανάρθε, παρά μόνο ένα και μοναδικό βράδυ, στο μακρινό Νεπάλ, πριν την τελευταία πορεία, μέχρι την κατασκήνωση βάσης του Έβερεστ. Εκεί, τουλάχιστον, ήξερα την αιτία.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι του ξενοδοχείου, στη Μεσσήνη, πριν βγει το φως. Έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε ύπνος. Δεν κατάφερα να φάω, ούτε να πιω.  Ξεκίνησα να οδηγώ στο σκοτάδι σαν υπνωτισμένος. Μια ώρα δρόμος, όλο στροφές. Χάραζε, όταν έφτασα σ’ ένα άγνωστο, αλλά πανέμορφο μέρος. Ήταν η Καρδαμύλη, απ’ όπου θα ξεκινούσε ο Taygetos Challenge, αγώνας 38 χλμ. και 2000μ. υψομετρικής διαφοράς.
Στην πλατεία, η γραμματεία έπαιρνε θέσεις. Είχα φτάσει από τους πρώτους. Πάρκαρα κοντά το αυτοκίνητο, βγήκα και δοκίμασα κάποια βήματα. Πίστευα πως το κλίμα του αγώνα θα με ζωντάνευε, πολλές φορές συνέβαινε αυτό, αλλά τώρα απέτυχε να συμβεί, παρά μόνο πολύ πρόσκαιρα. Αισθανόμουν ζάλη κι αδυναμία. Ξαναμπήκα στο αυτοκίνητο και ξάπλωσα στο κάθισμα. Υπήρχε χρόνος ακόμα.
Προσπάθησα αργότερα, αλλά δεν κατάφερα καν να σηκωθώ από το κάθισμα. Είδα τους αθλητές να καταφθάνουν και να παραλαμβάνουν τα νούμερά τους. Συνειδητοποιούσα πως έχανα τον αγώνα για τον οποίο είχα κάνει αμέτρητα χιλιόμετρα. Η Καβάλα και ο Ταΰγετος βρίσκονται στα δυο αντίθετα άκρα της στεριανής Ελλάδας. Αλλά δεν γινόταν.
Με βαριά θλίψη κι απέραντη απογοήτευση έβαλα μπρος και ξεκίνησα για την επιστροφή. Ήταν το άδοξο τέλος τόσων προσδοκιών.
Έπαιρνα ήδη τις στροφές της πρώτης ανηφορικής πλαγιάς. Κάθε λεπτό και πιο μακριά. Μετά την τελευταία στροφή ο όμορφος οικισμός θα έμενε πίσω κι όλα τα όνειρα θα έσβηναν ανεκπλήρωτα σ’ ένα άτυχο παρελθόν.
Αλλά, τότε, κάπου εκεί, λίγο πριν χαθεί ο Ταΰγετος, ένα άλικο φως έβαψε τον εσωτερικό καθρέφτη. Ήταν μαγευτικό, σαν ουράνιο μήνυμα. Σταμάτησα. Έσβησα τη μηχανή και σύρθηκα έξω.
Πήρα βαθιές ανάσες από τον καθαρό αέρα της αυγής, ένα ζωογόνο μίγμα βουνού και θάλασσας. Είδα τον κατακόκκινο ήλιο που ανέτειλε. Στο ήσυχο τοπίο, εκεί, κάτω, τα χρώματα ζωήρευαν. Το βουνό φαινόταν να ξεκινά από τη θάλασσα και να υψώνεται στον ουρανό, ενώνοντας δυο επιφάνειες διαφορετικού γαλάζιου. Είδα μπροστά μου να ξεδιπλώνεται το αιώνιο ποίημα της φύσης. Αυτό, που εγκατέλειπα κι έφευγα.
