Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Ορεινοί αγώνες. 6.




 Rodopi Challenge 50M                                                


                                                                           Η καρδιά του σκότους


Το πανό του Rodopi Challenge 50M κατεβαίνει. Ο Σαράντης κι ο Παναγιώτης φορτώνουν το αυτοκίνητο. Ο Ηλίας μαζεύει τα απομεινάρια της ολιγομελούς αθλητικής γιορτής. Οι  συμμετέχοντες και οι συνοδοί τους έχουν ήδη αποχωρίσει.
Είμαι από τους τελευταίους που απομένω, μαζί με τη μικρή μου παρέα. Έχω συνδυάσει το μέρος με κόσμο κι έτσι, τώρα, μου φαίνεται παράξενα γαλήνιο. Επίσης, είμαι όσο ικανοποιημένος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος. Έχω τελειώσει τον τελευταίο και δυσκολότερο αγώνα ενός μπαράζ διαρκείας. Η συζήτηση με τον Χρήστο, στο ξύλινο τραπέζι, κάτω από τη δροσιά των δέντρων και του τονωτικού καφέ, είναι ό,τι το καλύτερο αυτήν τη στιγμή.
Ο Χρήστος αναπτύσσει το σκεπτικό των advendurerun αγώνων. Κρίμα που δεν  ακούνε κι άλλοι, θ' άξιζε να διαδοθεί ένας τέτοιος λόγος. Σπανίζει η ποιότητα του. Κάποιο είδος ανθρώπου κινεί τη γη, ενόσω όλα τα υπόλοιπα περιφέρονται παράλληλα. Μ' ευχαριστεί ν' ακούω πως τα κείμενά μου εμπνέουν κάποιους, αλλά η αλήθεια είναι πως κι εμένα με εμπνέουν κάποιοι. Ο Χρήστος είναι ένας από αυτούς.
Ο αγώνας των 50 μιλίων ήταν έξω από τον προγραμματισμό μου. Ξέφευγε σε δυσκολία κι ακολουθούσε 3 κατά σειρά αγώνες, που όσο χαλαρά κι αν τους πας δεν αποφεύγεις την κούραση. Αλλά ο τρόπος που αντιμετωπίζω πια τους αγώνες δεν έχει να κάνει με χιλιόμετρα και υψομετρικές, αρκεί βέβαια αυτά να βρίσκονται μέσα στην εμβέλειά μου. Έχει να κάνει με μια επιθυμία ζωής, που κατά κάποιο τρόπο βρήκα τον τρόπο να την ζω έντονα σ' αυτό το άθλημα. Μιας ζωής που επεκτείνει την καθιερωμένη. Που την τραβά στ' άκρα της και της δίνει διάσταση ονείρου. Που αυτονομείται και γεννιέται από τα δικά της πάθη, το δικό της αυθορμητισμό. Που εμφανίζει στοιχεία του χαρακτήρα μου που δεν ήξερα, ούτε θα μάθαινα ποτέ ότι έχω. 
Στον αγώνα αυτόν με έφεραν αγαπητά ονόματα γνωστών και φίλων από τον κόσμο του τρεξίματος. Το τρέξιμο προσφέρεται για γνωριμίες, αρκεί να είσαι ανοιχτός και δεκτικός σ' αυτές. Εντάξει, υπάρχουν δρομείς που δεν θα ήθελα να σταθώ πλάι τους ούτε λεπτό, αλλά με χαρά διαπιστώνω πως τα ποσοστά αξιόλογων ανθρώπων στους αγώνες βουνού είναι πολύ μεγαλύτερα απ' όσο υπολόγιζα. Είναι καλό να μην αισθάνεσαι μόνος.
Είναι 5 τα χαράματα. Σκοτάδι ακόμα.  Κι ο αγώνας ξεκινά, όπως μελωδεί το αφιερωμένο σ’ αυτόν τραγούδι. Τα κουδούνια ηχούν και κάνουν την ατμόσφαιρα πανηγυρική. Ο πρώτος κι ο τελευταίος ήχος του αγώνα, σκέφτομαι. Μόνο που μεσολαβεί πολύ ενδιαμέσως. Μια ζωή ολόκληρη θα συμπυκνωθεί στη διάρκεια μιας μέρας.
Ξεκινώ τελευταίος, ως συνήθως. Παρέα μου, η ‘σκούπα’. Ο Παναγιώτης μ' αναγνωρίζει, χρόνια πριν, πιτσιρικάς τότε, συμμετείχε σε μια σχολή ορειβασίας του συλλόγου μου. Αδύνατον να τον θυμηθώ, αλλά θα τον θυμάμαι στο εξής. Σ' αυτά τα πρώτα χιλιόμετρα ανακαλύπτω ένα σπουδαίο αθλητή, μια διακριτική προσωπικότητα, ένα φιλοσοφημένο χαρακτήρα. (Γιατί μετέχω τόσο τακτικά σε αγώνες, ε;) Μετά χωρίζουμε, υπάρχουν συναθλητές που μένουν πιο πίσω από μένα. Θα τον ξανασυναντήσω κατά τη επιστροφή μου, μετά το 41χλμ, να  συνοδεύει έναν αθλητή που αντιμετωπίζει πρόβλημα τραυματισμού.
Ο Κώστας κι ο Δημήτρης πάνε παρέα. Δείχνουν να το διασκεδάζουν. Γρήγορος μου φαίνεται ο ρυθμός τους, μένω πίσω. Αλλά, μετά, κάπου τους προσπερνώ. Μετά, κάπου, με προσπερνούν.  Μετά τους ξαναπροσπερνώ. Γιατί να πηγαίνουμε χώρια ενώ είμαστε τόσο κοντά; σκέφτομαι και τους περιμένω. Συνεχίζουμε μαζί. Μετά βαριέμαι το ρυθμό τους και τους προσπερνώ. Μετά, κάπου, με ξαναπροσπερνούν. Έτσι θα τη βγάλουμε μέχρι το τέλος μου φαίνεται.
Αν υπάρχει κάτι που έχω περισσότερη περιέργεια να διαπιστώσω είναι να δω το πως θα ανταπεξέλθει ο Κώστας. Ο αγώνας αποτελεί την υπέρτατη δοκιμασία γι' αυτόν. Ξεκινά με καλά εφόδια. Με κέφι,  αποφασιστικότητα, έναν καλό φίλο, τον Δημήτρη, για να του δίνει το ρυθμό. Νομίζω πως όποιο άγχος υπάρχει πριν, εξαφανίζεται κατά τη διάρκεια του αγώνα, και οι όποιοι δισταγμοί κι αμφιβολίες που εξέφρασε τις προηγούμενες μέρες έχουν υποχωρήσει απέναντι σε πρακτικά ζητήματα.
Ο Κώστας, ο Λαμπρινός κι ο Γρηγόρης είναι οι 3 επιπλέον λόγοι που μ’ έφεραν εδώ. Παρότρυνση, ενθάρρυνση, καλά θα περάσουμε, θα δεις. Σωστά, με τέτοια παρέα, πως να λείπεις. Παρέα, τρόπος του λέγειν, αφού είμαστε διασκορπισμένοι σε μια έκταση πολλών βουνίσιων χιλιομέτρων. Αλλά οι σκέψεις μας δεν είναι ανάλογα απόμακρες. Τους σκέφτομαι και νομίζω πως με σκέφτονται κι αυτοί.
Είμαι κακός στο να υπολογίζω, πόσο μάλλον υπό καθεστώς ταλαιπωρίας. Κάποια στιγμή φοβάμαι πως τα πάω χάλια, πως δεν μου βγαίνει ο χρόνος, αλλά ο Χρήστος εμφανίζεται στο πουθενά και με βεβαιώνει για το αντίθετο. Διακτινίστηκε πολλές φορές αυτός ο άνθρωπος στη διάρκεια του αγώνα, τον συναντούσα σ' αναπάντεχα σημεία σαν καλό όραμα. Αν οι συμμετέχοντες ζούμε κάτι μια φορά, αυτός το ζει μια για τον καθένα μας, κι αυτό ίσως είναι η καλύτερη ανταμοιβή για όσα μας προσφέρει.
Ατέλειωτη κατηφόρα στην Οξιά. Πως είναι δυνατόν να την ανεβούμε στην επιστροφή, το σκέφτομαι και τρελαίνομαι. Τρελαίνομαι κι από τη ζέστη. Και που στο καλό βρίσκονται οι πρώτοι; Αφού πλησιάζω στα μισά έπρεπε ήδη να έχουν φανεί Συνήθως, όταν βρίσκομαι στη μέση ενός αγώνα οι πρώτοι τερματίζουν. Τόσο καλά τα πηγαίνω, τελικά; Δεν νομίζω.
Εμφανίζονται κάποτε. Κι ο Γρηγόρης ανάμεσα στους πρώτους! Πρωτοφανής απόδοση. Έχει ξεφύγει αυτό το παιδί. Σαν να θυμάμαι, στον Φαέθοντα ήμασταν, κάτι μουρμούριζε για μια δίαιτα που δοκιμάζει. Δεν έδωσα σημασία τότε, αλλά μετά από αυτό θα τον ανακρίνω στην πρώτη ευκαιρία. Ελπίζω να μιλήσει, δεν μ' αρέσει να βασανίζω φίλους.
Ευτύχημα που μετέχει κι ο Λάζαρος στον αγώνα και διαπιστώνει το θερμοκρασιακό μας χάλι. Τον συναντώ, όπως επιστρέφει, και μου ανακοινώνει πως λόγω ζέστης δίνει παράταση 30 λεπτά για τα μισά, κι άλλα τόσα θα δώσει η Ηλίας μέχρι το τέλος. 19 ώρες το τελικό όριο. Όχι, βέβαια, πως αφορά εμένα, θεωρεί, αλλά εγώ θεωρώ διαφορετικά. Μπορεί να τα κατάφερα μέχρι τη μέση, αλλά το να επιστρέψω, με τόση ζέστη, και με διπλή ανηφόρα, δεν το προβλέπω εμπρόθεσμο. Δέχομαι ευχαρίστως τη χρονική δωρεά, κι αναπτερώνομαι, αν αυτό το ρήμα είναι δόκιμο για κάποιον που σέρνεται στην καυτή άσφαλτο της Ζαρκαδιάς.
Στη Ζαρκαδιά, ο Λαμπρινός κι ο Ηλίας, σκεφτικοί. Ο Λαμπρινός αντιμετωπίζει πρόβλημα στο πόδι. Μου δείχνει το σημείο και ρωτά αν έχω άποψη. Ωχ! Έχω. Ήταν ο τελευταίος μου τραυματισμός. Με ταλαιπώρησε αρκετά. Ύπουλο πράγμα, το φοβήθηκα γιατί το κουβαλούσα καιρό. Λαγοκνημιαία. Η σύνεση επιβάλλει να τα παρατήσει, αλλιώς θα πάθει ζημιά, όπως έπαθα κι εγώ που δεν τα παράτησα όταν πρωτοεμφανίστηκε το πρόβλημα. Εύκολο το να είσαι συνετός με τους άλλους. Αποφασίζει να συνεχίσει. Τους βλέπω να ξεκινούν κι εύχομαι να πάνε όλα καλά, αν κι έχω κακό προαίσθημα.
Αρκετή ώρα καθυστέρηση στη Ζαρκαδιά, η μανέστρα και τα σουτζουκάκια της Δήμητρας ανεκτίμητα. Φτάνει κι ο Κώστας με τον Δημήτρη. Στην τελευταία αλλαγή πέρασα εγώ φαίνεται. Κοιτάζω το ρολόι, πολύ την άραξα. Πρέπει να φεύγω. Κι αυτοί πρέπει να φεύγουν, αλλά δεν βλέπω βιασύνη. Μήπως θεωρούν πως δεν τους βγαίνει και το σκέφτονται; Δεν  θέλω να επέμβω στις συζητήσεις τους. Χαιρετώ κι αναχωρώ. Ο αγώνας επιφυλάσσει πολλά ακόμα.
Σκέφτομαι όλους αυτούς τους συναθλητές μου, κι αναλογίζομαι πως δεν υπάρχουν πολλά πράγματα που να είναι συναρπαστικότερα από τους αγώνες βουνού. Απίστευτες καταστάσεις διαδραματίζονται εδώ πέρα. Το μειονέκτημά τους είναι πως δεν γίνονται ορατές. Η προσπάθεια που καταβάλλουν οι αθλητές εμπεριέχει κάτι το συγκλονιστικό, αλλά όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Richard Askwith στο βιβλίο του ‘Feet in the Clouds’, δεν μεταφέρεται οπτικά. Αν το σωματικό και ψυχικό σθένος, η πάλη με τον εαυτό σου και τα στοιχεία της φύσης, μπορούσε να περάσει μέσα από τις τηλεοπτικές κάμερες, την επομένη το πρωί το ποδόσφαιρο θα καταντούσε αφόρητα βαρετό θέαμα. Αλλά δεν μπορεί. Καλύτερα. Κάποια πράγματα ας τα κρατήσουμε για μας.
Ξεκίνησε η επιστροφή. Σε υψομετρική και σε χιλιόμετρα, ένας Σεπτεμβριανός μαραθώνιος του Ολύμπου. Πολλά είναι. Βασανίζομαι σε μια ατέλειωτη ανηφοριά, και με θερμοκρασία να τρελαίνεσαι. Ποτέ δεν είχα μπατόν σε αγώνα, τώρα έχω. Ένα κλαδί, δηλαδή, που μαζεύω από κάτω και το ξεχνώ στο πρώτο ρυάκι που σκύβω για να δροσιστώ. Δεν πειράζει, βρίσκω άλλο, καλύτερο. Δεν σκίζω κι από στυλ, μάλλον με περιπλανώμενο Ιουδαίο μοιάζω παρά με τρέηλ ράνερ, αλλά ποιος νοιάζεται για το στυλ; Στο σημείο που καραδοκούν φωτογράφοι κρύβω τη μαγκούρα κι υποκρίνομαι τον αθλητή.
