Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. 2η μέρα.




Fonyod - Sziglizet.  52.9 χιλιόμετρα.  



   Στην αφετηρία της δεύτερης μέρας μ’ έστειλε κυρίως η ντροπή να εγκαταλείψω τόσο νωρίς και η άρνηση μιας δεύτερης αποτυχίας σε διάστημα ενός μήνα. Θα έδινα μια ευκαιρία στον εαυτό μου, ελπίζοντας πως κι ο εαυτός μου θα μου έδινε μια ευκαιρία. Είχα όνειρα γι’ αυτόν τον αγώνα που δεν ήθελαν να πεθάνουν έτσι άδοξα. Ούτε ήθελα να μετατραπώ από πρωταγωνιστή σε άδοξο θεατή του υπόλοιπου μέρους του.
Η διαδρομή ξεκινούσε σ’ ένα στενό δρόμο, όπου, για λόγους ευρυχωρίας, παίρναμε εκκίνηση ανά δυο, ανάλογα με το χρόνο τερματισμού της προηγούμενης. Ακούγαμε στα ηχεία τα ονόματά μας, μπαίναμε στην γραμμή, περνούσαμε το τσιπ στο μηχάνημα, κι αυτό ήταν. Ο χρόνος μετρούσε. Το τραγούδι του αγώνα, ‘The road to hell’, του Chris Rea, βρισκόταν σε κάθε εκκίνηση, να μας εμψυχώνει με το ρυθμό του, αν και ο τίτλος του δεν προοιώνιζε καλά πράγματα.
Διαπίστωσα πως, παρ’ όλο τον αργό ρυθμό της προηγουμένης μέρας, δεν ήμουν ο τελευταίος, καθώς υπήρχαν αρκετοί πίσω μου που περίμεναν για να πάρουν εκκίνηση. Αλλά, σήμερα, σκόπευα να μείνω τελευταίος. Η παρουσία μου ήταν ήδη αρκετή αποκοτιά, και το λιγότερο που μπορούσα να κάνω είναι να πηγαίνω αργά και ν’ αφουγκράζομαι τα μηνύματα που θα στέλνει το σώμα μου. Να εξετάζω τις αναπνοές και να ελέγχω τους χτύπους της καρδιάς. Αν αντιλαμβανόμουν επικίνδυνα συμπτώματα, θα έπρεπε πια να σκεφτώ σοβαρά να εγκαταλείψω. Αν μου συνέβαινε κάτι κακό θα έκανα δύσκολη τη ζωή ολόκληρης της παρέας μου, που από τις εξοχές και τα πανδοχεία θα τραβολογιόταν στα νοσοκομεία μιας ξένης χώρας. Αυτό ήταν κάτι που έμπαινε στις σκέψεις μου σαν φοβία. Παραήταν εγωιστικό, από την ξεροκεφαλιά ενός, να καταλήξει ‘δρόμος για την κόλαση’, ένα όμορφο ταξίδι τεσσάρων ανθρώπων.


  Ως δρομέας έχω δυο κρίσιμες ιδιοτροπίες. Η πρώτη απ’ αυτές: Ενώ πιέζω τον εαυτό μου σε πράγματα ασυνήθιστα, δεν του επιτρέπω βοήθεια από τίποτα ασυνήθιστο. Δεν παίρνω ποτέ συμπληρώματα διατροφής, ούτε καν μια απλή ενισχυτική βιταμίνη. Προσέχω τη διατροφή μου, προσέχω τον ύπνο μου, κι αυτό είναι. Οποιοδήποτε χημικό παρασκεύασμα, ακόμα και το πιο αθώο, με κάνει να θεωρώ πως, παίρνοντάς το, αυτό που θα καταφέρω θα είναι κάτι που δεν με αντιπροσωπεύει. Επιδιώκω να βρω τα φυσικά μου όρια, όχι τα φαρμακευτικώς ενισχυμένα. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως μέμφομαι όσους παίρνουν βιταμίνες κι ενισχυτικά διατροφής, ιδίως όσους ο επαγγελματικός τους φόρτος δεν επιτρέπει προγραμματισμένη και σχολαστική διατροφή.
Η δεύτερη ιδιοτροπία μου είναι παράδειγμα προς αποφυγή. Δεν κάνω ποτέ ιατρικές εξετάσεις. Μια φορά, πάνε δέκα χρόνια, τα αποτελέσματα έδειξαν πεσμένες φερετίνες κι ο γιατρός μου δήλωσε πως αν δεν τις ανεβάσω θα πω αντίο στις μεγάλες αποστάσεις. Επειδή δεν ήθελα να πω αυτό το αντίο παρέβηκα την πρώτη μου αρχή, πήρα ορισμένες αμπούλες σιδήρου και μετά σταμάτησα και το σίδηρο και τις εξετάσεις.
Η ιδιοτροπία μου αυτή έχει να κάνει με φόβο. Φοβάμαι να ζήσω μια σκηνή όπου κάποιος γιατρός θα μου λέει συγκαταβατικά πως λυπάται πολύ, αλλά δεν έχω παραπάνω από τρεις μήνες ζωής. Είναι ανόητο, αφού οι εξετάσεις γίνονται για να προλάβεις αυτό ακριβώς το ενδεχόμενο, αλλά έτσι είμαι. Από την άλλη μεριά θεωρώ υπερβολικό αυτό που κάνουν πολλοί συναθλητές μου, να τρέχουν στους γιατρούς όλη την ώρα και για ψύλλου πήδημα. Να γνωρίζουν όλες τις τιμές των ουσιών στον οργανισμό τους, να ελέγχουν ανά πάσα στιγμή το σίδηρο, τον αιματοκρίτη, το μέγιστο και το ελάχιστο, το ύψιστο και το κατώτερο κι ένα σωρό άλλα που δεν ξέρω πόσο χώρο αφήνουν στην σκέψη για την εκτός τρεξίματος ζωή και την γενικότερη αρμονία. Φροντίζω να τους υπενθυμίζω πως ένας λόγος που αθλείται κάποιος είναι για ν’ αποφεύγει τους γιατρούς. Πάντως, είναι σίγουρα καλύτερο από το να μην πηγαίνεις καθόλου.
Το τρέξιμο είναι ο δικός μου τρόπος ψευδαίσθησης της αθανασίας, και μου αρκεί. Μου προσδίδει μια αυτοπεποίθηση, που μπορεί κάποτε να μου κοστίσει τη ζωή, όση όμως έχω φροντίζω να την κρατώ μακριά από το φόβο του θανάτου, κάτι που σημαίνει πως μπορώ να την κάνω ποιοτική. Κάθε φορά που προσερχόμουν στο αείμνηστο ΤΕΒΕ για να δηλώσω γιατρούς, έλεγα αστειευόμενος, αλλά το εννοούσα πλήρως, πως τις μόνες ειδικότητες που χρειαζόμουν ήταν ο ορθοπεδικός κι ο ψυχίατρος. Αν ο πρώτος δεν με θεράπευε από τον τραυματισμό που θα με εμπόδιζε να τρέχω, τότε θα αναλάμβανε ο δεύτερος.
Ο ορθοπεδικός είναι η μόνη ειδικότητα που επισκέπτομαι ενίοτε. Τον ψυχίατρο τον έχω αποφύγει προς το παρόν. Μάλλον επειδή μπορώ και τρέχω ακόμα.


   Ξεκίνησα αργά, χωρίς να νοιάζομαι αν με προσπερνούν, ακόμα κι οι τελευταίοι. Είχα αυστηρά διαιρέσει τους χρόνους, ήξερα πότε όφειλα να εμφανιστώ στους δυο ‘κόφτες’ της διαδρομής, θα φρόντιζα ν’ αφήνω κάποιο περιθώριο για ψυχολογικούς λόγους, κι αυτός θα ήταν ο στόχος μου. Τα τραγούδια κυλούσαν με τη σειρά τους αφημένη στη διάθεση του mp3. Για τόσες ώρες είναι μάταιο να επιδιώξεις κάποιο προγραμματισμό, ακόμα κι αν παίζεις στα δάχτυλα τη λειτουργία τέτοιων συσκευών. Η μέρα ήταν συννεφιασμένη και στην αφετηρία μας περόνιαζε το κρύο, αλλά τρέχοντας δεν το αισθανόμουν πια.
Αισθανόμουν όμως το μικρό θαύμα που γινόταν. Από το δεύτερο κιόλας χιλιόμετρο ήμουν σαν το ψάρι μέσα στο νερό. Η δυσφορία ολοένα και υποχωρούσε. Δεν ήταν η ιδέα μου, ένιωθα καλύτερα με κάθε μου βήμα, σαν το τρέξιμο να μην ήταν η δοκιμασία, αλλά η θεραπεία μου. Δεν βιάστηκα να το πανηγυρίσω, ούτε ν’ αλλάξω σχέδια, φυσικά. Εξακολουθούσε να μη μ’ ενδιαφέρει τίποτα εκτός από τον τερματισμό. Αλλά χαιρόμουν να διαπιστώνω πως ήταν όλα καλά, οι αναπνοές, οι χτύποι, ο ρυθμός μου. Ήμουν πάλι, εγώ κι ο αγώνας.
Αλλά σε λίγο θα ήταν και κάποιος ακόμα.


