Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 2.



 Ο Μαραθώνιος της Ρόδου. 1998.


   Τον Απρίλιο του 1998 η Ρόδος φιλοξενούσε το πανελλήνιο πρωτάθλημα του μαραθωνίου δρόμου. Μαθητευόμενος, κοντά στον Νίκο, τότε, αποφασίσαμε να εκπροσωπήσουμε τον τοπικό μας σύλλογο. Αν ξέραμε ότι μας περιμένει ένας κολοσσός προσπαθειών, θα το ξανασκεφτόμασταν.
Ο πρώτος μας άθλος ήταν να καταφέρουμε να φτάσουμε στο νησί - προορισμό, όχι μόνο των αλλοδαπών που λαχταρούν τον ήλιο του, αλλά και των σχολικών εκδρομών που επιζητούν τη νύχτα του. Ατυχώς για μας, η αθλητική εκδήλωση συνέπιπτε ημερολογιακά με τις εκπαιδευτικές εκστρατείες. Τα μαθητικά στίφη και η συγκοινωνιακή ανοργανωσιά έκαναν τα δρομολόγια και τη ζωή μας δύσκολη.
Τη βραδινή ώρα της προβλεπόμενης αναχώρησης του πλοίου μας από τον Πειραιά, αυτό δεν είχε καν έρθει. Ξεροσταλιάζαμε στην προκυμαία, καρτερώντας να δούμε τα φώτα του να μπαίνουν στο λιμάνι, έχοντας πίσω μας και την ταλαιπωρία 9 ωρών λεωφορειακού ταξιδιού μέχρι την Αθήνα. Κάποτε ενημερωθήκαμε πως δεν πρόκειται να εμφανιστεί πριν την επομένη το πρωί, κι αναζητήσαμε φιλοξενία σε συγγενικό σπίτι. Καθοδόν προς αυτό, άγριες μεταμεσονύκτιες ώρες, πέσαμε σε αστυνομικό έλεγχο. Το μόνο που μας έλειπε. Ευτυχώς, ο Νίκος, ήταν τότε υποδιοικητής του τμήματος ασφάλειας της Καβάλας και ξεμπερδέψαμε σχετικά εύκολα.
Την επομένη το πρωί εμείς βρισκόμασταν στην προκυμαία, αλλά το πλοίο αρμένιζε ακόμα καταμεσής του Αιγαίου. Αναζητήσαμε ομοιοπαθείς μαραθωνοδρόμους και βρέθηκε κάποιος, που κάπου τηλεφώνησε - εποχή προ κινητών - και μας ενημέρωσε αλαφιασμένος πως πρέπει να μεταβούμε εσπευσμένα στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, όπου ο ΣΕΓΑΣ, με κίνδυνο ν’ αναβληθεί το πρωτάθλημα του μαραθωνίου, είχε ναυλώσει μικρό αεροπλάνο, ειδικά για την μεταφορά μας. Χωθήκαμε σ’ ένα ταξί και το προλάβαμε στο τσαφ.
Από την Καβάλα φύγαμε με 15 βαθμούς, στην Ρόδο μας υποδέχτηκαν 35. Το θερμο-ρυθμιστικό σύστημα χρειάζεται ορισμένες μέρες για να προσαρμοστεί στις αλλαγές, οπότε θα μετείχα στον αγώνα μ' ένα τουλάχιστον σύστημα απροσάρμοστο. Η ζέστη είναι το χειρότερό μου και στην Ρόδο αυτό αποδείχτηκε με τον οδυνηρότερο τρόπο.
Η εκκίνηση δόθηκε αρκετά αργά για αγώνα σε τροπικά κλίματα. Η ασφάλτινη, μπρος και πίσω, διαδρομή τραβούσε παραθαλάσσια, δίπλα σε πλανεύτρες ακτές και χρυσές αμμούδες. Έμοιαζε ειδυλλιακά, αλλά δεν ήταν για όσους έτρεχαν.
Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που μετείχα σε μαραθώνιο, νιώθοντας πως θα προτιμούσα να κάνω κάτι άλλο. Τα μαυρισμένα αλλοδαπά κορμιά στην παραλία έθεταν σε πειρασμό την επιλογή μου να τρέχω σε μια καυτή άσφαλτο, τη στιγμή που μια ελάχιστη παράκαμψη θα μπορούσε να θέσει δροσερό τέλος στα μαρτύριά μου. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν θα ήταν εύκολα κατανοήσιμο από τον σύλλογό μου, και, επιπλέον, υπήρχε η επιθυμία για μια καλύτερη επίδοση, που την θεωρούσα δεδομένη, αφού η προηγούμενη είχε καταγραφεί στην κλασική του ’97. Τώρα, κάποιοι μήνες περισσότερης προετοιμασίας, και μια ευθεία διαδρομή, θα με έβγαζαν τουλάχιστον δέκα λεπτά νωρίτερα, υπολόγιζα.
Με έβγαλαν κάπου μισή ώρα αργότερα.
Ό,τι συνέβη, μου συνέβη μια και μοναδική φορά. Ήταν μια εμπειρία που καταχωρήθηκε, και δεν μου ξανάτυχε ποτέ. Το πρόβλημα ανέκυψε κάπου στο 22ο χιλιόμετρο, με μορφή έντονης δίψας. Λογικό, αν τρέχεις τόση ώρα, με τόσους βαθμούς, σε τόση ένταση. Έτσι, σε κάποιο σταθμό άρπαξα με λαχτάρα ένα ποτήρι νερό…για να διαπιστώσω πως δεν μπορώ να το πιώ. Συνέχισα, χωρίς να δώσω εξήγηση στο φαινόμενο, άλλωστε το πάλευα ακόμα και δεν ήθελα να χάσω ούτε δευτερόλεπτο αναζητώντας εξηγήσεις. Υπήρχαν αρκετοί σταθμοί, θα έπινα στον επόμενο.
Αλλά, και στον επόμενο σταθμό, τα ίδια. Δεν ήταν θέμα στομαχιού, το νερό δεν μπορούσε καν να κατεβεί στο λαρύγγι μου. Μόλις το έφερνα στο στόμα αναγκαζόμουν να το φτύσω. Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά εδώ.
Σε μια πληθώρα κινηματογραφικών σεναρίων, περιπλανώμενοι στην έρημο πρωταγωνιστές, μ’ αλατισμένα πρόσωπα και ξερά χείλια, ονειρεύονται μια όαση με μερικούς φοίνικες και τη χαρακτηριστική λίμνη στη μέση. Όταν την βρίσκουν, ορμούν αλαφιασμένοι στο νερό κι επιβιώνουν. Εναλλακτικά, διαπιστώνουν πως πρόκειται για παιχνίδι της φαντασίας, η ψυχολογία τους καταρρέει προς στιγμήν και η σωτηρία τους αναβάλλεται για μια επόμενη σκηνή. Αλλά δεν μου έτυχε ποτέ να δω ταινία, όπου οι πρωταγωνιστές αρνούνται να πιούν το σωτήριο νερό που βρίσκεται στο διάβα τους.
Εγώ βρισκόμουν σε τόπο όπου και φοίνικες υπήρχαν και νερά άφθονα στο διάβα μου, ωστόσο πέθαινα από τη δίψα. Η προσπάθειά μου μέχρι τον επόμενο σταθμό ήταν μαρτυρική. Το να διψάς είναι φοβερό αίσθημα, αλλά το να διψάς και να μην μπορείς να πιεις είναι μυθολογική κατάρα. Ως ορθολογιστής δεν πιστεύω στις κατάρες, αλλά δεν κατάφερνα να βρω λογική εξήγηση γι’ αυτό που μου συνέβαινε. Επιπλέον, δεν χρειαζόμουν εξήγηση, χρειαζόμουν νερό. Από τον επόμενο σταθμό και μετά, στεκόμουν και προσπαθούσα να εξαναγκάσω τον εαυτό μου να κατεβάσει έστω και δυο γουλιές. Τα δευτερόλεπτα που περνούσαν δεν μ’ ένοιαζαν πια, γιατί είχαν γίνει τόσα που συνιστούσαν λεπτά, τα οποία με τη σειρά τους γίνονταν τέταρτα, και τελικά, δυο τέταρτα ενώθηκαν σ’ ένα μισάωρο τελικής αργοπορίας.
Στο χώρο του τερματισμού, μια σεζλόνγκ στη σκιά, ήταν το πλαίσιο όπου ο Νίκος με βοήθησε να τοποθετήσω το καταρρέον σώμα μου. (Ο ίδιος τα είχε καταφέρει αρκετά καλύτερα, αλλά αυτός ήταν από τους τύπους που μπορούν να τρέχουν τον Αύγουστο με πουλόβερ). Την προσπάθεια που κατέβαλα για να σηκωθώ κάποτε, την θυμάμαι περισσότερο κι απ’ την προσπάθεια ολόκληρου του αγώνα. Ίσως γιατί ο αγώνας έμοιαζε σαν έναν κακό όνειρο, κι από τα όνειρα λίγα κι αόριστα πράγματα θυμάσαι μετά.
Μέρες αργότερα, συζητώντας μ’ ένα γνωστό προπονητή την τρίτου τύπου επαφή μου με το ανεξήγητο φαινόμενο, πριν ακόμα τελειώσω, κατάλαβα από το ύφος του πως κατείχε το θέμα. Μου φάνηκε περίεργο. Κάθε μυστήριο έχει την εξήγησή του, αλλά εγώ δεν μπορούσα καν να την υποψιαστώ.
Με απόλυτη φυσικότητα μου εξήγησε πως αυτό που μου συνέβη ήταν μια αντίδραση του οργανισμού, με σκοπό την προστασία του. Ο οργανισμός μου, δηλαδή, με εμπόδιζε να πιω νερό, για να με αναγκάσει να διακόψω μια επικίνδυνη γι’ αυτόν προσπάθεια. Ήταν το πιο αδιανόητο πράγμα που έχω ακούσει ποτέ, αλλά προερχόταν από άνθρωπο αποδεδειγμένου κύρους, οπότε δεν το αμφισβήτησα, ούτε το αμφισβητώ. Μου φαίνεται λογικό κι εξωφρενικό ταυτόχρονα. Ο οργανισμός μου προσπάθησε να μ’ εξοντώσει, έτσι ώστε να με εμποδίσει να τον εξοντώσω εγώ.
Ευτυχώς, σωθήκαμε αμφότεροι. Κόντεψε όμως να ολοκληρώσει το κακό η επόμενη δοκιμασία. Ο αγώνας είχε τελειώσει και κανείς δεν φαινόταν να σκοτίζεται ιδιαίτερα για την επιστροφή μας. Όταν καταλάβαμε πως υπάρχει φόβος ν’ απομονωθούμε στο νησί - ακόμα δεν μου έχει περάσει αυτός ο φόβος για τα νησιά - εγκαταλείψαμε το ξενοδοχείο, όπου μάταια περιμέναμε οδηγίες από τους υπεύθυνους, και τρέξαμε στο λιμάνι, για να μπούμε, όπως - όπως, σ’ όποιο πλεούμενο υπήρχε διαθέσιμο.
Επιτέλους. Είχα γλιτώσει και επέστρεφα.
Μια απλή βόλτα στο κατάστρωμα του καραβιού ήταν κάτι που απαιτούσε προσοχή κι επιδεξιότητα. Εφηβικά κορμιά κείτονταν από άκρη σ’ άκρη, σε κατάσταση χειρότερη απ’ αυτήν που είχα βρεθεί πρόσφατα ως μαραθωνοδρόμος. Ορισμένα παιδιά συνέρχονταν κάπως, άνοιγαν τα κόκκινα μάτια τους, επιχειρούσαν κάποια προσπάθεια ανασηκώματος του κορμιού ή μια ανολοκλήρωτη αλλαγή στάσης και μ’ ένα πληγωμένο βογκητό σωριάζονταν ξανά. Ήταν τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα μιας ακόμα σχολικής εκδρομής.
Κάθισα σ’ ένα παγκάκι κι ανέπνεα τον θαλασσινό αέρα. Συνερχόμουν, σιγά-σιγά. Η Ρόδος και η ταλαιπωρία μου έμενε πίσω. Αλλά όσο κι αν έχεις ταλαιπωρηθεί σ’ ένα μαραθώνιο, όταν τελειώνει, χαίρεσαι που τον έκανες. Pain is temporary, laurels are forever, υποστηρίζει ένα αγαπημένο μου ρητό, αν και σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να διεκδικήσω δάφνες για το δεινοπάθημά μου.
Όταν η Ρόδος χάθηκε ξανακοίταξα τα σπαρμένα κορμιά στο κατάστρωμα. Ήλπισα πως, γρήγορα, πολλά απ’ αυτά τα παιδιά θα κατάφερναν να βρουν το δρόμο τους. Πως θα εκτιμούσαν το αγαθό της νεότητας, πριν το χάσουν. Πως δεν θα σπαταλούσαν τη ζωτικότητά τους στο ξενύχτι και στο αλκοόλ. Διατηρώ μια απορία όμως: Γιατί ο δικός τους οργανισμός δεν τα προστάτεψε; Αν ο δικός μου δεν μου επέτρεψε να δεχτώ ένα απλό νεράκι, αυτά, γιατί τα επέτρεψε να καταπιούν όλα τα κατακάθια των νυχτερινών παραμάγαζων;
Ίσως, γιατί, ακολουθώντας ένα υγιεινό τρόπο ζωής τα φυσικά συστήματα προστασίας παραμένουν ενεργά και διατηρούν την επιφυλακή τους, σκέφτομαι. Ακούγεται ηθικοπλαστικό, και δεν μ’ αρέσει να κάνω κηρύγματα, αλλά είναι η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω.
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, πολύ θα ήθελα να μπορούσα να ξανατρέξω στη Ρόδο, στην ίδια διαδρομή, δίπλα στις ακτές και στ’ ακρογιάλια, για ν’ αντικαταστήσω με όμορφες τις οδυνηρές στιγμές του τότε. Αλλά, δυστυχώς, αυτό δεν γίνεται. Η Ρόδος ήταν το ποτάμι που διάβηκα εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, και πέρασε μέσα από τα χέρια μου χωρίς να μπορέσω να πιω - στην κυριολεξία - ούτε μια στάλα, όπως θα έλεγε κι ο Σμυρνιός ποιητής.
                                                             