Στην Πρασινάδα ξανά. Φραπέ, με βοηθά η καφείνη κι ας γελά ο Ηλίας. Πολλοί μαζεμένοι εκεί. Μεγάλη παρέα, βαθύς προβληματισμός. Κι αρκετές εγκαταλείψεις. Ο Λαμπρινός το σκέφτεται πιο σοβαρά να μην συνεχίσει, αλλά το παλεύει ακόμα. Ο Ηλίας θα συνεχίσει παρέα με δυο Δημήτρηδες. Ο ένας αποδεικνύεται επιδέξιος κι ακούραστος καμεραμάν. Όμορφο το φιλμάκι του, κάπου στο 07΄51΄΄ με κάνει αεροπλανάκι. http://www.youtube.com/watch?v=MAo_sVnFkWc&feature=share Παροτρύνω τον Λαμπρινό, αλλά δεν ακολουθεί. Πολύ καλά κάνει, θα τον πληρώσει πολύ ακριβά τον τερματισμό. Και πολύ κακώς τον παροτρύνω. Η όποια λογική που έχω αποδυναμώνεται από την κούραση.
Από την Πρασινάδα, τελευταίο σταθμό, μέχρι τον τερματισμό θέλει....θέλει...αλλοίμονο, έναν αγώνα σαν το Paggaio Trail Run. Γιατί δεν έφαγα περισσότερο; Στο σακίδιο μου έχω... Τίποτα. Ποιος μπορεί να βγάλει τον αγώνα του Παγγαίου, χωρίς ανεφοδιασμό; Ψοφώ στην πείνα. Τρεκλίζω. Ένας συναθλητής με προσπερνά στην ανηφόρα του Θεολόγου, του εκθέτω δειλά το πρόβλημά μου. Προθυμοποιείται να μου δώσει ένα...χάπι, για να μην με πιάσουν κράμπες. Το παίρνω για να μην τον προσβάλλω, αλλά το πρόβλημά μου είναι η πείνα, όχι οι κράμπες. Ποτέ μου δεν υπέφερα από κράμπες σε αγώνα, δεν ξέρω γιατί. Συνεχίζει, ενώ εγώ σέρνομαι πίσω του. Διστάζει, ξανασταματά, μου προσφέρει ένα τζελάκι. Σωτηρία. Όχι πως σε  χορταίνει ένα τζελ, αλλά να’ ναι καλά ο άνθρωπος, Διονύσης τ' όνομά του. Με βοήθησε όσο δεν λέγεται. 
Και μετά νύχτα. Τέρμα τ' αστεία πια.
“Η καρδιά του σκότους” είναι το πιο αινιγματικό έργο ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς όλων των εποχών, του Τζόζεφ Κόνραντ. Αν δεν το έχετε διαβάσει ίσως έχετε δει την ταινία “Αποκάλυψη τώρα”. Βασίζεται σ' αυτό, απλώς μεταφέρει τη δράση σ' άλλο χρόνο , 75 χρόνια μετά, και σ' άλλο τόπο, Βιετνάμ αντί για Κονγκό. Στον μονόλογο του αφηγητή ξεδιπλώνεται η περιπέτεια της ανάβασης σ' ένα ποταμό της ζούγκλας και η ταυτόχρονη κατάδυση στην άβυσσο του υποσυνειδήτου. Ένα ζοφερό ταξίδι, όπου το εγώ οδεύει για να συναντήσει το ένστικτο. “Ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο, προς τα πίσω, προς την αρχέγονη πραγματικότητα του κόσμου, τότε που η βλάστηση οργίαζε παντού και οι μόνοι βασιλιάδες ήταν τα δέντρα”.
Νιώθω πως το ταξίδι στην καρδιά του σκότους το έχω διατρέξει κάποιες φορές. Στην ανάβαση στο base camp του Έβερεστ, στο Νεπάλ. Στους δυο αγώνες των 110 χλμ του VFT. Και τώρα. Κοινό στοιχείο των αγώνων, το βράδυ. Ξέχωρο στοιχείο: Σ' όλους τους προηγούμενους αγώνες είχα παρέα και μάλιστα καλή. Εδώ είμαι μόνος.
Δεν ξέρω αν είμαι δειλός, ή αν το να είσαι μόνος σου, βράδυ, σ' ένα άγνωστο μέρος, είναι κάτι που δικαιολογημένα προκαλεί φόβο. Αν η χαρά της φωτιάς ήταν τόσο έντονη που πέρασε μέσα από γενεές γενεών και φτάσαμε ακόμα και σήμερα να την αντικρίζουμε με αγαλλίαση, το ίδιο έντονα φαντάζομαι πως θα πέρασε κι ο φόβος του σκοτεινού αγνώστου. Αλλά τόσοι αθλητές τα καταφέρνουν και τον νικούν, ακόμα και κοπέλες, σκέφτομαι. Πως γίνεται; Από την άλλη, όμως, όλοι αυτοί μπορεί να διαθέτουν περισσεύματα δυνάμεων ικανά για μια στραβή στιγμή. Εγώ, με τις ευνοϊκότερες των προϋποθέσεων, είμαι ίσα βάρκα ίσα πανιά. Ή μήπως υπάρχουν πράγματα που ακόμα δεν έχω ανακαλύψει στον εαυτό μου;
Σταματώ, δεν ακούγεται ο παραμικρός ήχος. Κάπου μπροστά, κάπου πίσω μου, θα υπάρχουν συναθλητές, κι όμως, δεν ακούγεται τίποτα. Σβήνω το φακό, για να διαπιστώσω πως θα μου φανεί, αν ξεμείνω από μπαταρίες. Τύφλα. Χαζομάρα, τι θα κάνω αν δεν ανάψει τώρα; Ανάβει, ευτυχώς. Δεν τον αγόρασα και φτηνά.
Σημαδάκια στα δέντρα, πόσο χαίρομαι κάθε που τα βλέπω. Ανυπόφορη η ανασφάλεια, ακόμα και κάποιων δευτερολέπτων. Αλλά αυτά τα δυο φωσφωριζέ σημάδια γιατί είναι τόσο εκτός πορείας, και διαφορετικού χρώματος; Μα, δεν είναι σημάδια. Είναι τα λαμπρά μάτια κουκουβάγιας. Μακάρι να τα είχα κι εγώ τώρα. Πανέμορφο θέαμα. Στέκεται ακίνητη, σ' ένα κλαδί και με κοιτά το ίδιο επίμονα, όπως την κοιτώ κι εγώ. Τι να σκέφτεται άραγε για την παρουσία μου; Εγώ είμαι το περίεργο πλάσμα σ' αυτό το μέρος.
Ανηφόρα κάθετη, ανάμεσα σε κορμούς. Πρέπει να κοιτάς πολύ ψηλά για να δεις αστέρια. Τι ώρα είναι, σε ποιο χιλιόμετρο βρίσκομαι, πόσο περιθώριο έχω, πόση ακόμα αντοχή; Ανεβαίνω, όμως, αργά αλλά σταθερά, αρκεί να μη χαθώ, αρκεί ν' ακολουθώ σημάδι το σημάδι, όπως ο κοντορεβυθούλης τα ρεβίθια του, για να βρεθώ στην αρχή. Δηλαδή, οι πρώτοι έχουν φτάσει πριν νυχτώσει, ε; Χάνουν περιπέτεια. Αλλά δεν θέλω άλλο περιπέτεια, θέλω να φτάσω, έγκαιρα.
Κάποιες φωνές ακούγονται, κάτι με περιμένει εκεί ψηλά. Επιβεβαιώνω ξέπνοα πως είμαι εγώ. Θριαμβικές κραυγές ξεσπούν, μα ποιοι είναι τέλος πάντων; Έκπληξη. Η παρέα μου, σε μια απρόβλεπτη εμφάνιση, μαζί με την Δήμητρα και την Μαρίνα. Πως βρέθηκαν εδώ; Ένα μικρό στέκι, στο μέσον της ζούγκλας, στο τέλος μιας ανηφόρας, και πριν την αρχή μιας άλλης. Καταβροχθίζω ό,τι βρίσκω, πλήρης σωματικός και ψυχικός ο ανεφοδιασμός μου. Κι ο Κώστας με τον Δημήτρη ακολουθούν, μαθαίνω. Κάπου πίσω μου είναι κι έρχονται. Πολύ ωραία.
Και μετά, πάλι μόνος, χαμένος στην καρδιά του σκότους. Τα φώτα, τα γέλια, η συντροφιά, όλα έχουν σβήσει, σαν μόνο μέσα στο μυαλό μου να ήταν ανοιχτά. Όποιος έχει δει την ταινία που προανέφερα και την θυμάται επαρκώς, θα καταλάβει ποια σκηνή αντιστοιχεί σ' αυτόν τον απρόσμενο σταθμό.
Ανεβαίνω ξανά. Φαίνεται πως κερδίζω το στοίχημα του χρόνου, όχι με ιδιαίτερη άνεση πάντως. Και, κάπου το τοπίο γίνεται γνωστό. Μα, ναι, είμαι στο μονοπάτι του καταρράκτη του Λειβαδίτη. Είμαι σε οικείο τόπο, κι ας τον αγριεύει η νυχτιά. Το έχω περπατήσει πρόσφατα αυτό το μονοπάτι κι έτσι τώρα που το κατεβαίνω....
Αλλά, για μια στιγμή, γιατί το κατεβαίνω; Τι γυρεύω στον καταρράκτη; Το σωστό είναι να ανεβαίνω. Που να πάρει, πόσο χρόνο έχασα, μέχρι να ξαναβρεθώ στο σωστό σημείο, 10, 15 λεπτά; Αν ξεφύγω από την προθεσμία των 19 ωρών για 20 λεπτά δεν με νοιάζει, αλλά αν την χάσω για 15 θα με πειράξει πολύ.
Τώρα με σπρώχνει ο εκνευρισμός. Βρίσκομαι ήδη στα τελευταία επτά χιλιόμετρα του χωματόδρομου. Πινακίδες τα μετρούν αντίστροφα. 7...6...5... Θαύμα, το μόνο που έχω να κάνω είναι να κρατηθώ ακόμα και στον γελοίο ρυθμό των 10 λεπτών το χιλιόμετρο. Εύκολο, σκέφτομαι αρχικά και χαίρομαι. Όχι πάντα, θυμάμαι αμέσως μετά κι ανησυχώ. Τον πρώτο αγώνα της χρονιάς, 100 χιλιόμετρα στην άσφαλτο, τον έχασα γιατί δεν κατάφερα στα τελευταία 15 χιλιόμετρα να κρατήσω τον εύκολο ρυθμό των 6 λεπτών στο καθένα τους.
4...3...Τι φώτα είναι αυτά, αριστερά του δρόμου; Αυτοκίνητο! Και τι γυρεύει εδώ; Εμάς καρτερούν; Όχι, κάποιοι ασχολούνται μ' ένα αντίσκηνο. Αλλά γιατί αντίσκηνο εδώ; Η κατασκήνωση είναι μόλις 2 χιλιόμετρα παρά πέρα.
Κι άλλα φώτα δεξιά. Μα ναι, εδώ είναι η κατασκήνωση, εδώ είναι το τέλος, δεν μπορεί να κάνω λάθος. Δεν υπάρχει άλλος ίχνος πολιτισμού τριγύρω. Που έβοσκε το 2 σημάδι; Είτε δεν υπήρχε, είτε μου ξέφυγε. Γι' αυτό μου φάνηκε τόσο μεγάλο αυτό το χιλιόμετρο. Αλλά τώρα έφτασα, και, για πρώτη φορά σ' ολόκληρο τον αγώνα, τρέχω τόσο γρήγορα. Απορώ κι εγώ, πως γίνεται αυτό; Θεωρητικά είναι γνωστό, αλλά στην πράξη παραμένει αξιοθαύμαστο. Τα κουδούνια χτυπάνε, ο πρωινός ήχος επαναλαμβάνεται, θριαμβικά πλέον.
Περνώ με φόρα, που σταματά στον Χρήστο, στην παρέα μου, στους λίγους παρευρισκόμενους εκεί, στα χαμόγελα και στις αγκαλιές. Ένα ακόμα όνειρο που τέλειωσε. Μια ζωή ολόκληρη, που συμπυκνώθηκε σε 19 ώρες, αλλά θ' ανοίγει λίγο λίγο για να μου προσφέρει τις αναμνήσεις της, στο διάστημα που θ' ακολουθήσει.
Ο καφές κι οι συζητήσεις τελειώνουν. Τα μαζεύουμε, φεύγουμε κι εμείς. Κοιτώ πίσω μια τελευταία φορά, οι παρουσίες μας έχουν ήδη σβήσει στο ήρεμο πρωινό τοπίο. Το δάσος μας αγκάλιασε και μας άφησε ξανά, όχι ίδιους όμως. Δεν ξέρω αν κανείς απ' έξω θα παρατηρήσει τις αλλαγές, αλλά δεν είμαστε όπως πριν. Αλλάξαμε μέσα σ' αυτήν την αγκαλιά, όταν διαβήκαμε το συμπυκνωμένο ποτάμι της ζωής, όταν φτάσαμε στην καρδιά του σκότους, όταν το σύγχρονο εγώ μας συναντήθηκε με το αρχέγονο ένστικτο, μέσα στο φόβο, στην προσμονή, στην εξάντληση, στην αγωνία, στην αγριάδα και την ομορφιά της φύσης, στον ήχο των κελαριστών νερών, στις καμπύλες του βουνών του μεσημεριού και στα φωσφορίζοντα μάτια μιας κουκουβάγιας το βράδυ.
Φαέθων, Χαιντού, Ζαγόρι, Ροδόπη. Βγαίνω από την καρδιά του σκότους κι επιστρέφω στον πολιτισμό με την ψευδαίσθηση πως είμαι άτρωτος πια. Δεν ξέρω πως, λίγες μόνο μέρες αργότερα, με καρτερεί ο εφιάλτης μου. Ένας τραυματισμός, απρόσμενος κι απρόβλεπτος. Σ’ ένα άνοιγμα ίσιου δρόμου, σε μια συνηθισμένη προπόνηση. Ό,τι δεν μου συνέβη σε αμέτρητα χιλιόμετρα ορεινών αγώνων θα μου συμβεί σ’ ένα σχετικά γρήγορο διακοσάρι. Θα με ταλαιπωρήσει στον μαραθώνιο του Ολύμπου, στην Οίτη, και δεν ξέρω που θα με βγάλει τελικά. Έτσι, αυτήν την στιγμή που επιστρέφω από το δασικό χωριό της Χαιντού, είμαι ανυποψίαστος για όλα όσα μπροστά μου καραδοκούν. Είμαι όμως ευτυχισμένος, γιατί ξέρω πως δημιουργώ ένα πλουσιότερο μέλλον, κάθε φορά που αρπάζω από τα μαλλιά το παρόν της ζωής μου.