Και δεν έφυγα. Έμεινα εκεί, γιατί σκέφτηκα πως κάπως έτσι είναι ο θάνατος. Μια πανέμορφη μέρα, ένας πανέμορφος κόσμος, άνθρωποι που σφύζουν από ζωντάνια, κι εσύ, κουρασμένος κι ανήμπορος, να φεύγεις. Δεν ήθελα να το αποδεχτώ. Δεν ήθελα να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου. Δεν ήθελα να ζήσω αυτόν τον μικρό θάνατο, που μπορεί να ήταν και χειρότερος από τον κανονικό, γιατί θα είχα τη μνήμη του. Ήθελα, απελπισμένα, να ζήσω.
Αφέθηκα στο αφρισμένο ποτάμι της παρόρμησης. Παραμέρισα κακές εκδοχές και λογικούς φόβους. Οδηγούσα σαν τρελός, ξανά, στις κατηφορικές στροφές του δρόμου, για να προλάβω την εκκίνηση. Οι αθλητές φαίνονταν από ψηλά να συγκεντρώνονται ήδη στη γραμμή.
Άρπαξα το νούμερο όταν έπεσε η πιστολιά, και περνούσα τις παραμάνες στο μπλουζάκι ενώ έτρεχα ήδη.


  Η συντηρητική τακτική έπρεπε να τραβηχτεί στα άκρα. Θα έμενα ο τελευταίος των τελευταίων, εξαντλώντας όλα τα χρονικά περιθώρια των σταθμών. Κι όσο πάει. Όσο συρθεί, δηλαδή. Γι’ αυτό και μου φάνηκε περίεργο το ότι ενώ όλοι οι αθλητές είχαν εξαφανιστεί στις πλαγιές του βουνού, μια και μόνη κοπέλα καθυστερούσε περίεργα. Το να βλέπει πλάτη ο δρομέας θεωρείται ειρωνικός χαριεντισμός, αλλά στην κατάσταση που βρισκόμουν ήταν ευτυχές απρόοπτο. Πιθανολόγησα πως η συγκεκριμένη ξεκίνησε αργά λόγω στρατηγικής, κι όπου να ‘ναι θα εξαφανιστεί κι αυτή.
Αγκομαχούσα σκυφτός στην πρώτη ανηφόρα όταν άκουσα τη φωνή της. Αν και δεν υπήρχε κανείς άλλος ολόγυρα, χρειάστηκαν λογικοί συνειρμοί για να καταλάβω πως απευθυνόταν σε μένα, καθώς δεν ήμουν καν σίγουρος πως είχε αντιληφθεί την ταλαίπωρη ύπαρξη που σερνόταν κάπου πίσω της. Η καθαρή φωνή της με συμβούλευε να μην την ακολουθώ, γιατί θα με κάψει πάλι. Χρειάστηκαν επιπλέον λογικοί συνειρμοί για να καταλάβω ποια ήταν.
Πράγματι, η Ειρήνη με είχε κάψει, πέντε μήνες πριν, σ’ ένα αγώνα 41 χιλιομέτρων και 2645 ξεθεωτικών υψομετρικών, στην Χαιντού της Ροδόπης.



   Παραδέχομαι πως είναι συμπλεγματικό να ενοχλείσαι όταν σε περνούν γυναίκες, αλλά συμβαίνει στους περισσότερους άντρες, και σε κάποιο βαθμό συμβαίνει και σε μένα, παρόλο που προσπαθώ να το καταπολεμήσω. Δεν μ’ ενοχλούν οι γυναίκες που ξεχύνονται μπροστά και δεν τις ξαναβλέπω παρά μόνο αν προλάβω να τερματίσω πριν τις απονομές, μ’ ενοχλούν αυτές οι λίγες που με περνούν στη διάρκεια.
Στη Χαιντού η Ειρήνη με είχε προσπεράσει κάπου στο 14ο χιλιόμετρο, με τρόπο που ξυπνούσε περισσότερο την περιέργεια, παρά το ανταγωνιστικό μου. Είχα ενημερωθεί για τα θαύματα που κάνουν οι νέοι στους σημερινούς αγώνες, αλλά κάτι τέτοιο δεν το φανταζόμουν. Πίεσα τον εαυτό μου να την ξαναπεράσει, πράγμα που κατάφερα με δυσκολία και χωρίς να εξασφαλίσω κάποια αξιόλογη διαφορά. Μ’ ακολουθούσε από κοντά και ξαναβγήκε μπροστά μου, μ’ ακόμα μεγαλύτερη ορμή κι αποφασιστικότητα.