  -----
Με τον Νίκο Βούλγαρη.
Και για τον Νίκο: Ήταν ο πιο μεγάλος και πιο παλιός αθλητής αποστάσεων στην Καβάλα. Μέτρησε δεκαετίες στο τρέξιμο. Κοντά του ακολούθησα στροφές, προγράμματα, χρονομετρημένα σχέδια. Βρήκα τη μοναδική και πολύτιμη παρέα, που τόσο χρειαζόμουν στους αγώνες, εκείνη την μοναχική εποχή. Μοιραστήκαμε χιλιόμετρα, κουβέντες, χαρές κι απογοητεύσεις. Είχε την πείρα του παλιού, είχα τον ενθουσιασμό του καινούργιου, κι ανακαλύπταμε πολλές φορές το μέσο όρο. Του γνώρισα το βουνό, αλλά το βουνό δεν τον κράτησε. Το στάδιο δεν κρατά πια εμένα. Αλλά δεν ήταν αυτό που μας χώρισε. Εντελώς ξαφνικά, σταμάτησε να τρέχει. Κανείς μας, ποτέ, στην παρέα που είχε πια μεγαλώσει, δεν κατάλαβε το γιατί. Έχουμε διακόψει τις επαφές μας, αλλά τις λίγες φορές που συμπτωματικά βρισκόμαστε στη μικρή μας πόλη, το πρόσωπό του φέγγει από την λάμψη των αναμνήσεων που ξυπνούν. Πάντα με βεβαιώνει πως, όπου να’ ναι, θα ξαναεμφανιστεί. Μεταδίδω τη δηλωμένη επιθυμία του στους υπόλοιπους και για καιρό, πηγαίνοντας στο στάδιο, περίμενα να δω το αυτοκίνητό του απ’ έξω κι αυτόν να τρέχει στους διαδρόμους του. Δεν περιμένω πια, γιατί το ξέρω πως δεν θα ξανάρθει, για κάποιο λόγο που δεν μας εκμυστηρεύτηκε ποτέ.

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 1.



    Έχω, μέχρι στιγμής, τρέξει 18 μαραθωνίους στη χώρα μου και 6 στο εξωτερικό. Σε ηλικιακό διάστημα από 39 έως 55 γεμάτα. Σε χρόνους κάτω από 3,5 ώρες, έως πάνω από 4.30. Με ποικιλία συναισθηματικών διαθέσεων και καιρικών συνθηκών. Με ήλιο και ζέστη, με κρύο και βροχή. Κάποιους με το βάρος του άγχους που με ξαγρυπνούσε τη νύχτα, κι άλλους με τη λαχτάρα του ξημερώματος που θα μ’ έβρισκε σε μια όμορφη γιορτή. Κυνηγώντας κάποια επίδοση ή, απλά, συνοδεύοντας ένα φίλο. Με την αγωνία του τερματισμού, ή την περιηγητική ματιά ενός ταξιδιώτη.
Τη δεκαετία του 90 συναντήθηκα με 4 μαραθώνιους στην Ελλάδα: Τον μαραθώνιο της κλασικής διαδρομής της Αθήνας.  Τον μαραθώνιο της Πάτρας, που για διάφορους λόγους δεν υφίσταται πλέον. Της Ρόδου, που επίσης δεν υφίσταται πλέον. Και της Μακεδονίας, στη Θέρμη, που μέτρησε 2 διοργανώσεις όλο κι όλο, το 1996 και 1997, πριν διακόψει οριστικά κι αμετάκλητα. Αν ισχύει πως ήταν ανεπίσημος, χωρίς διαπιστευμένη δηλαδή μέτρηση από τον ΣΕΓΑΣ, οι επίσημοι μαραθώνιοι στη χώρα ήταν 3.
Και σήμερα τόσοι είναι: Ο Κλασικός Μαραθώνιος της Αθήνας, ο μόνος, μέχρι στιγμής, που φέρει επάξια τον τίτλο του διεθνούς, υπήρξε και παραμένει η πρώτη επιλογή των ελλήνων μαραθωνοδρόμων. Ο Μαραθώνιος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, με αφετηρία την Πέλλα και τερματισμό μπροστά στο άγαλμα του ήρωα, είναι ο πιο προσιτός για τους Βορειοελλαδίτες. Αναφέρεται επίσης ως διεθνής, αλλά αυτός ο τίτλος δεν δικαιώνεται από την αντίστοιχη παρουσία αλλοδαπών δρομέων, παρά μόνο των ολίγων εκείνων που διεκδικούν την πρωτιά και το χρηματικό έπαθλο που τη συνοδεύει, και που αποτελεί το κίνητρό τους. Ο μαραθώνιος της Καλαμάτας γειτνιάζει χρονικά με τον προηγούμενο, το 2012 μάλιστα προγραμματίστηκε την ίδια ακριβώς μέρα, για λόγους ακατανόητους στους πολλούς φίλους του αθλήματος.
Το επαρχιακό κλίμα που επικρατεί στους δυο αυτούς μαραθωνίους, όπως και σ’ εκείνον τον μακαρίτη της Πάτρας, δεν οφείλεται στις ελλείψεις ή στις παραλείψεις των διοργανωτών τους, ούτε στο αδιάφορο τοπίο της διαδρομής. Οφείλεται στην αδιαφορία του τοπικού κόσμου. Δεν μ’ αρέσει ο δρομέας που τρέχει για το χειροκρότημα, αλλά σ’ όλους μας αρέσει το χειροκρότημα. Επίσης, κανείς δεν οφείλει να συμμερίζεται τα συναισθήματά σου, αλλά σε λυπεί η διαπίστωση πως κάτι τόσο σημαντικό στέκει απόμακρο στη νοοτροπία μας.
Λαμβάνοντας μέρος σε μαραθώνιους του εξωτερικού, σκεφτόμουν συχνά πως αυτό που γεννήθηκε στον τόπο μας, ενηλικιώθηκε σ' άλλα μέρη, εκεί, όπου μεταλαμπαδεύτηκε η ουσία του ελληνικού πολιτισμού. Μακάρι να επιστρέψει πάλι, ώριμο και δυνατό, όπως παιδί που στείλαμε στα ξένα, αλλά δεν ξέχασε την καταγωγή του. Θα τα καταφέρει, αρκεί να το θελήσουμε κι εμείς. Δεν μας το άρπαξε κανένας λόρδος, ούτε απαιτούνται διπλωματικές πρωτοβουλίες και διεθνείς καμπάνιες για την ανάκτηση του. Κτήμα μας είναι μόνο όσα αγαπάμε. Αν δεν τα αγαπάμε πραγματικά, αν τα θέλουμε μόνο για να αποκαταστήσουμε το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς ή επειδή μας λείπουν υποστυλώματα από τον Παρθενώνα της πληγωμένης εθνικής μας υπερηφάνειας, τότε ο τόπος καταγωγής ή εξορίας τους δεν έχει καμιά σημασία.




2ος Μαραθώνιος Μακεδονίας, 1997.


   Η κοφτή χειρονομία του τροχονόμου σταματά την κυκλοφορία, ώστε να περάσεις με ασφάλεια. Με το άλλο χέρι υποδεικνύει την πορεία: Δεξιά. Δεν έφτασες ακόμα στο τέρμα, λάθος νόμιζες. Έχει κι άλλο. Με κομμένη ανάσα καταφέρνεις να τον ρωτήσεις πόσο απέμεινε. Είναι ενθαρρυντικός, μόνο τετρακόσια μέτρα. Τα πόδια σου κόβονται. Πως θα τα καταφέρεις, άλλα τετρακόσια μέτρα; Ναι, πρόκειται για μαραθώνιο.
Στην περίπτωσή μου, αυτόν της Μακεδονίας. Τον 2ο και τελευταίο. Με το χρονόμετρο στο χέρι, την αγρύπνια από το άγχος της προηγούμενης, αλλά και αποφασιστικότητα νεανική, έτσι θυμάμαι τον εαυτό μου εκείνο το φθινόπωρο του '97. Την πρώτη από τις τρεις, όλες κι όλες, φορές που κατάφερα επίδοση κάτω από 3.30 ώρες σε μαραθώνιο. 
Προσπαθώντας να πετύχω επιδόσεις που κανείς στον κόσμο δεν θα θεωρούσε σπουδαίες, αν και αρκετοί θα τις ήθελαν, οι μαραθώνιοι, τότε, είχαν για μένα μια άλλη διάσταση. Τον 2ο της Μακεδονίας τον ξεκίνησα ορμητικά, καταπίνοντας τα αρχικά του χιλιόμετρα, και αισιόδοξα, καθώς διαπίστωνα πόσο κοντινή έμοιαζε η απόσταση που χώριζε τους χιλιομετρικούς δείκτες. Πόσο σύντομα έφτασα από το 11ο στο 12ο χιλιόμετρο - ήμουν καλά προπονημένος, διάολε. Μετά στο 13ο, μετά στο 14ο. Τον στόχο μου τον είχα σίγουρο, σκεφτόμουν, καθώς δεν γνώριζα αυτό που γνωρίζω σήμερα. Πως τα 30 χιλιόμετρα είναι το μισό ενός μαραθωνίου.
Το σώμα μου όμως το μάθαινε, εμπειρικά. Συγχώρεσα μεγαλόκαρδα τους διοργανωτές που ξέχασαν να βάλουν σημάδι στο 33ο χιλιόμετρο, ας είναι, είχαν φιλότιμα προνοήσει για το καθένα απ’ τα προηγούμενα. Ίσως και να έβαλαν, σκέφτηκα, αλλά το παρέσυρε ο αέρας. Ή το παρέβλεψα, ως αποτέλεσμα της κούρασης που είχε εμφανώς αρχίσει να με καταβάλει. Αλλά όχι, νάτο, το 33ο φάνηκε. Δεν το είχαν ξεχάσει, λοιπόν. Περίεργο, όμως, γιατί άργησε τόσο;
Δεν πρόλαβα να το σκεφτώ πολύ, δεν ήθελα μάλλον να δεχτώ ένα τόσο δύσκολο χιλιόμετρο, καθώς με προβλημάτιζε πλέον η απουσία του δείκτη στο 34ο. Αλλά όχι, μετά από - αλήθεια πόσο; - εμφανίστηκε κι αυτό. Τι στο καλό συνέβαινε εδώ; Το 35ο έπρεπε να το φτάνω ήδη, αλλά δεν φαινόταν ούτε στο βάθος του ορίζοντα. Δεν μπορεί, αυτό θα το ξέχασαν, σίγουρα. Άρα το έχω προσπεράσει, κι αυτό που αχνοφαίνεται εκεί μακριά είναι το 36ο.
Όχι, το 35ο είναι.
Θυμάμαι την απελπισία να με καταβάλει. Είχαν απομείνει πια μόνο 5 χιλιόμετρα, που όμως κάτι σχετικό με την σχετικότητα τα επιμήκυνε. Φοβήθηκα πως ο δρόμος δεν θα τελείωνε ποτέ. Πως είχα βρεθεί σ’ ένα διαστελλόμενο σύμπαν, πως κάποια φυσική ή μεταφυσική δραστηριότητα διέστελλε αέναα το χωροχρόνο, πως κάθε χιλιομετρική ταμπέλα απομακρυνόταν διαρκώς από την προηγούμενη, όπως οι γαλαξίες μεταξύ τους, και πως μάταια πάσχιζα να φτάσω στον προορισμό μου. Ο πιο συνηθισμένος εφιάλτης, όπου τα πόδια πασχίζουν να κινηθούν, χωρίς όμως να καταφέρνουν να σε μετακινήσουν από το σημείο όπου βρίσκεσαι, είχε ζωντανέψει.
Αισθάνομαι τυχερός που σήμερα διαθέτω τα εφόδια να ερμηνεύσω τα παράξενα των καιρών εκείνων. Τότε αισθάνθηκα τυχερός που τέλειωσα τον αγώνα και μάλιστα, παρόλα τα εφιαλτικά αδιέξοδα, κάτω από τις 3,5 ώρες του δηλωμένου στόχου, έστω και κατά λίγο. Λέω δηλωμένου, γιατί συνήθως έχουμε κρυμμένο κι έναν άλλο, ομολογημένο μόνο στον εαυτό μας, που τις περισσότερες φορές αποδεικνύεται υπέρμετρα αισιόδοξος.

    Αυτό που μου είχε συμβεί στον μαραθώνιο της Μακεδονίας δεν ήταν ο λεγόμενος ‘τοίχος’. Δεν ήταν το κατέβασμα του γενικού διακόπτη, που σ’ αφήνει απροειδοποίητα στο σκοτάδι. Ήταν μια βαθμιαία εξάντληση, ένα διαρκές ξόδεμα των δυνάμεων. Τον ‘τοίχο’ θα τον συναντούσα έντεκα χρόνια αργότερα, και μάλιστα στον πρώτο μου μαραθώνιο του εξωτερικού, στη Ζυρίχη.
Αλλά, μέχρι τότε, είχα ακόμα έναν πολύ μακρύ και συναρπαστικό δρόμο να τραβήξω. Έναν δρόμο στον οποίο οι μαραθώνιοι ήταν σταθμοί, αφού κατάφερναν να έχουν μια αίγλη διαφορετική, ακόμα κι από τους μεγαλύτερους αγώνες που δοκίμασα κάποτε. Αυτό που έζησα στην Θέρμη, θα το συναντούσα τακτικά, αλλά θα μου ήταν πια γνωστό. Μόνο τα τέσσερα τελευταία χρόνια κατάφερα να φτάσω σε μια κατάσταση, όπου ο μαραθώνιος με οδηγεί στον παράδεισο, χωρίς πρώτα να με περνά από τη δοκιμασία της κόλασης. Αλλά τότε, είπαμε, ήμουν ακόμα στην αρχή αυτής της ατέλειωτης διαδρομής.