                  ---------------------------

Σημ: Για μια φορά σ' αυτή τη σειρά των κειμένων σκέφτομαι να αναφερθώ ευθέως στα πλήρη ονόματα κάποιων πρωταγωνιστών. Λένε πως στους αγώνες όλοι είμαστε μια οικογένεια, αλλά σε μεγάλες διοργανώσεις είναι κάπως δύσκολο να το εισπράξεις έτσι. Στο Rodopi Challenge 50M το ένιωσα, οπότε, πάμε:

-Ψυχή των πάντων, κονφερασιέ, διακτινισμένος σε διάφορα σημεία του αγώνα, σπορ κάστερ και αθλητικός αναμεταδότης ο Χρήστος Κατσάνος.
-Πανταχού παρόντες και τα πάντα πληρώντες, Ηλίας Σπυριδόπουλος, Σαράντης Πασχάλης.
Υπομονή μαζί μου και καλή παρέα, μέχρι το 17ο χιλιόμετρο, έκανε η σκούπα του αγώνα Παναγιώτης Παπάζογλου. (περαστικά Παναγιώτη, για κάποιο πρόβλημα με το πόδι, άκουσα).
-Βραβείο εντυπωσιακότερης επίδοσης, Γρηγόρης Λαμπάκης.
-Αθλητικό κίνητρο και υπόδειγμα ο Κώστας Καστανιώτης.
-Συνεπής βηματοδότης του ανωτέρω ο Δημήτρης Λαμπρινίδης
-Η ιδέα του αγώνα, και πολλά περισσότερα, οφείλονται στον Λαμπρινό Καραγιάννη.
- Μαγνήσιο, (ή μαγγάνιο;), τζελάκι και την προτεραιότητά του στο μπάνιο προσέφερε ο Διονύσης Σταφορίδης. (αυτός ήταν ο αθλητής που ξεκίνησε καθυστερημένα και μας προσπέρασε τελικά;)
-Σκηνοθέτης και καμεραμάν, ο Δημήτρης Μωραίτης.
- Συνοδοί σκηνοθέτη και σούπερ παρέα, ο Δημήτρης Γκουντής κι ο Ηλίας Αργυριάδης. (πόσο θα με βοηθούσε να ήξερα πως ήταν λίγο μόνο μπροστά μου!)
Η σπουδαία γυναίκα που πάντα βρίσκεται πίσω από έναν σπουδαίο άντρα, στην περίπτωσή μας, ήταν η Ελένη Ματθαιοπούλου.
- Μεταφερόμενη ομάδα υποστήριξής μου ο Κώστας Μπακρατσάς, ο Βασίλης Ζαμπούλης και η Αναστασία Κασμερίδου
- Επιτόπια υποστήριξη κι απρόσμενα ευχάριστες παρουσίες στην πιο δύσκολη στιγμή από την Μαρίνα  Καλαιτζή και Δήμητρα Μουσουλέα.
Από κοντά όσοι παρέλειψα ν’ αναφέρω. Συντροφιά και περιστασιακή παρέα ήταν όλοι αυτοί, οι άγνωστοι σε μένα δρομείς, που νιώθω σαν γνωστούς μου πια. Εκεί πέρα, στα βουνά, βρίσκονται αυτά τα μαγεμένα μονοπάτια, όπου συναντιόμαστε και ύστερα χανόμαστε, όπως λέει κι ένα τραγούδι, αλλά θα βρεθούμε ξανά, όπως λέει ένα άλλο.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 4.




Η κλασική διαδρομή. 3.



                                                                                           1997 - 2009


   Την επόμενη χρονιά, και γι’ αρκετές ακόμα, η εικόνα ήταν παρόμοια. Το ότι ξεχωρίζω το 1997 οφείλεται στον καλύτερο χρόνο που έκανα ποτέ σε μαραθώνιο - παραδόξως ο καλύτερος χρόνος μου έγινε εκεί όπου, λόγω ανηφόρας, όλοι κάνουν τον λιγότερο καλό. Το κυριότερο, όμως, ήταν πως μπήκα με τέτοια ορμή στο στάδιο, που ο τερματισμός μου έμοιαζε με διακοσάρι. Η φωτογραφία αυτού του τερματισμού παραμένει το καμάρι μου, αλλά, κοιτάζοντάς την, εκτός από τον αθλητή που τερματίζει ορμητικά, μπορείς να παρατηρήσεις και κάτι άλλο. Τις άδειες κερκίδες του σταδίου, που φιλοξενούν μόνο κάποιες μίζερες σακούλες με τα ρούχα μας. Ο αυθεντικός και διεθνής μαραθώνιος της Αθήνας δεν σήμαινε απολύτως τίποτα για τα εκατομμύρια των κατοίκων της.
Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ συχνά πυκνά κατέβαινα στην κλασική. Είναι ο αγώνας στον οποίο έχω τις περισσότερες συμμετοχές, μ’ εξαίρεση τον Ορειβατικό του Ολύμπου, αλλά εκείνος βρίσκεται πολύ κοντύτερά μου. Στην κλασική ήθελε χρόνο κι έξοδα για να κατέβω. Άλλοτε τα διέθετα, άλλοτε όχι.
Έχω κατεβεί με συνθήκες άνεσης, όπου μπορούσα να περάσω και λίγες μέρες περιδιαβαίνοντας στην πρωτεύουσα. Άλλες, πνιγμένος στη δουλειά, πετούσα με το απογευματινό αεροπλάνο του Σαββάτου, έτρεχα την Κυριακή το πρωί, και μετά τον τερματισμό έσπευδα στο αεροδρόμιο, για να επιστρέψω το απόγευμα και να συνεχίσω ό,τι άφησα στη μέση. Σήμερα δεν θα άντεχα να το κάνω αυτό.
Κάποιες φορές οι υποχρεώσεις με καλούσαν πίσω,  αμέσως μετά το τέλος του αγώνα. Το ταξίδι της επιστροφής για την Καβάλα, με το αυτοκίνητο μου, το άντεχα όσο η ανεβασμένη αδρεναλίνη υπερίσχυε της κόπωσης. Όταν οδηγούσε φίλος ομοιοπαθής, προσπαθούσα να κρατηθώ ξύπνιος για να προσφέρω παρέα. Πολλές φορές όμως οδηγούσα μόνος, χαστουκίζοντας τον εαυτό μου για να κρατηθεί ξύπνιος κι έχοντας τη μουσική στη διαπασών. Σε τέτοιες περιπτώσεις ζόριζα το γκάζι. Μπορώ να βεβαιώσω πως με ταχύτητα από 160 χιλιόμετρα και πάνω η νύστα φεύγει. Στην επιστροφή μ’ εύρισκε πάντα το σκοτάδι, οπότε δεν υπήρχε η απειλή των ραντάρ της τροχαίας κι επιπλέον η κίνηση ήταν μειωμένη.
Κάποτε χρειάστηκα ενισχυμένη δόση αδρεναλίνης, χώρια που ανυπομονούσα πια να φτάσω στο σπίτι μου, και σανίδωσα το γκάζι, κάπου στα 200 της τελικής. Η νύστα εξαφανίστηκε, δυστυχώς, όμως, μαζί μ’ αυτήν εξαφανίστηκε κι η βενζίνη. Ούτε κατάλαβα πότε κατέβηκε η βελόνα, το καύσιμο είχε αδειάσει σαν νερό από σπασμένη κάνουλα. Μ’ αναμμένο το κόκκινο έψαχνα για βενζινάδικα, αλλά η νέα εθνική οδός είχε γίνει πρόσφατα και τα πρατήρια έστεκαν στις παλιές τους θέσεις, οχυρωμένα πίσω από διαζώματα. Πίστευα πως ήταν πιο εύκολο να φτάσω στο επόμενο παρά να μπλεχτώ νυχτιάτικα σε σκοτεινούς παράδρομους, αλλά κάθε επόμενο αποδεικνυόταν το ίδιο απροσπέλαστο. Έθεσα ως ύστατο στόχο τα πολυπόθητα βενζινάδικα των Τεμπών, αλλά δεν κατάφερα να φτάσω ως εκεί, αφού το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε λίγο έξω από τη Λάρισα.
Η κλασική διαδρομή με είδε ν’ αλλάζω και να ωριμάζω. Μου πρόσφερε χαρές και μικρούς προσωπικούς θριάμβους, αλλά και στιγμές αγωνίας κι απογοήτευσης. Το ασφάλτινο ποτάμι της δεν το διάβηκα δεύτερη φορά, γιατί κάθε μια από τις δέκα που το επεχείρησα ήταν διαφορετική. Δηλαδή, ήμουν διαφορετικός εγώ. Στην κλασική πέρασα όλες τις φάσεις της ενηλικίωσής μου στο άθλημα. Την περιέργεια του θαυμαστού καινούργιου κόσμου, την ψηλάφησή των στοιχείων που τον απάρτιζαν, την προσπάθεια, τη νίκη, την πτώση, το στήσιμο εκ νέου στην αφετηρία, τις φιλοδοξίες, που οι μισές πραγματοποιήθηκαν κι οι υπόλοιπες, οι ματαιωμένες, με τον καιρό μεταμορφώθηκαν σε κάτι ακόμα πιο επικερδές.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν ο κλασικός μαραθώνιος της Αθήνας ωρίμασε κι αυτός, μαζί με ορισμένες αντιλήψεις μας. Έργα και διαπλατύνσεις έφτιαξαν μια πιο ευρύχωρη διαδρομή για τους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας του 2004. Έκτοτε οι προδιαγραφές του συνέχισαν ν’ ανεβαίνουν. Είχε πια καλύτερη προβολή κι οργάνωση, περισσότερες συμμετοχές, μεγαλύτερη αποδοχή από τον κόσμο. Η εξέλιξη του βάδιζε παράλληλα μ’ ένα δρομικό ρεύμα, που μεγάλωνε στην Ελλάδα με τρόπο εντυπωσιακό. Ο Κλασικός Μαραθώνιος όφειλε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Το 2010, στην επέτειο των 2.500 χιλιάδων χρόνων από τη μάχη του Μαραθώνα, στόχευσε ψηλά. Ανέβασε τις συμμετοχές του στο ανώτερο δυνατό, 12.000 μαραθωνοδρόμους. Έβαλε ένα δύσκολο στοίχημα με τον εαυτό του και το κέρδισε. Οι καιροί άλλαζαν.

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Οι μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 4.



Η κλασική διαδρομή. 2.
 
                                                                                        1996.