Αυτό ήταν από τ’ άγραφα. Απέμεναν 27 δύσκολα χιλιόμετρα, κι αναρωτιόμουν αν ήταν ανθρωπίνως δυνατόν να συνεχίσει έτσι στο εφεξής. Κι εγώ επιλέγω να ξεκινώ αργά και να επιταχύνω στη διάρκεια, αλλά τέτοια αλλαγή ρυθμού μου φαινόταν αδιανόητη, ακόμα και για ένα σύγχρονο σούπεργκερλ.
Ευτυχώς, το κυνηγητό δεν κράτησε πολύ, δεν θα μπορούσε άλλωστε από μεριά μου. Πλησιάζαμε στο σταθμό, όπου θα έδινα αναγκαστικό τέλος στην κόντρα, όπως κι αυτή, ήλπιζα. Πράγματι έδωσε, αλλά με τρόπο απρόσμενο. Άρχισε να πανηγυρίζει. Ήταν η πρώτη, σ’ έναν μικρότερο αγώνα που διεξαγόταν παράλληλα. Τον είχα λησμονήσει εντελώς. Εκείνη αποχωρούσε νικήτρια κι εγώ δεν είχα φτάσει καν στα μισά του δικού μου αγώνα. Εκτός από ξεθεωμένος αισθανόμουν και χαζός. Είναι δύσκολο να αισθάνεσαι χαζός σ’ έναν αγώνα, αλλά δεν ήταν δικό της το φταίξιμο.


   Δεν θυμάμαι αν το έχω αναφέρει κάπου, αλλά πολλές φορές μ' έχει ξελασπώσει η συντροφιά στους αγώνες, ιδίως η γυναικεία. Κατά πρώτον οι γυναίκες μου χρησίμευσαν ως σημείο αναφοράς, ώστε να μπορώ να προσδιορίζω τη θέση μου, σε σχέση με το μέσο δρομέα. Όταν επανεμφανίστηκα στους αγώνες βρέθηκα αντιμέτωπος με μια πληθώρα άγνωστων προσώπων κι ονομάτων. Με τον καιρό θα μάθαινα κάποια ονόματα και θα συγκρατούσα κάποια πρόσωπα, αλλά το να αντιστοιχίσω τα πρόσωπα στο σωστό όνομα παραμένει ακόμα ζητούμενο. Ο μόνος τρόπος για να διαπιστώνω την όποια πρόοδό μου στις ατέλειωτες λίστες της γενικής κατάταξης, ήταν να την συγκρίνω με τα λίγα γυναικεία ονόματα, που μπορούσα εύκολα να εντοπίζω και να συγκρατώ.


   Στον Ταΰγετο, βέβαια, δεν ετίθετο θέμα κατάταξης. Ετίθετο θέμα επιβίωσης. Ωστόσο η Ειρήνη δεν το γνώριζε. Η προτροπή της να μην την ακολουθώ αφορούσε την ειλημμένη της απόφαση να διακόψει την προσπάθειά της στον κεντρικό σταθμό, κάπου μετά τα μισά της διαδρομής, όπου είχε προνοήσει ν’ αφήσει και το αυτοκίνητό της από την προηγούμενη. Αυτήν τη φορά προσπαθούσε να με προστατέψει, όχι από το γρήγορο ρυθμό, αλλά απ’ αυτόν της βέβαιης εγκατάλειψης.