Μαραθώνιος Πάτρας, 1997 – 1999.

   Η πόλη της Πάτρας φιλοξενούσε μαραθώνιο για κάποια πρωτοπόρα χρόνια, διέκοψε, όμως, για διάφορους λόγους. Κάτι ακούστηκε για εσωτερικές διενέξεις. Κάτι για τη διαδρομή που διασταυρωνόταν με τις σιδηροδρομικές γραμμές, κι αυτό παραβίαζε επίσημους κανονισμούς. Πράγματι, οι μαραθωνοδρόμοι που δεν κατάφερναν να περάσουν έγκαιρα, έπρεπε να περιμένουν τη διέλευση του τρένου για να συνεχίσουν. Δεν ξέρω, όμως, αν ήταν αυτοί πράγματι ο λόγοι. Νομίζω πως η σημαντικότερη αιτία οφείλεται στο ότι κανείς σχεδόν, εκτός από τους αθλητές, δεν εκτίμησε αυτό που γινόταν στην Πάτρα, ούτε φυσικά η πόλη. Υποθέτω ότι μια συνηθισμένη Κυριακή η πλατεία της θα γέμιζε περισσότερο κόσμο, αλλά την συγκεκριμένη επέλεγαν να βρίσκονται κάπου αλλού, ώστε να μην τους ενοχλεί το γεγονός. Αν ο κόσμος αγκάλιαζε τον αγώνα της πόλης του, θαρρώ πως θα βρισκόταν μια λύση, ακόμα και για το τραίνο.
Από την Πάτρα με χώριζε απόσταση, δύσκολη για τους δρόμους εκείνων των καιρών. Την πρώτη φορά την έκανα με άνεση χρόνου, αλλά και μοναξιά ανυπόφορη. Την δεύτερη κατεβήκαμε με το αμάξι ενός φίλου. Η δουλειά του τον στένευε κι έτσι ξεκινήσαμε από Καβάλα, Σάββατο απόγευμα, με τη γυναίκα του για οδηγό. Το βράδυ, στον Μπράλο, μας έπιασε ομίχλη και λάστιχο. Τα χαράματα, στον ισθμό Ρίου - Αντίρριου, άρχισε η καταιγίδα. Το αυτοκίνητό μας ήταν το τελευταίο που πρόλαβε το φέρυ, πριν διακοπούν τα δρομολόγια.
Όταν φτάσαμε στην Πάτρα το λεωφορείο που μετέφερε τους αθλητές ξεκινούσε για την αφετηρία. Η οδηγός μας το ακολούθησε. Η καταιγίδα μαινόταν, δεν τολμούσαμε να βγούμε. Ο φίλος μου, νεόφερτος στο τρέξιμο, θεώρησε δεδομένο πως ο αγώνας δεν θα γίνει, αλλά εγώ ήξερα πως θα γίνει, γιατί ήξερα τους δρομείς.
Λίγο πριν την εκκίνηση φόρεσα το αδιάβροχό μου και πλησίασα την ολιγομελή συγκέντρωση στην αφετηρία. Οι διοργανωτές, εν μέσω ακατάπαυστης θεομηνίας, ανέθεσαν στους υποψήφιους συμμετέχοντες να πάρουν την ευθύνη, αν επιθυμούν ή όχι να διεξαχθεί ο αγώνας. Ψηφίσαμε. Ελάχιστοι αποχώρησαν. Επέστρεψα στο αυτοκίνητο κι είπα στο φίλο μου να ετοιμάζεται. Δεν το πίστευε. Κοίταζε αρκετή ώρα μέσα από τα παράθυρα, μέχρι να πειστεί ότι δεν αστειεύομαι. Δεν ήξερε, ακόμα, τους δρομείς.
Τρέχαμε σε λίμνες, τα παπούτσια μου είχαν βαρύνει. Από τη μέση και μετά βγήκε ο ήλιος. Τερματίσαμε στεγνοί. Αμέσως μετά τον τερματισμό, ξαναμπήκαμε στο αμάξι, και ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Η οδηγός μας έκανε το διπλό δρομολόγιο, 20 και πλέον ώρες οδήγησης, χωρίς στιγμή ύπνου. Της χρωστάμε τον αγώνα. Νοιώθαμε υπερήφανοι ως μαραθωνοδρόμοι, αλλά αυτό που κατάφερε αυτή μου φαινόταν δυσκολότερο.
Πάτρα, 1998.
Από τον μαραθώνιο της Πάτρας δεν καταφέρνω να βρω ούτε τα μετάλλιά μου. Ό,τι υπάρχει από τις τρεις φορές που συμμετείχα σ' αυτόν είναι καταγεγραμμένο στη μνήμη μου, και σε τέσσερις θολές φωτογραφίες του ’98. Δυο που με εμφανίζουν στα τελευταία μέτρα του τερματισμού και δυο μετά. Δεν ξέρω καν αν η Πάτρα κράτησε κάτι από ένα γεγονός που τιμά την ιστορία της. Ελπίζοντας πως ναι, πληκτρολόγησα τις λέξεις, μαραθώνιος Πάτρας, στις μηχανές αναζήτησης, για να βρω πως ξεκινά ένας μαραθώνιος στο Δημοτικό Συμβούλιο της Πάτρας, με κύριο θέμα την εκλογή του προέδρου του σώματος. Λίγο πριν βγω απ' την αναζήτηση το μάτι μου έπεσε στο γενικό αρχείο ενός φωτογράφου, από τα Ιωάννινα. Πάτησα το πλήκτρο και στην οθόνη εμφανίστηκαν δυο δυσδιάκριτα άλμπουμ, από τις διοργανώσεις του ’96 και ’97. Η ποιότητα τους φανέρωνε το χρόνο που πέρασε, γι’ αυτό και ταίριαζε με τις ξέθωρες εικόνες που απέμεναν στη μνήμη μου.
Σκέφτηκα να έρθω σ’ επαφή με τον φωτογράφο, όπως προτρέπει η ιστοσελίδα του, καθώς με διέκρινα σε μια από τις φωτογραφίες της συλλογής του '97. Δεν ξέρω, όμως, αν θα το κάνω. Ίσως είναι καλύτερα να μην ανασκαλεύεις όσα τόσο γαλήνια έχουν βρει τη θέση τους, στα βάθη της συνείδησής σου.


Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Οι ορεινοί αγώνες 2.




Ταΰγετος. 28 Μαρτίου 2010.



   Ήταν ένα από τα εφιαλτικότερα βράδια της ζωής μου. Ο ίλιγγος γινόταν ανυπόφορος, κάθε που κατάφερνα να κλείσω τα μάτια μου. Όταν η εξάντληση βάρυνε τα βλέφαρα, ένιωθα πως κάτι ετοιμαζόταν να εκραγεί μέσα στο κεφάλι μου. Ανασηκωνόμουν με το φόβο πως από λεπτό σε λεπτό θα με κυριεύσει για πάντα το σκοτάδι.
Για πολύ καιρό, έπειτα, ζούσα με το φόβο της επανόδου αυτού του τρομακτικού φαινομένου. Ευτυχώς, δεν ξανάρθε, παρά μόνο ένα και μοναδικό βράδυ, στο μακρινό Νεπάλ, πριν την τελευταία πορεία, μέχρι την κατασκήνωση βάσης του Έβερεστ. Εκεί, τουλάχιστον, ήξερα την αιτία.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι του ξενοδοχείου, στη Μεσσήνη, πριν βγει το φως. Έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε ύπνος. Δεν κατάφερα να φάω, ούτε να πιω.  Ξεκίνησα να οδηγώ στο σκοτάδι σαν υπνωτισμένος. Μια ώρα δρόμος, όλο στροφές. Χάραζε, όταν έφτασα σ’ ένα άγνωστο, αλλά πανέμορφο μέρος. Ήταν η Καρδαμύλη, απ’ όπου θα ξεκινούσε ο Taygetos Challenge, αγώνας 38 χλμ. και 2000μ. υψομετρικής διαφοράς.
Στην πλατεία, η γραμματεία έπαιρνε θέσεις. Είχα φτάσει από τους πρώτους. Πάρκαρα κοντά το αυτοκίνητο, βγήκα και δοκίμασα κάποια βήματα. Πίστευα πως το κλίμα του αγώνα θα με ζωντάνευε, πολλές φορές συνέβαινε αυτό, αλλά τώρα απέτυχε να συμβεί, παρά μόνο πολύ πρόσκαιρα. Αισθανόμουν ζάλη κι αδυναμία. Ξαναμπήκα στο αυτοκίνητο και ξάπλωσα στο κάθισμα. Υπήρχε χρόνος ακόμα.
Προσπάθησα αργότερα, αλλά δεν κατάφερα καν να σηκωθώ από το κάθισμα. Είδα τους αθλητές να καταφθάνουν και να παραλαμβάνουν τα νούμερά τους. Συνειδητοποιούσα πως έχανα τον αγώνα για τον οποίο είχα κάνει αμέτρητα χιλιόμετρα. Η Καβάλα και ο Ταΰγετος βρίσκονται στα δυο αντίθετα άκρα της στεριανής Ελλάδας. Αλλά δεν γινόταν.
Με βαριά θλίψη κι απέραντη απογοήτευση έβαλα μπρος και ξεκίνησα για την επιστροφή. Ήταν το άδοξο τέλος τόσων προσδοκιών.
Έπαιρνα ήδη τις στροφές της πρώτης ανηφορικής πλαγιάς. Κάθε λεπτό και πιο μακριά. Μετά την τελευταία στροφή ο όμορφος οικισμός θα έμενε πίσω κι όλα τα όνειρα θα έσβηναν ανεκπλήρωτα σ’ ένα άτυχο παρελθόν.
Αλλά, τότε, κάπου εκεί, λίγο πριν χαθεί ο Ταΰγετος, ένα άλικο φως έβαψε τον εσωτερικό καθρέφτη. Ήταν μαγευτικό, σαν ουράνιο μήνυμα. Σταμάτησα. Έσβησα τη μηχανή και σύρθηκα έξω.
Πήρα βαθιές ανάσες από τον καθαρό αέρα της αυγής, ένα ζωογόνο μίγμα βουνού και θάλασσας. Είδα τον κατακόκκινο ήλιο που ανέτειλε. Στο ήσυχο τοπίο, εκεί, κάτω, τα χρώματα ζωήρευαν. Το βουνό φαινόταν να ξεκινά από τη θάλασσα και να υψώνεται στον ουρανό, ενώνοντας δυο επιφάνειες διαφορετικού γαλάζιου. Είδα μπροστά μου να ξεδιπλώνεται το αιώνιο ποίημα της φύσης. Αυτό, που εγκατέλειπα κι έφευγα.
Και δεν έφυγα. Έμεινα εκεί, γιατί σκέφτηκα πως κάπως έτσι είναι ο θάνατος. Μια πανέμορφη μέρα, ένας πανέμορφος κόσμος, άνθρωποι που σφύζουν από ζωντάνια, κι εσύ, κουρασμένος κι ανήμπορος, να φεύγεις. Δεν ήθελα να το αποδεχτώ. Δεν ήθελα να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου. Δεν ήθελα να ζήσω αυτόν τον μικρό θάνατο, που μπορεί να ήταν και χειρότερος από τον κανονικό, γιατί θα είχα τη μνήμη του. Ήθελα, απελπισμένα, να ζήσω.
Αφέθηκα στο αφρισμένο ποτάμι της παρόρμησης. Παραμέρισα κακές εκδοχές και λογικούς φόβους. Οδηγούσα σαν τρελός, ξανά, στις κατηφορικές στροφές του δρόμου, για να προλάβω την εκκίνηση. Οι αθλητές φαίνονταν από ψηλά να συγκεντρώνονται ήδη στη γραμμή.
Άρπαξα το νούμερο όταν έπεσε η πιστολιά, και περνούσα τις παραμάνες στο μπλουζάκι ενώ έτρεχα ήδη.


  Η συντηρητική τακτική έπρεπε να τραβηχτεί στα άκρα. Θα έμενα ο τελευταίος των τελευταίων, εξαντλώντας όλα τα χρονικά περιθώρια των σταθμών. Κι όσο πάει. Όσο συρθεί, δηλαδή. Γι’ αυτό και μου φάνηκε περίεργο το ότι ενώ όλοι οι αθλητές είχαν εξαφανιστεί στις πλαγιές του βουνού, μια και μόνη κοπέλα καθυστερούσε περίεργα. Το να βλέπει πλάτη ο δρομέας θεωρείται ειρωνικός χαριεντισμός, αλλά στην κατάσταση που βρισκόμουν ήταν ευτυχές απρόοπτο. Πιθανολόγησα πως η συγκεκριμένη ξεκίνησε αργά λόγω στρατηγικής, κι όπου να ‘ναι θα εξαφανιστεί κι αυτή.
Αγκομαχούσα σκυφτός στην πρώτη ανηφόρα όταν άκουσα τη φωνή της. Αν και δεν υπήρχε κανείς άλλος ολόγυρα, χρειάστηκαν λογικοί συνειρμοί για να καταλάβω πως απευθυνόταν σε μένα, καθώς δεν ήμουν καν σίγουρος πως είχε αντιληφθεί την ταλαίπωρη ύπαρξη που σερνόταν κάπου πίσω της. Η καθαρή φωνή της με συμβούλευε να μην την ακολουθώ, γιατί θα με κάψει πάλι. Χρειάστηκαν επιπλέον λογικοί συνειρμοί για να καταλάβω ποια ήταν.
Πράγματι, η Ειρήνη με είχε κάψει, πέντε μήνες πριν, σ’ ένα αγώνα 41 χιλιομέτρων και 2645 ξεθεωτικών υψομετρικών, στην Χαιντού της Ροδόπης.