 

   Τον Κλασικό Μαραθώνιο της Αθήνας, από το 1996 μέχρι το 2010, τον έχω τρέξει δέκα φορές. Με σημάδεψαν οι τρεις. Η πρώτη, το 1996, μου επεφύλασσε πολλαπλές συγκινήσεις. Ήταν ο πρώτος μου μαραθώνιος. Ταυτόχρονα, κι ο πρώτος μου διεθνής. Επιπλέον, ήταν επετειακός. Η διεξαγωγή του συνέπιπτε με τα 100 χρόνια των πρώτων Ολυμπιακών, που έχουν συνδεθεί στην ιστορική μας μνήμη με τη νίκη του Σπύρου Λούη.
Η επέτειοι προσελκύουν κόσμο. Το 1996 θα έβρισκε το ανάλογό του μόνο το 2010, στον εορτασμό των 2.500 χρόνων από τη μάχη του Μαραθώνα. 3.500 χιλιάδες δρομείς δεν είναι εντυπωσιακός αριθμός για διεθνή μαραθώνιο, αλλά τότε ήταν ρεκόρ επικράτειας. Οι ξένοι υπερτερούσαν εμφανώς, σ’ ένα αγώνισμα που οι Έλληνες, έτσι κι αλλιώς, αποτελούν μειοψηφία.
Ένας λόγος που μ’ αρέσουν τα ταξίδια είναι ότι με βοηθούν να συγκαταλέγομαι ως μέλος ενός ευρύτερου συνόλου. Αν, όμως, δεν μπορείς να βγεις στον κόσμο, το αμέσως καλύτερο είναι να έρθει ο κόσμος σε σένα. Στην κλασική διαδρομή εκείνης της χρονιάς, ανάμεσα σε σημαίες και γλώσσες, ήμουν πάλι μέλος μιας παγκόσμιας, και μάλιστα ιδιαίτερης, φυλής. Δρομείς πολλαπλών εθνοτήτων, χρωμάτων και δογμάτων είχαν διανύσει αποστάσεις, υποβληθεί σε έξοδα, ρυθμίσει υποχρεώσεις, κανονίσει επαγγελματικά και οικογενειακά προγράμματα, για να μπορέσουν να συμπεριλάβουν στη βαλίτσα της ζωής τους ένα σημαντικό γεγονός. Από την Βραζιλία και την Κορέα, μέχρι τον Καναδά και την Νέα Ζηλανδία, είχαν υποστεί κόπους και θυσίες, επιλέγοντας τον τόπο μας για το προσκύνημά τους.
Λυπάμαι που δεν μπορέσαμε να τους φερθούμε καλύτερα. Λυπάμαι για την εικόνα που δώσαμε, κι εξακολουθήσαμε να δίνουμε για πολλά χρόνια.

  Δεν ήταν μόνο η απουσία τηλεοπτικής κάλυψης του γεγονότος. Η επικείμενη διεξαγωγή του αγώνα δεν αποτελούσε καν ενημερωτική είδηση. Αν συνέβαινε αυτό, οι οδηγοί που δεν είχαν ιδιαίτερο λόγο ίσως φρόντιζαν, τουλάχιστον, να μην διασταυρωθούν με τους τρελούς που έτρεχαν εκείνη τη μέρα.
Στην αρχή της διαδρομής η κατάσταση τηρούσε υπό σχετικό έλεγχο. Μπορέσαμε κάπως να χαρούμε την πανηγυρική ατμόσφαιρα. Διανύσαμε αρκετά χιλιόμετρα σε άδειους δρόμους, τους πιο άδειους που μπορείς να φανταστείς ποτέ σε μαραθώνιο, παρ’ όλο που οι λιγοστές ομάδες των ξένων, στημένες σ’ επιλεγμένα σημεία, έβαζαν τα δυνατά τους ώστε να μην νιώθουμε μόνοι. Αλλά, τότε, δεν είχα μέτρο σύγκρισης, χώρια που πλησίαζε η στιγμή όπου θα ευχόμουν να παρέμεναν άδειοι κι έρημοι οι δρόμοι.
Από τα μισά, περίπου, της διαδρομής η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει. Η απέναντι λωρίδα γέμισε εκνευρισμένους οδηγούς, καθηλωμένους σε ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, που θορυβούσαν ανεπίτρεπτα. Τρέχαμε αναπνέοντας μολύβι. Στις διασταυρώσεις γινόμασταν μάρτυρες, κάποτε και ακούσιοι πρωταγωνιστές, καυγάδων, όταν οι εξηγήσεις των αμήχανων τροχονόμων, απέναντι στους έξαλλους εποχούμενους, δεν ήταν αρκετές. Μετά από κάποια ώρα, που θεωρήθηκε πως οι οδηγοί καταπιέστηκαν αρκετά, οι λιγότερο γρήγοροι αθλητές έμειναν να τρέχουν σε μια μόνο λωρίδα, με τ’ αυτοκίνητα να περνούν δίπλα τους. Θυμάμαι ακόμα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Ιαπώνων, πολιορκημένους από κινούμενα μέταλλα, καυσαέρια, σκόνη, κορναρίσματα και στεντόρειες φωνές, να πασχίζουν να ολοκληρώσουν αυτό που είχαν θέσει, ποιος ξέρει πόσα χρόνια πριν, ως στόχο της εναπομείνασας ζωής τους. Μάλλον αλλιώς θα το είχαν φανταστεί.
Μόνο αυτό, το τελευταίο περιστατικό, κατάφερε να με στεναχωρήσει αρκετά εκείνη τη μέρα, καθώς είχα ήδη τελειώσει από ώρα κι έφευγα από το Καλλιμάρμαρο ικανοποιημένος και χαρούμενος. Τα υπόλοιπα, αυτά που έζησα κατά τη διάρκεια του αγώνα, απλώς καταγράφηκαν, για να αξιολογηθούν αργότερα. Όσο έτρεχα, μια αόρατη ασπίδα με προστάτευε απ’ όλα τα αντίξοα που συναντούσα στο δρόμο μου. Πήγαινα με τη βοήθεια μιας φλόγας τόσο δυνατής, που κανένα εξωτερικό ερέθισμα δεν μπορούσε να με διαπεράσει. Ήμουν συγκεντρωμένος σ’ ένα εσωτερικό σκοπό, κι όσα υπήρχαν πέρα από μένα, τους συναθλητές μου και τους λίγους συμπαραστάτες μας, ήταν άυλα φαντάσματα, που προσπαθούσαν ανεπιτυχώς να με παρεμποδίσουν. Φαντάζομαι πως έτσι λειτούργησαν κι οι υπόλοιποι μαραθωνοδρόμοι.
Μόνο ο δικός μου κόσμος, λοιπόν, ήταν εκεί, κι αυτός με δίδασκε, από την αρχή μέχρι το τέλος. Στον πρώτο σταθμό, οι εθελοντές, ίσα που προλάβαιναν ν’ ανοίξουν τις συσκευασίες των νερών, για να διαπιστώσουν πως, από λάθος ή αμέλεια, υπήρχαν μόνο μεγάλα μπουκάλια. Και, φυσικά, δεν έφταναν για όλους. Πίναμε λίγο και κρατούσαμε απλωμένο το χέρι, για να πάρει κι ο διπλανός. Ήταν μια δικιά μας μορφή κοινωνίας. Δεν σκεφτόμασταν πως μπορεί να μεταδώσουμε ή να μας μεταδοθεί κάτι κακό, ίσως γιατί βρισκόμασταν στον τόπο όπου, κάποτε, συμβάδιζε η απόλυτη επίγνωση της θνητότητας με την ζωογόνο αίσθηση της αθανασίας.
Ξένοι αθλητές έκαναν στάση για να φωτογραφήσουν τον τύμβο των πεσόντων. Κάποιος έτρεχε με σανδάλια. Άλλος, ντυμένος με τη φουστανέλα του Σπύρου Λούη. Στη διάρκεια της διαδρομής έμαθα ότι, όπως και τα φαινόμενα, έτσι και τα σουλούπια απατούν. Περνούσα αθλητές που έδειχναν πολύ πιο γυμνασμένοι από μένα, αλλά με πέρασε μια κυρία, που αν την συναντούσα σε λεωφορείο θα σηκωνόμουν για να της παραχωρήσω τη θέση μου.
Είχα πολλά να μάθω ακόμα.
Λίγες σκηνές και φυσιογνωμίες εκείνου του αγώνα απομένουν, κι αυτές αχνές, στη μνήμη μου. Θα ήθελα να είναι περισσότερες, ίσως για να μπορέσω να επιστρέψω σ’ εκείνους τους συναθλητές μου τον ιδιαίτερο σεβασμό που οι ίδιοι μου ενέπνευσαν. Φορές, πασχίζω να ξεμπερδέψω τις μορφές τους, από τις τόσες που έχω συναντήσει στους πολυάριθμους αγώνες μου. Το παλικάρι που κοντοστεκόταν και προσπαθούσε να ξεπεράσει τους πόνους στα πόδια του, την κοπέλα που πάσχιζε, με το κεφάλι σκυφτό, τους αθλητές και τις αθλήτριες που επιστράτευαν κάθε απόθεμα σθένους που είχε απομείνει στα σώματα και στις ψυχές τους. Όσο περνά ο καιρός δυσκολεύομαι. Οι μορφές τους σβήνουν μέσα στην ομίχλη του χρόνου, και στη βουή εκείνου του δρόμου που στράγγιζε τον ιδρώτα τους. Απομένω να τους παρακολουθώ, όπως απομακρύνονται στο βάθος της μνήμης μου, και διαβάζω τα μηνύματα που μεταφέρουν στις πλάτες τους. Είναι αντιγραφές αυτών που υπάρχουν στην καρδιά τους και βρίσκουν πάντα τον τρόπο να σε αγγίξουν. Ό,τι γνήσιο βγαίνει από μια καρδιά, βρίσκει εύκολα τη θέση της σε μια άλλη.

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 4.



                                  Η κλασική διαδρομή. 1.


   Στους αρχαίους μύθους η ενηλικίωση, η εξιλέωση, η διεκδίκηση του δικαιώματος, περνούσαν και κερδίζονταν μέσα από δοκιμασίες. Η αναγνώριση και η ανταμοιβή απαιτούσαν ηρωισμούς, άθλους και στάσεις ζωής. Σήμερα δεν χρειάζεται να εκτεθούμε στην υπερβολή μυθικών άθλων, αλλά πιστεύω πως τρία πράγματα θα συνιστούσαν στάση ζωής για κάθε Έλληνα που θέλει να βλέπει τον εαυτό του ως τέτοιο.
Πρώτο, και πλέον απαραίτητο, να μελετήσει την ιστορία του. Την κανονική, όχι τη αγοραία. Ν’ αντικαταστήσει, άμποτε, με γνώσεις τις προκαταλήψεις και τις ιδεοληψίες του. Να σκύψει και να συλλογιστεί πάνω στις μεγάλες της στιγμές και στα ανομολόγητα λάθη της. Να περιηγηθεί σε τόπους και μνημεία. Να την ψηλαφίσει ως ύλη ζωντανή και συνομιλούσα. Να την απαλλάξει από ωραιοποιήσεις που η ίδια ποτέ δεν ζήτησε.
Δεύτερο, ν’ ανεβεί στον Παρθενώνα της ελληνικής φύσης, τον Όλυμπο. Να αισθανθεί  κάτι από το δέος και την ομορφιά του ιερού βουνού. Να συγκρίνει το μπόι του με το ανάστημα της γης. Να μετρήσει τη δύναμη και την αδυναμία του στα μέρη προγονικών θεών. Να χαρεί τη διαύγεια του φωτός, τα χρώματα των βράχων, τη διάθεση των ανέμων του.
Τρίτο, να τρέξει την κλασική διαδρομή. Να σταθεί στην αφετηρία του θρύλου και να μετρηθεί στα βήματά του. Να μεταλλαχθεί στη διαδρομή και ν’ αναγεννηθεί στην πύλη του Καλλιμάρμαρου. Να παλέψει με το σώμα και την ψυχή του. Γιατί μόνο αν βιώσεις κάποια πράγματα μπορείς ν' αγγίξεις το κομμάτι του εαυτού σου που θεωρείς πως σε προσδιορίζει.


   Η κλασική διαδρομή αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως αυθεντική. Η αυθεντικότητα  δεν έχει να κάνει με την ιστορική ακρίβεια της μπλε γραμμής της, ούτε με την ακριβή απόστασή της. Δεν μπορούμε να ξέρουμε επακριβώς ποιο μονοπάτι ακολούθησε ο θρυλικός ημεροδρόμος. Δεν γνωρίζουμε καν το φυσικό σκηνικό, καθώς πολλά έχουν αλλάξει στα δυόμιση χιλιάδες χρόνια, αν κι είναι ευκολότερο για τη φαντασία ν’ αναπαραστήσει το τοπίο που συνέδεε τον Μαραθώνα με την Αθήνα, παρά έναν αρχαίο ναό, κρίνοντας απ’ τις κολώνες που του απέμειναν.
Η αυθεντικότητα έχει να κάνει με την ιδέα ενός νήματος, που τη μια του άκρη τοποθετούμε στις αρχές της ευρωπαϊκής ιστορίας και την άλλη στα χέρια μας. Την κλασική διαδρομή την τρέχουμε με την πεποίθηση πως βαδίζουμε στα βήματα άλλων. Ακόμα καλύτερα, πως συνεχίζουμε ό,τι ξεκίνησαν. Πως παίρνουμε τη σειρά μας και γινόμαστε οι κρίκοι του τώρα. Πως αποτελούμε το ενεργό παρόν μιας μακριάς αλυσίδας, που ξεκινά από το κάποτε κι εκτείνεται στο αεί. Αυτό έλκει τους ανθρώπους όλης της οικουμένης που παίρνουν θέση στην αφετηρία της. Δεν είναι μόνο δρομείς, είναι προσκυνητές. Η κλασική διαδρομή για τον μαραθωνοδρόμο είναι ό,τι οι άγιοι τόποι για τους απανταχού πιστούς.