Μου προξένησε εντύπωση τέτοια απόφαση, από μια καλή αθλήτρια, που δεν φαινόταν ν’ αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα. Αν και μου εξήγησε πως πρόκειται για κάτι που έχει να κάνει με τις τιμές του σιδήρου της, εν τούτοις παρέμενε ζήτημα απόφασης κι όχι αδυναμίας. Αγαπούσε το τρέξιμο κι ήθελε να μπορεί να τρέχει και στην υπόλοιπη ζωή της. Αρνούνταν να υποβληθεί σε μια δοκιμασία που θα την πλήρωνε μετά. Αφουγκραζόταν το σώμα της, σ’ αντίθεση με μένα. Άλλωστε ήταν διατροφολόγος, συνεργάτης του ελληνικού περιοδικού για το τρέξιμο. Άκουγα, εγώ ο μεγαλύτερος, τη φωνή της ωριμότητας, από μια πολύ μικρότερη σε ηλικία κοπέλα.
Ο κεντρικός σταθμός ήταν σε σημείο όπου θα ήμουν πολύ ικανοποιημένος αν κατάφερνα να φτάσω. Προθυμοποιήθηκε να με κατεβάσει με το αυτοκίνητό της, αν τα παρατούσα εκεί. Και μόνο στην ιδέα, ο αγώνας έμενε πλέον μισός, κι αυτό μου έδινε κουράγιο. Αισθανόμουν ήδη καλύτερα. Αρκετά, για να φτάσω μέχρι εκεί, μέσα στο προκαθορισμένο όριο. Αρκετά για να περάσω και μερικούς από τους τελευταίους δρομείς.
Παρέδωσε τον αριθμό της και κάθισε, ήρεμη κι ικανοποιημένη, σ' ένα πεζούλι. Φαινόταν φρέσκια και ξεκούραστη, σαν να μην είχε κάνει τίποτα δύσκολο. Ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από δρομείς που συνέχιζαν, κι από μένα, φυσικά. Ωστόσο ούτε στιγμή δεν σκέφτηκε ν’ αναθεωρήσει την απόφασή της. Δεν είχα συναντήσει ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν νομίζω πως συνηθίζεται.
Έκοβα βόλτες προβληματισμένος. Η παρέα της με είχε βοηθήσει και το κυριότερο είχα καταφέρει, έστω και με καθυστέρηση, να δεχτώ μικροποσότητες ισοτονικών. Υπήρχαν χρονικά περιθώρια, δεν ήμουν πια νεόφερτος, είχα εκπαιδευτεί στις κακουχίες και σκεφτόμουν πως, αν κατάφερνα να πιω, είχα πιθανότητες να βρω δυνάμεις και να φτάσω, έστω και στο παραλίγο, μέχρι το τέρμα.
Της ζήτησα πέντε λεπτά καιρό να το σκεφτώ και μου επέτρεψε να το σκεφτώ όσο θέλω. Όταν της ανακοίνωσα πως, παρά την κατάστασή μου, σκέφτομαι τελικά να συνεχίσω, μου απάντησε με φυσικότητα πως ήταν σίγουρη ότι έτσι θα έκανα. Με εξέπληξε γι’ άλλη μια φορά. Δεν φανταζόμουν πως οι λίγες κουβέντες που είχαμε ανταλλάξει θα της επέτρεπαν πρόσβαση στην ιδιοσυγκρασία μου. Ή εκτός από διατροφολόγος ήταν και ψυχολόγος ή παραήμουν προφανής χαρακτήρας.
Δεν μετάνιωσα που συνέχισα. Η τύχη μου επιφύλαξε νέες εμπειρίες και νέες γνωριμίες, αρκετές για να γραφτεί κάποτε κι ένα δεύτερο μέρος αυτού του κεφαλαίου. Οι συγκυρίες ανταμείβουν αλλιώς όσους δεν έχουν τις δυνατότητες να διεκδικούν αξιόλογη θέση στις κατατάξεις. Αλλά δεν νομίζω πως θα έφτανα μέχρι εκεί, ούτε πως θα απολάμβανα αυτής της συγκυρίας, που τόσο σημαντική υπήρξε στην μετέπειτα πορεία μου. Χωρίς την Ειρήνη δεν θα έχανα απλώς τον αγώνα στον Ταΰγετο, αλλά και πολλά άλλα πράγματα, μ' έναν τρόπο που μόνο ο νόμος των πιθανοτήτων και της εναλλακτικής ιστορίας που δεν θα μάθουμε ποτέ γνωρίζει. Γι’ αυτό και νομίζω πως το πρώτο μέρος αυτού του αγώνα δικαιούται την αυτοτέλειά του.