   Παραδέχομαι πως είναι συμπλεγματικό να ενοχλείσαι όταν σε περνούν γυναίκες, αλλά συμβαίνει στους περισσότερους άντρες, και σε κάποιο βαθμό συμβαίνει και σε μένα, παρόλο που προσπαθώ να το καταπολεμήσω. Δεν μ’ ενοχλούν οι γυναίκες που ξεχύνονται μπροστά και δεν τις ξαναβλέπω παρά μόνο αν προλάβω να τερματίσω πριν τις απονομές, μ’ ενοχλούν αυτές οι λίγες που με περνούν στη διάρκεια.
Στη Χαιντού η Ειρήνη με είχε προσπεράσει κάπου στο 14ο χιλιόμετρο, με τρόπο που ξυπνούσε περισσότερο την περιέργεια, παρά το ανταγωνιστικό μου. Είχα ενημερωθεί για τα θαύματα που κάνουν οι νέοι στους σημερινούς αγώνες, αλλά κάτι τέτοιο δεν το φανταζόμουν. Πίεσα τον εαυτό μου να την ξαναπεράσει, πράγμα που κατάφερα με δυσκολία και χωρίς να εξασφαλίσω κάποια αξιόλογη διαφορά. Μ’ ακολουθούσε από κοντά και ξαναβγήκε μπροστά μου, μ’ ακόμα μεγαλύτερη ορμή κι αποφασιστικότητα.
Αυτό ήταν από τ’ άγραφα. Απέμεναν 27 δύσκολα χιλιόμετρα, κι αναρωτιόμουν αν ήταν ανθρωπίνως δυνατόν να συνεχίσει έτσι στο εφεξής. Κι εγώ επιλέγω να ξεκινώ αργά και να επιταχύνω στη διάρκεια, αλλά τέτοια αλλαγή ρυθμού μου φαινόταν αδιανόητη, ακόμα και για ένα σύγχρονο σούπεργκερλ.
Ευτυχώς, το κυνηγητό δεν κράτησε πολύ, δεν θα μπορούσε άλλωστε από μεριά μου. Πλησιάζαμε στο σταθμό, όπου θα έδινα αναγκαστικό τέλος στην κόντρα, όπως κι αυτή, ήλπιζα. Πράγματι έδωσε, αλλά με τρόπο απρόσμενο. Άρχισε να πανηγυρίζει. Ήταν η πρώτη, σ’ έναν μικρότερο αγώνα που διεξαγόταν παράλληλα. Τον είχα λησμονήσει εντελώς. Εκείνη αποχωρούσε νικήτρια κι εγώ δεν είχα φτάσει καν στα μισά του δικού μου αγώνα. Εκτός από ξεθεωμένος αισθανόμουν και χαζός. Είναι δύσκολο να αισθάνεσαι χαζός σ’ έναν αγώνα, αλλά δεν ήταν δικό της το φταίξιμο.


   Δεν θυμάμαι αν το έχω αναφέρει κάπου, αλλά πολλές φορές μ' έχει ξελασπώσει η συντροφιά στους αγώνες, ιδίως η γυναικεία. Κατά πρώτον οι γυναίκες μου χρησίμευσαν ως σημείο αναφοράς, ώστε να μπορώ να προσδιορίζω τη θέση μου, σε σχέση με το μέσο δρομέα. Όταν επανεμφανίστηκα στους αγώνες βρέθηκα αντιμέτωπος με μια πληθώρα άγνωστων προσώπων κι ονομάτων. Με τον καιρό θα μάθαινα κάποια ονόματα και θα συγκρατούσα κάποια πρόσωπα, αλλά το να αντιστοιχίσω τα πρόσωπα στο σωστό όνομα παραμένει ακόμα ζητούμενο. Ο μόνος τρόπος για να διαπιστώνω την όποια πρόοδό μου στις ατέλειωτες λίστες της γενικής κατάταξης, ήταν να την συγκρίνω με τα λίγα γυναικεία ονόματα, που μπορούσα εύκολα να εντοπίζω και να συγκρατώ.


   Στον Ταΰγετο, βέβαια, δεν ετίθετο θέμα κατάταξης. Ετίθετο θέμα επιβίωσης. Ωστόσο η Ειρήνη δεν το γνώριζε. Η προτροπή της να μην την ακολουθώ αφορούσε την ειλημμένη της απόφαση να διακόψει την προσπάθειά της στον κεντρικό σταθμό, κάπου μετά τα μισά της διαδρομής, όπου είχε προνοήσει ν’ αφήσει και το αυτοκίνητό της από την προηγούμενη. Αυτήν τη φορά προσπαθούσε να με προστατέψει, όχι από το γρήγορο ρυθμό, αλλά απ’ αυτόν της βέβαιης εγκατάλειψης.
Μου προξένησε εντύπωση τέτοια απόφαση, από μια καλή αθλήτρια, που δεν φαινόταν ν’ αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα. Αν και μου εξήγησε πως πρόκειται για κάτι που έχει να κάνει με τις τιμές του σιδήρου της, εν τούτοις παρέμενε ζήτημα απόφασης κι όχι αδυναμίας. Αγαπούσε το τρέξιμο κι ήθελε να μπορεί να τρέχει και στην υπόλοιπη ζωή της. Αρνούνταν να υποβληθεί σε μια δοκιμασία που θα την πλήρωνε μετά. Αφουγκραζόταν το σώμα της, σ’ αντίθεση με μένα. Άλλωστε ήταν διατροφολόγος, συνεργάτης του ελληνικού περιοδικού για το τρέξιμο. Άκουγα, εγώ ο μεγαλύτερος, τη φωνή της ωριμότητας, από μια πολύ μικρότερη σε ηλικία κοπέλα.
Ο κεντρικός σταθμός ήταν σε σημείο όπου θα ήμουν πολύ ικανοποιημένος αν κατάφερνα να φτάσω. Προθυμοποιήθηκε να με κατεβάσει με το αυτοκίνητό της, αν τα παρατούσα εκεί. Και μόνο στην ιδέα, ο αγώνας έμενε πλέον μισός, κι αυτό μου έδινε κουράγιο. Αισθανόμουν ήδη καλύτερα. Αρκετά, για να φτάσω μέχρι εκεί, μέσα στο προκαθορισμένο όριο. Αρκετά για να περάσω και μερικούς από τους τελευταίους δρομείς.
Παρέδωσε τον αριθμό της και κάθισε, ήρεμη κι ικανοποιημένη, σ' ένα πεζούλι. Φαινόταν φρέσκια και ξεκούραστη, σαν να μην είχε κάνει τίποτα δύσκολο. Ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από δρομείς που συνέχιζαν, κι από μένα, φυσικά. Ωστόσο ούτε στιγμή δεν σκέφτηκε ν’ αναθεωρήσει την απόφασή της. Δεν είχα συναντήσει ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν νομίζω πως συνηθίζεται.
Έκοβα βόλτες προβληματισμένος. Η παρέα της με είχε βοηθήσει και το κυριότερο είχα καταφέρει, έστω και με καθυστέρηση, να δεχτώ μικροποσότητες ισοτονικών. Υπήρχαν χρονικά περιθώρια, δεν ήμουν πια νεόφερτος, είχα εκπαιδευτεί στις κακουχίες και σκεφτόμουν πως, αν κατάφερνα να πιω, είχα πιθανότητες να βρω δυνάμεις και να φτάσω, έστω και στο παραλίγο, μέχρι το τέρμα.
Της ζήτησα πέντε λεπτά καιρό να το σκεφτώ και μου επέτρεψε να το σκεφτώ όσο θέλω. Όταν της ανακοίνωσα πως, παρά την κατάστασή μου, σκέφτομαι τελικά να συνεχίσω, μου απάντησε με φυσικότητα πως ήταν σίγουρη ότι έτσι θα έκανα. Με εξέπληξε γι’ άλλη μια φορά. Δεν φανταζόμουν πως οι λίγες κουβέντες που είχαμε ανταλλάξει θα της επέτρεπαν πρόσβαση στην ιδιοσυγκρασία μου. Ή εκτός από διατροφολόγος ήταν και ψυχολόγος ή παραήμουν προφανής χαρακτήρας.
Δεν μετάνιωσα που συνέχισα. Η τύχη μου επιφύλαξε νέες εμπειρίες και νέες γνωριμίες, αρκετές για να γραφτεί κάποτε κι ένα δεύτερο μέρος αυτού του κεφαλαίου. Οι συγκυρίες ανταμείβουν αλλιώς όσους δεν έχουν τις δυνατότητες να διεκδικούν αξιόλογη θέση στις κατατάξεις. Αλλά δεν νομίζω πως θα έφτανα μέχρι εκεί, ούτε πως θα απολάμβανα αυτής της συγκυρίας, που τόσο σημαντική υπήρξε στην μετέπειτα πορεία μου. Χωρίς την Ειρήνη δεν θα έχανα απλώς τον αγώνα στον Ταΰγετο, αλλά και πολλά άλλα πράγματα, μ' έναν τρόπο που μόνο ο νόμος των πιθανοτήτων και της εναλλακτικής ιστορίας που δεν θα μάθουμε ποτέ γνωρίζει. Γι’ αυτό και νομίζω πως το πρώτο μέρος αυτού του αγώνα δικαιούται την αυτοτέλειά του.


Τερμάτισα, λοιπόν, τον αγώνα στον Ταΰγετο, ενώ αυτή όχι. Τερμάτισα έκτοτε ένα πλήθος αγώνων, στους οποίους αυτή δεν συμμετείχε. Αλλά, λίγους μόνο μήνες μετά, θα έβλεπα το όνομά της ξανά στις πρώτες θέσεις διάφορων αγώνων. Τον ίδιο κιόλας Σεπτέμβριο, στον ορειβατικό μαραθώνιο του Ολύμπου, απόρησα πως και δεν την είχα συναντήσει, αλλά εντοπίζοντας τη θέση της στην κατάταξη κατάλαβα πως, στο εξής, μόνο τυχαία θα μπορούσα να την συναντήσω, λίγο πριν ή λίγο μετά, αλλά ποτέ κατά τη διάρκεια κάποιου αγώνα.
Η Ειρήνη Χριστάκη
Υπάρχει σοφία στο να διδάσκεσαι από τις εμπειρίες σου. Υπάρχει μεγαλύτερη σοφία στο να μπορείς να διδαχτείς από τις εμπειρίες των άλλων. Στέλνω διαδικτυακά συγχαρητήρια στην Ειρήνη, όταν βλέπω το όνομά της σε κάποια πρωτιά ή σε κάποια καλή θέση. Χαμογελώ με συμπάθεια, κάθε που συμβαίνει αυτό. Είναι λιγάκι δύσκολο να δεχτείς πως μπορεί κάποιος να προοδεύει, ενώ εσύ παραμένεις καθηλωμένος, ακόμα κι αν γνωρίζεις την εξήγηση. Η αυτοπειθαρχία φέρνει καλύτερα αποτελέσματα από τον παρορμητισμό. Η Ειρήνη φρόντιζε τον εαυτό της κι αυτός της το ανταπέδιδε, τη στιγμή που εγώ δεν είχα την παραμικρή ιδέα αν ο αιματοκρίτης μου ήταν ικανός, όχι για πολύωρους, αλλά ούτε καν για μικρούς αγώνες.
Δυστυχώς, δεν είμαι σοφός. Ούτε καν στο βαθμό να μπορώ να χρησιμοποιώ τα γνωστικά μου εφόδια. Επιδιώκω να μοιράζομαι τις όποιες εμπειρίες μου, έτσι ώστε κάποιοι άλλοι να επωφελούνται απ’ αυτές και να μην αισθάνομαι πως πάνε χαμένες. Ο χαρακτήρας μου παραμένει προφανής, τουλάχιστον για έναν ευφυή άνθρωπο. Δεν άλλαξα πολύ από τότε. Κι αν είχα πάλι την ευκαιρία να ξαναβρεθώ στο ίδιο δίλημμα, πάλι το ίδιο θα συνέβαινε. Θα έπαιρνα λίγο χρόνο, όχι για να το σκεφτώ, αλλά για να βεβαιωθώ πως πονά περισσότερο το να παρατήσω παρά να συνεχίσω τον αγώνα και θα επέλεγα να συνεχίσω. Αν η Ειρήνη διαβάζει αυτές τις γραμμές, την φαντάζομαι να παίρνει το ίδιο συγκαταβατικό χαμόγελο και να αισθάνεται σίγουρη πως, έτσι θα έκανα.

   Τον γυρισμό της μιας ώρας, μέχρι την Μεσσήνη, δεν τον κατάφερα μονομιάς. Η αδρεναλίνη υποχωρούσε και παραδινόμουν σε μια κούραση που ζητούσε την αποζημίωσή της. Το κεφάλι μου γύριζε και τα μάτια μου έκλειναν. Ένιωσα πως δεν έχω παραπάνω από πέντε λεπτά περιθώριο. Έπρεπε, το ταχύτερο, να βγω από το στενό δρόμο και να σταματήσω το αυτοκίνητο, πριν πέσω στο τιμόνι. Έστριψα σ’ ένα μικρό ανηφόρι και στάθηκα κάτω από τη σκιά ενός μοναχικού δέντρου. Έγειρα πίσω και κοιμήθηκα αμέσως. Τα γεγονότα της ημέρας στροβιλίστηκαν σε μια πολύχρωμη δίνη, πριν σκοτεινιάσουν κάτω από τα κλειστά βλέφαρα.
Στην αρχή της ημέρας είχα σκεφτεί πως, κάπως έτσι, είναι ο θάνατος. Λίγο πριν βυθιστώ σ’ έναν ύπνο που του έμοιαζε πολύ, σκέφτηκα πως, κάπως έτσι, είναι η ζωή.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Εμείς οι δρομείς.