  Δεν ξέρω ποιες θα ήταν οι αναμνήσεις μου από τον αγώνα στη λίμνη, αν δεν ακολουθούσε ό,τι ακολούθησε. Σίγουρα θα ήταν διαφορετικές και πολύ φτωχότερες. Δεν ξέρω καν αν θα τα είχα καταφέρει, χωρίς την ανθρώπινη, και δη γυναικεία παρουσία, που τόσες φορές μ’ έχει ξελασπώσει στους αγώνες. Όσοι τρέχουν ξέρουν πόσο βοηθά μια συντροφιά δίπλα τους.
Φαίνεται πως το ήξερε κι η Szilvia. Το όνομά της το έμαθα μέρες μετά, τότε νόμιζα πως την λένε Sziszka, ή κάπως έτσι, μιας κι αυτό τ’ όνομα αναγραφόταν κάτω από το νούμερό της, κι αυτό ανήγγειλαν κάθε φορά στα ηχεία. Φαντάζομαι πως πρόκειται για υποκοριστικό, κάτι σαν το Λένα αντί για το Ελένη.
Ήταν στα πρώτα χιλιόμετρα, πάνω σ’ ένα πεζοδρόμιο, όπου φρόντιζα να κρατιέμαι στην άκρη, για να μην ενοχλώ όσους θέλουν να προσπερνούν. Δεν ξέρω με ποιο τρόπο η Szilvia κατάλαβε πως μας ενώνει η συμμαχία αυτών που βρίσκονται σ’ έναν αγώνα, πασχίζοντας, απλώς, να τον τερματίσουν έγκαιρα. Όσοι δεν πιστεύουν στη γυναικεία διαίσθηση, ας το ξανασκεφτούν. Υπάρχει, σε κάποιες γυναίκες τουλάχιστον, το βεβαιώνω ως πρώην άπιστος σε τέτοια μεταφυσικά. Το σίγουρο είναι πως κάποια στιγμή μ’ έφτασε και συνέχισε να τρέχει μαζί μου. Στην αρχή νόμισα πως με προσπερνούσε αργά, αλλά αυτή παρέμενε δίπλα μου.
Τα πράγματα συνήθως είναι όπως φαίνονται, αλλά αυτό που φαινόταν ήταν πολύ περίεργο για να βιαστώ να το προεξοφλήσω. Πιθανολόγησα πως σκόπευε να με προσπεράσει, μόλις συγκεντρώσει δυνάμεις που δεν διέθετε εκείνη τη στιγμή. Σκέφτηκα ν’ ανοίξω λίγο το ρυθμό, έτσι ώστε αν μ’ ακολουθούσε να σιγουρευόμουν πως, όντως, ήθελε παρέα, κάτι τέτοιο όμως θα φαινόταν αγένεια, σαν να της δήλωνα πως μ’ ενοχλεί. Άλλωστε, πόσο θα μπορούσα ν’ ανοίξω στην κατάσταση που βρισκόμουν; Προτίμησα να κόψω λιγάκι κι έκανε το ίδιο κι αυτή, συνεχίζοντας μαζί μου, χωρίς να με προσπερνά, όπως σίγουρα θα μπορούσε.
Αν επιδιώκω κάτι γράφοντας αυτά τα κείμενα, είναι το να αποσπάσω το τρέξιμο από την αντίληψη μιας απλής, μονότονης και μονόπλευρης αθλητικής δραστηριότητας. Να το συνδέσω μ’ ό,τι φυσικό και πνευματικό μας περιβάλλει. Να δείξω πως τα όριά του μπορούν να επεκταθούν, να διαποτιστούν και να διαποτίσουν όλους τους τομείς της ζωής μας. Πως αποτελεί μια μικρογραφία αυτής της ζήσης, έναν καθρέφτη που αντανακλά όλα τα όμορφα και τα δύσκολά της. Κάτι που κινείται παράλληλα, αλλά μπορεί να διασταυρωθεί, ανά πάσα στιγμή, με πράγματα που λανθασμένα θεωρείς άσχετα μ’ αυτό. Όλα όσα εκκινούν από το είναι μας, όπως τα κλαδιά από τον κορμό ενός δέντρου, σχετίζονται μεταξύ τους. Το κείμενά μου τα θεωρώ επιτυχημένα μόνο στο βαθμό που το καταφέρνουν αυτό.
Με τη Szilvia έχουμε, μέχρι σήμερα ακόμα, μια φιλία που ήταν και παραμένει βουβή. Θεωρώ το λόγο ως βασικό στοιχείο οιασδήποτε σχέσης, αλλά με την απρόβλεπτη παρέα μου θα αναπτύσσαμε μια ιδιότυπη κι έξω από το λόγο μορφή επικοινωνίας. Τα αγγλικά της ήταν τόσο καλά, όσο τα δικά μου ουγγρικά. Όμως το λεκτικό κενό αναπληρωνόταν από μια σιωπή που λειτουργούσε. Μπορούσαμε να καταλαβαινόμαστε, γιατί είχαμε ένα κοινό σκοπό. Αισθανόμασταν την ίδια ανασφάλεια, δίναμε την ίδια μάχη με τον εαυτό μας, νιώθαμε πως ο καθένας μας αποτελούσε σιωπηλό συμπαραστάτη του άλλου. Κανείς μας δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα πόδια ή την αντοχή του άλλου, ωστόσο η γνώση πως δεν ήμασταν μόνοι στον αγώνα μάς χάριζε δύναμη και κουράγιο. Το ίδιο ακριβώς κουράγιο που σου δίνει ένα φιλικό άγγιγμα στον ώμο, μια δύσκολη στιγμή.
Τρέχαμε για ώρες, απορροφημένοι από τη μουσική και τις σκέψεις μας. Επικοινωνούσαμε, ενίοτε, με μορφασμούς ενθάρρυνσης, κυρίως όταν φτάναμε σε κομβικά σημεία, στο 20, στο 30, στο 40 χιλιόμετρο. Δεν είχε ρολόι και με κοίταζε με αδημονία κάθε που συμβουλευόμουν το δικό μου. Βασιζόταν στις εκτιμήσεις και στις διαιρέσεις μου, κι εγώ με νοήματα της επιβεβαίωνα πως είμαστε εντάξει με το χρόνο μας. Ανταλλάσσαμε χαμόγελα ικανοποίησης, το V της νίκης, και πάλι μπροστά.

   Φτάσαμε στη Szigliget μαζί. Στα τελευταία πέντε χιλιόμετρα ένας διαολεμένος άνεμος, που μου θύμιζε τον πρόσφατο αγώνα στην Ψάθα, δοκίμαζε τις αντοχές μας στο κρύο. Τα ρούχα της ήταν από αυτά που βρίσκεις στο παζάρι, δεν νομίζω πως την προστάτευαν ιδιαίτερα. Εφ’ όσον κρύωνα εγώ, ο εξοπλισμένος με την υψηλότερη τεχνολογία, τότε φανταζόμουν ότι θα υπέφερε, πράγματι. Αλλά κοντεύαμε, και τα πέντε χιλιόμετρα δεν μας φαίνονταν πολλά πια. Ο χαρακτηριστικός λόφος της περιοχής, με το μεσαιωνικό κάστρο στην κορυφή του, διακρινόταν από την αρχή μιας μακριάς και, τελικής νομίσαμε, ευθείας. Κατέληγε τελικά σε μια μικρή αλλά απότομη ανηφόρα, που τραβούσε για κάποια μέτρα προς τον ηφαιστιογενή λόφο. Όμως φαινόταν πια το τέρμα, ο κόσμος που περίμενε, οι φίλοι κι οι γνωστοί, και τίποτα δεν μπορούσε να μας αποθαρρύνει. Τερματίσαμε τα 53χλμ σε 6.17΄53΄΄.
Κουκουλωθήκαμε με τις σακούλες που μας έδωσαν και χωθήκαμε στο τεράστιο αντίσκηνο της διοργάνωσης, στημένο για να μας προστατεύει απ’ τις καιρικές συνθήκες. Είχε παγκάκια για να κάτσεις, τραπέζια για να φας όσα σου προσέφεραν, χώρο για ν’ αλλάξεις. Αγκαλιαστήκαμε χαρούμενοι και δώσαμε, νοηματικά πάντα, ραντεβού στην αφετηρία, το πρωί της επομένης.
Στην Szigliget αξίζει να μείνεις και να την χαρείς, αν και το κρύο της συγκεκριμένης μέρας έκανε δύσκολη την περιήγηση. Ήταν κι αυτή νησί της λίμνης κάποτε. Τώρα βρίσκεται στη βορειότερη όχθη της. Η θέα από το χαρακτηριστικό της λόφο είναι πανοραμική, ενώ στον οικισμό που χρονολογείται από την νεολιθική και την περίοδο του χαλκού έχουν ανακαλυφθεί σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα. Δεν είχα το χρόνο, ούτε το κουράγιο, για τουρισμό, δυστυχώς. Οι ώρες ανάπαυσης ήταν λίγες και πολύτιμες. Χώθηκα στο πιο ζεστό δωμάτιο που έχω κοιμηθεί ποτέ, αφού δεν βρήκαμε τρόπο να χαμηλώσουμε τη θέρμανση. Οι υπόλοιποι υπέφεραν κάπως, αλλά το κρύο που είχα υποστεί και η συσσωρευμένη εξάντληση μου επέτρεπε να αισθάνομαι άνετα.
Ήμουν διπλά χαρούμενος. Δεν πέθανα κατά τη διάρκεια του αγώνα, όπως για μια στιγμή, χθες το βράδυ, φοβήθηκα πως θα μου συνέβαινε. Είχα βρει μια ιδιότυπη παρέα, που, και θα ήταν δίπλα μου, και θα μου επέτρεπε να παραμένω συγκεντρωμένος στο τρέξιμό μου. Και είχα βγάλει, ήδη, το μισό αγώνα. Από την επομένη το κάθε βήμα θα ήταν ένα θεωρητικό βήμα προς το τέλος του. Επέστρεφα. Ψυχολογικά, πάντα.

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. 1η μέρα.





                                               Siofok - Fonyod. 46.7 χιλιόμετρα.