Τερμάτισα, λοιπόν, τον αγώνα στον Ταΰγετο, ενώ αυτή όχι. Τερμάτισα έκτοτε ένα πλήθος αγώνων, στους οποίους αυτή δεν συμμετείχε. Αλλά, λίγους μόνο μήνες μετά, θα έβλεπα το όνομά της ξανά στις πρώτες θέσεις διάφορων αγώνων. Τον ίδιο κιόλας Σεπτέμβριο, στον ορειβατικό μαραθώνιο του Ολύμπου, απόρησα πως και δεν την είχα συναντήσει, αλλά εντοπίζοντας τη θέση της στην κατάταξη κατάλαβα πως, στο εξής, μόνο τυχαία θα μπορούσα να την συναντήσω, λίγο πριν ή λίγο μετά, αλλά ποτέ κατά τη διάρκεια κάποιου αγώνα.
Η Ειρήνη Χριστάκη
Υπάρχει σοφία στο να διδάσκεσαι από τις εμπειρίες σου. Υπάρχει μεγαλύτερη σοφία στο να μπορείς να διδαχτείς από τις εμπειρίες των άλλων. Στέλνω διαδικτυακά συγχαρητήρια στην Ειρήνη, όταν βλέπω το όνομά της σε κάποια πρωτιά ή σε κάποια καλή θέση. Χαμογελώ με συμπάθεια, κάθε που συμβαίνει αυτό. Είναι λιγάκι δύσκολο να δεχτείς πως μπορεί κάποιος να προοδεύει, ενώ εσύ παραμένεις καθηλωμένος, ακόμα κι αν γνωρίζεις την εξήγηση. Η αυτοπειθαρχία φέρνει καλύτερα αποτελέσματα από τον παρορμητισμό. Η Ειρήνη φρόντιζε τον εαυτό της κι αυτός της το ανταπέδιδε, τη στιγμή που εγώ δεν είχα την παραμικρή ιδέα αν ο αιματοκρίτης μου ήταν ικανός, όχι για πολύωρους, αλλά ούτε καν για μικρούς αγώνες.
Δυστυχώς, δεν είμαι σοφός. Ούτε καν στο βαθμό να μπορώ να χρησιμοποιώ τα γνωστικά μου εφόδια. Επιδιώκω να μοιράζομαι τις όποιες εμπειρίες μου, έτσι ώστε κάποιοι άλλοι να επωφελούνται απ’ αυτές και να μην αισθάνομαι πως πάνε χαμένες. Ο χαρακτήρας μου παραμένει προφανής, τουλάχιστον για έναν ευφυή άνθρωπο. Δεν άλλαξα πολύ από τότε. Κι αν είχα πάλι την ευκαιρία να ξαναβρεθώ στο ίδιο δίλημμα, πάλι το ίδιο θα συνέβαινε. Θα έπαιρνα λίγο χρόνο, όχι για να το σκεφτώ, αλλά για να βεβαιωθώ πως πονά περισσότερο το να παρατήσω παρά να συνεχίσω τον αγώνα και θα επέλεγα να συνεχίσω. Αν η Ειρήνη διαβάζει αυτές τις γραμμές, την φαντάζομαι να παίρνει το ίδιο συγκαταβατικό χαμόγελο και να αισθάνεται σίγουρη πως, έτσι θα έκανα.

   Τον γυρισμό της μιας ώρας, μέχρι την Μεσσήνη, δεν τον κατάφερα μονομιάς. Η αδρεναλίνη υποχωρούσε και παραδινόμουν σε μια κούραση που ζητούσε την αποζημίωσή της. Το κεφάλι μου γύριζε και τα μάτια μου έκλειναν. Ένιωσα πως δεν έχω παραπάνω από πέντε λεπτά περιθώριο. Έπρεπε, το ταχύτερο, να βγω από το στενό δρόμο και να σταματήσω το αυτοκίνητο, πριν πέσω στο τιμόνι. Έστριψα σ’ ένα μικρό ανηφόρι και στάθηκα κάτω από τη σκιά ενός μοναχικού δέντρου. Έγειρα πίσω και κοιμήθηκα αμέσως. Τα γεγονότα της ημέρας στροβιλίστηκαν σε μια πολύχρωμη δίνη, πριν σκοτεινιάσουν κάτω από τα κλειστά βλέφαρα.