   Αν πρέπει να επιλέξουμε έναν μαραθώνιο που θα τον τρέξουμε, απλά και μόνο, για να τον τερματίσουμε, καλύτερα να είναι αυτός. Και για τον ίδιο λόγο που τον επέλεξαν κι’ άλλοι. Να τον τρέξουμε για να προσδώσουμε στο άθλημά μας ένα νόημα που δεν υπάρχει αλλού. Για ν’ αποδώσουμε φόρο τιμής σ’ όσους δώσανε τη ζωή τους, για να ζούμε σήμερα με τιμή τη δική μας ζωή. Για να κουβαλήσουμε ένα κλαδί και να νοτίσουμε την ύπαρξή μας με το άρωμα μιας αθάνατης ελιάς. Ίσως όλα αυτά να ηχούν ιδεαλιστικά, αλλά δεν υπάρχει καταλληλότερος τόπος για να δεχτείς πως ο υλικός κόσμος δεν υπάρχει, παρά μόνο με τον τρόπο και στο βαθμό που του επιτρέπει η συνείδησή σου. 




Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Ορεινοί αγώνες. 5.




Zagori Mountain Running, 2013.




                                                                               Lucy in the sky with diamonds


Ο ορεινός αγώνας των 42 περίπου χιλιομέτρων, που εγκαινιάστηκε το 2011 στο Grand Canyon της Ελλάδας, εξελίχθηκε γρήγορα σε φεστιβάλ τριών αγώνων δρόμου, (50, 25 και 10 χιλιομέτρων), συν 2 ποδηλατικών. Grand Canyon της Ελλάδας χαρακτηρίζω το μοναδικό γεωλογικό φαινόμενο της Τύμφης, που σε συνδυασμό με την οικιστική αισθητική της περιοχής καθιστούν τα Ζαγοροχώρια εκλεκτικό προορισμό.
Τα Γιάννενα είναι κάτι σαν το Γαλατικό χωριό του mountain running. Κι η Καβάλα δεν τα πάει άσχημα σ’ αυτόν τον τομέα, πολλές φορές μάλιστα τα πάει και καλύτερα, ωστόσο η ομάδα Fifth Element των Ιωαννίνων είναι πραγματικά αντάξια της φυσικής ομορφιάς της περιοχής της. Σε κάθε μεγάλο αγώνα βουνού οι Γιαννιώτες εμφανίζονται ομαδικά και καταλαμβάνουν υψηλές θέσεις. Το ίδιο καλά τα καταφέρνουν και τα Γιαννιώτικα σούπεργκερλς - μου έμεινε συνήθειο ν’ αποκαλώ έτσι αυτά τα δυναμικά μοντέλα της νέας γενιάς - που διεκδικούν το μέλλον σ’ ένα χώρο στον οποίο μέχρι πρόσφατα κυριαρχούσαν εκπληκτικές σαρανταπεντάρες. Εκτός από εξαιρετικοί αθλητές, τα παιδιά των Ιωαννίνων απέδειξαν ότι τα καταφέρουν το ίδιο καλά και σε οργανωτικό επίπεδο, αφού το να διεκπεραιώσεις διοργάνωση με πάνω από 1000 συμμετέχοντες είναι άθλος ανάλογος με το χρόνο που πέτυχε ο Δημήτρης Θεοδωρακάκος στο μεγάλο αγώνα των 50 χλμ, του Σαββάτου. Όλοι οι υπόλοιποι αγώνες διεξήχθησαν την Κυριακή, μέσα σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα, όπου γινόταν φανερό πως οι διοργανώσεις ξεπερνούν πλέον τα πλαίσια των αθλητικών γεγονότων και εξελίσσονται σε κοινωνικά συμβάντα, τα οποία, εκτός των άλλων, τονώνουν και την οικονομία του τόπου στον οποίο διαδραματίζονται.
Και στους αγώνες βουνού διαδραματίζονται πολλά περισσότερα απ’ όσα συλλαμβάνει το μάτι, απαθανατίζουν οι κάμερες και καταμετρούν οι στατιστικές. Μερικά τα ζω αυτήν τη στιγμή που τρέχω στον αγώνα των 50 χιλιομέτρων, παρέα με την Φωτεινή.
-------------------------------------

Η Φωτεινή αποτελεί το έτερον δρομικό μου ήμισυ. Τρέχουμε μαζί, κοντά είκοσι χρόνια τώρα. Αν το κρατήσουμε άλλη μια δεκαετία θα γίνουμε μασκότ. Προς το παρόν η ιδέα μας φαίνεται αστεία.
Είμαστε ένα από τα τρία μικτά δρομικά ζευγάρια της πόλης μας, αλλά, κατά πολύ, το μακροβιότερο. Όσοι δεν μας γνωρίζουν καλά μας θεωρούν συζύγους, αν και στην εκτός τρεξίματος ζωή οι επιλογές μας ήταν διαφορετικές. Έχουμε κουραστεί ν’ αποκαθιστούμε την παρεξήγηση. Πρόσφατα μια ηλικιωμένη έστειλε χαιρετίσματα στην πεθερά μου, εννοώντας τη μαμά της. Υποσχέθηκα πως θα τα μεταβιβάσω. Κάποιος άλλος παρατήρησε πως είχα καιρό να εμφανιστώ, κι όταν του απάντησα πως έλειπα, μου ανέφερε πως συνάντησε τη γυναίκα μου να τρέχει. Του εξήγησα πως όταν λείπω τρέχει μόνη της, κι είδα στο βλέμμα του σημάδια αμηχανίας. Αργότερα έμαθα πως η Φωτεινή έτρεχε με κάποιον άλλον εκείνες τις μέρες. Της έκανα σκηνή, η πόλη είναι μικρή και δεν θέλει πολύ για να μου βγει τ’ όνομα. Υποσχέθηκε πως θα το λάβει υπόψη της.
Ο τύπος της είναι ο λεγόμενος ‘ενοχλητικός’. Αυτός που εμφανίζεται από το πουθενά και τρέχει μαζί σου 10 χιλιόμετρα συνομιλώντας. Που απέχει από κάθε αθλητική δραστηριότητα για καιρό, κι επανέρχεται σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Ωστόσο, δεν της αρέσουν οι αγώνες. Σπάνια και με το ζόρι συμμετέχει. Δεν καταλαβαίνω γιατί η μοίρα δίνει λεφτά σε κάποιον που δεν ξέρει να τα χαρεί, γιατί κάνει ελκυστική μια αυστηρά μονογαμική γυναίκα και γιατί χαρίζει αθλητικά γονίδια σε τύπους σαν τη Φωτεινή, αντί να τα δώσει σε μένα, που τόσο τα χρειάζομαι.
Πριν 18 χρόνια κατάφερα να την σύρω σε 3 ορειβατικούς αγώνες του Ολύμπου και στον τερματισμό ενός μαραθωνίου δρόμου. Δεν διέθετε παραπάνω από 2-3 μέρες την εβδομάδα, κι αυτές για σύντομες μόνο προπονήσεις, αλλά έκανε 4.10΄ στο μαραθώνιο. Ήρθε τρίτη στην πρώτη της προσπάθεια στον Όλυμπο κι έχασε την πρώτη θέση, το 1996, για ενάμιση λεπτό. Ίσως να την είχε κερδίσει, αν δεν ήταν άτομο πρόθυμο να παραχωρήσει τη θέση του, ακόμα και σε αγώνα, αν της το ζητήσεις ευγενικά. Σε φιλική συγκέντρωση στο σπίτι της, λίγες μόνο μέρες μετά, ζητήσαμε να δούμε το κύπελλο της. Κατέβηκε στο υπόγειο, όπου το είχε παραπεταμένο, το ξεσκόνισε και μας το έφερε  
Η πόλη της την βράβευσε ως την καλύτερη αθλήτρια, για το 1996, αλλά η ίδια θεωρεί πως δεν της ταιριάζει ο τίτλος. Έχει δίκιο. Είναι το αντίθετο του ανταγωνιστικού τύπου. Η συμμετοχή σε κάτι που κατατάσσει ανθρώπους την αποκαρδιώνει. Η αγαπημένη της δραστηριότητα είναι η ορειβασία. Είναι 55 κιλά και της φαίνεται ευκολότερο ν’ ανεβαίνει ένα βουνό με σακίδιο στην πλάτη, παρά ένα λόφο, με νούμερο στο στήθος.
Δεν την έχω δει να ιδρώνει ποτέ. Ούτε να λαχανιάζει. Δεν της αρέσει να ζορίζεται. Έχει μια σταθερή ταχύτητα, που την κρατά ανεξάρτητα από την απόσταση. Μπορεί να πηγαίνει με 5,30 λεπτά το χιλιόμετρο επί ώρες. Αν της ζητήσεις να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορεί, για ένα μόνο χιλιόμετρο, δεν θα το κάνει γρηγορότερα από 5,30 λεπτά.
Είναι όμως αυτή, που, αν και μικρότερη από μένα, ιεραρχεί σωστότερα τα θέλω και τα πρέπει της. Είμαστε δρομικό ζευγάρι, αλλά τρέχει κι όταν εγώ δεν μπορώ. Είμαι βέβαιος πια πως, με μένα ή χωρίς εμένα, δυο ή τρεις μόνο φορές την εβδομάδα, θα τρέχει όσο ζει. Το τρέξιμο γι’ αυτήν θα είναι κάτι που μόνο δώρα θα της χαρίζει. Θα τρέχει αυτό το λίγο, αλλά θα τρέχει χωρίς να πιεστεί ποτέ, χωρίς να υποφέρει από τραυματισμούς, χωρίς να ξεθεώνεται στο κυνήγι μιας χίμαιρας.
Αγαπώ το τρέξιμο περισσότερο απ’ όσο αυτή το αγαπά, αλλά νομίζω πως το τρέξιμο αγαπά αυτήν περισσότερο από μένα.