   Στο μεσαίωνα η Fonyod αναφέρεται ως Funoldi, και στους χάρτες του 14ου αιώνα καταγράφεται ως νησί, καθώς η λίμνη ήταν μεγαλύτερη τότε. (Ευτυχώς για μας, μίκραινε αργότερα). Μετά την τουρκική εισβολή του 1575, και μέχρι τον 19ο αιώνα, έμεινε ακατοίκητη, ενώ η κατασκευή του σιδηρόδρομου στην Balaton, βοήθησε στην ανάπτυξη και στη σημερινή τουριστική εξέλιξή της. Το άλλοτε μεσαιωνικό χωριό είναι σήμερα μια πόλη 5.000 κατοίκων, στη νότια όχθη της λίμνης.
Η απόσταση των 46.8 χιλιομέτρων της πρώτης μέρας, από τη Siofok μέχρι τη Fonyod, με όριο 6 ώρες, βγήκε σχετικά εύκολα. Ο βροχή που μας συνόδευε από την αρχή, άλλοτε δυνατή, άλλοτε ως ψιχάλα, σταμάτησε κάποτε. Το mp3 μου αποδείχτηκε αδιάβροχο κι οι μουσικές μελωδίες γλύκαιναν τη διαδρομή, η οποία δεν ακολουθούσε αυστηρά την περίμετρο της λίμνης, αλλά ενίοτε επιχειρούσε παροδική είσοδο στην ενδοχώρα. Βρεθήκαμε να τρέχουμε στην παραλία, σε δρόμους οικισμών, σε μονοπάτια ανάμεσα σε δέντρα και στην άκρη σιδηροδρομικών γραμμών. Η λίμνη εμφανιζόταν κάθε φορά από διαφορετική γωνία, πράγματι ατέλειωτη. Ήξερα πως δεν θα έχω άλλη ευκαιρία, γι’ αυτό προσπαθούσα να συγκρατώ ό,τι μπορούσα από τις εικόνες που έβλεπα. Το καταφέρνεις κάπως αυτό, όταν πας αργά. Όταν, αργότερα, φτάνεις να παλεύεις με την κούραση, όλα όσα διάβηκαν τις αισθήσεις απομένουν τυλιγμένα σε μια αχλή ονείρου.
Στις πρώτες μου φωτογραφίες, λίγοι δρομείς με χωρίζουν από το ασθενοφόρο που ακολουθεί. Δεν μ’ ενοχλούσε αυτό. Οι πρώτες ώρες ενός τέτοιου αγώνα είναι τα πρώτα λεπτά ενός μαραθωνίου, κι όσο για τη θέση μου στη γενική κατάταξη, δεν είχα απαιτήσεις. Στο κάτω κάτω, αν κατάφερνα να αποφύγω το αποτρόπαιο DNF θα είχα περάσει αρκετούς - πέρα από το φιλοσοφημένο που λέει ότι και μόνο που στέκεσαι στην αφετηρία ενός αγώνα έχεις περάσει όσους δεν είναι εκεί. Επιπλέον, αν τερμάτιζα, θα περνούσα όσους δεν κατάφερναν να πιάσουν το όριο της κάθε μέρας. Όσους έχουν τερματίσει ώρες πριν από μένα στην πρώτη διαδρομή, αλλά κουτσαίνουν στη δεύτερη. Όσους τα πήγαν καλά την προηγούμενη, αλλά δεν εμφανίζονται στην αφετηρία την επόμενη. Λέγεται πως το πιο δύσκολο σ’ έναν αγώνα είναι να φτάσεις πρώτος ή τελευταίος, και, πράγματι, παρ’ όλες τις πολυπληθείς συμμετοχές μου, τίποτα από τα δυο δεν κατάφερα ποτέ.
Έφτασα στο Fonyod σε 5.19΄46΄΄, αρκετά μέσα στο όριο. Πέρασα το Π και πίεσα στο μηχάνημα του τερματισμού το τσιπ που είχα περασμένο στο δάκτυλό μου, σαν προτεταμένο νύχι. Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο σύστημα, στην αρχή με ξένισε, αλλά το συνήθισα γρήγορα. Παρέλαβα την επίδοσή μου εκτυπωμένη σ’ ένα χαρτί σε μέγεθος και είδος απόδειξης. Στο κάτω μέρος ανέγραφε συγχαρητήρια και σε καλούσε στο ραντεβού της επομένης, υπενθυμίζοντας τόπο και ώρα. Το αυτοκίνητο της παρέας με περίμενε για να με μεταφέρει στο καινούργιο κατάλυμα, ένα θαυμάσιο ξενοδοχείο-πύργο, σε μια ακόμα ειδυλλιακή τοποθεσία. Τώρα που όλα έχουν περάσει, τα δωμάτια και τα καταλύματα τα θυμάμαι με τα καλύτερα συναισθήματα, ίσως γιατί σ’ αυτά εναπόθετα κάθε μέρα ένα εξαιρετικά  κουρασμένο κορμί.
Και τότε, λίγες μόνο ώρες μετά το τέλος του αγώνα, συνέβη κάτι περίεργο. Είχαμε βγει για δείπνο, είχα παραγγείλει, τι άλλο; μακαρονάδα, όταν μια ανεξήγητη δυσφορία άρχισε να με καταβάλλει. Την χαρακτηρίζω ανεξήγητη, γιατί πολλές φορές μου συνέβη να αισθάνομαι άσχημα σε αγώνες, αλλά πάντα συνερχόμουν σύντομα, όταν τέλειωναν. Το αντίθετο, να αισθάνομαι καλά στη διάρκεια ενός αγώνα και άσχημα αργότερα, δεν μου είχε συμβεί ποτέ. Σκέφτηκα μήπως είχα κάνει λάθος, μήπως τα πρόσφατα 80 χιλιόμετρα στην Ψάθα δεν ήταν το χρήσιμο long run, αλλά μια υπερβολή που σπατάλησε πολύτιμες δυνάμεις. Που έριξε χρήσιμες τιμές στο αίμα μου, (που την κατάστασή του δεν εξέταζα ποτέ). Που χάλασε την κατανομή των ερυθρών και των λευκών αιμοσφαιρίων, πολύ πρόσφατα, για να προλάβει αυτή ν’ επανέλθει έγκαιρα.
Ήταν μια απρόσμενη εξέλιξη. Η ανησυχία πως θα πάει άπατος κι αυτός ο αγώνας, δηλητηρίασε τις όμορφες στιγμές χαλάρωσης με την παρέα μου. Δεν αποκάλυψα τίποτα, γιατί δεν ήθελα να χαλάσω τη χαρά τους. Έφαγα ανόρεκτα, πιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνει. Ήλπιζα πως το φαινόμενο θα περνούσε έτσι απότομα όπως ήρθε, όπως γίνεται όταν την μια στιγμή έχεις πυρετό και την άλλη αισθάνεσαι καλά. Όμως οι ώρες κυλούσαν κι αυτό επέμενε και καθιστούσε επιτακτική την απόφαση για το πρακτέο της επόμενης μέρας. Έπρεπε ν’ αποφασίσω, αν θα συνέχιζα ή όχι.
Ήταν πολύ δύσκολη απόφαση. Αν επέλεγα να τα παρατήσω, οι δυο απανωτές αποτυχίες σε μεγάλες αποστάσεις θα σφράγιζαν οριστικά την υπόθεση που λέγεται υπερμαραθώνιος. Στο εξής, 42, και πολλά είναι. Επιπλέον, δεν εμφάνιζα κάτι συγκεκριμένο, αλλά ένα σύμπτωμα που, ήλπιζα, μπορεί να εξαφανιζόταν. Θα ήταν εξωφρενικό να μην εμφανιστώ στον αγώνα και λίγες ώρες μετά, όσο αυτός ακόμα θα διαδραματίζεται, να αισθάνομαι καλά. Δεν θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου για τη λαθεμένη του απόφαση, ή ακόμα τη δειλία μου. Από την άλλη μεριά, για να τρέξω θα έπρεπε να αγνοήσω κάθε γνωστή οδηγία που πρόσταζε πως, αν δεν αισθάνεσαι καλά, μην τυχόν και επιχειρήσεις αγώνα, πόσο μάλλον τέτοιου είδους. Κι εγώ δεν αισθανόμουν καθόλου καλά.
Έκείνο το βράδυ έπεσα για ύπνο προσπαθώντας να καταπολεμήσω τις μαύρες σκέψεις που γύριζαν σαν σφίγγες γύρω από το κεφάλι μου.
Τώρα, 3 χρόνια μετά, σκέφτομαι πόσες ασκήσεις ζωής, πόσες εμπειρίες και γεγονότα, πόσες αναμνήσεις και συμβάντα θα είχα στερηθεί, αν τελικά υπάκουα στη λογική και δεν εμφανιζόμουν στον αγώνα την επόμενη μέρα. Πόσο πιο φτωχός θα αισθανόμουν σήμερα. Πόσο πλούτο, πόσα συναισθήματα, αλλά και πόσο πόνο θα είχα στερηθεί. Ξέρω, το να στερείσαι πόνο ακούγεται οξύμωρο, αλλά το να μην νιώθεις τίποτα, το να κυλά υπάκουα η ζωή σου σ’ έναν ανούσιο ρυθμό, είναι ακόμη χειρότερο. Απλά, δεν το κατανοούμε. Αν έβγαινα από τον αγώνα εκείνη τη μέρα δεν θα είχα συνείδηση της απώλειας, γιατί θα αγνοούσα τα όσα θα είχα στερηθεί. Πράγματα που ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές τα ξαναζώ ολοζώντανα. Γιατί μπορώ ν’ αποτραβώ την κούραση από τις αναμνήσεις μου, να ξαναφέρνω μπροστά μου τις στιγμές και να ξανατρέχω στη λίμνη, νοητά αυτή τη φορά, αποκομίζοντας την ίδια ευχαρίστηση, και μάλιστα απαλλαγμένη από τον πόνο, το άγχος και την αγωνία.
Μαγικό πράγμα το τρέξιμο. Μαγική γίνεται και η ζωή μας μέσα σ’ αυτό. Το ραβδί που στρεφόταν πάνω στους ήρωες των παιδικών μας παραμυθιών στρέφεται πάνω μας και μας μεταμορφώνει, από το πρώτο μας κιόλας βήμα. Αυτό κάνει και τη ζωή μας να μοιάζει παραμύθι, άξιο να το διηγηθείς 3 ή 63 χρόνια μετά.  

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 2.





                                                                                  Ο αδερφός μου κι εγώ.

  
   Αν και με χρόνια θητεία στο τρέξιμο τον πρώτο διεθνή μου μαραθώνιο, (εξαιρώ την Κλασική), τον μαραθώνιο της Ζυρίχης, τον οφείλω σ’ ένα πρώην καθιστικό μέλος της οικογένειας. Τον αδερφό μου. Η σχέση του αδερφού μου με το τρέξιμο έχει χαρακτηριστικό ενδιαφέρον κι αξίζει το δικό της κεφάλαιο.
Εγκατεστημένος στην Αθήνα μου προσέφερε στέγη και άνεση, κάθε φορά που κατέβαινα για να τρέξω στην Κλασική διαδρομή. Ο ίδιος, τρία χρόνια μικρότερος, με εμφανή τα ίχνη του χρόνου που η σωματική αδράνεια έχει την τάση να μεγεθύνει, δυσκολευόταν ακόμα και να διανοηθεί αυτό που σκόπευα κάθε φορά να κάνω.
Όχι πως υπήρξε απορριπτικός απέναντι στην επιλογή μου, κάθε άλλο. Φαινόταν να την σέβεται και να την θαυμάζει. Υπήρξε για χρόνια ο ακάματος αθλητικός μου αρωγός. Φρόντιζε για τις διατροφικές μου ιδιοτροπίες. Ξυπνούσε μαζί μου, τα χαράματα, τη μέρα του αγώνα, για να με μεταφέρει με τ’ αυτοκίνητό του στον Μαραθώνα, απαλλάσσοντάς με έτσι από οποιαδήποτε επιπρόσθετη ταλαιπωρία. Με περίμενε στον τερματισμό, για να με επιστρέψει ξανά στο σπίτι του. Με κουβαλούσε - αυτό είναι το κατάλληλο ρήμα - μέχρι το σταθμό του τραίνου ή το αεροδρόμιο, τις φορές που δεν κατέβαινα μ’ αυτοκίνητο στην πρωτεύουσα.
Η διαδρομή του μαραθωνίου με αυτοκίνητο φαίνεται πολύ μεγάλη, ακόμα και στους μαραθωνοδρόμους. Καθώς με οδηγούσε μέχρι την αφετηρία αναρωτιόταν πώς γίνεται να τρέχει κάποιος τόση απόσταση. Μετά τον αγώνα μου έδινε ενθουσιώδη συγχαρητήρια, επαναλαμβάνοντας την απορία, στη χρονική αυτήν τη φορά διάστασή της, πως δηλαδή γίνεται να τρέχει κάποιος για τόσες ώρες. Σ’ όλες τις περιπτώσεις φρόντιζα να του τονίζω πως δεν είναι τόσο φοβερό όσο φαίνεται. Αφού το έκανα εγώ, και τόσοι ακόμα άνθρωποι, σίγουρα, θα μπορούσε κι αυτός.
Δεν κατάφερνα να τον πείσω, το θεωρούσε υπεράνω των δυνάμεών του. Αυτός ήταν όμως που, σε ανύποπτο ακόμα χρόνο, μου έβαλε την ιδέα ενός διεθνούς μαραθωνίου. Κατά τη διάρκεια μιας σχετικής συζήτησης, μου ανέφερε πως αν ήταν στη θέση μου, που αποκλείεται δηλαδή, θα προτιμούσε να τρέχει έξω. Τα ταξίδια ήταν ένα κοινό μας πάθος. Αναρωτιόταν για ποιο λόγο να ξοδεύομαι για να τρέχω πέρα δώθε, σ’ αδιάφορα μέρη κι επαρχιακά πανηγύρια, αντί να επιλέγω έναν μόνο και καλό αγώνα το χρόνο. Ένα μαραθώνιο, στο Παρίσι, στη Ρώμη, στη Μαδρίτη, κάτι που θα συνδύαζε τις δυο αγάπες μου, το τρέξιμο και το ταξίδι. Αυτός, αν ποτέ, που αποκλείεται δηλαδή, αυτό θα έκανε.
Σήμερα το κάνει, και μάλιστα καλά. Ακόμα καλύτερα κι από μένα. Τρέχει σε μαραθώνιους του εξωτερικού, τρέχει στην κλασική, τρέχει στην Μεσσήνη και στη Θεσσαλονίκη, κυνηγώντας το όριο των 4 ωρών, πολλές φορές αγγίζοντάς το, χωρίς όμως ακόμα να καταφέρει να το σπάσει. Είναι κοντά, πιστεύω. Το 2011, στην Αθήνα, το έχασε για 2 λεπτά. Σ’ οποιαδήποτε άλλη μαραθώνια διαδρομή, εκείνη τη μέρα, θα το είχε καταφέρει.
Παραδόξως, δεν ήμουν εγώ που έπεισα τον αδερφό μου να τρέχει. Το έκανε ο γιατρός του, και κάτι αυξημένες τιμές στις εξετάσεις του. Στην πραγματικότητα η προληπτική αγωγή δεν του συνιστούσε καν να τρέχει. Το απλό περπάτημα κρίθηκε αρκετό. Το σπίτι του γειτνιάζει με το πεδίο του Άρεως, κι αυτό καθιστούσε την εκτέλεση της ιατρικής οδηγίας εύκολη. Το αρχικό περπάτημα άρχισε να πυκνώνει σε συχνότητα. Μετά να μεγαλώνει σε διάρκεια. Μετά μετατράπηκε σε χαλαρό τζόκινγκ. Σε κάποιο τηλεφώνημα μου ανακοίνωσε πως άρχισε να τρέχει. Έκανε νέες παρέες. Βρήκε το φετίχ του στα αθλητικά παπούτσια. Ανακάλυψε το ελληνικό περιοδικό Runner, πριν από μένα. Άρχισε να παίρνει μέρος σε μικρούς αγώνες στην Αθήνα και να μιλά μ’ ενθουσιασμό γι’ αυτούς. Στα τηλεφωνήματά μας η νέα του δραστηριότητα είχε κατά πολύ το πάνω χέρι έναντι όλων των άλλων οικογενειακών θεμάτων, εκτός κι αν αυτά πρέκυπταν σοβαρά.
Κακός συντονισμός. Τώρα ήμουν εγώ που, για διάφορους λόφους, σπάνια έτρεχα πια.
Πήγαμε, ωστόσο, για προπόνηση μαζί, μια από τις φορές που ήρθε στην Καβάλα. Τον οδήγησα, που αλλού; στον αγαπημένο μου, δασικό δρόμο. Μαθημένος στο Πεδίο του Άρεως, οι ανηφόρες του φάνηκαν βουνό. Επιπλέον κατάλαβε πως σε τέτοιες διαδρομές δεν μπορείς να σταματήσεις όποτε κουραστείς. Είχαμε φτάσει μέχρι το 6ο χιλιόμετρο, και θέλαμε, αναγκαστικά, άλλα τόσα για πίσω. Μου είπε πως τώρα καταλαβαίνει το λόγο για τον οποίο η Καβάλα βγάζει καλούς δρομείς.
Κάποτε έφτασε να τρέχει μαραθώνιο. Τα πρώιμα σημάδια του χρόνου είχαν εξαφανιστεί και το κέφι του ήταν ακατάβλητο. Έκανε πράξη το όνειρό του. Έτρεξε σε πρωτεύουσες της Ευρώπης, όσο εγώ, από αθλητικής σκοπιάς, δεν είχα ακόμα περάσει τα σύνορα. Μου περιέγραφε το μοναδικό κλίμα των διεθνών μαραθωνίων, τονίζοντας πάντα πως μόνο αν το ζήσω θα μπορούσα να το καταλάβω.
Χάρη σ’ αυτόν το έζησα και το κατάλαβα, αν και αρκετά οδυνηρά, την πρώτη φορά, στη Ζυρίχη. Αλλά αυτή η πρώτη  φορά ήταν το έναυσμα για όλες τις υπόλοιπες. Μιλάνο, Ντίσελντορφ, Βερολίνο, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι.
Δεν τρέχω πια μαραθώνιους. Δεν ξέρω αν θα ξανατρέξω ποτέ. Η άσφαλτος ταλαιπωρεί και πληγώνει πλέον τα πόδια μου με τρόπο που οι πολύωροι αγώνες στο βουνό δεν το κάνουν. Κάθε τόσο προσπαθώ να προσθέσω κάποια χιλιόμετρα πάνω της, πάντα όμως με αρκετά οδυνηρά αποτελέσματα. Ίσως κάνω μια προσπάθεια ακόμα, ίσως όχι. Μπορεί να φταίει και το ότι πλέον μου φαίνεται μονότονη κι ανιαρή. Όταν κάτι πάψεις να το αγαπάς πολύ, παύει να σε αγαπάει κι αυτό με τη σειρά του.
Έστω κι ως παρελθόν, όμως, οι μέρες των μαραθωνίων δρόμων του εξωτερικού είναι πια εγγεγραμμένες στην νωπογραφία της ψυχοσύνθεσής μου. Εκεί βρίσκονται όλες οι στιγμές, που είτε με κάποια διαφορά, είτε παρέα μέχρι τον τερματισμό, έτρεξα μαζί του. Τον εντοπίζω ακόμα και στους διεθνείς μου μαραθωνίους, όπου αυτός δεν υπήρχε, ως φυσική παρουσία τουλάχιστον. Υπήρχε όμως ως προτροπή, ως παρότρυνση, ως χαμόγελο επιβεβαίωσης. Ως ένα τηλεφώνημα που έρχεται τη μια να σου ευχηθεί, την άλλη να ρωτήσει πως τα πήγες, κι εσύ χαίρεσαι που άθελά του σου υπενθυμίζει πως πρέπει να αποδίδεις όλα τα όμορφα εκεί που τα οφείλεις.   