Κάθε γενικευμένη άποψη για ομάδες πληθυσμού αποδίδει μια μονόπλευρη εικόνα, που δεν έχει να κάνει με την πραγματικότητα, αλλά με ιδεοληψίες και προκαταλήψεις. Επιπλέον, κάθε κοινωνική ομάδα κινείται μέσα σ’ έναν συγκεκριμένο πολιτισμικό χώρο, από τον οποίο έλκει τις καταβολές της. Επακόλουθα, οι παρατηρήσεις και τα όποια συμπεράσματα για την κοινότητα των δρομέων δεν διαφοροποιούνται από οποιασδήποτε άλλης πληθυσμιακής κατηγορίας. Οι δρομείς μεταφέρουν πολλά από τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας που ζουν, αλλά κι επιδρούν σ’ αυτήν, σε μια σχέση αμφίδρομη.
Οι ερασιτέχνες δρομείς θεωρούνταν περίεργοι, μέχρι πολύ πρόσφατα. Αυτό αλλάζει γρήγορα. Σήμερα οι δρομείς διεκδικούν και με την παρουσία τους καταλαμβάνουν το χώρο που δικαιούνται. Κανείς δεν έτρεχε στους δρόμους της πόλης μου, κάποια χρόνια πριν. Ούτε εγώ είχα το θάρρος να το κάνω. Δεν μ’ αρέσει, όπως και σε κανέναν φαντάζομαι, να προκαλώ σχόλια. Ούτε που μου περνούσε απ’ το μυαλό. Χρησιμοποιούσα το αυτοκίνητο για την μετάβασή μου στο στάδιο, 3,5 χιλιόμετρα δρόμος. Τώρα πηγαίνω τρέχοντας χωρίς να νιώθω δακτυλοδεικτούμενος. Ακόμα κι από οικονομικής άποψης είναι αποδεκτό. Η κρίση μας έχει αναγκάσει να βλέπουμε πράγματα που δεν βλέπαμε πριν, κι ίσως εκεί να βρίσκεται η καλή της πλευρά.
Οι ερασιτέχνες δρομείς έχουν περάσει από την απαξία στην αποδοχή κι ενίοτε στον θαυμασμό.  Ας μη βιαζόμαστε όμως. Μολονότι η εικόνα ενός δρομέα αναμφισβήτητα μεταφέρει το μήνυμα μιας σωστότερης ζωής, ωστόσο κανένας δρομέας δεν αποτελεί υπόδειγμα, αν παράλληλα με τη δραστηριότητα του δεν διατηρεί ανεπτυγμένα και τα υπόλοιπα στοιχεία του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του.
Η προσωπικότητα είναι κάτι πολύ σύνθετο. Υπάρχουν άνθρωποι πολύ πιο καλλιεργημένοι, απ’ όσο η μόρφωσή τους μαρτυρά. Γνωρίζω ανθρώπους που με ελάχιστα διαβάσματα διαθέτουν αξιοθαύμαστο επίπεδο σκέψης. Υπάρχει μια μορφή ευφυΐας κι ένα κοινωνικό ένστικτο, που ονομάζεται και συναισθηματική νοημοσύνη. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν άνθρωποι ιδιαίτερης μόρφωσης, που δύσκολα θα μπορούσες να διατηρήσεις ακόμα και μια λογική συζήτηση μαζί τους, ιδίως αν η μόρφωσή τους περιορίζεται σ’ ένα στενό, εξειδικευμένο πεδίο, αφήνοντας όλα τα υπόλοιπα έκθετα σε λογιών αγκυλώσεις. Επίσης, πέρα από το γνωστικό υπόβαθρο, υπάρχουν και οι χαρακτήρες. Κάποιοι ευέλικτοι, προσαρμόσιμοι και δοτικοί, κάποιοι άκαμπτοι, στεγνοί και παγιωμένοι. Ο τρόπος συμπεριφοράς που εμφανίζουμε στο άθλημά μας αντιγράφει εν πολλοίς τα χαρακτηριστικά του χαρακτήρα μας.
Υπάρχουν δρομείς αλαζόνες, μωροφιλόδοξοι, εγωιστές, και μικρόμυαλοι. Κουτοπόνηροι, που κόβουν δρόμο για να κερδίσουν θέσεις. Μίζεροι, που αρνούνται να πληρώσουν τη συμμετοχή τους σε αγώνες, αλλά δεν έχουν πρόβλημα να συμμετέχουν λάθρα, κάνοντας χρήση όλων των παροχών που πλήρωσαν άλλοι. Με υπερτροφικό εγώ, που θεωρεί πως η κοινωνία τους χρωστά κι οφείλει στην ύπαρξή τους. Που δεν είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν το παραμικρό, αλλά απαιτούν να τους παρασχεθούν τα πάντα. Που δεν θα εντάξουν την ατομικότητά τους σε κάτι συλλογικό, θα την εμφανίσουν όμως όπου το συλλογικό έχει κάτι να τους προσφέρει. Που δεν αντιλαμβάνονται πως η αξία βρίσκεται σ’ αυτό που κάνεις για κάποιον άλλον, πέρα από τον εαυτό σου. Που δεν έχουν καν συνειδητοποιήσει πως η δραστηριότητά μας, βασικά, αφορά εμάς και μόνο.
Δρομείς μεσήλικες, που συμπεριφέρονται με τρόπο που αν τον συναντούσες σε δωδεκάχρονο θα τον συμβούλευες να σοβαρευτεί και να ωριμάσει επιτέλους. Κάποτε, σ’ έναν αγώνα 3,5 χιλιομέτρων, στα πλαίσια επαρχιώτικου πανηγυριού, ένας βετεράνος συναθλητής παρατήρησε πως το κύπελλο που κέρδισα στην ηλικιακή μου κατηγορία ήταν κατά τι ψηλότερο, από το κύπελλο που κέρδισε αυτός, στη δικιά του κατηγορία. Νόμιζα πως αστειευόταν, αλλά το εννοούσε. Στα κύπελλα δεν αναγράφονταν στοιχεία, οπότε προθυμοποιήθηκα να τ'  ανταλλάξουμε, αφού το έφερε τόσο βαρέως. Το εννοούσα, αλλά νόμιζε πως αστειευόμουν κι έτσι δεν προχώρησε η ανταλλαγή.
Χειμωνιάτικος Ενιπέας 2010, απονομές.
Αλλά υπάρχουν και οι άλλοι. Αυτοί, που το τρέξιμο διατήρησε τη νεανική τους ζωντάνια, χωρίς ν’ αφαιρέσει από την ωριμότητα της ηλικίας τους. Που ανταγωνίζονται με τον τρόπο που απαιτεί κάθε παιχνίδι που θέλεις να το παίρνεις στα σοβαρά, χωρίς όμως να παραχωρούν τη σοβαρότητά τους. Που είναι ανώτεροι και το δείχνουν κι όχι μόνο με τις επιδόσεις τους. Στον Χειμωνιάτικο Ενιπέα του 2010, ο Δημήτρης Θεοδωρακάκος, στερήθηκε την πρωτιά εξ αιτίας λάθους της διοργάνωσης, ωστόσο, στις απονομές, συνεχάρη θερμά τους δυο πρώτους. Το ύφος του δεν μαρτυρούσε καν δυσφορία ή παραχώρηση. Θυμάμαι κάποιον άλλον ν’ αναστατώνει τον τόπο σε ακτίνα τριών χιλιομέτρων, απαιτώντας κύπελλο κι αθλητική δικαιοσύνη, σε ασήμαντο αγώνα ψυχαγωγικού χαρακτήρα. Έχω δει φιλίες να χαλάνε. Άλλες να χτίζονται και να δυναμώνουν. Ξέρω δρομείς που σηκώνουν τα μανίκια και προσφέρουν έργο για ένα γενικότερο σύνολο. Που αναλαμβάνουν να στήσουν αγώνες βάζοντας το χέρι στην τσέπη τους κι αφαιρώντας χρόνο από τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Υπάρχουν δρομείς που προσφέρονται για εθελοντές. Άλλοι, που σταματούν για να βοηθήσουν κάποιον συναθλητή που το χρειάζεται.
Υπάρχουν κοινωνικοί και αντικοινωνικοί δρομείς. Αυτοί που δεν μπορούν χωρίς συντροφιά κι άλλοι που δυσκολεύονται να σου πουν μια καλημέρα. Δρομείς που εμφανίζονται στο στάδιο, τρέχουν για μήνες στους διαδρόμους του κι εξαφανίζονται μετά, χωρίς κανέναν να γνωρίσουν και χωρίς κανείς να τους γνωρίσει.
Υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι άνθρωποι στο χώρο των δρομέων, που θα ήθελα να ήμουν φίλος μαζί τους. Μ’ αρκετούς το έχω καταφέρει. Είναι αυτοί που μπορείς να συζητάς και να μοιράζεσαι πράγματα πέρα από το τρέξιμο. Η σύμπτωση των αθλητικών δραστηριοτήτων μας είναι σημαντική, όχι όμως αρκετή. Όχι για μένα τουλάχιστον.
Ο Δημοσθένης Ευαγγελίδης.
Χαίρομαι να έχω συμπολίτη και φίλο έναν δρομέα, που μπορώ να φέρνω ως παράδειγμα. Ο Δημοσθένης είναι ένας από τους καλύτερους μαραθωνοδρόμους της χώρας. Το 2010 κέρδισε την πρώτη θέση στην κατηγορία του, στον μαραθώνιο του Χιούστον. Το 2011, τη δεύτερη θέση στον διεθνή μαραθώνιο της Κοπεγχάγης, με ατομικό ρεκόρ, 2.24'29''. Έχει τρέξει τον μαραθώνιο του Ναγκάνο ως επίσημος προσκεκλημένος. Οι αθλητικές του δάφνες δεν έχουν τελειωμό, ούτε χωράνε σε λίγες γραμμές, αλλά δεν είναι αυτές μόνο που τον χαρακτηρίζουν.  Είναι παράλληλα ένας καλός επιστήμονας. Χαρακτήρας μετριοπαθής και πράος. Φιλικός και δοτικός. Μορφωμένος και καλλιεργημένος. Αγαπητός σε όλους. Σεμνός, παρ’ όλες τις διακρίσεις του. Τόσο που ακόμα κι αυτή η αναφορά πρέπει να κρατηθεί σύντομη, γιατί φοβάμαι πως διαβάζοντάς την θα νιώθει άβολα.
Φεύγει, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, από μια πατρίδα που σήμερα διώχνει τα καλύτερα παιδιά της. Θα μας λείψει η μετρημένη του παρουσία. Θα μας λείψει η σκιά που έγραφε γρήγορους γύρους στο εθνικό μας στάδιο, ωστόσο πάντα σταματούσε για λίγες ζεστές κι ειλικρινείς κουβέντες. Είναι οξύμωρο και θλιβερό το ότι ευχόμαστε να καταφέρει να μείνει για πάντα μακριά και να βρει τη ζωή που του αξίζει, ακόμα κι αν η δική μας μένει, κάθε φορά, λίγο φτωχότερη.






  

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Έξη.




   Οι ενδορφίνες είναι φυσικές ουσίες που παράγονται στον εγκέφαλο και η δράση τους είναι ανάλογη των οπιοειδών ουσιών. Είναι ουσίες αντι stress, βασικό δηλαδή στοιχείο ευτυχίας. Επίσης μπορούν και μπλοκάρουν τα μηνύματα πόνου στο νευρικό σύστημα, με αναλγητικά αποτελέσματα ανάλογα, ή και καλύτερα, της μορφίνης. Η ίδια η λέξη προέρχεται από το συνδυασμό των λέξεων ενδογενής και μορφίνη. Με δυο λόγια, πρόκειται για φυσικές ουσίες οι οποίες ανεβάζουν τη διάθεση κι ελαττώνουν τον πόνο. Καθώς τα επίπεδά τους αυξάνονται στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια παρατεταμένης άσκησης - όπως τα περίφημα long runs των δρομέων - σ’ αυτές οφείλεται το λεγόμενο runners high, δηλαδή η περιβόητη ευφορία που νιώθουν οι δρομείς.
Το φαινόμενο της ευφορίας των δρομέων μπορεί να το βεβαιώσει ο καθένας που τρέχει, και χωρίς να χρειαστεί να προβεί σε δηλώσεις. Αυτός που επιστρέφει από το τρέξιμο, παρά την κούραση, μεταφέρει μια ευδιάκριτη ευδιαθεσία, που διαρκεί αρκετά. Αυτό, ωστόσο, που μπορούν να βεβαιώσουν όσοι ζουν με δρομείς, είναι η δυσθυμία, ο εκνευρισμός, ακόμα και οι εκδηλώσεις συνδρόμου στέρησης, που εμφανίζονται όταν, για κάποιους λόγους, ο δρομέας αποκόπτεται από τη δραστηριότητά του. Ιδίως αν αυτό διαρκέσει για αρκετό διάστημα, κάτι σύνηθες σε περιπτώσεις τραυματισμών.
Αυτό είναι εύκολα εξηγήσιμο. Ένας υψηλός πυρετός δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια διάθεσης για τρέξιμο, ένας τραυματισμός, όμως, είναι πραγματικός εφιάλτης για κάποιον που σφύζει από ζωντάνια, αλλά παραμένει καθηλωμένος εξ αιτίας ενός πόνου. Είναι πολύ δύσκολο να βιώνεις για εβδομάδες και μήνες την έλλειψη αυτού που αποτελούσε για σένα τρόπο ζωής. Αν προστεθεί το ότι παρατεταμένη αποχή σημαίνει και μερική απώλεια μιας δύσκολα κεκτημένης φυσικής κατάστασης ή και το χάσιμο ενός πολυπόθητου αγώνα, τότε το πράγμα χειροτερεύει.
Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις όπου το σύνδρομο στέρησης εμφανίζεται κατά τη διάρκεια μιας ολιγοήμερης αποχής, ή, ακόμα και στο διάστημα μιας και μόνης μέρας. Φαίνεται υπερβολικό στον οποιοδήποτε, ακόμα και στον ίδιο το δρομέα πολλές φορές, αλλά συμβαίνει. Δεν υπάρχει προπονητικό πρόγραμμα που να μην προβλέπει μια τουλάχιστον μέρα ξεκούρασης την εβδομάδα, κι όμως ένα μεγάλο ποσοστό δρομέων δηλώνει πως αυτή η μέρα είναι η δυσκολότερη. Σε πρόσφατη έρευνα, στην Αμερική, το μεγαλύτερο ποσοστό των δρομέων δήλωσε πως δεν θα θυσίαζε το τρέξιμό του για ζητήματα όπως, εργασιακή συνάντηση, οικογενειακή συγκέντρωση, συμμετοχή του παιδιού του σε κάποιο αθλητικό γεγονός, ακόμα και ελαφρά αδιαθεσία. Σύμφωνα πάντα με την έρευνα, μόνο η περίπτωση ενός άρρωστου παιδιού θα έκανε τους περισσότερους δρομείς να παρεκκλίνουν από το πλάνο τους, αλλά, και πάλι, ένα διόλου ευκαταφρόνητο 38%, ούτε τότε θα έχανε το τρέξιμό του.
Ίσως πρόκειται για την αρχή ενός προβλήματος που μπορεί να πάρει σοβαρές διαστάσεις, όπως από πρώτο χέρι μου έλαχε να ξέρω. Και μολονότι μ’ αρέσει να αισθάνομαι μοναδικός, δεν νομίζω πως αυτό που μου συνέβη αποτελεί ατομική περίπτωση. Αντίθετα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, συνέβη και συμβαίνει σε πολλά μέλη της δρομικής κοινότητας.