--------------------------------

Το πρώτο κομμάτι της διαδρομής κυλά στο άγνωστο για μας τμήμα του φαραγγιού. Παρατηρεί το σπαθόχορτο στις άκρες του μονοπατιού, κι ακολουθεί πιστά το ρυθμό μου. Μόνο που είναι αργά πια για να της δίνω ρυθμό. Τότε που μπορούσα πραγματικά να την βοηθήσω, τότε που μπορούσε πραγματικά να διακριθεί, δεν το έκανα. Την παρατούσα πάντα, για να κυνηγώ τους δικούς μου χρόνους – σιγά τους χρόνους. Από τον φετινό αγώνα του Παγγαίου, όμως, κατάλαβα πως το ζήτημα πλέον ήταν να μπορώ εγώ να την ακολουθώ. Υστερεί κατά 12 ηλικιακά χρόνια και υπερτερεί κατά δεκάδες γονιδιακά ιδιώματα. Της λείπει η πείρα των μεγάλων αγώνων. Η σιγουριά του σωστού ρυθμού είναι το μόνο που μπορώ να της προσφέρω.
Μαζί μας τρέχει κι ένα στοίχημα. Θέλουμε να δούμε αν είναι δυνατόν μια καλή φυσική κατασκευή, με την ελάχιστη δυνατή προετοιμασία, να καταφέρει κάτι τέτοιο. Ξέρω κιόλας πως ναι. Κατά βάθος δεν ήταν αυτό που επιζητούσα να διαπιστώσω. Ήθελα, απλώς, μια ευκαιρία για να κάνουμε μαζί αυτό που εξ αιτίας μου δεν κάναμε όσο ήμασταν νέοι. Να τρέξουμε και να τερματίσουμε μαζί, χέρι χέρι, έναν δύσκολο κι όμορφο αγώνα.
Περνώντας τις πηγές του Βοιδομάτη το τοπίο ξεπροβάλλει. Η ανατολή κοκκινίζει στους βράχους. Το σώμα μας σαν να ξυπνά. Στην ανηφόρα για το καταφύγιο σχεδόν πατά τις φτέρνες μου. Κοντά 20, κιόλας, χιλιόμετρα. Την ρωτώ και μου αποκρίνεται πως, ναι, εξ αιτίας μου νιώθει εντελώς ξεκούραστη. Διορθώνει αμέσως τη διατύπωση, χάρη σ' εμένα νιώθει εντελώς ξεκούραστη. Το παραβλέπω, αλλά ξέρω πως η αρχική απάντηση είναι η σωστή.
Η πρώτη ποτίστρα, ξερή. Απελπισία, καίγονται τα σωθικά μου. Ευτυχώς η επόμενη έχει νερό, αν και τρέχει αργά. Έπρεπε να κουβαλώ και δεύτερο παγούρι, το ένα δεν μας φτάνει, και το παγωμένο νερό της πηγής δεν κατεβαίνει εύκολα. Απορώ πως τα καταφέρνουν μερικοί να το πίνουν μονορούφι.
Από το καταφύγιο, όλος ο χάρτης της Τύμφης απλωμένος μπροστά μας. Σμιλεμένα βουνά, από μια γλυπτική εκατομμυρίων χρόνων. Ανθρώπινες κουκκίδες ανεβοκατεβαίνουν το μονοπάτι προς τη Δρακόλιμνη. Σύντομα γινόμαστε άλλες δυο, ανάμεσά τους. Ανεβαίνουμε όταν άλλοι κατεβαίνουν, αλλά νιώθουμε πολύ όμορφα. Χαιρετιόμαστε μεταξύ μας, η διπλή κυκλοφορία επιτρέπει την εκδήλωση συναισθημάτων αλληλεγγύης.
Στη λίμνη κάποιος κολυμπά. Τον ζηλεύει, αλλά δεν γίνεται. Το νερό αντανακλά τα είδωλά μας και καθρεφτίζει έναν λαμπρό ουρανό. Οι σταγόνες του αστράφτουν σαν μικρά διαμάντια. Χιλιάδες ολόφωτα άστρα στην επιφάνειά του φωτίζουν το δρόμο μας.
Χρειάστηκε η μετάφραση μιας όπερας για να μου υποδείξει πως Λουτσία είναι το Φωτεινή στα Ιταλικά. Κι εκεί, τρέχοντας γύρω από τη λίμνη, αναδύεται στο μυαλό μου η γνωστή μελωδία των Μπιτλς. Σκέφτομαι πως έχουμε βρεθεί στον ουρανό με τα διαμάντια.
Προς τη λίμνη Ρομπόζι, κοιτά τριγύρω και της περνά η ιδέα να μαζέψει τσάι. Θίγομαι, αλλά δεν μπορώ να της κρατήσω κακία. Αριστερά μας η Γκαμήλα, δεξιά η Αστράκα. Σχολιάζει πως είναι κρίμα που δεν θα πάμε εκεί, στις ψηλές κορυφές. Διαρκώς αποζητά κάτι άλλο απ' αυτό που κάνει κι είναι ανώφελο να επιμένω. Το έχω πάρει απόφαση πως βλέπουμε διαφορετικά το ίδιο πράγμα, παρόλο που συγκλίνουμε σε τόσα άλλα.
Στρέφω πίσω μου κι αντικρίζω στο τοπίο κομμάτια του παρελθόντος. Περιστατικά, γεγονότα, γέλια, κουβέντες. Οι πρόσκαιρες παρουσίες μας, που επεδίωκαν ν' αγκιστρωθούν στην πέτρα, για να κερδίσουν κάτι από την αθανασία των βουνών.
Από τον Αυγερινό και μετά μετράμε αντίστροφα. Τελειώνει. Νιώθω εξουθενωμένος, αλλά λυπάμαι που τελειώνει. Για πρώτη φορά στη διάρκεια ενός αγώνα το συναίσθημα της νοσταλγίας είναι δυνατότερο από την κούραση. Ακατανόητο. Οι δρομείς θα γνωρίζουν το φαινόμενο του post running blues, αλλά γιατί το νιώθω τόσο νωρίς; Βρίσκομαι ακόμα στο σημείο όπου όλοι ανυπομονούν για το τέλος. Δεν καταφέρνω να της το κάνω κατανοητό, αφού ούτε εγώ το κατανοώ πλήρως. Ίσως υπάρχουν φορές που σε πιάνει μια λύπη χωρίς να υπάρχει τίποτα για να λυπάσαι, όπως ακριβώς κάποιες άλλες σε καταλαμβάνει ένας φόβος χωρίς να υπάρχει τίποτα για να φοβηθείς.
Τη σκάλα του Βραδέτου την κατεβαίνει όπως παιδί στις πίστες του λούνα παρκ. Της φαίνεται διασκεδαστική, αν και σύντομη. Ανοίγει κουβέντα με το φωτογράφο. Θα ήθελα να τις δω αυτές τις φωτογραφίες. Στην στροφή της τελευταίας ανηφόρας με περιμένει ατενίζοντας σκεφτική το χωριό. Δεν την ρωτώ τι σκέφτεται. Ετοιμαζόμαστε για την τελική σκηνή. Αυτή, που τόσες φορές προβλήθηκε στη φαντασία μου, όλους αυτούς τους μήνες της προετοιμασίας.
Κι έτσι τώρα τρέχουμε, αλλά όχι μόνο προς το τέλος ενός αγώνα. Τρέχουμε προς το τέλος που μας επιφυλάσσει η νομοτέλεια του αδιάφορου χρόνου. Δεν υπάρχει τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην αρχή, δεν υπάρχει τρόπος να ξαναγίνουμε νέοι. Τρέχουμε, θέλοντας και μη, προς στην μόνη κατεύθυνση του τόπου και του χρόνου που υπάρχει.

Στο χωριό οικεία πρόσωπα μας υποδέχονται, μας περιμένουν στη γραμμή. Την περνάμε κι ο κύκλος κλείνει. Προσπαθώ να διατηρήσω τη χαρά. Βρισκόμαστε σε αγκαλιές. Στο τέλος της μέρας, ανάμεσα σ' όμορφες παρέες η νοσταλγία ξεγελιέται, αν και ξέρω πως σύντομα θα μου ακουμπήσει τον ώμο.
Έχουν περάσει αρκετές μέρες. Όλα αυτά έχουν πια τελειώσει. Η νοσταλγία, όπως το περίμενα, έρχεται για να μου υπενθυμίσει το τέλος μιας διαδρομής. Αλλά παρηγοριέμαι λέγοντας μέσα μου πως δεν πρέπει να λυπάμαι για το τέλος καμιάς διαδρομής. Κανείς δεν πρέπει να λυπάται για μια διαδρομή που έχει διαβεί βουνά και κορυφές, φαράγγια και πηγές, μονοπάτια με σπαθόχορτο και κοιλάδες με τσάι, λίμνες μ' αστραφτερά νερά και γεμάτους διαμάντια ουρανούς.
Συχνά, τελευταία, έρχεται στο νου μου μια σκηνή: Βρίσκομαι στη Δρακόλιμνη. Έχουν περάσει πολλά χρόνια, εκατομμύρια. Είμαι ολομόναχος. Μοιάζει σαν να μην υπάρχει άλλος άνθρωπος πάνω στη γη. Είναι μια λαμπρή μέρα, όπως ήταν η μέρα του αγώνα. Κοιτάζω το νερό της λίμνης και βλέπω μέσα του την αντανάκλαση του ουρανού. Μετά κοιτάζω τον ουρανό και βλέπω μέσα του τη λίμνη. Και τότε κάτι γίνεται. Κάτι κινείται. Είναι οι μορφές μας εκεί πάνω, νέες, πάντα νέες κι όμορφες, που τρέχουν πλάι πλάι, αρμονικά, σε μια ατέλειωτη διαδρομή. Δεν υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί, δεν υπάρχει καν χρόνος. Ούτε σταθμοί, δεν τους χρειαζόμαστε. Υπάρχουν μόνο ευκαιρίες για να διορθώσουμε όσα λάθη έχουμε κάνει στη ζωή μας. Και μετά συνεχίζουμε, αέναα, αβίαστα, κι είναι σαν να πλέουμε σ' έναν απέραντο, γαλάζιο ουρανό, ενώ ολόγυρά μας αναβοσβήνουν μυριάδες πολύχρωμα διαμάντια.

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

Οι ορεινοί αγώνες. 4.



Φαέθων, 2013.