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. Εισαγωγή.



           BSI Lake Balaton Supermarathon.         194,5 χιλιόμετρα σε 4 μέρες.

                                             17-20 Μαρτίου 2011.


                                                      Εισαγωγή.


   Την τελευταία φορά που εγκατέλειψα το τρέξιμο νόμιζα πως θα ήταν…η τελευταία. Έκανα τα πάντα για να είναι. Αποκόπηκα από οτιδήποτε με συνέδεε με το άλλοτε αγαπημένο μου άθλημα. Αποποιήθηκα όλα τα στοιχεία που συνδέονταν μαζί του. Λίγο επειδή τα θεωρούσα περιττά, λίγο για να μην υπάρχει πια η γέφυρα που με πέρασε απέναντι. Πέταξα όλα τα ειδικά περιοδικά, χάρισα τα αποκτημένα από το εξωτερικό βιβλία μου, αραίωσα από τις σχετικές παρέες. Συγκάλυπτα επιμελώς και για λόγους ευγένειας την αδιαφορία μου στις κουβέντες περί τρεξίματος, όσων φίλων θεωρούσαν πως ακόμα με αφορούν. Είχα ανακαλύψει ξανά τη λογοτεχνία, διάβαζα κι έγραφα, κι ήθελα να μείνω σ’ αυτήν απερίσπαστος.
Μολονότι το διάστημα δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, εν τούτοις, όταν επέστρεψα στο τρέξιμο, όλα είχαν αλλάξει. Οι δρομείς ήταν εκατοντάδες, οι ακριβοθώρητοι κάποτε αγώνες, δεκάδες. Οι νέοι αθλητές είχαν πρόβλημα όχι που θα βρουν, αλλά ποιον αγώνα να επιλέξουν. Κυκλοφορούσε το πρώτο ελληνικό περιοδικό για το τρέξιμο. Στις βιτρίνες υπήρχαν φίρμες αθλητικών ειδών που δεν τις γνώριζα, εγώ, που ήξερα κάποτε πιο πολλά από τους πωλητές των καταστημάτων.
Τα ανακάλυψα όλα ξανά. Φόρεσα τις νέες φίρμες, ξαναγράφτηκα συνδρομητής σε περιοδικά, παρήγγειλα τα πρόσφατα αγγλόφωνα βιβλία, γνώρισα αρκετά από τα νέα πρόσωπα του χώρου. Ωστόσο, το σημαντικότερο που ξανακέρδισα ήταν κάτι άλλο.
Ήταν η ελευθερία του να μπορείς να καλύπτεις αποστάσεις.
Ο δρομέας μεγάλων αποστάσεων έχει μια ιδιαίτερη σχέση με το χώρο και το περιβάλλον του. Στα ταξίδια με το αυτοκίνητο μ’ άρεζε να φαντάζομαι πως τρέχω, ή πως μπορώ να τρέξω, τις αποστάσεις που έβλεπα πέρα από το τζάμι. Τους δρόμους που χώριζαν χωριά, τους δασικούς χωματόδρομους που διαγράφονταν στο βάθος, τον περίγυρο μιας λίμνης, το μονοπάτι ενός βουνού. Ό,τι έβλεπα είχα την πεποίθηση πως θα μπορούσα να το διανύσω με τα πόδια.
Στη διάρκεια της αποχής μου αυτό άλλαξε. Ο χωματόδρομος που διέτρεχε το λόφο ήταν πια πέρα από τις δυνατότητές μου. Δεν γινόταν να ‘πεταχτώ’ για μια βόλτα 10 χιλιομέτρων. Δεν διέθετα την αντοχή να ανακαλύψω τι κρύβεται στην πίσω πλευρά ενός τοπίου. Η απώλεια της ικανότητας που είχα κάποτε με έθλιβε. Ήταν κυρίως ψυχολογικό, κι όχι πως θα σταματούσα ποτέ το αυτοκίνητο, με την οικογένειά μου να περιμένει μέσα, για να δω τι υπάρχει πίσω από κάποιο ύψωμα. Πολλές είναι οι φορές που αποφασίζουμε να μείνουμε στο σπίτι, είναι όμως διαφορετικό να ξέρεις πως δεν επιτρέπεται να βγεις από το σπίτι.
Αυτό ήταν που ξανακέρδισα με τις μεγάλες αποστάσεις. Την αίσθηση της ελευθερίας πως μπορώ να πηγαίνω οπουδήποτε, χωρίς να χρειάζομαι κανένα μέσον. Αν όχι στο διάστημα μιας μέρας, θα μπορούσα σε δυο, ή παραπάνω. Αυτή τη στιγμή νιώθω πως μπορώ να κατεβώ από την Καβάλα μέχρι την Αθήνα τρέχοντας, όσες μέρες κι αν χρειαστεί. Δεν πρόκειται να το επιχειρήσω, αλλά μ’ αρέσει να ξέρω ότι μπορώ. Ένα ευχάριστο παιχνίδι για τους δρομείς μεγάλων αποστάσεων θα μπορούσε να είναι το σημάδι μιας γραμμής τραβηγμένης σ’ έναν χάρτη, ανάλογο της απόστασης που διανύουν κάθε φορά που βγαίνουν για τρέξιμο. Θα ξεκινά από την πόλη τους και θα εκτείνεται σε κάθε τους προπόνηση. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρείς την εξέλιξη της γραμμής στο τέλος μιας εβδομάδας, ενός μήνα, ενός χρόνου.
Με το τρέξιμο λοιπόν μπορούσα πάλι, δυνητικά, να τρέχω σε χάρτες και τοπία. Έτρεχα με τη φαντασία μου κάθε διαδρομή που έβλεπα στο καλεντάρι των δρομέων, ή αν ήταν υπερβολικά μεγάλη, όπως το Σπάρταθλο, έτρεχα ένα τμήμα του. Έτρεχα στις Άλπεις, στα Πυρηναία, στο Εθνικό Πάρκο της Γιούτα, στις πρωτεύουσες του κόσμου.
Αλλά προτιμούσα τα όμορφα τοπία. Έτσι, όταν είδα στο διαδίκτυο έναν αγώνα να διοργανώνεται στη μεγαλύτερη λίμνη της κεντρικής Ευρώπης, άρχισα τους υπολογισμούς. Η Ουγγαρία βρισκόταν, ακόμα, στην γεωγραφική και οικονομική μου εμβέλεια. Την πρώτη χρονιά που το σκέφτηκα, για διάφορους λόγους, δεν έγινε δυνατόν. Έγινε, όμως, την επόμενη.
Ο Νίκος Δήμου ορίζει την ευτυχία ως την απόσταση που χωρίζει τις επιθυμίες μας από την πραγματοποίησή τους. Εγώ, για να μικραίνω αυτήν την απόσταση, θα έπρεπε να την τρέξω. Θα έτρεχα λοιπόν, κι όχι σε μια αδιάφορη διαδρομή, αλλά δίπλα σ’ ένα από τα ομορφότερα φυσικά τοπία. Και σκεφτόμουν πως όσα περισσότερα χιλιόμετρα άντεχαν τα πόδια μου, τόσο πιο κοντά θα με έφερναν στη δική μου ευτυχία.