   Κανείς δεν ξεκινάει ξαφνικά να γίνει δρομέας μεγάλων αποστάσεων ή υψηλών επιδόσεων. Αυτά έρχονται με τον καιρό. Είναι όπως μια κουκίδα στον ορίζοντα, που όσο την πλησιάζεις την βλέπεις να μεγαλώνει και να μορφοποιείται. Η ικανότητα για μεγάλες αποστάσεις προκύπτει από τη συνεχή βελτίωση και τη ριζωμένη επιθυμία που μας σπρώχνει πάντα για κάτι καλύτερο. Citius, Altius, Fortiuς.
Ξεκίνησα να τρέχω συμπτωματικά. Την ένδοξη εποχή του Γκάλη και του Γιαννάκη οι αθλητικοί χώροι είχαν γεμίσει με μπασκέτες, τα αθλητικά μαγαζιά με μπάλες καλαθοσφαίρισης και κάθε παρέα είχε μετατραπεί σε μικρογραφία εθνικής ομάδας. Δίπλα στα πολύβουα γήπεδα της περιοχής μου υπήρχε ένα μικρό ανοιχτό στάδιο, με ταπεινή στροφή 200 μέτρων. Μ’ έστελνε σ’ αυτό η ντροπή της ήττας, η αίσθηση της αδικίας, ή ένας καυγάς στα ενδότερα του συγκρουσιακού αυτού παιχνιδιού. Ξεκίνησα να πηγαίνω πιο τακτικά, όταν επέλεξα να ασχοληθώ με την ορειβασία. Η ορειβασία ήταν ένα άθλημα όπως ακριβώς το ήθελα. Με σωματική και ψυχοπνευματική διάσταση. Με κοινωνικότητα και συντροφικότητα. Χωρίς φάουλ, εντάσεις, νικητές και νικημένους. Κάτι που σου χαρίζει την αίσθηση του μεγαλείου, αλλά ταυτόχρονα σε βοηθά να συνειδητοποιείς την ασημαντότητά σου. Το βουνό τοποθετεί τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις. Δεν υπήρξε κορυφή που να μην με βοήθησε να ξεχάσω τις σκοτούρες μου. Όπως και το τρέξιμο, νομίζω πως δεν θα σταματήσω ποτέ να το κάνω.
Για να χαρείς όμως όσα το βουνό έχει να σου δώσει χρειάζεται μια καλή φυσική κατάσταση. Ακόμα και για θέματα ασφαλείας, της δικιάς σου ή του διπλανού σου. Δεν μπορείς ν’ απολαύσεις μια ανάβαση, όταν σε τσακίζει το βάρος του σακιδίου. Ούτε μπορείς να χαρείς μια κορυφή, αν φτάσεις σ’ αυτήν ξεθεωμένος.
Το τρέξιμο, λοιπόν, ήταν απαραίτητο. Πολύ σύντομα, όμως, διεκδίκησε και κέρδισε την ανεξαρτησία του.
Δεν θυμάμαι επακριβώς πως εξελίχτηκε, μπορώ όμως να περιγράψω σε γενικές γραμμές τα στάδιά του. Η διακοσάρα στροφή, πολύ γρήγορα, αποδείχτηκε μικρή και βαρετή. Ο δασικός δρόμος, έρημος τότε, ήταν το επόμενο, φυσικό τερέν. Είχε ανηφόρες, κατηφόρες και στροφές. Πίσω από κάθε στροφή κρυβόταν ένας πίνακας, με μια άγνωστη θέα των λόφων, των βουνών και του κάμπου ανάμεσά τους. Επίσης, όσο μακριά κι αν μου φαινόταν πως πήγαινα, ο δρόμος έμοιαζε να συνεχίζει ατέλειωτος. Κάθε φορά που κατάφερνα να φθάνω λίγο παραπέρα ανταμειβόμουν από μια καινούργια θέα. Και κάθε φορά, πριν αρχίσω να επιστρέφω, έκανα μια μικρή στάση, για να δω πως ο δρόμος συνέχιζε, γεμάτος ομορφιά και υποσχέσεις. Ήταν μια συναρπαστική πρόκληση.
Όλα ακολούθησαν φυσιολογικά. Ήρθαν οι συντροφιές, οι σχέσεις, οι αγώνες. Γνώρισα την μαραθώνια κλασική διαδρομή, το 96, κάνοντας ένα χρόνο αρκετά καλό για κάποιον που δεν είχε πρόγραμμα και χρονόμετρο, αλλά έτρεχε ενστικτωδώς σ’ ένα δασικό δρόμο. Μετά ήρθε και το πρόγραμμα και το χρονόμετρο. Μαζί τους, οι καλύτερες επιδόσεις και οι περαιτέρω φιλοδοξίες. Κάτι που είχε ξεκινήσει ως βοηθητικό άθλημα άρχισε να γίνεται αυτοσκοπός. Ροκάνιζε κομμάτια που είχα φυλαγμένα γι’ άλλες πλευρές της ζωής μου. Μου χάριζε ζωτικότητα, την οποία όμως έπρεπε να διατηρώ για την επόμενη προπόνηση. Συμπεριφερόταν σαν ζηλιάρα ερωμένη, που δεν σου επιτρέπει να κοιτάξεις αλλού. Μου πρόσφερε όμορφες στιγμές, αλλά με απορροφούσε από τα υπόλοιπα ενδιαφέροντά μου, κάτι που το δέχτηκα δίχως ενοχές. Αντίθετα, μεμφόμουν τον εαυτό μου, που ενώ είχε δοκιμάσει τόσα αθλήματα, αυτό, το τόσο απλό κι ωραίο, δεν το είχα γνωρίσει πριν από τα τριάντα τόσα μου χρόνια.
Πτυχές της καθημερινότητας, κοινωνικές σχέσεις, λοιπά ενδιαφέροντα, συρρικνώθηκαν και τοποθετήθηκαν σε τροχιά γύρω από τον ήλιο του νέου αθλήματός μου. Ούτε και τότε υπήρξε πρόβλημα. Άρχισε να εμφανίζεται όμως, σιγά - σιγά, όταν οι προπονήσεις έφτασαν να γίνονται εξαντλητικές. Και καθώς, λόγω ιδεολογίας ή ιδιοτροπίας, απέφευγα τη βοήθεια ακόμα κι ενός απλού διατροφικού συμπληρώματος, έφτανα τακτικά ως το κατώφλι μιας ήπιας υπερκόπωσης. Ένιωθα πως μπορώ να κάνω τα πάντα στο στάδιο - ναι, το στάδιο είχε αντικαταστήσει τον αγαπημένο μου δασικό δρόμο, αφού στους διαδρόμους του λειτουργούσε η ακριβής χρονομέτρηση - αλλά αν το βράδυ χρειαζόμουν ένα ποτήρι νερό θα προτιμούσα να υπήρχε κάποιος που θα μου το φέρει.
Οι έξοδοι τροποποιήθηκαν ώστε να περιλαμβάνουν έγκαιρη επιστροφή για τον βραδινό ύπνο. Δεν υπήρχαν διαλείμματα, ούτε καν τα καλοκαίρια. Κάθε μια από τις ημέρες του χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των ονομαστικών εορτών και γενεθλίων, θα έπρεπε να χωρά τουλάχιστον 10 χιλιόμετρα, αλλιώς δεν ήταν καλή. Όταν δεν το επέτρεπε ο φόρτος εργασίας ή οι οικογενειακές υποχρεώσεις, επιστρατεύονταν οι πιο απίθανες ώρες και τα πιο εξωφρενικά μέρη. Ζούσα δίπλα στη θάλασσα, αλλά δεν έκανα μπάνια. Συνόδευα την οικογένεια και τους περίμενα να βγουν απ' αυτήν, πίνοντας καφέ και καταστρώνοντας το δρομικό μου πλάνο. Ήμουν αρκετά εξαντλημένος και το νερό μου φαινόταν παγωμένο τις λίγες φορές που το δοκίμασα. Αλλά η συναλλαγή δούλευε. Έτρεχα και, παρότι κατάκοπος, γύριζα ευτυχισμένος. Το τρέξιμο μου χάριζε την ευτυχία κι εγώ την αποκλειστική αφοσίωση. Είχα αρχίσει να λησμονώ άλλα πράγματα, που επίσης μου έδιναν χαρά κάποτε.
Κάθε φορά που το συναντώ να συμβαίνει - και συμβαίνει συχνά - μου φαίνεται περίεργο. Άνθρωποι υψηλής αντίληψης, που μπορούν με θαυμαστή ευκολία ν’ αποκωδικοποιούν τρόπους και συμπεριφορές τρίτων, αδυνατούν ν’ αντιληφθούν κάτι εμφανές που ενυπάρχει στους ίδιους και ταλανίζει τη ζωή τους. Δεν ξέρω αν είμαι ευφυής, δεν ξέρω καν αν χρειαζόταν ευφυΐα για να συνειδητοποιήσω τι μου συνέβαινε. Αυτό που με ταρακούνησε ήταν η απλή θλιμμένη παρατήρηση μιας φίλης της παρέας μας, κάποιο βράδυ, σε μια πιτσαρία. (οι δρομείς ξέρουν τι είχα παραγγείλει, ήμουν τόσο σταθερός που δεν άνοιγα καν τον κατάλογο στα εστιατόρια). Η εύστοχη παρατήρηση της ήταν πως έχω χάσει το χιούμορ μου, αυτό το χαρακτηριστικό, που πάντα με συνόδευε. Ακόμα και το χαμόγελό μου, είχε γίνει πια σπάνιο.
Έμεινα συλλογισμένος. Η ίδια δεν είχε τον τρόπο να καταλάβει το γιατί. Εγώ όμως το ήξερα. Η κουβέντα της ήταν ένας καθρέφτης, που απορούσα γιατί έπρεπε κάποιος άλλος να μου τον φέρει μπροστά, ώστε να μπορέσω να δω τον εαυτό μου. Ήταν τόσο φανερό πως το αγαπημένο μου άθλημα είχε από καιρό αρχίσει να επιφέρει ακριβώς τα αντίθετα, από όσα το καθιστούν τόσο ωφέλιμο κι αγαπητό στους πιστούς του.