Στην αρχή της ημέρας είχα σκεφτεί πως, κάπως έτσι, είναι ο θάνατος. Λίγο πριν βυθιστώ σ’ έναν ύπνο που του έμοιαζε πολύ, σκέφτηκα πως, κάπως έτσι, είναι η ζωή.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Εμείς οι δρομείς.





Κάθε γενικευμένη άποψη για ομάδες πληθυσμού αποδίδει μια μονόπλευρη εικόνα, που δεν έχει να κάνει με την πραγματικότητα, αλλά με ιδεοληψίες και προκαταλήψεις. Επιπλέον, κάθε κοινωνική ομάδα κινείται μέσα σ’ έναν συγκεκριμένο πολιτισμικό χώρο, από τον οποίο έλκει τις καταβολές της. Επακόλουθα, οι παρατηρήσεις και τα όποια συμπεράσματα για την κοινότητα των δρομέων δεν διαφοροποιούνται από οποιασδήποτε άλλης πληθυσμιακής κατηγορίας. Οι δρομείς μεταφέρουν πολλά από τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας που ζουν, αλλά κι επιδρούν σ’ αυτήν, σε μια σχέση αμφίδρομη.
Οι ερασιτέχνες δρομείς θεωρούνταν περίεργοι, μέχρι πολύ πρόσφατα. Αυτό αλλάζει γρήγορα. Σήμερα οι δρομείς διεκδικούν και με την παρουσία τους καταλαμβάνουν το χώρο που δικαιούνται. Κανείς δεν έτρεχε στους δρόμους της πόλης μου, κάποια χρόνια πριν. Ούτε εγώ είχα το θάρρος να το κάνω. Δεν μ’ αρέσει, όπως και σε κανέναν φαντάζομαι, να προκαλώ σχόλια. Ούτε που μου περνούσε απ’ το μυαλό. Χρησιμοποιούσα το αυτοκίνητο για την μετάβασή μου στο στάδιο, 3,5 χιλιόμετρα δρόμος. Τώρα πηγαίνω τρέχοντας χωρίς να νιώθω δακτυλοδεικτούμενος. Ακόμα κι από οικονομικής άποψης είναι αποδεκτό. Η κρίση μας έχει αναγκάσει να βλέπουμε πράγματα που δεν βλέπαμε πριν, κι ίσως εκεί να βρίσκεται η καλή της πλευρά.
Οι ερασιτέχνες δρομείς έχουν περάσει από την απαξία στην αποδοχή κι ενίοτε στον θαυμασμό.  Ας μη βιαζόμαστε όμως. Μολονότι η εικόνα ενός δρομέα αναμφισβήτητα μεταφέρει το μήνυμα μιας σωστότερης ζωής, ωστόσο κανένας δρομέας δεν αποτελεί υπόδειγμα, αν παράλληλα με τη δραστηριότητα του δεν διατηρεί ανεπτυγμένα και τα υπόλοιπα στοιχεία του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του.