   Ονομάζεται και Ουγγρική θάλασσα. Το μήκος της είναι 77 χιλιόμετρα, το πλάτος της 14, η έκτασή της 592 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το μέγιστο βάθος της 12,2 μέτρα. Αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά αξιοθέατα της Ουγγαρίας. Την περιβάλλουν χωριά, κωμοπόλεις, οικισμοί και παραθεριστικά. Ξεπρόβαλε μπροστά μου, μέσα στη συννεφιά, και κάλυπτε μια έκταση που θα μπορούσε, πράγματι, να ανήκει σε θάλασσα. Μου φάνηκε απίστευτο πως σκόπευα να την τρέξω ολόκληρη, αλλά μετά έμαθα πως αυτό που βλέπω δεν είναι παρά μόνο ένα μέρος της.
Η ηρεμία της λίμνης δεν φανερώνει τίποτα από το πολυτάραχο παρελθόν της πρόσφατης ιστορίας της. Κι όμως, την άνοιξη του 1945, στην περιοχή αυτού του επίγειου παραδείσου, αφανίστηκαν περί τους 20.000 χιλιάδες στρατιώτες. Ήταν η τελευταία μεγάλη επίθεση που επεχείρησε η ναζιστική Γερμανία, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σταματήσει και να ανακαταλάβει πολύτιμα εδάφη από τους προελαύνοντες Ρώσους. Ήταν αργά. Οι τελευταίες υπολογίσιμες δυνάμεις της είχαν εξολοθρευτεί λίγους μήνες πριν, στην αντεπίθεση των Αρδεννών, απέναντι στους δυτικούς συμμάχους. Ο Χίτλερ υποτίμησε τον κύρια απειλή, που κατέφθανε ακάθεκτη από το ανατολικό μέτωπο. Ανόητος, υπερφίαλος και αλαζόνας, αγνόησε μέχρι το τέλος τις παραινέσεις των ικανών στρατηγών του. Το ‘Ξύπνημα της Άνοιξης’, ρομαντική ονομασία μιας καταδικασμένης επιχείρησης, στοίχισε ανθρώπινες και υλικές απώλειες κι από τις δυο πλευρές, μόνο που για την Γερμανία αποδείχτηκαν αναντικατάστατες. Το τέλος ήταν κοντά.
Φτάσαμε στην έρημη και σκοτεινή Siofok, ένα μελαγχολικό απόγευμα, παραμονή του αγώνα. Τίποτα δεν φανέρωνε πως η πρωτεύουσα, όπως αποκαλείται, της Balaton είναι ο πιο δημοφιλής τουριστικός προορισμός της Ουγγαρίας. Φημίζεται για τη νυχτερινή ζωή της, αλλά τώρα τα μόνα ίχνη ζωής τα έβρισκες στο εσωτερικό του ξενοδοχείου της διοργάνωσης. Λίγους μήνες μετά ο κόσμος θα συνέρεε στις ακτές της, αφού τα ρηχά, σ’ εκείνο το σημείο, νερά της λίμνης κρατιούνται ασφαλή και ζεστά. Το πλήθος των εξοχικών που περίμεναν σφραγισμένα θα άνοιγαν τις αυλές και τα παράθυρά τους, οι δρόμοι και τα αναψυκτήρια θα γέμιζαν από την πολυκοσμία. Τότε το να διακόψεις την κυκλοφορία θα ήταν δύσκολο, ενώ οι τώρα προσιτές, ακόμα και για τα δοκιμαζόμενα βαλάντιά μας, τιμές θ’ αυξάνονταν απαγορευτικά. Η χρονική επιλογή του αγώνα είχε λογική.



  Ο BSI Lake Balaton Supermarathon, είναι ένα multi running event. Το κύριο αγώνισμα περιλαμβάνει τον ατομικό δρόμο των 195.4 χιλιομέτρων σε 4 συνεχόμενες μέρες, μοιρασμένες ως ακολούθως: Από την Siofok μέχρι την Fonyod, απόσταση 46.7 χιλιόμετρα, με όριο 6 ώρες. Από την Fonyod μέχρι την Szigliget, απόσταση 52.9 χιλιόμετρα, με όριο 7 ώρες. Από την Badascony μέχρι την Balatonfured, 43.6 χιλιόμετρα, με όριο 5.45 ώρες. Και από την Balatonfured ξανά στην Siofok, 52.2 χιλιόμετρα σε 7 ώρες.
Τα χιλιόμετρα της κάθε μέρας ήταν παραπάνω του ενός μαραθωνίου. Αν έστω και σε μία απ’ αυτές αποτύγχανες στο χρονικό όριο, θα μπορούσες να παραμείνεις στον αγώνα, αλλά εκτός συναγωνισμού. Επίσης υπήρχαν δυο ‘κόφτες’ στη διάρκεια κάθε διαδρομής, στους οποίους όφειλες να φτάσεις πριν από κάποιον καθορισμένο χρόνο. Ήταν καλά μελετημένοι, αν δεν το κατάφερνες δύσκολα θα μπορούσες να τερματίσεις έγκαιρα.
Παράλληλα με το κύριο, διεξάγονταν κι άλλα αγωνίσματα. Θα μπορούσε κάποιος να τρέξει μόνο τη μία από τις 4 μέρες. Προβλεπόταν αγώνας για ομάδα σκυταλοδρομίας των τεσσάρων αθλητών, ένας για κάθε μέρα. Υπήρχε αγώνισμα ομάδας σκυταλοδρομίας, μόνο για την τελευταία μέρα. Κι ίσως κι άλλα, που δεν ενδιαφέρθηκα να συγκρατήσω. Δεν παραγνώριζα την αξία κανενός, απλά, δεν υπήρχαν για μένα. Ήμουν εδώ για το κύριο αγώνισμα, αυτό του οποίου οι αθλητές είχαν κόκκινα νούμερα, για να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους.
Πολλά ήταν τα υπέρ μου σ’ αυτό το ταξίδι. Καταρχήν, το ίδιο το ταξίδι. Έγινε οδικώς και περιείχε όλα τα στοιχεία του ψυχαγωγικού τουρισμού. Είχα σπουδαία ομάδα υποστήριξης. Η γυναίκα μου, εξπέρ στις διαδικτυακές κρατήσεις, μας απάλλαξε από κάθε έγνοια κόστους και τόπου διαμονής. Ο ακούραστος, και με σπάνια αίσθηση προσανατολισμού, οδηγός μας, ήταν κάτοχος ενός μικρού λειτουργικού λάπτοπ, που μας πρόσφερε τη σύνδεση και την επικοινωνία με την πατρίδα. Ο τρίτος της παρέας ταξίδευε με την κρίσιμη ιδιότητα του αθλητικού συνοδού. Ούτε βαλίτσα δεν χρειάστηκε να κουβαλήσω, μην και στερηθώ πολύτιμες δυνάμεις.
Υπήρχε ένα ακόμα, καθαρόαιμα αθλητικό, υπέρ. Αν και σε καμιά περίπτωση δεν ήμουν αθλητής επιδόσεων, είχα παρατηρήσει πως με χαλαρό ρυθμό μπορούσα να τρέχω ασταμάτητα, για άγνωστο αριθμό ωρών. Ακόμα και στα 100 χιλιόμετρα της Ψάθας, παρόλα τα αντίξοα που αντιμετώπισα, αυτό που με σταμάτησε τελικά ήταν το χρονικό όριο της διοργάνωσης κι όχι πως δεν μπορούσα, πλέον, να πάρω τα πόδια μου.
Στην Balaton έκρινα, θεωρητικά βέβαια, πως το χρονικό περιθώριο κάθε μέρας έδινε ευκαιρίες στο χαλαρό ρυθμό. Επίσης θα μεσολαβούσε η βραδινή ξεκούραση, που θα ήταν αρκετή, αρκεί να κατάφερνα να τελειώνω την εκάστοτε μέρα χωρίς να εξαντλούμαι απόλυτα. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να πηγαίνω σταθερά και, ακόμα κι αν οι δυνάμεις μου το επέτρεπαν, να μην αυξήσω το ρυθμό μου. Κάποια μαθήματα τα είχα διδαχτεί με πολύ σκληρό τρόπο για να τα ξεχάσω.
Υπήρχε ένα κατά, ο καιρός. Οι καλοσυνάτες μέρες του ταξιδιού είχαν τελειώσει και στο εξής προέκυπτε άστατος κι απρόβλεπτος. Διέθετα εξοπλισμό για να τρέξω από Σαχάρα μέχρι Αλάσκα, αλλά ήταν δύσκολο να προβλέψω τι θα μου χρειαστεί και τι θα με βαρύνει για τόσες ώρες. Ευτυχώς, η ομάδα συμπαράστασης θα αποδεικνυόταν χρήσιμη σ’ αυτό.

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 1.



                                 

   Τι συνδέει την Νέα Υόρκη, την Βοστώνη, το Σικάγο και το Χιούστον, με το Άμστερνταμ, την Γλασκώβη, την Φλωρεντία και την Βαρκελώνη; Τι συνδέει την Μπανγκόκ, την Καζαμπλάνκα, το Βελιγράδι και την Χονολουλού, με το Μπουένος Άιρες, την Κωνσταντινούπολη, το Δελχί και την Ιερουσαλήμ; Και, τέλος, τι συνδέει όλες αυτές με 500 ακόμα πόλεις, σ’ ολόκληρο τον κόσμο;
Σήμερα σχεδόν κάθε μεγάλη πόλη που σέβεται τον εαυτό της φιλοξενεί κι έναν μαραθώνιο. Πολλές ακόμα ετοιμάζονται να μπουν στην ατέλειωτη αυτή παγκόσμια αλυσίδα. Οι άνθρωποι που συμμετέχουν στους μαραθωνίους είναι χιλιάδες. Όσοι μετακινούνται, αθλητές, οικογένειες και συνοδοί, εκατομμύρια. Ένα γεγονός που ήταν κάποτε υπόθεση λίγων αθλητών κλάσης, σήμερα είναι παράδοση που αφορά πολλούς. Ένα στενά αθλητικό συμβάν εξελίχθηκε σε κοινωνικό φαινόμενο, συνδεδεμένο με την αίγλη, την τουριστική προβολή ακόμη και την πηγή εσόδων ενός τόπου.
Η απόσταση είναι συγκεκριμένη, 42.195μ, ωστόσο υπάρχουν μαραθώνιοι που φημίζονται για διαφορετικά πράγματα. Για τη γρήγορη διαδρομή, για την ομορφιά του τοπίου τους, για την ιστορία που τους συνοδεύει. Αν επιθυμείς ένα μαραθώνιο προσκύνημα έρχεσαι στην Αθήνα. Για επιδόσεις, Βερολίνο και Άμστερνταμ. Αν θέλεις να διευρύνεις τις δυνατότητές σου πας στη Βοστόνη - είναι ο πιο ιστορικός μαραθώνιος κι ο μόνος που απαιτεί αθλητικές προδιαγραφές, ανάλογες της ηλικίας - για να σε δεχτεί.
Μπορείς να συμμετέχεις σε κάποιον από τους διεθνείς μαραθωνίους και για άλλους λόγους. Για να συνδυάσεις το αγαπημένο σου άθλημα μ’ έναν τόπο που θα σ’ ενδιέφερε να επισκεφτείς. Μ’ ένα ταξίδι που θα ‘θελε η οικογένειά σου. Μ’ ένα συναρπαστικό διάλλειμα που επιτρέπει η εργασιακή άδεια και τα οικονομικά σου. Μπορείς να συμμετέχεις για να αισθανθείς μέρος μιας παγκόσμιας κοινότητας, και να γνωρίσεις τα ευρύτερα πλαίσια της ιδιαίτερης οικογένειας στην οποία ανήκεις.
Οι διεθνείς μαραθώνιοι αντανακλούν κάτι από το κλίμα των Ολυμπιακών αγώνων, καθώς άνθρωποι απ’ όλους τους λαούς συνυπάρχουν σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα, όπου οι όποιες διαφορές, απλώς, δεν υφίστανται. Είναι μια κοινή γιορτή με τους πρωταγωνιστές, τους στενούς συμπαραστάτες, τους ένθερμους θεατές της. Οι μαραθωνοδρόμοι κατατάσσονται βάσει μιας αξιολόγησης που δεν ξεχωρίζει τον πλούσιο από το φτωχό, το νεαρό από το μεσήλικα, την γυναίκα από τον άντρα. Ο καθένας τρέχει μόνος του, αλλά όλοι μαζί αποτελούν ένα αξεδιάλυτο πολυεθνικό σύνολο, που ξεκινά και τερματίζει σαν ένα σώμα. Χιλιάδες άτομα δεν συνιστούν απαραίτητα κάτι συλλογικό, αλλά νομίζω πως στο μαραθώνιο αυτό δεν ισχύει. Αν μπορούσαμε να δούμε από ψηλά έναν διεθνή μαραθώνιο, θα βλέπαμε μια πολύχρωμη ακολουθία ανθρώπων που ρέει σαν ποτάμι προς τον προορισμό του. Και παρ' όλο που θα ξέραμε πως δεν φτάνουν όλοι στον ίδιο χρόνο, εν τούτοις θα αντιλαμβανόμασταν πως μια κλωστή συνδέει τον πρώτο από τον τελευταίο, κι όλους συνάμα. Χιλιάδες ατομικές μάχες διαδραματίζονται μέσα στις έξη ώρες, σε συνολικό, όμως, επίπεδο ο χρόνος του καθενός δεν έχει νόημα, όπως δεν έχει νόημα ν’ αναλογιζόμαστε ποιο μέρος του ποταμού θα καταφέρει να εκβάλλει πρώτο στη θάλασσα.