                                                            -------------------

   Το βιβλίο του Colin Blakemore ‘Η μηχανή του Νου’ είναι από αυτά που θέτουν τη μηχανή του νου μας σε βαθύ προβληματισμό. Η πλήρης εξερεύνηση της λειτουργίας του εγκέφαλου θέλει πολύ δρόμο ακόμα, καθώς το πεδίο αποδεικνύεται άπειρο, όπως και το σύμπαν. Όπως πολύ σωστά αναφέρεται, αν ο ανθρώπινος εγκέφαλος ήταν κάτι απλό, τότε, πάλι, θα ήμασταν πολύ χαζοί για να το κατανοήσουμε. Αυτό που στο προκείμενο μας ενδιαφέρει αφορά το ρόλο της χημείας στη γενικότερη συμπεριφορά. Είναι γνωστό το πόσο αυτή μπορεί να επηρεάζεται από μια απορύθμιση του θυρεοειδούς, από μια κλιμακτήριο, ή από μια απλή έλλειψη ύπνου. Η θεωρία πως τα πάντα είναι θέμα χημείας στοιχειοθετείται με τρόπο που δεν μπορείς να αρνηθείς, αλλά και δυσκολεύεσαι να παραδεχτείς. Βάσει της θεωρίας, η κάθε συμπεριφορά ακολουθείται (ή μήπως ακολουθεί;) μια συγκεκριμένη χημική αντίδραση που λαμβάνει χώρα στον εγκέφαλο.
Είναι, λοιπόν, ο έρωτας θέμα χημείας; Είναι το γέλιο ή η θλίψη αποτέλεσμα ένωσης ουσιών; Είναι η παραβατική  συμπεριφορά κατάληξη μιας ιδιοτροπίας των ορμονών; Η οργή; Η κατάθλιψη; Το πάθος; Αν ναι, τότε αυτό που ονομάζουμε ελεύθερη βούληση δεν είναι άλλο από μια ψευδαίσθηση; Είναι οι αξίες μας θέμα ορμονών κι όχι κουλτούρας; Μήπως η συμπεριφορά μας οφείλεται σε ρυάκια ουσιών που σμίγουν και χωρίζουν κι όχι σε θέματα ανατροφής και διαπαιδαγώγησης;
Και, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν η εξάρτησή μου από το τρέξιμο αποτέλεσμα εθισμού σε ουσίες που, αν και απόλυτα φυσικές, λειτουργούσαν όπως τα ναρκωτικά;


   Στα είκοσι χρόνια που τρέχω υπήρξαν αρκετοί, λιγότερο ή περισσότερο σοβαροί, τραυματισμοί. Τους περισσότερους τους προκαλούσα μόνος μου. Στην αρχή ήταν η κατάχρηση, που επέφερε το πρώτο πλήγμα. Ακολουθούσε η άρνηση συμμόρφωσης απέναντι σε εύλογες οδηγίες. Θύμα στενοκεφαλιάς, (ή ίδιον εξαρτημένου ατόμου;) κατάφερνα να μετατρέπω κάτι αρχικά ασήμαντο σε σοβαρό. Ό,τι θα μπορούσε να ιαθεί με λίγες μέρες ανάπαυλας, το έφερνα σε κατάσταση που απαιτούσε εβδομάδες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μήνες.
Το πρώτο μου σοβαρό τραυματισμό τον βίωσα τόσο βασανιστικά, που, ακόμα και σήμερα, ζω με τη φοβία της επανάληψής του. Θυμάμαι τις ατέλειωτες μέρες στην αίθουσα των βαρών του εθνικού σταδίου, όπου προσπαθούσα να παρηγορηθώ μ’ εναλλακτικές ασκήσεις. Θυμάμαι ν’ ασφυκτιώ, ν’ ανοίγω την πόρτα, ίσα για να βλέπω την παρέα των φίλων μου να τρέχει και να αισθάνομαι σαν  θηρίο στο κλουβί του. Ωστόσο, το αποτέλεσμα ήταν πως αυτό που αδυνατούσα να πράξω αυτοβούλως, το έπραττα αναγκαστικά. Ήμουν σε υποχρεωτική  αποχή από το τρέξιμο. Δεν έτρεχα, διότι δεν μπορούσα να τρέξω.
Σ’ έναν από τους ύστερους, όμως, τραυματισμούς οι αντιδράσεις μου ήταν διαφορετικές. Δεν μ’ ενδιέφερε πια να τρέξω, διότι δεν είχα το κουράγιο ν’ αρχίσω από την αρχή, ούτε να ξεκινήσω μια καινούργια πάλη με το χρονόμετρο. Άλλωστε, είχαν περάσει χρόνια, κι ίσως να μην είχα καν την ικανότητα να επανέλθω στο παλιό μου επίπεδο. Τι νόημα είχε, λοιπόν, να επιμείνω σε κάτι που δεν θα μπορούσα πια να το κάνω καλύτερα, απ’ ότι το έκανα κάποτε;
Σταμάτησα το τρέξιμο. Επέστρεψα ξανά στα παλιά μου ενδιαφέροντα. Μ’ έπιασε απελπισία όταν συνειδητοποίησα πόσο πίσω είχαν μείνει τα διαβάσματά μου. Δεν μπορούσα πια να συνεισφέρω πολλά στις σοβαρές συζητήσεις της παρέας. Άρχισα να βλέπω μανιωδώς κινηματογράφο, έπρεπε να καλύψω τα κενά. Βιαζόμουν να επουλώσω τα χάσματα που είχαν δημιουργηθεί. Ήταν η εποχή που έγραφα βιβλία, και δεν μπορείς να γράφεις βιβλία αν δεν διαβάζεις βιβλία, όπως δεν θα μπορούσα να γράψω για το τρέξιμο αν δεν έτρεχα. Με βοηθούσε που οι μέρες μου είχαν πια περισσότερες ώρες. Τα απογεύματα είχαν ελευθερωθεί και μεγαλώσει. Μπορούσα να παρακολουθώ συναυλίες που ξεκινούσαν στις 12 το βράδυ και τελείωναν στις 4,30 το πρωί. Δεν υπήρχε long run στο πρόγραμμα της επομένης. Ήμουν ελεύθερος. Κι υπήρξαν στιγμές που έφτασα να μέμφομαι το τρέξιμο, γι’ αυτά που είχα στερηθεί εξ αιτίας του.
Παρόλο, λοιπόν, που το τρέξιμο, μ’ όλες τις παράγωγες ουσίες του, είχε ενσωματωθεί στη ζωή μου, εν τούτοις, είχα καταφέρει να μπαινοβγαίνω. Και όταν επανήλθα, οριστικά αυτή τη φορά, έχω την πεποίθηση πως δεν ήταν οι ενδορφίνες μου που το αποφάσισαν.


Πρωί Κυριακής, 7 Σεπτεμβρίου 2008
   Το πρώτο Σαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου του 2008 το πρόγραμμα του ορειβατικού μου συλλόγου προέβλεπε ανάβαση στον Όλυμπο, από τη δύσκολη και μακρινή κόψη του Μπαρμπαλά. Ήταν μια από τις πιο ζεστές μέρες που θυμάμαι. Επιπλέον, λίγο πριν βγούμε από την πίσω πλευρά στο καταφύγιο του Σ.Ε.Ο. Θεσσαλονίκης, ένα πέρασμα μου φάνηκε αρκετά επικίνδυνο, για να επιχειρήσω να το κατεβώ την επομένη. Έτσι, το πρωί της Κυριακής, επιστρέφαμε από διαφορετική διαδρομή, από το μονοπάτι που περνά από το λαιμό της Σκούρτας.
Το τρέξιμο και οι αγώνες ήταν παρελθόν, ορισμένων, αλλά καθοριστικών μηνών. Ένα φοβερό στραπάτσο στο μαραθώνιο της Ζυρίχης, κι ένα επόμενο στο Περτούλι, ήταν το πλήγμα στον εγωισμό που συμπλήρωνε τους λόγους της απόφασής μου, να αποκοπώ οριστικά από κάτι στο οποίο, έτσι κι αλλιώς, παρέμενα με μισή καρδιά. Έκανα θαλασσινά μπάνια με την ψυχή μου εκείνο το καλοκαίρι, που σε συνδυασμό με τις αναβάσεις μου στα βουνά καθιστούσαν το ζήτημα της φυσικής μου κατάστασης καλυμμένο.
Και δεν ξέρω ποια θα ήταν η εξέλιξη της ζωής μου, αν επιστρέφαμε από την ίδια που ανεβήκαμε διαδρομή. Ή αν επρόκειτο για μια Κυριακή από τις συνηθισμένες. Απορώ πόσο αψήφιστα είχα πάρει το γεγονός πως βρισκόμουν στον Όλυμπο μια πολύ συγκεκριμένη και σημαδιακή μέρα. Την μέρα που, κάποτε, περίμενα έναν ολόκληρο χρόνο για να έρθει. Την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, που από παράδοση φιλοξενούσε τον αγαπημένο μου αγώνα. Τον ορειβατικό μαραθώνιο του Ολύμπου.
Ο Νίκος Σιδερίδης
Κατεβαίνοντας την περιβόητη για την κλίση της Σκούρτα, είδαμε τον πρώτο, άγνωστο σε μένα, αθλητή ν’ ανεβαίνει. Τον ενθάρρυνα, ενώ είδα να πλησιάζει κι ο δεύτερος. Όταν συναντηθήκαμε τα πρόσωπά μας έλαμψαν. Ήταν ο Νίκος. Τον ήξερα από παλιά, νεαρό ακόμα. Είχα ακούσει πως έκανε προόδους στο άθλημα, αλλά εγώ ήμουν έξω απ’ αυτό για να γνωρίζω λεπτομέρειες. Το διαπίστωνα τώρα και με χαροποιούσε, καθώς θεωρώ πως ήμουν ένας απ’ αυτούς που τον επηρέασαν στο ξεκίνημά του. Σήμερα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στο χώρο του ορεινού τρεξίματος.
Με την ομάδα μου χειροκροτήσαμε, έναν έναν, όλους τους αθλητές, μέχρι τον τελευταίο. Και ζήλεψα έναν έναν, όλους τους αθλητές, μέχρι τον τελευταίο. Γιατί κι ο τελευταίος, ίδρωνε, πάσχιζε, δεν θα κατάφερνε να τελειώσει τον αγώνα, αλλά ήταν εκεί. Σε κάθε έναν από τους ανθρώπους που πάλευαν με μια ανυπόφορη θερμοκρασία, σε μια ατέλειωτη ανηφορική διαδρομή, έβλεπα ξανά τον εαυτό μου. Εκείνη τη στιγμή είχα γυρίσει. Δεν έτρεχα, αλλά ήμουν πάλι δρομέας. Η απόφαση πάντα προηγείται και το σώμα ακολουθεί.
Την επόμενη κιόλας εβδομάδα πάσχιζα να βγάλω έναν αγώνα 16 χιλιομέτρων στα Γιαννιτσά. Την αμέσως επόμενη, έναν ημιμαραθώνιο στην Αριδαία. Την αμέσως επόμενη, τον πρώτο ορεινό αγώνα στον Μπούρινο. Ήταν Σεπτέμβριος του 2008 κι είχα αποδυθεί σ' ένα αγωνιστικό σερί που, αν και εξασθενημένο λόγω κρίσης, διαρκεί ακόμα. Ήμουν σαν ένας διψασμένος που βουτούσε ολόκληρος στη στέρνα. Ένας αναβαπτισμένος πιστός. Ένας εμφορούμενος από μια ζωογόνο μανία.
Επρόκειτο για μια φρενίτιδα. Το 2009 έτρεξα σε 23 αγώνες - η βενζίνη ήταν φθηνή τότε και μπορούσα να τραβολογιέμαι στα διάφορα σημεία της χώρας. Το 2010 σε 25. Το 2011 μόνο 12, αλλά ήταν οι μεγαλύτεροι που έχω τρέξει ποτέ. Για πάνω από 3 χρόνια δεν υπήρξε Κυριακή με αγώνα εντός ή και εκτός βολής, από Θράκη μέχρι Πελοπόννησο, που το όνομά μου να λείπει από τη λίστα των συμμετοχών. Ξανάγινα συνδρομητής στο αγαπημένο μου περιοδικό, Runners World. Προμηθευόμουν ταυτόχρονα και το ελληνικό. Έστειλα επιστολή στη στήλη των αναγνωστών του, σχετική με την επιστροφή μου στο άθλημα, και κέρδισα ένα ζευγάρι Ν.Β. Δεν ήταν αρκετά, αφού, ταυτόχρονα, είχε επιστρέψει και το πάθος μου για τα αθλητικά παπούτσια. Τα ράφια μου σύντομα γέμισαν από μοντέλα όλων των εταιριών - ακόμα διαθέτω αφόρετα ζευγάρια τα οποία μπορούν να με καλύψουν για μια μακρά περίοδο οικονομικής ύφεσης. Ξαναβρήκα τους φίλους μου και τις παλιές μας συζητήσεις. Ξαναθυμήθηκα τις ιστορίες που μας συνέδεαν, τόσα χρόνια, σε προπονήσεις και αγώνες. Το τρέξιμο μπήκε στο καθημερινό μου πρόγραμμα. Ούτε μια μέρα χαμένη, όπως παλιά. Η ζωή μου είχε ξαναβρεί το χαμένο της στόχο.
Με λίγα λόγια, ήμουν πάλι εξαρτημένος.