Η προσωπικότητα είναι κάτι πολύ σύνθετο. Υπάρχουν άνθρωποι πολύ πιο καλλιεργημένοι, απ’ όσο η μόρφωσή τους μαρτυρά. Γνωρίζω ανθρώπους που με ελάχιστα διαβάσματα διαθέτουν αξιοθαύμαστο επίπεδο σκέψης. Υπάρχει μια μορφή ευφυΐας κι ένα κοινωνικό ένστικτο, που ονομάζεται και συναισθηματική νοημοσύνη. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν άνθρωποι ιδιαίτερης μόρφωσης, που δύσκολα θα μπορούσες να διατηρήσεις ακόμα και μια λογική συζήτηση μαζί τους, ιδίως αν η μόρφωσή τους περιορίζεται σ’ ένα στενό, εξειδικευμένο πεδίο, αφήνοντας όλα τα υπόλοιπα έκθετα σε λογιών αγκυλώσεις. Επίσης, πέρα από το γνωστικό υπόβαθρο, υπάρχουν και οι χαρακτήρες. Κάποιοι ευέλικτοι, προσαρμόσιμοι και δοτικοί, κάποιοι άκαμπτοι, στεγνοί και παγιωμένοι. Ο τρόπος συμπεριφοράς που εμφανίζουμε στο άθλημά μας αντιγράφει εν πολλοίς τα χαρακτηριστικά του χαρακτήρα μας.
Υπάρχουν δρομείς αλαζόνες, μωροφιλόδοξοι, εγωιστές, και μικρόμυαλοι. Κουτοπόνηροι, που κόβουν δρόμο για να κερδίσουν θέσεις. Μίζεροι, που αρνούνται να πληρώσουν τη συμμετοχή τους σε αγώνες, αλλά δεν έχουν πρόβλημα να συμμετέχουν λάθρα, κάνοντας χρήση όλων των παροχών που πλήρωσαν άλλοι. Με υπερτροφικό εγώ, που θεωρεί πως η κοινωνία τους χρωστά κι οφείλει στην ύπαρξή τους. Που δεν είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν το παραμικρό, αλλά απαιτούν να τους παρασχεθούν τα πάντα. Που δεν θα εντάξουν την ατομικότητά τους σε κάτι συλλογικό, θα την εμφανίσουν όμως όπου το συλλογικό έχει κάτι να τους προσφέρει. Που δεν αντιλαμβάνονται πως η αξία βρίσκεται σ’ αυτό που κάνεις για κάποιον άλλον, πέρα από τον εαυτό σου. Που δεν έχουν καν συνειδητοποιήσει πως η δραστηριότητά μας, βασικά, αφορά εμάς και μόνο.
Δρομείς μεσήλικες, που συμπεριφέρονται με τρόπο που αν τον συναντούσες σε δωδεκάχρονο θα τον συμβούλευες να σοβαρευτεί και να ωριμάσει επιτέλους. Κάποτε, σ’ έναν αγώνα 3,5 χιλιομέτρων, στα πλαίσια επαρχιώτικου πανηγυριού, ένας βετεράνος συναθλητής παρατήρησε πως το κύπελλο που κέρδισα στην ηλικιακή μου κατηγορία ήταν κατά τι ψηλότερο, από το κύπελλο που κέρδισε αυτός, στη δικιά του κατηγορία. Νόμιζα πως αστειευόταν, αλλά το εννοούσε. Στα κύπελλα δεν αναγράφονταν στοιχεία, οπότε προθυμοποιήθηκα να τ'  ανταλλάξουμε, αφού το έφερε τόσο βαρέως. Το εννοούσα, αλλά νόμιζε πως αστειευόμουν κι έτσι δεν προχώρησε η ανταλλαγή.
Χειμωνιάτικος Ενιπέας 2010, απονομές.