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Ημερολόγιο 2013.






Μοιάζει φορτωμένο, κουραστικό, ταλαίπωρο, αλλά δεν είναι. Οι σημειωμένες στάσεις του δεν σηματοδοτούν κόπους και κακουχίες, αν και παροδικά μπορεί να βιώθηκαν έτσι. Είναι οι Κυριακές μας, που κρύβουν όσα πολύτιμα με κόπο διασώσαμε. Αυτά, που διαφυλάξαμε ως κόρη οφθαλμού. Είναι οι σωσμένες από την αλληλουχία των όμοιων στιγμών ημέρες μας. Οι σταθμοί ανεφοδιασμού σ' αυτό που κυλά και μας παρασέρνει αέναα. Η ανάσα που εξοικονομήσαμε βγάζοντας το κεφάλι πάνω από την επιφάνεια της καθημερινότητας. Τα διαλείμματα μιας ατέλειωτης διαδρομής, τόσο εκτεταμένης όσο κι η ζωή μας. Αυτά τα οποία μπορούμε να ψηλαφούμε, γιατί εξέχουν ανάγλυφα στο χαρτί του ημερολογίου μας.
Μαζί κι όλα όσα μεταφέρουν. Χαρές, συγκινήσεις, σχέσεις, φιλίες, γέλια και κουβέντες, αναζωπυρωμένες από βουνίσιο αέρα. Τις δικές μου τις ξαναζώ τώρα που τις γράφω, για να μπορέσω να τις ξαναζήσω αργότερα, ανατρέχοντας σ’ αυτές. Είναι οι στάσεις μου στο χρόνο που φεύγει. Η αναπόληση τον προεκτείνει κι αποτελεί το κέρδος μου. Γι’ αυτό συνηθίζω να καρφιτσώνω αναμνήσεις στο άλμπουμ κάθε χρονιάς. 

Χορτιάτης Trail Run, 3 Μαρτίου. Δεν θέλω να δεχτώ ότι υπάρχει τέτοιο κωλόπαιδο ανάμεσά μας, που να χαλά σήμανση αγώνα. Με θίγει ιδεολογικά. Προτιμώ να πιστέψω πως κάτι άλλο συνέβη. Στα μισά της διαδρομής συγκροτείται συμβούλιο αθλητών, με θέμα την αναζήτηση του χαμένου δρόμου και του χαμένου χρόνου. Η Γεωργία - γεια σου αστέρι - βρίσκει το δρόμο, κι ακολουθούμε, τρεις ντουζίνες νοματαίοι. Λασπούρα πρωτοφανής, τερματίζουμε με ίδιο χρώμα κι ίδιο μοντέλο παπούτσια. Ένα λάστιχο με πίεση αποκαθιστά μάρκες και χρώματα. Δεν έχω δεύτερα παπούτσια, μέχρι να φτάσω στο Πανόραμα τα πόδια μου γίνονται πατσαβούρια. Μεγάλο μπράβο στον Στυλιανό. Τυχεροί όσοι κάνουν πραγματικότητα το όνειρό τους. Όσο το μπορώ θα είμαι παρών στον αγώνα του.

Zigos Race, 6 Απριλίου.  Πρώτη εμφάνιση ενός μικρού αγώνα στα μέρη μου. Καλοδεχούμενος. Σπουδαίο να τρέχεις χωρίς να χρειάζεται να οδηγάς με τις ώρες, χωρίς να ξυπνάς χαράματα, χωρίς να σε περιμένει αυτή η θανατερή επιστροφή.  Απίθανα κέφια, σε καλή μέρα έπεσα. Κρίμα που μου συμβαίνει όλο και σπανιότερα. Χασομερώ στην αρχή, γκαζώνω και φτάνω την παρέα μου στο τέλος. Όλα είναι υπέροχα και δεν αφήνουν περιθώρια για σάτιρα. Έτσι συμβαίνει, όσο πιο χάλια πάνε τα πράγματα σ’ έναν αγώνα τόσο περισσότερο προσφέρεται για χιούμορ αργότερα.

Paggaio Trail Run, 12 Μαίου. Δεύτερη χρονιά, η ίδια κατάρρευση, στο ίδιο μέρος, του ίδιου αγώνα. Φταίει το μυστήριο της κούφιας γης ή το γεγονός της κούφιας κεφαλής; Αν το φαινόμενο είναι μεταφυσικό θα χρειαστώ αστρολόγο. Μου είχαν μιλήσει για έναν καλό, όταν ήμουν στο Κάιρο, Σέσωστρις με τ’ όνομα, αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Μ’ άλλη παρέα ξεκινώ, με τον Λαμπρινό που με περιμένει - όχι πολύ αλλά με περιμένει - τερματίζω. Ό,τι δεν έκανα πέρσι στο Πάικο γι’ αυτόν, το κάνει φέτος στο Παγγαίο αυτός για μένα. Το εκτιμώ φίλε, στο τεφτέρι με τα χρέη μου φιγουράρεις. Κι ο αγώνας παραμένει το τοπικό μας καμάρι, με το μπλουζάκι του συμμετέχω σ’ όλους τους υπόλοιπους.

Στα χνάρια της Αρκούδας, 26 Μαΐου. Χνάρια αρκούδας δεν είδα, αλλά το κρύο της αρκούδας το έφαγα. Πάνω από το χιονοδρομικό παραλίγο να με πάρει και να με σηκώσει. Το αντιανεμικό μου έπρεπε να το είχα πάρει εφαρμοστό, φουσκώνει σαν αλεξίπτωτο. Ευτυχώς που διαθέτω κάποια κιλά, ποτέ δεν ξέρεις τι τέλος σου επιφυλάσσει η μοίρα. Λάιβ ανταπόκριση, μέσω κινητού, από τον αγώνα της Καβάλας που γίνεται την ίδια μέρα, (κι εγώ ο προδότης τρέχω σε τόπο ξένο). Οι αθλητές στην πόλη μου καταρρέουν από τη ζέστη. Πόσο απέχει η Καβάλα απ’ το Μέτσοβο; 4 ώρες, κι είναι σαν να βρισκόμαστε σ' άλλο παράλληλο. Γνωρίζω Τσογκαράκη και Τρουπή, τι απίθανοι τύποι είναι αυτοί! Στην επιστροφή κορυφαία παρέα, αυτοκίνητο βούτυρο, ταξίδι φίνο. Τι άλλο να πω σε πέντε σειρές, μια ιδέα πήρατε.

Kerkini Lake run, 16 Ιουνίου.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
εις την πλαγιά ενός βουνού, της κορυφής εκείνης,
εβρήκα  θάνατο φρικτό κι οδυνηρό πολύ
του Ιουνίου ένα πρωί, στην όχθη της Κερκίνης.

Κάτι μου το ‘λεγε μέσα μου κι ετοίμασα καλού κακού το επιτύμβιο. Δεν κράτησε λίγο ακόμα δροσερός ο καιρός, κι έβγαλε την πρώτη κάψα της χρονιάς, ανήμερα αγώνα. Στα τελευταία της ασφάλτου οι δρομείς παραπατάνε. Αλλά όχι κι άσχημος χρόνος για τα κυβικά μου. Κι άλλωστε τι σόι αθλητές είμαστε εμείς, τη μια μας πειράζει το κρύο, την άλλη η ζέστη! Τι να μας κάνει κι ο Αργύρης, τι να μας κάνει κι ο κάθε διοργανωτής; Να μας δώσουν από ένα τηλεκοντρόλ να ρυθμίζουμε το κλίμα μόνοι μας; 

Haidou Trail Party, 21 Ιουλίου.  Σαββατιάτικο πάρτι με τα όλα του. Κέφι και χαρά. Αν θέλετε αγώνα χωρίς άγχος αγώνα, ελάτε εδώ. Πανηγυρική ατμόσφαιρα, σε δεύτερη μοίρα ο ανταγωνισμός. Από τις καλύτερες η φωτό του τερματισμού. Όρεξη για ντεμαράζ είχε η Μάρθα, το ‘χουν αυτό οι στιβικές. Σε καλή μέρα με πέτυχε, δεν ρεζιλεύτηκα στην κόντρα. Χαρά θεού κι ανθρώπων, και το πριν και το μετά. Όνειρο η διανυκτέρευση στο αντίσκηνο, όμορφη η βόλτα την Κυριακή. Κρίμα που πρέπει να φύγουμε κάποτε. Τι γρήγορα περνούν οι όμορφες στιγμές, αδικία δεν είναι;

Ορειβατικός Μαραθώνιος Ολύμπου, 8 Σεπτεμβρίου. Αυτός δεν είχε καθόλου πλάκα. Με πόνο ξεκινώ, με πόνο συνεχίζω, με πόνο καταλήγω. Ένα μήνα εκτός, συστήνει επί τόπου φυσιοθεραπευτής φίλος. Το διαπραγματεύομαι σκληρά, κρίμα να χάσω τους όμορφους αγώνες που ακολουθούν. Εντάξει, να κάτσω ένα μήνα, αλλά μετά τον Χειμερινό Ενιπέα. Πιθανολογεί πως αφού ο τένοντας  άντεξε τρία χρόνια θ’ αντέξει ακόμα τρεις μήνες, αλλά συμβόλαιο δεν υπογράφει. Δικό μου το ρίσκο. Η Ρούλα, στον τερματισμό, ζητά δήλωση. Σήμερα έχω γενέθλια, λέω. Συμπληρώνω 20 χρόνια τρεξίματος, με αρχή αυτόν, τον ίδιο αγώνα, το 1993. Διοργανωτές και παρόντες φίλοι τραγουδούν το happy birthday. Κι από πέτρα να είσαι, ραγίζεις.