Σε απλή και συμπυκνωμένη μορφή, ο μύθος του Φαέθοντα, πάει κάπως έτσι: Ο Φαέθων ανακαλύπτει τον πατέρα του, τον Ήλιο. Ο Ήλιος θέλει να προσφέρει κάτι στο χαμένο του γιο, όποια επιθυμία έχει θα του την ικανοποιήσει. Ο Φαέθων ζητά να οδηγήσει το άρμα του πατέρα του. Ο Ήλιος γνωρίζει τους κινδύνους, προσπαθεί να τον αποτρέψει. Ζήτα οτιδήποτε άλλο θέλεις, λέει. Όχι, αυτό θέλω. Ο πατέρας αντιστέκεται, ο γιος επιμένει. Κι επιμένει. Ο πατέρας υποχωρεί. Ο Φαέθων αναλαμβάνει κάτι που σύντομα αποδεικνύεται πέρα από τις δυνάμεις του. Τα άλογα δεν κουμαντάρονται πια. Το άρμα κατεβαίνει πολύ χαμηλά στη γη, την καίει στην περιοχή της Αφρικής, εξ ου και η έρημος. Ο Δίας, για να αποτρέψει τα χειρότερα, στέλνει κεραυνό, σκοτώνει και γκρεμίζει τον Φαέθοντα από το άρμα.
Αυτά στο τότε. Στο τώρα, ο Βαγγέλης, αγνοεί τις προτροπές μου να φύγει μπροστά. Έχει δυνάμεις για να βγάλει τον αγώνα σε 8 ώρες, αλλά χρονοτριβεί μαζί μου. Είναι ο πρώτος του, τόσο μεγάλος. Προτιμά την παρέα και την κουβέντα. Αφού το θέλει έτσι, τον βάζω να μου διηγηθεί την ιστορία του Φαέθοντα. Θέλω να δω αν συγκράτησε κάτι απ’ όσα η κοινή μας φίλη μας έμαθε. Τα λέει όλα στην εντέλεια. Όταν τελειώνει τον ρωτώ τι σημαίνει γι’ αυτόν αυτή η ιστορία. Την ερμηνεία του μύθου δεν του την είπε κανείς, πρέπει να ψάξει μέσα του για να τη βρει.
Η ερμηνεία του μύθου, μου λέει, είναι πως δεν πρέπει να υπερτιμάς τις δυνατότητές σου. Να μην σέρνεσαι από τις επιθυμίες σου. Να συνυπολογίζεις την απειρία σου. Να δέχεσαι τη γνώμη αυτών που ξέρουν καλύτερα. Πολύ σωστή ερμηνεία, για την ηλικία του. Είναι 26 χρονών. Μόνο που οι μύθοι, όπως και η αρχαία τραγωδία, όπως και η καλή λογοτεχνία, επιδέχονται παραπάνω από μια ερμηνεία. Για έναν 26χρονο είναι αυτή. Για κάποιον τριάντα χρόνια μεγαλύτερο η ματιά στο μύθο είναι διαφορετική.
Με εντυπωσιάζει το πόσο εύστοχα η ελληνική μυθολογία, χιλιάδες χρόνια πριν, περιέγραψε ένα τόσο σύγχρονο φαινόμενο. Σήμερα οι νέοι ζητούν, το ίδιο επιτακτικά με τον Φαέθοντα, κάτι που οι γονείς φοβούνται. Μια μηχανή. Οι γονείς αντιστέκονται, αλλά πολλές φορές υποκύπτουν στην πίεση. Κι εγώ υπέκυψα, ευτυχώς δεν το πλήρωσα ακριβά, υλικές μόνο ζημίες. Κάποιος συγγενής μου δεν είχε τη δική μου τύχη. Σειρά μου να πω ένα μύθο στον Βαγγέλη. Ή μάλλον μια τραγωδία. Μια τραγωδία σημερινή. 
Ο σημερινός πατέρας, όπως ο μυθικός Ήλιος, εκλιπαρούσε το γιο του να του ζητήσει οτιδήποτε άλλο, όχι μηχανή. Ένα αυτοκίνητο, καλύτερα. Όχι μηχανή. Ένα ακριβό αυτοκίνητο, αν θέλει. Όχι μηχανή. Και το όχι το κράτησε. Δεν αγόρασε ποτέ μηχανή στο γιο του.
Κάποια άγρια χαράματα χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού του. Αστυνομία. Τον ρώτησαν αν ήταν ο κύριος τάδε. Ταράχτηκε. Ήταν. Λυπόνταν πολύ, αλλά ο γιός του, οδηγώντας τη μηχανή του, σκοτώθηκε σε τροχαίο. Ξάφνιασμα. Κάποιο λάθος κάνετε, ο γιός μου δεν έχει μηχανή. Τον ξαναρώτησαν αν είναι ο τάδε τάδε του τάδε. Ήταν. Λυπόνταν πολύ, δεν έχουν κάνει λάθος.
Ο γιός του είχε αγοράσει μηχανή, κρυφά, πριν από πολύ καιρό μάλιστα.
Αλλά τι σχέση έχουν αυτά με τον αγώνα; Έλα ντε; Είναι κάποιες από τις κουβέντες του. Ναι, μπορεί να διαδραματίζονται και τέτοιες κουβέντες στη διάρκεια ενός αγώνα. Ο Βαγγέλης σκύβει και μαζεύει μια ακόμα πεταμένη συσκευασία από τζελάκι. Γιατί το κάνετε αυτό, ρε παιδιά, πόσο βάρος σας είναι;
Και σε ποιο χιλιόμετρο βρισκόμαστε άραγε; Κάπου μετά τα μισά, υπολογίζω. Έχουμε ήδη διανύσει μια κορυφογραμμή. Και μόνο που βλέπω πίσω μου, απορώ. Στην ανηφόρα, μπροστά μας, ένας αθλητής παραπατά. Σταματά, κάθεται. Ξανασηκώνεται, επιχειρεί λίγα αβέβαια βήματα. Κάθεται πάλι, οριστικά αυτή τη φορά.
Τον φτάνουμε. Τώρα είναι ξαπλωμένος, τρέμει. Ο παλμογράφος του έδειξε κάτω από 45 παλμούς. Δεν έχει να φορέσει τίποτα. Ένα ρούχο που του άφησε μια προπορευόμενη αθλήτρια, είναι μικρό, δυσκολεύομαι να του κλείσω το φερμουάρ. Ο Βαγγέλης του δίνει το αντιανεμικό του. Δεν πήρα μαζί μου την αλουμινοκουβέρτα σκέφτομαι, απογοητευμένος από τον εαυτό μου. Οι περισσότεροι παρόμοια έπραξαν. Είναι αυτή η ψευδαίσθηση πως τίποτα δεν μπορεί να συμβεί σ’ εσένα. Πλησιάζει μια ακόμα αθλήτρια, η Χριστίνα Κιουρέλη. Βλέπει τη σκηνή από μικρή απόσταση και ρωτά αν μπορεί να συνεισφέρει. Της ζητώ αλουμινοκουβέρτα, σιγά μην έχει, λέω μέσα μου. Μπίνγκο. Έχει. Αυτή κι ο Βαγγέλης ίσως έσωσαν μια ζωή σήμερα. Η Χριστίνα συνεχίζει το δρόμο της, εμείς σκεπάζουμε επιμελώς τον συναθλητή μας. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο. Αν μπορούμε, δεν το ξέρουμε. Όποιος διαβάζει αυτές τις γραμμές και μπορεί να συμβουλέψει, παρακαλώ, ας μου πει τι άλλο μπορούμε να κάνουμε σε τέτοιες περιπτώσεις.
Πριν τον εγκαταλείψουμε τον ενθαρρύνω, είναι δρομέας βουνού, είναι δυνατός, θα τα καταφέρει. Μακάρι να ήμουν σίγουρος. Από απόσταση, στρέφω και τον κοιτώ μια τελευταία φορά. Είναι ακίνητος, καθιστός σκεπασμένος. Διασταυρωνόμαστε με δυο διασώστες, που σπεύδουν ανήσυχοι. Ευτυχώς, ήταν σχετικά κοντά ο σταθμός. Αργότερα μαθαίνω πως είναι καλύτερα, πως θα μεταφερθεί. Λήξαν το επεισόδιο. Θα έχω πάντα αλουμινοκουβέρτα στο εξής.
Προς το παρόν σκέφτομαι με ποιο τρόπο θα αυτομεταφερθώ στο Σκολιό. Αποκαρδιωτική ανηφόρα. Αλλά τόσο προτρεπτική. Ειλικρινείς οι διοργανωτές. Έχουμε διανύσει τόσες κορυφές, αλλά μας μένουν αρκετές ακόμα, μέχρι να γίνουν 10. Ο μόνος αγώνας που ζήλεψα τα μπατόν. Ο Μύτικας, μια πέτρινη βελόνα που σημαδεύει το κέντρο του κόσμου μας. Θα τον βγάλω κι αυτόν τον αγώνα. Είναι νωρίς ακόμα, αλλά το ξέρω με κάποιο τρόπο. Έκανα μεγάλο δρόμο για να ‘ρθω μέχρι εδώ. Δεν εννοώ δρόμο κάποιων ωρών, εννοώ δρόμο πολλών ετών.
Φιλικά πρόσωπα στο Σκολιό, Σέβη, Όλγα, η παρέα μας. Βγάζουμε φωτογραφίες, κάτι σαν αθλητικός τουρισμός μοιάζει αυτή η στιγμή. Το κέφι είναι το καλύτερο αντίδοτο που έχω για την κούραση. Δοκιμάστε το. Κι άλλος σταθμός, Λαρισαίοι, απρόβλεπτες συναντήσεις. Χαίρομαι που σε γνωρίζω κι από κοντά Γιώτα, χαιρετίσματα στον Κίσαβο να δώσεις. Μου ροκάνισες αρκετά λεπτά σήμερα, χαλάλι σου. Χωματόδρομος, για πρώτη φορά. Κάνουμε ωτοστόπ στο αμάξι των κοριτσιών που κατεβαίνουν, μαζί με τον Σπύρο. Γελάνε, μας φωτογραφίζουν και μας παρατούν σύξυλους. Τζάμπα τους υπολογίζαμε ως ομάδα υποστήριξης. 
Τέρμα τ’ αστεία. Έχουμε 3 ακόμα κορυφές που δεν τις ξέραμε. Κάπου χάσαμε το μέτρημα. Στον τελευταίο σταθμό, ευγενέστατος κύριος της διοργάνωσης, προσφέρεται να μου δείξει όλο το πανόραμα αυτού που διασχίσαμε μέχρι τώρα. Σηκώνει το χέρι και διαγράφει πορεία.
Απίστευτο! Ολόγυρα, ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος μας. Το τοπίο διάφανο, σαν να πάλλεται από τους σφυγμούς μας. Χάρη σ’ αυτόν τον αγώνα έχω περιδιαβεί μια άγνωστη, παρ’ όλες τις τόσες αναβάσεις μου στον Όλυμπο, διαδρομή. Άγνωστες πλαγιές και κορυφές του. Το βουνό μου αποκάλυψε πράγματα που δεν ήξερα. Κι είναι σαν να ανακαλύπτεις μια κρυμμένη πλευρά του χαρακτήρα κάποιου που νόμιζες πως γνώριζες καλά. Μια όμορφη πλευρά του.
Διατρέχουμε με το βλέμμα μας τη διαδρομή. Είμαστε ζωντανοί, δυνατοί, αθάνατοι. Θα το πιστεύουμε μέχρι τη στιγμή που θα πάψουμε να είμαστε δυνατοί. Ίσως μέχρι τη στιγμή που θα πάψουμε να είμαστε αθάνατοι. Δοκιμάστε ό,τι θέλετε, όσοι είστε μακριά απ’ όλα αυτά. Ποτά, τσιγάρα, χασίσια κάθε λογής. Δεν υπάρχει τίποτα πιο διεγερτικό από την ανάσα της ζωής που κυκλοφορεί μέσα σου.
Φεύγουμε ξανά και τώρα νιώθω πως τέρμα με το σώμα. Τώρα η σκέψη πετά πάνω από τον Όλυμπο, με βλέπω από ψηλά, μικροσκοπική φιγούρα, που καμώνεται το Θεό. Δεν τρέχω, δεν βιάζομαι. Υπέροχη μέρα μ’ αγκαλιάζει. Μια τέτοια μέρα ενέπνευσε κάποτε τον ποιητή μας: 

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
‘Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει’

Η τελευταία κορυφή. Και η τελευταία ματιά σ’ ό,τι αφήνουμε πίσω. Μεγαλείο! Δεν υπάρχει πόνος, δεν υπάρχει κούραση.

‘Του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
έστρωσ' ο νους κι ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου’.

Κατηφόρα, δάσος. Ο Κοκκινοπηλός πρώτα ακούγεται, μετά φαίνεται. Έτσι γίνεται συνήθως. Μονοπάτι που πια μπορείς να τρέξεις. Κάτω από τα πόδια μας ακούγονται οι τερματισμοί. Θωμάς και Γρηγόρης έχουν φτάσει προ πολλού, μπράβο παιδιά.
Όλοι μαζί, ξανά. Παρέα στο ταξίδι, στην αφετηρία, στο πρώτο μέρος του αγώνα, στο τέρμα, τώρα. Μόνο μια λείπει από τη συντροφιά μας. Μόνο κάτι που να συμπληρώνει τη χαρά μας.
Εγγραφή καθυστερημένη, μια παρόρμηση από ένα διαφημιστικό της διοργάνωσης. Αλλά η Άννα Μαρία δεν έχει στα πόδια της πάνω από 7 ώρες κι εδώ χρειάζονται 13. Φύσει ενθαρρυντικός, δεν ήθελα να την αποτρέψω, ακόμα κι αν θεωρούσα απίθανο να τα καταφέρει. Έχει κάθε δικαίωμα στην προσπάθεια, άλλωστε ακόμα και μια αποτυχημένη προσπάθεια είναι πιο αξιέπαινη από την απραξία. Συγκεχυμένες οι πληροφορίες για τη θέση της. Πέρασε εμπρόθεσμα τους δυο σταθμούς-κόφτες, πάλι καλά. Μετά, άγνωστο.
Τη θυμάμαι να μ’ ακολουθεί από την αρχή και γι’ αρκετά χιλιόμετρα. Γυρνούσα κάθε τόσο και την έβλεπα. Της είχα εξηγήσει πως αυτόν τον αγώνα δεν θα τον πάμε παρέα, αλλά, αν μπορούσε να κρατά μια κοντινή απόσταση, θα ήταν χαζό να τρέχαμε τόσες ώρες για να τερματίσουμε με μια διαφορά λίγων γελοίων  λεπτών. Αν κρατιόταν σε ακτίνα λιγότερη της μισής ώρας θα την περίμενα, είχα αποφασίσει. Αλλά μια φορά γύρισα και δεν την είδα. Το δοκίμασα αργότερα, σ’ ένα ανοιχτό πεδίο με μεγάλη ορατότητα. Άγνωστες κουκίδες αθλητών, όχι η δική της. Μόνη της, λοιπόν, αυτή τη φορά. Θα τρέξουμε μαζί στην Οίτη, είναι η υπόσχεση, αλλά μόνη της αυτή τη φορά. Θέλω να τερματίσω εμπρόθεσμα τον Φαέθοντα.
25 μόλις λεπτά, πριν τη διορία των 13. Κάποιος από την παρέα αναφωνεί πως την βλέπει να κατηφορίζει, αλλά δεν είναι σίγουρος. Κοιτώ στην πλαγιά, είμαι ο μόνος που μπορώ να την αναγνωρίσω αφού φοράμε τα ίδια μπλουζάκια. Άσπρο, λιγότερο κόκκινο, Paggaio Trail Race Run 2014. Από μια άποψη προηγούμαστε όλων κατά ένα χρόνο.
Τρέχω στη μεριά του τερματισμού, ζητώ μια χάρη από την κοπέλα με τον τηλεβόα. Ανταποκρίνεται. Άννα Μαρία, σε περιμένουμε, ο ήχος αντηχεί στη πλαγιά. Και σε λίγα λεπτά, η Άννα, περνά τη γραμμή. Και δεν υπάρχει τίποτα πια που να εμποδίζει τα πάντα να είναι καλά κι όλους μας να είμαστε ευτυχισμένοι.
Κι έχω κερδίσει κι ένα ζευγάρι παπούτσια στην κλήρωση.
Την άλλη μέρα το πρωί ο Όλυμπος θαμπώνει. Μας έκανε τη χάρη που δεν έκανε στους δυο προηγούμενους αγώνες, αλλά τώρα μοιάζει με θολό όνειρο. Δεν διακρίνεται τίποτα. Για να δούμε τη διαδρομή που διαγράψαμε πρέπει να κάνουμε ό,τι και με την ερμηνεία της ιστορίας του Φαέθοντα. Να ψάξουμε μέσα μας. Μόνο εκεί υπάρχει, αποτυπωμένη κι άσβεστη.
Θα ξανάρθω εδώ; Δεν ξέρω. Μακάρι να είμαι γερός και να ξανάρθω. Όσο περνά ο καιρός η κλεψύδρα της διαδρομής μου αδειάζει το πάνω μέρος της και στο κάτω σχηματίζεται κάτι που μοιάζει με βουνό. Δεν ξέρω πότε θα γίνει τόσο μεγάλο ώστε να μην αντέχω πια να τ’ ανεβώ. Θα κάνω ό,τι μπορώ όμως, κι αυτό δεν είναι απόφαση. Είναι το αυλάκι της ζωής μου που μ’ οδηγεί όμορφα προς το τέρμα, κι όσο πιο πρόθυμα τ’ ακολουθήσω, τόσο πιο μακρύ θα είναι.
Λυπάμαι που είμαι τόσο κακός στο να συγκρατώ ονόματα, ακόμα και πρόσωπα πολλές φορές. Θα μπορούσα ονομαστικά να ξεχωρίσω στα ευχαριστώ μου κάποιους, όπως τον ευγενέστατο κύριο της διοργάνωσης, στον τελευταίο σταθμό, που μου έδειξε την κορυφογραμμή. Αλλά, τελικά, αποφασίζω πως δεν θα πω ευχαριστώ σε κανέναν. Ούτε διοργανωτή, ούτε εθελοντή. Κι αυτό γιατί δεν γίνεται να ξεμπερδεύεις πάντα με μια εύκολη λέξη. Ο μόνος τρόπος για ν’ ανταποδώσεις όσα κατά καιρούς σου έχουν προσφερθεί είναι να πράξεις κι εσύ ανάλογα. Έτσι, όταν το βουνό της κλεψύδρας μου μεγαλώσει τόσο ώστε να μην μπορώ πια να τ’ ανεβώ, όταν αυτή η εγωιστική περίοδος τελειώσει, ή ακόμα και πριν, σκέφτομαι πως πρέπει να σταθώ σε κάποιο σημείο, σ’ ένα από τα τόσα που διέτρεξα στην ατέλειωτη διαδρομή μου, για να βοηθήσω κάποιους άλλους να συνεχίσουν τη δική τους διαδρομή. 





Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Το πιο σημαντικό μου μετάλλιο.






                                                                                                          If not smiling you don’t doing it right.


Η σχέση μου με τα διπλώματα και τα μετάλλια έχει περάσει από πολλά στάδια. Τα πρώτα μου διπλώματα τα αντιμετώπιζα ως πιστοποιητικά μιας αξίας που δικαιωματικά μου ανήκαν. Το ίδιο και τα μετάλλια, ιδίως των μαραθωνίων δρόμων. Αφαιρούσα την κορδέλα τους κι όταν απέμεναν σαν μεγάλα νομίσματα κάποιας αρχαίας φυλής τα φύλαγα σε θέση περίοπτη. Πολλές φορές τα αράδιαζα και τα περιεργαζόμουν, όπως τσιφούτης τις λίρες του. Κάποτε τα τοποθέτησα σ’ ένα κουτί από διαφανές πλαστικό, έτσι ώστε να μπορώ να τα παρατηρώ ακόμα κι όταν αυτό ήταν κλειστό.
Με τον καιρό τα πράγματα άλλαξαν. Τα διπλώματα έγιναν πολλά, κι όχι μόνο για τον τοίχο ενός συνηθισμένου σπιτιού. Τα προσάρμοσα σε διαφάνειες και τα συγκέντρωσα σ’ ένα ντοσιέ. Τα μετάλλια δεν χωρούσαν πια στο κουτί. Πέταξα τα φτηνά, αυτά που δεν ανέγραφαν ημερομηνία ή καν αγώνα, και κράτησα τα υπόλοιπα.
Κάποτε ήρθε η περίοδος που το τρέξιμο έδειχνε οριστικό παρελθόν για μένα. Απόλυτος, όπως πάντα, θέλησα να κόψω κάθε γέφυρα μ’ έναν κόσμο που τον θεώρησα οριστικά πίσω μου. Έπρεπε, βλέπεις, ν’ ανοιχτώ απερίσπαστος στα νέα μου ενδιαφέροντα. Πρέπει να πεθάνει κάτι για να γεννηθεί κάτι άλλο, πίστευα.
Πέταξα όλα μου τα διπλώματα. Δεν αποκατέστησα καλή σχέση μαζί τους, ακόμα και μετά την επάνοδό μου στο τρέξιμο. Δεν έχω πια ούτε ένα για δείγμα. Δεν χρειάζομαι πλέον πιστοποιητικά. Το τι μου ανήκει και τι όχι το αξιολογώ μόνος μου. Μου αρκεί να γνωρίζω εγώ τι πράγμα και σε ποιο βαθμό το έχω καταφέρει.
Χάρισα, τι αφροσύνη, αθλητικά βιβλία, πολύτιμα κι αγορασμένα από το εξωτερικό. Τώρα τα αποζητώ ξανά στις σελίδες του amazon, ή σε φίλους που πιθανόν να τα διάβασαν και να μην τα χρειάζονται πια.
Με τα μετάλλια συνέβη αλλιώς. Όταν επέστρεψα στο τρέξιμο αναζήτησα μετανοημένος το ξεχασμένο κουτί. Φευ. Κάτι φαινόταν να πηγαίνει στραβά μέσα στο πλαστικό. Όταν το άνοιξα βρέθηκα αντιμέτωπος με τις συνέπειες της προδοσίας μου. Πολλά από τα πολύτιμα, τα κερδισμένα με κόπο και ιδρώτα, μετάλλιά μου, κλεισμένα ασφυκτικά σ’ ένα χώρο που κατά κάποιο τρόπο είχε εισχωρήσει η υγρασία, κείτονταν σκουριασμένα και φθαρμένα, σαν μόλις να τα είχε βγάλει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη. Δεν διακρίνονταν τα στοιχεία κι η μυρωδιά της σκουριάς έμενε στα δάχτυλά μου. Αυτή τη φορά τα πέταξα με πόνο. Δεν έχω ούτε ένα μετάλλιο από τους μαραθώνιους μου στην Πάτρα, κι όχι μόνο από αυτούς.
Τα τωρινά μου μετάλλια τα περιποιούμαι διαφορετικά. Με εύκολο, πρακτικό τρόπο. Δυο καρφιά στον τοίχο είναι ικανά να σηκώσουν άπειρα, κρεμασμένα από την κορδέλα τους. Η νέα μου συλλογή θα διαρκέσει και θα κρατήσει τα σημαντικά και τα καλαίσθητα, όπως άλλωστε τα περισσότερά τους πλέον είναι.
Ξέχασα ν’ αναφέρω - μισό λεπτό να τα μετρήσω, βρίσκονται μόνιμα στο ταβάνι της απέναντι βιβλιοθήκης - τα 9 κύπελλα. Ασήμαντες διακρίσεις, από αγώνες βετεράνων, με μικρό συναγωνισμό κι επιδόσεις μιας άλλης εποχής. Ασήμαντες, είπα; Μα, τότε έμοιαζαν τόσο σημαντικές!
Όλα αλλάζουν, λοιπόν. Αλλάζουμε κι εμείς και βλέπουμε διαφορετικά ακόμα και τα ίδια πράγματα. Ξαναδιαβάζω κι ανακαλύπτω ξανά τα παλιά, αγαπημένα μου βιβλία. Αξιολογώ πάλι, όσα στη μέχρι τώρα πορεία της ζωής μου συνέλεξα. Κάποια πετώ, κάποια τα τοποθετώ ψηλότερα. Ίσως, κάποτε, προλάβει να γίνει μια εκ νέου αξιολόγηση. Σίγουρα θ’ αλλάξουν πάλι οι θέσεις των πραγμάτων. Αλλά, εδώ και λίγες μέρες, με σιγουριά μπορώ να πω πως υπάρχει κάτι που δεν θ’ αλλάξει, όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Ο Δρόμος του Νερού είχε πολύ νερό φέτος. Τόση βροχή, ένα και μοναδικό πρωινό ανάμεσα στα πολλά, που αποθάρρυνε αθλητές κι έστειλε στράφι πολλές παράλληλες εκδηλώσεις, που με τόσο κόπο φρόντισαν οι άνθρωποι του Wood Water Wild. Κρίμα. Μόνο 80 από τους 250 δηλώσαντες δρομείς εμφανίστηκαν στην αφετηρία. Καθώς δεν ήταν απαραίτητες οι προπληρωμές γι’ αυτόν τον ωραίο τοπικό μας αγώνα, φαντάζομαι πως η διοργάνωση στερήθηκε μια πολύτιμη χρηματική συνδρομή για τις πλούσιες εκδηλώσεις της, που οι περισσότερες στήθηκαν άδικα.
Αλλά αυτά είναι πράγματα που σκέφτηκα μετά. Εκείνο το βροχερό πρωινό, κάτω από το προστατευτικό υπόστεγο μιας τράπεζας, στην ουρά, για να παραλάβουμε τα νούμερά μας, θα ανακάλυπτα ποια έκπληξη κρυβόταν πίσω από τα μυστήρια χαμόγελα και τις χαμηλόφωνες κουβέντες των φίλων μου, μέρες τώρα. Επιφυλακτικός κάθε έκπληξης και θεωρητικός της άποψης πως 9 φορές στις 10 είναι για κακό, το κουτί παπουτσιών που με περίμενε φάνταζε ανακουφιστικό. Κάποιο δώρο τους για μένα, προφανώς.
Άνοιξα το κουτί, αλλά δεν υπήρχαν παπούτσια. Κάτι φάκελοι, μ’ ένα γνώριμο όνομα στον καθένα τους. Το περιεχόμενό τους, μαλακό. Μπλουζάκια. Και, πάνω - πάνω, μια επιστολή που προκαλούσε να την διαβάσω πριν απ’ οτιδήποτε.
Πάει καιρός που διάβαζα χωρίς γυαλιά. Δεν κουβαλώ γυαλιά στους αγώνες. Ανέλαβε την ανάγνωση η Φωτεινή. Ένα μικρός κύκλος σχηματίστηκε για ν’ ακούει.
Ήταν σύντομη επιστολή, αλλά στα μισά διέκοψα την ανάγνωσή της. Επιχείρησα ορισμένα ατυχή αστεία, για να διώξω τη συγκίνηση, που δεν την ήθελα ανεξέλεγκτη και δεν ήταν μόνο δική μου, εκείνη τη στιγμή. Μετά, το γράμμα διαβάστηκε από την αρχή. 

Ο Βαγγέλης Φάκας.
Αυτό είναι για σένα. Δεν είναι παπούτσια, πίστευα όμως πως είναι η καλύτερη συσκευασία για το δώρο σου. Είναι για σένα, και για τους φίλους σου. Όλους αυτούς που γνώρισα και γνώρισα μαζί τους έναν άλλο κόσμο που δεν ήξερα, αλλά που ήταν ικανός να μου αλλάξει τη ζωή.
Σε κάθε φάκελο θα βρεις γραμμένο το όνομα του καθενός τους. Μοίρασέ τους τα.
Είναι τιμή μου που τρέχω μαζί σας και κυρίως με σένα που με έμαθες να τρέχω και να χαίρομαι στο βουνό. (ή, απλά, ευχαριστώ το runners high).
Σήμερα θα τρέξουμε όλοι μαζί.

                                                                        Σας ευχαριστώ όλους για όλα.

                                                                                          Βαγγέλης.

                                                     ΥΓ. όπως είπε κι ένας φίλος, If not smiling you don’t doing it right.


Μοίρασα τους φακέλους με τα μπλουζάκια. Στην πλάτη, το όνομά μου με λόγια φιλίας, στο πλάι το λογότυπο της Ατέλειωτης Διαδρομής. Τα γέλια αντικατέστησαν την συγκίνηση. Μετρήσαμε αντίστροφα τα δεύτερα της εκκίνησης.
Τρέξαμε τον Δρόμο του Νερού μέσα στη λάσπη και τη βροχή, όλοι μαζί, με το ρυθμό του τελευταίου. Τουλάχιστον οι τρεις κατέβαλλαν μεγάλη προσπάθεια για να πηγαίνουν τόσο αργά. Τερματίσαμε τελευταίοι ή κάπου ανάμεσα στους τελευταίους. Ήμουν τελευταίος, η πιο απίθανη θέση, εκτός από την πρώτη, που μπορείς να βρεθείς σ’ έναν αγώνα. Αλλά ήμουν τελευταίος ανάμεσα στην πιο όμορφη, στην πιο χαρούμενη παρέα ολόκληρου του κόσμου. Τόσο χαρούμενη που στις φωτογραφίες του τερματισμού μοιάζουμε σαν να χορεύουμε. Χορεύουμε το χορό  της χαράς. Της ζωής. Της φιλίας μας. Το χρονόμετρο κάποιου κριτή, που εμφανίζεται στην άκρη μιας φωτογραφίας, δεν απασχολεί κανένα μας.
Τον τρέξαμε σωστά, λοιπόν. Τρέξαμε σωστά και με χαμόγελο τον αγώνα στον οποίο μου είχε απονεμηθεί, από την αφετηρία του κιόλας, η μεγαλύτερη διάκριση. Το πιο σημαντικό μετάλλιο που θα μπορούσε να μου απονεμηθεί ποτέ.
Η ζωή μας είναι απρόβλεπτη. Ακόμα και για τους πιο προγραμματισμένους, τους πιο τακτικούς από εμάς. Η ζωή είναι μια πηγή, που όσο κι αν νομίζεις πως έχεις φέρει το νερό στο αυλάκι της, αυτό θα βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει και ν’ ανοίγει δικούς του δρόμους. Ξεκινώντας πριν από 20 χρόνια το τρέξιμο ονειρευόμουν, όπως όλοι, κάποια πρωτιά, κάποιο μετάλλιο νικητή, κάποια μεγάλη διάκριση. Μια φαντασίωση που, μ’ ελάχιστες κι ασήμαντες εξαιρέσεις, παρέμεινε ανεκπλήρωτη. Ποτέ μου δεν κέρδισα κάποια πραγματικά αξιόλογη θέση στο τρέξιμο. Αντίθετα, πάντα βρισκόμουν πολύ, πολύ πολύ, μακριά από αυτήν.
Όχι πια. Γιατί τώρα την έχω κερδίσει. Δεν θα βρω κορδέλα και καρφί στον τοίχο για να κρεμάσω τα διαπιστευτήρια της. Αλλά, αν τα δρομικά μου όνειρα δεν εκπληρώθηκαν ποτέ, στη θέση τους εκπληρώθηκε κάτι που ποτέ δεν είχα φανταστεί. Γιατί ποτέ δεν είχα φανταστεί πως η πιο σημαντική μου διάκριση, το πιο σημαντικό μετάλλιο αυτής της ατέλειωτης διαδρομής, αυτό που δεν πρόκειται να σκουριάσει όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα είναι το μετάλλιο που κέρδισα σ’ έναν αγώνα στον οποίο τερμάτισα τελευταίος. 
...της φιλίας μας.
Ο χορός της χαράς...
...της ζωής...