Αλλά υπάρχουν και οι άλλοι. Αυτοί, που το τρέξιμο διατήρησε τη νεανική τους ζωντάνια, χωρίς ν’ αφαιρέσει από την ωριμότητα της ηλικίας τους. Που ανταγωνίζονται με τον τρόπο που απαιτεί κάθε παιχνίδι που θέλεις να το παίρνεις στα σοβαρά, χωρίς όμως να παραχωρούν τη σοβαρότητά τους. Που είναι ανώτεροι και το δείχνουν κι όχι μόνο με τις επιδόσεις τους. Στον Χειμωνιάτικο Ενιπέα του 2010, ο Δημήτρης Θεοδωρακάκος, στερήθηκε την πρωτιά εξ αιτίας λάθους της διοργάνωσης, ωστόσο, στις απονομές, συνεχάρη θερμά τους δυο πρώτους. Το ύφος του δεν μαρτυρούσε καν δυσφορία ή παραχώρηση. Θυμάμαι κάποιον άλλον ν’ αναστατώνει τον τόπο σε ακτίνα τριών χιλιομέτρων, απαιτώντας κύπελλο κι αθλητική δικαιοσύνη, σε ασήμαντο αγώνα ψυχαγωγικού χαρακτήρα. Έχω δει φιλίες να χαλάνε. Άλλες να χτίζονται και να δυναμώνουν. Ξέρω δρομείς που σηκώνουν τα μανίκια και προσφέρουν έργο για ένα γενικότερο σύνολο. Που αναλαμβάνουν να στήσουν αγώνες βάζοντας το χέρι στην τσέπη τους κι αφαιρώντας χρόνο από τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Υπάρχουν δρομείς που προσφέρονται για εθελοντές. Άλλοι, που σταματούν για να βοηθήσουν κάποιον συναθλητή που το χρειάζεται.
Υπάρχουν κοινωνικοί και αντικοινωνικοί δρομείς. Αυτοί που δεν μπορούν χωρίς συντροφιά κι άλλοι που δυσκολεύονται να σου πουν μια καλημέρα. Δρομείς που εμφανίζονται στο στάδιο, τρέχουν για μήνες στους διαδρόμους του κι εξαφανίζονται μετά, χωρίς κανέναν να γνωρίσουν και χωρίς κανείς να τους γνωρίσει.
Υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι άνθρωποι στο χώρο των δρομέων, που θα ήθελα να ήμουν φίλος μαζί τους. Μ’ αρκετούς το έχω καταφέρει. Είναι αυτοί που μπορείς να συζητάς και να μοιράζεσαι πράγματα πέρα από το τρέξιμο. Η σύμπτωση των αθλητικών δραστηριοτήτων μας είναι σημαντική, όχι όμως αρκετή. Όχι για μένα τουλάχιστον.
Ο Δημοσθένης Ευαγγελίδης.
Χαίρομαι να έχω συμπολίτη και φίλο έναν δρομέα, που μπορώ να φέρνω ως παράδειγμα. Ο Δημοσθένης είναι ένας από τους καλύτερους μαραθωνοδρόμους της χώρας. Το 2010 κέρδισε την πρώτη θέση στην κατηγορία του, στον μαραθώνιο του Χιούστον. Το 2011, τη δεύτερη θέση στον διεθνή μαραθώνιο της Κοπεγχάγης, με ατομικό ρεκόρ, 2.24'29''. Έχει τρέξει τον μαραθώνιο του Ναγκάνο ως επίσημος προσκεκλημένος. Οι αθλητικές του δάφνες δεν έχουν τελειωμό, ούτε χωράνε σε λίγες γραμμές, αλλά δεν είναι αυτές μόνο που τον χαρακτηρίζουν.  Είναι παράλληλα ένας καλός επιστήμονας. Χαρακτήρας μετριοπαθής και πράος. Φιλικός και δοτικός. Μορφωμένος και καλλιεργημένος. Αγαπητός σε όλους. Σεμνός, παρ’ όλες τις διακρίσεις του. Τόσο που ακόμα κι αυτή η αναφορά πρέπει να κρατηθεί σύντομη, γιατί φοβάμαι πως διαβάζοντάς την θα νιώθει άβολα.
Φεύγει, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, από μια πατρίδα που σήμερα διώχνει τα καλύτερα παιδιά της. Θα μας λείψει η μετρημένη του παρουσία. Θα μας λείψει η σκιά που έγραφε γρήγορους γύρους στο εθνικό μας στάδιο, ωστόσο πάντα σταματούσε για λίγες ζεστές κι ειλικρινείς κουβέντες. Είναι οξύμωρο και θλιβερό το ότι ευχόμαστε να καταφέρει να μείνει για πάντα μακριά και να βρει τη ζωή που του αξίζει, ακόμα κι αν η δική μας μένει, κάθε φορά, λίγο φτωχότερη.