Ορεινός Μαραθώνιος Οίτης, 22 Σεπτεμβρίου. Ό,τι θα μπορούσε να πάει στραβά σ’ έναν αγώνα πάει σ’ αυτόν. Ό,τι θα μπορούσε να πάει καλά, πάλι στραβά πάει. Αναποδιές και παρεξηγήσεις αμέτρητες. Και το έτερον δρομικό μου ήμισυ παρατώ στου δρόμου τα μισά, και την προθεσμία χάνω. Ο χαμένος τα χάνει όλα. Κι εκείνη η ατέλειωτη κορυφή από που ξεφύτρωσε, πάνω που νόμιζα πως το σώζω το πράγμα; Μήπως πρέπει να κοιτάζω και κανένα προφίλ αγώνα, τελικά; Τετράπαχη αγελάδα φράζει το στενό μονοπάτι του τέλους, τα 250 κιλά βοδινού κρέατος συνθλίβουν τις ύστατες ελπίδες. Την πετροβολώ, τρέχει μπροστά μου, τρώω τη σκόνη της. Ποτέ μου δεν έχω βρίσει έτσι ζωντανό. Παράλληλα ανησυχώ μήπως σκάσει κιόλας. Μη φύγω και δολοφόνος από την Οίτη. Παραίτηση και περπάτημα, όταν κλείνει το 10ωρο. Ζητούν δήλωση στον τερματισμό, αλλά αδυνατώ ν’ ανοίξω το στόμα μου. Δεν θα ξανάρθω εδώ, σκέφτομαι, καταραμένο μέρος. Απόφαση μιας μέρας. Θα ξανάρθω του χρόνου, ορίστε, την κάνω καθυστερημένα τη δήλωση, και θα διορθώσω ό, τι στραβό έκανα φέτος. Δεν φταίει το μέρος, δεν φταίει η κτηνοτροφία, δεν μας φταίνε πάντα οι άλλοι. Ο χαρακτήρας κι η επιπολαιότητά μας τα φταίει όλα. Αόριστα μιλώ, αλλά πιο συγκεκριμένος πάνω στο ζήτημα θα πεθάνω. Μόλις βγει η νέα προκήρυξη βάλτε με μέσα παιδιά, χωρίς να με ρωτήσετε καν.

Υψάριον Μονοπάτι, 29 Σεπτεμβρίου. Χάρη σ’ αυτόν τον αγώνα ξαναεπισκέπτομαι το κοντινό μου νησί, μετά από πολλά χρόνια. Με τη νέα γλυκιά μου συμμορία, 5 στο αυτοκίνητο, αυθημερόν, αφού τα οικονομικά όλων μας έχουν σφίξει. Κακοτράχαλο μονοπάτι, κατάλληλο για νεότερες κλειδώσεις κι αρθρώσεις από τις δικές μου. Ο πόνος στον αχίλλειο άφαντος, ξεγελιέμαι πως πέρασε οριστικά. Σιγά μην κάτσω ένα μήνα, σκέφτομαι και προσβάλλω μονομερώς το μνημόνιο με τον φυσιοθεραπευτή, αλλά κοντά στην ώρα ο πόνος τζα. Εντάξει, μια κουβέντα είπαμε, βγάλε μου κι αυτόν τον αγώνα σε παρακαλώ και θα σε ξεκουράσω τις γιορτές, τότε, με τις παγωνιές και τα κρύα. Τώρα η φύση είναι παράδεισος, πώς να κλειστείς μέσα, θα σκάσεις. Βουνό εδώ και θάλασσα στο βάθος, περίεργο κάπως να τρέχεις σε νησί. Με Νίκο και Αθηνά περνάμε τη γραμμή, καταπληκτικό ζευγάρι, εσείς μου κάνετε τιμή παιδιά. Στο φέρυ της επιστροφής γαλήνη φυσικών και ψυχικών στοιχείων. Με λιγότερο πόνο του χρόνου μου εύχομαι.

Paranesti Rath 26 Οκτωβρίου.  Αρχική ευδαιμονία που σβήνει με την πάροδο ωρών και χιλιομέτρων. Η σάρξ υπήρξε πρόθυμος, αλλά το πνεύμα παρεδόθη. Με σώζει ο Βαγγέλης, που τον στέλνω στο ποτάμι να μου φέρει νερό, μπας και συνεφερθώ κι αθλητικά φερθώ. Αυτό ήταν. Δεν θα το ξανακάνω ποτέ. Μεγάλωσα πια. Σκούπα την Παρασκευή το βράδυ, ελάχιστος κι άθλιος ύπνος κατόπιν. (Τι κρύο είναι αυτό στο Παρανέστι, ρε παιδιά;) Το πρωί το αντίσκηνο παγωμένο. 46 χιλιόμετρα αγώνας το Σάββατο. 7,5 ώρες, με δυο ενδιάμεσες καταρρεύσεις. Ξανά μανά ταλαίπωρος ύπνος στο αντίσκηνο. (Τι κρύο είναι αυτό στο Παρανέστι, ρε παιδιά;) Αγώνας 10χίλιαρος την Κυριακή. Φινίτο. Τέρμα ο γουρμασμένος σούπερμαν. Του χρόνου, ή αγώνας ή εθελοντισμός. Όταν κάνεις πολλά πράγματα μοιάζει σαν να ζεις πολλές ζωές ταυτόχρονα, αυτό επιδιώκω ο άπληστος, αλλά ανησυχώ σοβαρά πια μήπως χάσω και τη μια που έχω.

Ημιμαραθώνιος Πάικου. 3 Νοεμβρίου. Τρέχουμε μέσα σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής. Κινούμενα σχέδια τα σχέδιά μας, σε χρώματα βουνίσια φθινοπωρινά. Χρυσάφι στα δέντρα, γάργαρα νερά, γεφύρια για ρομάντζο. Η χαρά του τρεξίματος σ’ έναν σχετικά εύκολο αγώνα. Αν είστε αρχάριοι ξεκινήστε από εδώ κι αμέσως γίναμε ομοϊδεάτες. Ο Δημήτρης μας χωρά όλους στο φιλμάκι του, το ντύνει και με την παραγγελιά μας. Μαζί με τις νότες του Skyfall θα τρέχουμε αέναα σ’ αυτόν τον πίνακα, σκέφτομαι, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Οι εναλλακτικές μορφές αθανασίας έχουν λίγο θλιβερή, αλλά ακαταμάχητη γοητεία. Ας μην το βαρύνω, όμως, θα το χαλάσω.

http://vimeo.com/78708297#

Ημιμαραθώνιος Οχυρού Νυμφαίας 24 Νοεμβρίου. Πέτρες, χώμα, λάσπη. Ντουζιέρα ο ουρανός, αλλά άπαντες παρόντες. Η τρέλα μας πήγε στα βουνά και δεν φεύγει με τίποτα. Τσαλαβουτάμε ευτυχισμένα, οι παιδικές μας μορφές αναδύονται ξανά από το τωρινό μας σχήμα. Τι όμορφα που ήταν εκείνα τα παιδικά προβλήματα, ποιος θα περάσει ποιον! Τι όμορφα που είναι και τα προβλήματα που θέτουν οι σημερινοί αγώνες! Από την επομένη με περιμένει μια πολύ δύσκολη βδομάδα, γι’ αυτό θα χαρώ κάθε λεπτό της σημερινής μέρας, κάθε στάλα της σημερινής βροχής. Στην εκκίνηση χανόμαστε πάλι με την Άννα. (Τι θα γίνει ρε, με μας τα απροσάρμοστα, θα τα καταφέρουμε να συνεννοηθούμε ποτέ;) Τρέχω μπρος πίσω, την φτάνω στα μισά, τερματίζουμε αντάμα, δυο χαρούμενα μουσκίδια. Τέλος καλό όλα καλά. Η άλλη Άννα φωτογραφίζει και γι’ άλλη μια φορά τσιμεντάρει το χρόνο στην καλή του στιγμή. Μακάρι έτσι να έμενε πάντα, μακάρι.

Κίσσαβος, Φαέθων, Ζαγόρι, Rodopi Challenge. Έγιναν ξέχωρα άρθρα, όποιος θέλει τα διαβάζει. Ό,τι παραπάνω θα χαλάσει το ύφος τους. Άεθλος, Σκοτούσα, Ψάθα, κι ό,τι άλλο ξεχνώ. Όμορφες στιγμές, και γλυκές απογοητεύσεις. Γιατί στο τρέξιμο κι οι απογοητεύσεις είναι γλυκές. Αυτές τις στενοχώριες να είχαμε μόνο κι η ζωή μας θα ήταν ωραία.

Χειμερινός Ενιπέας. 8 Δεκεμβρίου. Κλείνει αριστερόστροφα το χρόνο φέτος. Τον κλείνει όμορφα, όπως πάντα, αν και μας αγχώνει κάπως με την αυστηρότητα των ορίων του. Πρόκληση όμως, να ψάχνουμε να βρούμε που βρίσκονται αυτά, και πόσο μακριά μπορούν να μας ταξιδέψουν. Με ταξίδεψαν φέτος όπως ποτέ άλλοτε, δύσκολα να ξανάρθει τέτοια χρονιά. Αλλά τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα, έλεγε ο ποιητής, κι όσο κι αν το ξέρω πως δεν θα ισχύει για πάντα αυτό, θέλω να το πιστεύω ακόμα. Νάτο, το βάρυνα. Ίσως φταίει η μουσική που ακούγεται στο βάθος, ίσως το ό,τι κάθε τέλος εμπεριέχει κάτι μελαγχολικό.

Καλή χρονιά, λοιπόν, παιδιά, και καλή αντάμωση στους νέους αγώνες. Ένα νέο έτος γεμάτο όμορφες εικόνες, όπως αυτές στο φιλμάκι που ακολουθεί, σας εύχομαι. Ας κάνουμε πράξη τις παραινέσεις του, ωφελημένοι  θα βγούμε, θα δείτε.

 http://www.youtube.com/watch?v=sMmTkKz60W8

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Φιλίες.



                                                    


   Ο Κούντερα θεωρεί πως τον θάνατο μπορείς να τον διακρίνεις μόνο όταν βρίσκεσαι στην κατάλληλη από αυτόν απόσταση. Όσο είσαι νέος είναι αρκετά μακριά για να τον δεις. Όταν είσαι γέρος η εικόνα του έρχεται κοντά και θολώνει. Ευτυχώς, θα έλεγα.
Η μέση ηλικία είναι η σωστή, κατά Κούντερα, απόσταση. Aυτή που σου επιτρέπει να βλέπεις το τέλος καθαρά. Οι περιβόητες ηλικιακές κρίσεις των 30, 40, 50 μοιάζουν απόρροια αυτού του φαινομένου. Προσωπικά τις πέρασα όλες. Λόγω ιδιοσυγκρασίας, ακόμα περισσότερες απ’ όσες τα στρογγυλεμένα νούμερα υποδεικνύουν.
Η χειρότερη όλων, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ήταν η κρίση των 50. Εκδηλώθηκε με βαριά μορφή και κορυφώθηκε την μέρα των γενεθλίων του μισού μου αιώνα.
Δεν ξέρω αν οφείλεται σ’ ανεμελιά, σε μια διαρκώς κινούμενη ζωή, ή σε ένα είδος αυτοσυντήρησης, αλλά για χρόνια ζούσα σε μια ευδαιμονική κατάσταση που αγνοούσε τον παράγοντα χρόνο. Θεωρούσα πως ο χρόνος είναι κάτι που αφορά τους άλλους, όχι εμένα. Η καλή φυσική μου κατάσταση δεν μου επέτρεπε να παρατηρώ διαφορές στις δραστηριότητές μου, κι όσο για τον καθρέφτη μόνο τώρα τελευταία θα’ θελα να δείχνει κάτι καλύτερο. Δεν μετανιώνω γι’ αυτήν την ψευδαίσθηση, αφού με προστάτεψε από ανώφελες στεναχώριες για πολύ καιρό.
Η συνειδητοποίηση ήρθε απότομα. Σε μια και μόνο μέρα βρέθηκα αντιμέτωπος με μια σκληρή πραγματικότητα. Σαν να ξυπνούσα από βαθύ ύπνο, κατάλαβα ξαφνικά πως ο κόσμος γύρω μου είχε αλλάξει. Αγαπημένα μου συγκροτήματα δεν έβγαζαν πια δίσκους. Αγαπημένοι μου ηθοποιοί είχαν πεθάνει. Οι γονείς μου είχαν γεράσει πολύ. Και τα κορίτσια που είχα ερωτευτεί ήταν πλέον μαμάδες κι είχαν παιδιά στην ηλικία που ήταν οι ίδιες όταν τις ερωτεύτηκα.
Αισθάνομαι άσχημα για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκα την μέρα των γενεθλίων μου. Σχεδόν αποπήρα τους φίλους που με θυμήθηκαν. Η καλή τους διάθεση μεταφράστηκε ως προσβολή προσωπικών δεδομένων. Εξαγριώθηκα με την ιδέα μιας γιορτής με την καθιερωμένη τούρτα γενεθλίων. Με πενήντα αναμμένα κεριά μια τούρτα παγωτού λιώνει, ενώ η ιδέα μόνο δυο, 5 και 0, θα έσωζε την τούρτα αλλά όχι εμένα. 
Τέσσερα χρόνια μετά, στα γενέθλια μου, παρ’ όλο που η γενικότερη κατάσταση ήταν κατά πολύ χειρότερη, έσβησα ένα κερί στην τούρτα και δέχτηκα με χαρά τις ευχές από φίλους, που δεν χρειάστηκε να παραβιάσουν απόρρητα δεδομένα, αφού η πληροφορία διαδόθηκε ελεύθερα μέσω fb. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που μου συνέβη στα 50 μου το είχα ξεπεράσει και ξέρω πως αυτό το οφείλω σε συγκεκριμένα πράγματα.
Αναθεωρώ τις ειρωνείες προς όσους αφιερώνουν την όποια επιτυχία στην οικογένειά τους. Δεν θα υπήρχαν αυτά τα κείμενα, αν η οικογένειά μου δεν ήταν αυτή που είναι. Δεν υπάρχει δρομέας που να μην οφείλει στην οικογένειά του, είτε το αναγνωρίζει, είτε όχι. Ελπίζω πως ως αντάλλαγμα η οικογένεια εισπράττει έναν καλύτερο σύζυγο ή πατέρα. Μόνο ένας ικανοποιημένος άνθρωπος μπορεί να είναι καλός σ’ αυτά τα δυο. Και, μετά από κάθε τρέξιμο, στο σπίτι επιστρέφει ένας ικανοποιημένος άνθρωπος.
Τα υπόλοιπα στα οποία χρωστώ οφειλές είναι οι φίλοι, οι παρέες μου και το ίδιο το τρέξιμο. Η συνεργασία τους, όλα αυτά τα χρόνια, έχει αποφέρει θαυμάσια αποτελέσματα.
 

                                                   -----------

Οι φίλοι και οι παρέες ήρθαν ως αποζημίωση για ένα μεγάλο διάστημα αρχικής μοναξιάς. Το να είσαι μόνος όταν τρέχεις δεν είναι απαραίτητα κακό, αντίθετα, πολλές φορές είναι ζητούμενο. Τα τρέξιμο είναι μια μορφή αυτοσυγκέντρωσης και διαλογισμού. Είναι ένας τρόπος να προσθέτεις την ατομική σου ύπαρξη στο σύμπαν. Να ερευνάς τον εσωτερικό σου κόσμο και ν’ αποκρυσταλλώνεις σκέψεις και ιδέες.
Αλλά χρειάζεται παρέα για να γεφυρώνει τις μακριές σιωπές. Για να σε κάνει να ξεχνάς τα χιλιόμετρα και την ώρα που περνά. Για τους μακριούς δρόμους και τις ατέλειωτες διαδρομές. Για να μοιράζεσαι κοινά αισθήματα. Για να σχεδιάζεις το αύριο και το μακρινό μέλλον. Για να σηκώνεις το χέρι και να δείχνεις κάτι όμορφο στο βάθος.
Χρειάζεται παρέα για τα ταξίδια και τα δρομολόγια. Απορώ με τον άνθρωπο που ήμουν κάποτε, αυτόν που έπαιρνε το λεωφορείο για να κατεβεί μόνος του σε μια μακρινή πόλη, να διανυκτερεύει μόνος σ’ ένα ξενοδοχείο, να παίρνει μόνος το βραδινό και το πρωινό του. Και να επιστρέφει μόνος, σ’ έναν κόσμο με τον οποίο δεν μπορούσε να μοιραστεί καμιά κοινή ανάμνηση, πάνω σε κάτι τόσο σημαντικό γι’ αυτόν.
Σήμερα είναι εύκολο να βρεις παρέα. Εύκολο να συνταξιδέψεις, ν’ ανταλλάξεις εντυπώσεις, να ταυτιστείς. Στις μαζώξεις που, τώρα, ως δρομείς οργανώνουμε, γεμίζουμε ολόκληρη ταβέρνα. Τότε, ήταν αλλιώς.
Οι παρέες μου μεγάλωσαν, όταν το στάδιο της πόλης αντικατέστησε τον αγαπημένο μου δασικό δρόμο ως πεδίο τρεξίματος. Ιδίως τον χειμώνα, που οι μέρες ήταν μικρές και το σκοτάδι δεν άφηνε πολλά περιθώρια για τρέξιμο στο βουνό. Στο στάδιο συνάντησα τους αθλητές, τους μετρημένους διαδρόμους, τα προπονητικά προγράμματα, τους τοπικούς συλλόγους, τα χρονόμετρα και τους προπονητές. Εκεί με περίμεναν και οι πρώτες μου καθαρά αγωνιστικές παρέες.
Ήταν κάτι παραπάνω από απλές συντροφιές. Ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για κάποιον που ήθελε να τρέχει κάθε μέρα. Απαραίτητη για τα γρήγορα κομμάτια, για τα τέμπο, για τις διαλειμματικές. Για την αλληλοβοήθεια στις εξουθενωτικές προπονήσεις, για το πάλεμα της μονοτονίας, για τα σχέδια, για τα κοινά ταξίδια και τις κοινές αναμνήσεις.
Κάποιοι από εκείνες τις παρέες δεν είναι πια παρέα μου. Κάποιοι σταμάτησαν να τρέχουν, ή έφυγαν από την πόλη. Με κάποιους, απλώς, δεν ταιριάζουν οι ώρες, τα μέρη, οι ρυθμοί και οι βηματισμοί μας. Εδώ και καιρό έχω επιστρέψει στους αγαπημένους μου δασικούς δρόμους. Επιλέγοντας να εγκαταλείψω δια παντός το στάδιο και το χρονόμετρο, εγκατέλειψα κάποιους φίλους. Ανακάλυψα όμως καινούργιους. Πρόσωπα αντικατέστησαν άλλα πρόσωπα, φιλίες αντικατέστησαν άλλες φιλίες. Γνωριμίες από τους πολυπληθείς πια αγώνες κατέκτησαν μια θέση στη ζωή μου μ’ έναν τρόπο που μόνο πολύχρονες σχέσεις καταφέρνουν. Κι όμως το κατάφεραν σύντομα, απλά, όμορφα κι αβίαστα.
Αλλά, συμβαίνει κάποιες φορές, να λείπουν όλοι από κοντά μου. Να βρίσκομαι ξανά, όπως παλιά, στην μοναξιά μιας ατέλειωτης ορεινής διαδρομής. Έστω κι έτσι, όμως, είναι λίγες οι φορές που νιώθω μόνος. Συχνά, μέσα στη μοναξιά του βουνού, ακούω τα βήματα και τις ανάσες όλων όσων κατά καιρούς τρέξαμε μαζί. Πρόσωπα γνωστά και προσφιλή, ή άλλα που για λίγες μόνο στιγμές με συντρόφευσαν, και που απέμειναν σκιές χωρίς ονόματα, είναι κοντά μου. Ξεχασμένες φυσιογνωμίες χτυπούν απρόσμενα την πόρτα της μνήμης μου. Τους ανοίγω, και είμαστε πάλι όπως παλιά. Συνεχίζουμε το τρέξιμο μαζί και πιάνουμε ξανά εκείνη την κουβέντα που είχαμε αφήσει στη μέση.


                                                     ----------------------








 ΥΓ. Μια από τις ωραιότερες σκηνές στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου  βρίσκεται στην ταινία Toy Story 3, την τελευταία της σειράς. Σε κάποια στιγμή αγωνίας, τα περιβόητα παιχνίδια εγκλωβίζονται σε μια χοάνη, που τα στροβιλίζει και τα παρασέρνει στο κέντρο ενός τεράστιου καμινιού. Τα περιθώρια αντίδρασής τους μοιάζουν ανύπαρκτα. Η χαριτωμένη σενιορίτα κοιτά απελπισμένα τον ήρωα της, τον Buzz Lightyear, και ρωτά για το τι θα μπορούσαν να κάνουν. Ο ήρωας, που συνήθως έδινε τη λύση σ’ όλες τις δύσκολες καταστάσεις, απομένει για λίγο σκεφτικός. Μετά στρέφεται προς το μέρος της και της απλώνει το χέρι. Αυτή καταλαβαίνει. Νεύει θλιμμένα και του προσφέρει το δικό της. Όλα τα παιχνίδια ενώνουν τα χέρια τους κι αφήνονται να παρασυρθούν προς τον χαμό.
Φυσικά, λίγο πριν το μοιραίο, κάτι γίνεται και τα παιχνίδια γλιτώνουν, αφού δεν είναι δυνατόν μια ταινία που απευθύνεται σε παιδιά να μην λαμβάνει υπ’ όψη τις ψυχικές τους ευαισθησίες. Εμείς όμως δεν είμαστε παιδιά, ούτε παιχνίδια. Η ζωή δεν είναι παιχνίδι, γι’ αυτό άλλωστε και μας αρέσει να παίζουμε. Κι αν δεν υπήρχε ο θάνατος, τότε ίσως δεν θα υπήρχε το τρέξιμο, η τέχνη, ούτε ακόμα κι ο έρωτας φαντάζομαι.
Γι’ αυτό ακριβώς δημιουργούμε και συντηρούμε τις φιλίες μας. Επειδή είμαστε προνοητικοί. Επειδή δεν θέλουμε την ύστατη στιγμή να ψάχνουμε ανθρώπους που να μας αγαπάνε, για ν’ απλώσουμε το χέρι μας. Θέλουμε να βαδίζουμε, ή να τρέχουμε στη ζωή, με τη σιγουριά πως τους έχουμε ήδη.