Όχι. Δεν ήμουν.
Δεν υπήρχε πια άγχος, μόνο χαρά. Δεν υπήρχαν χρονομετρημένες προπονήσεις, αλλά αποστάσεις γενικής διάρκειας. Δεν υπήρχαν απαιτήσεις επιδόσεων, ήξερα πως ποτέ δεν θα ξανάβρισκα την παλιά μου, όχι σπουδαία έτσι κι αλλιώς, ταχύτητα. Ανακάλυψα, όμως, πως μπορώ να πηγαίνω μακρύτερα, περισσότερο απ’ όσο ποτέ μου είχα φανταστεί. Η έκταση της απόστασης που μπορούσα να καλύψω ήταν η νέα μου και απείρως συναρπαστικότερη πρόκληση. Στους περισσότερους πλέον αγώνες κατατασσόμουν αρκετά κάτω από τη μέση, αλλά ήμουν με ασφάλεια μέσα στα χρονικά περιθώρια των διοργανωτών. Δεν μ’ ένοιαζε η θέση, μ’ ένοιαζε να τελειώσω εμπρόθεσμα, όσους περισσότερους αγώνες μπορώ, κι αυτό το κατάφερνα ακόμα και στους πιο απαιτητικούς από αυτούς.
Και, το κυριότερο, ήμουν ο εαυτός μου. Με το χιούμορ και τα ενδιαφέροντά μου. Με τις παρέες και τις συντροφιές μου. Η προετοιμασία και οι αγώνες δεν ήταν ψυχικό άγος, αλλά μια γιορτή από την οποία δεν ήθελα  να λείπω.  Η συμμετοχή μου σ’ αυτούς συνδεόταν με την ευκαιρία για μια οικογενειακή εκδρομή ή ένα ταξίδι, όπου όλοι ήμασταν ικανοποιημένοι. Τα ξενύχτια περιορίστηκαν πάλι, αλλά δεν ήταν παραχώρηση στον επανακτημένο τρόπο ζωής μου. Δεν ήθελα να ξενυχτώ, έτσι κι αλλιώς. Με τα χρόνια οι συνήθειες αλλάζουν. Ως νέος, σπάνια έβλεπα την ανατολή. Τώρα προτιμώ να πετιέμαι γεμάτος ζωντάνια από το κρεβάτι, κάτι που το οφείλω στο τρέξιμο.
Είμαι, λοιπόν, ξανά στο δασικό μου δρόμο και ξαναβρίσκω το παιδί που ήμουν, μέσα στις διαδρομές του. Μετρώ το αεροβικό μου κατώφλι όχι με ρολόγια, αλλά με την ικανότητα να συντηρώ μια κουβέντα με τους φίλους μου, τρέχοντας στον καθαρό αέρα και στα εναλλασσόμενα τοπία.
Κι ας κάνω πάλι τα παλιά μου λάθη. Αυτή τη στιγμή ένας πόνος στο γόνατο δεν θα υπήρχε, αν εφάρμοζα σε πράξη μερικά απ’ όσα η πείρα μου δίδαξε. Μόνο να ελπίζω μπορώ πως δεν θα χειροτερέψει, γιατί σκοπεύω πάλι να τρέξω αύριο. Αργά έστω, αρκεί να τρέξω. Αυτούς τους δύσκολους καιρούς το έχω περισσότερο ανάγκη από ποτέ. Τα ψυχοφάρμακα ας περιμένουν άλλους στα ράφια των φαρμακείων. Οι ενδορφίνες μου κάνουν υπέροχη δουλειά.
Αλλά δεν επιλέγουν αυτές τον τρόπο της ζωής μου. Η μουσική δεν ενεργοποιεί ενδορφίνες, κι όμως, αν για κάποιο λόγο δεν μπορούσα ν’ ακούω, θα εμφάνιζα στερητικά συμπτώματα. Όλα τα πάθη και οι λαχτάρες μας δεν είναι χημικοί εθισμοί, κι ας μοιάζουν. Το θύμα ενός άτυχου έρωτα μπορεί να αντιδρά όπως κάποιος χρόνια καταθλιπτικός, ο καθαυτός έρωτας, όμως, είναι πηγή δύναμης κι ευτυχίας. Χιλιάδες άνθρωποι πηγαίνουν στην εκκλησία, κάθε Κυριακή. Άλλοι τόσοι παρακολουθούν  ποδόσφαιρο, κάθε Κυριακή.
Εγώ, είτε σε αγώνες, είτε στον αγαπημένο δασικό μου δρόμο, τρέχω κάθε Κυριακή. Όχι γιατί μου το επιτάσσουν χημικοί λόγοι, αλλά γιατί αυτό είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής μου.
Έτσι το νιώθω, τουλάχιστον.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Ο βασιλιάς κι ο τελευταίος στρατιώτης.

στη μνήμη Νίκου Νίντου


Μέχρι πριν από κάποια χρόνια έπαιζα σκάκι. Όπως μ’ όλα τα πράγματα με τα οποία έχω κατά καιρούς καταπιαστεί το έφτασα κι αυτό σ’ ένα αξιοπρεπές ερασιτεχνικό επίπεδο και τίποτα παραπάνω. Σταμάτησα κάποτε, όταν αποφάσισα πως μου τρώει πολύ χρόνο. Αφορμή υπήρξε και μια φίλη μου, μαθηματικό μυαλό κι επάγγελμα, με την οποία διεξήγαγα τις τελευταίες μου παρτίδες. Συνήθως την κέρδιζα, αλλά ήταν ο τύπος που δεν τα παρατούσε, ακόμα κι όταν γινόταν φανερό πως δεν είχε τρόπο ν’ ανατρέψει το παιχνίδι. Αγωνιζόταν μέχρι και τον τελευταίο της στρατιώτη. Κι όταν αυτός έπεφτε, έπρεπε να κυνηγώ το βασιλιά της μέχρι το έσχατο τετράγωνο. Η τελευταία μας παρτίδα άγγιξε τις 2,5 ώρες. Παρότι έχανε, έδειχνε πολύ ικανοποιημένη που είχε παλέψει μέχρι το τέλος, αντίθετα με μένα που με φόρτιζε η οριστικοποίηση μιας βέβαιης νίκης, που όμως καθυστερούσε εκνευριστικά.
Το σίγουρο είναι πως ο χρόνος που αφιέρωνα στο σκάκι ήταν αρκετός για μια στατιστική πιθανότητα του θανάτου μου πάνω στην σκακιέρα, πόσο μάλλον που συνοδευόταν από καθισιό και άγχος. Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η πιθανότητα να πεθάνω κάποιες ώρες μετά την παρτίδα. Θα μπορούσα να πεθάνω διαβάζοντας, γράφοντας ή βλέποντας κινηματογράφο. Μόνο που κανείς δεν θα συνέδεε το θάνατό μου με το σκάκι, το διάβασμα, το γράψιμο ή το σινεμά.
Αλλάζω σκηνικό. Το φθινόπωρο του 2011 τερμάτισα τρεις μαραθώνιους σε τρεις εβδομάδες. Βερολίνο, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι. 6 μέρες μετά ξεκινούσα το VFT των 120 ορεινών χιλιομέτρων. Το τερμάτισα κι αυτό. Όλα μέσα σε διάστημα ενός μήνα. Έζησα μια από τις ωραιότερες περιόδους της ζωής μου, που ακόμα κι αν βρω τη δύναμη δεν θα βρω τον κουμπαρά για να την επαναλάβω. Μην βιαστείτε να με μεμφθείτε, αυτά που διαβάζετε δεν είναι αποτέλεσμα κρίσης αλαζονείας. Είναι τα αποτελέσματα ενός πειράματος που δεν θέλω να κρατήσω για τον εαυτό μου. Ανάλογα πειράματα θα έχουν κάνει κι ο φίλος μου Δημήτρης Βενετικίδης ή ο αγαπητός Γιάννης Γερμακόπουλος, (περιορίζω το παράδειγμα σε ίδιας ή και μεγαλύτερης από μένα ηλικίας αθλητές), αλλά αυτά δεν αφορούν τους περισσότερους από εμάς. Πρόκειται για χαρισματικές περιπτώσεις ατόμων, που μας εμπνέουν, αλλά δεν γίνεται να μιμηθούμε όσα κάνουν, παρά μόνο προσαρμόζοντάς τα στα δικά μας δεδομένα. Αλλά τους αγώνες που κατάφερα εγώ, είμαι σίγουρος, τους μπορούν οι περισσότεροι, πόσο μάλλον στους συγκεκριμένους χρόνους, που δεν αναφέρω γιατί είναι αστείοι. Ακόμα κι αυτοί, όμως, μου επιτρέπουν να θαυμάζω αυτήν την υπάκουη και προσαρμοστική μηχανή που μου χάρισε η φύση. Να αισθάνομαι περήφανος και ν’ απολαμβάνω τη διάσταση που αυτή η μηχανή δίνει στην ελευθερία μου.
Δυστυχώς, αποδεικνύεται πως μερικές φορές η καταπληκτική αυτή μηχανή μπορεί να σταματήσει και μάλιστα ξαφνικά κι αδικαιολόγητα. Αποδεικνύεται πως όσο γερή κι αν την πιστεύουμε, η καρδιά μας μπορεί να πάψει να χτυπά. Όχι όμως πριν μας χαρίσει μερικές από τις ομορφότερες βόλτες της ζωής μας. Όχι πριν μας οδηγήσει στην πιο απομακρυσμένη κι αντίπερα όχθη του θανάτου. Μόνο ο έρωτας μπορεί να καταφέρει κάτι ανάλογο, αλλά κι αυτό η ποίηση στην καρδιά το αποδίδει.
Οι αιφνίδιοι θάνατοι δρομέων μας φέρνουν σε δυσάρεστη θέση άμυνας απέναντι στους άλλους και σε άβολη απέναντι στον εαυτό μας. Φαντάζομαι πως οι περισσότεροί μας ανακουφίζονται ν’ ακούσουν πως ο θάνατος του δρομέα δεν έχει σχέση με τη δραστηριότητα με την οποία ήταν συνδεδεμένη η ζωή του. Καθώς δεν είμαστε χαρισματικοί όπως οι προαναφερόμενοι αθλητές, το όριο της υπερβολής είναι εφικτό κι αρκετοί το ξεπερνάμε. Έτσι, τέτοια περιστατικά μας προκαλούν και κάποια δικαιολογημένη ανησυχία. Μήπως κι εμείς;
Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα σχετικά άρθρα και τα σχόλια που ακολούθησαν το θλιβερό περιστατικό, μήπως βρω κάτι που θα μπορούσε να με προφυλάξει από ανάλογη μοίρα. Ναι, το γνωρίζω, είναι απαραίτητες οι ιατρικές εξετάσεις. Μην ακολουθείτε το παράδειγμά μου, εγώ δεν κάνω ποτέ. Τρέχω για ν’ αποφεύγω τους γιατρούς κι όχι για να τους βλέπω πιο τακτικά απ’ όσο οι καθιστικοί τύποι. Μόνο οι ορθοπεδικοί σπάζουν τον κανόνα. Επίσης ο φόβος μιας γενικής εξέτασης με στρεσάρει τόσο που νομίζω πως θ’ αρρωστήσω περιμένοντας τ’ αποτελέσματα. Παραείμαι δειλός για να κάνω εξετάσεις. Ιδίως όταν το λιγότερο που περιμένω απ’ αυτές είναι να μου υποδείξουν χαμηλά επίπεδα σιδήρου, πράγμα που σημαίνει πως είτε εγκαταλείπω την επιθυμία των υπεραποστάσεων είτε μπαίνω σε διαδικασία διατροφικών συμπληρωμάτων, που δεν επιθυμώ. Θ’ αρκεστώ στο σίδηρο που περιέχει το πιάτο μου. Επαναλαμβάνω, δεν είναι συμβουλή για σας. Ακολουθείστε όσα οι ειδικοί συνιστούν. Έχουμε εξαιρετικούς γιατρούς, προπονητές και διατροφολόγους στο χώρο μας. Εγώ δεν είμαι τίποτα απ’ όλα αυτά.
Κι όμως, αν κάτι μ’ ενοχλεί περισσότερο στην ιδέα ενός ξαφνικού θανάτου μου είναι αυτό που προείπα. Ότι θα συνδυαστεί με τη δραστηριότητα που μου χαρίζει ζωή κι ευτυχία. Καθώς τελευταία έχω αδυνατίσει κάπως, ήδη ο κύκλος μου συσχετίζει τη γενικότερη υγεία μου μ’ αυτό. Και τουλάχιστον σε τρεις περιπτώσεις έπιασα την καρδιά μου να χτυπά σε ρυθμούς που μου φάνηκαν όχι απλώς προειδοποιητικοί, αλλά αποχαιρετιστήριοι.
Ωστόσο, όλες τις υπόλοιπες φορές, τα φτερουγίσματα της καρδιάς μου ήταν τόσο ευεργετικά που θα έλεγα χαλάλι, σ’ οτιδήποτε. Κι ας με τρομάζει η ιδέα πως με λιγότερο καλή τύχη θα χρησίμευα ως αρνητικό παράδειγμα για τους φίλους μου δρομείς, ενώ φροντίζω επιμελώς για το αντίθετο. Αλλά δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω  γι’ αυτό.  Πόσο μάλλον όταν δεν κάνω αυτό που ξέρω πως πρέπει.
Τον κύριο Νίκο δεν τον γνώριζα. Η είδηση για το θάνατο ενός δρομέα έφτασε στον απόηχο του μεγάλου αγώνα. Κατόπιν, στο φόρουμ του RN, ήρθαν οι πρώτες πληροφορίες. Επρόκειτο για γνωστό άτομο, διαπίστωσα. Μεσολάβησαν κάποιες στιγμές άρνησης από τον περίγυρό του, αλλά οι μετέπειτα ειδήσεις διέλυσαν τις ελπίδες. Ήταν κάποιος γνωστός κι αγαπητός, ακόμα και σε μερικούς που δεν τον είχαν συναντήσει ποτέ. Έμαθα πως τον θρήνησαν στην κηδεία του κι έτρεξαν σε αγώνα που έγινε στη μνήμη του. Διάβασα πλημμυρισμένα από συγκίνηση σχόλια. Νομίζω πως τα ειλικρινή συλλυπητήρια είναι η καλύτερη παρηγοριά για τους συγγενείς. Οι συγγενείς σηκώνουν το περισσότερο βάρος, αλλά πάντα κάποιο μέρος του ελαφρύνεται απ’ όσους συναισθηματικά βρίσκονται κοντά τους. Και, στην συγκεκριμένη περίπτωση, κοντά τους βρέθηκαν πολλοί.
Δυστυχώς, το αιωνία η μνήμη είναι ένα συμβατικό ψέμα που αιωρείται μέσα κι έξω από τις εκκλησιές. Εκτός κι αν ο αγώνας καθιερωθεί σε ετήσια βάση, η μνήμη του κύριου Νίκου δεν θα είναι αθάνατη. Η μνήμη όλων μας θα σβήσει μαζί με τον τελευταίο άνθρωπο που θα μας θυμάται. Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα και κανείς δεν μπορεί να μας μεμφθεί γι’ αυτό. Κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει περισσότερα.
Φαίνεται, όμως, πως ο κύριος Νίκος κατάφερε περισσότερα απ’ όσα του ζητήθηκαν. Κατάφερε να κερδίσει το γύρω του κόσμο. Να αγαπηθεί, κάνοντας αυτό που αγαπά. Να συγκεντρώσει γνωστούς κι άγνωστους σ’ ένα κύκλο που δεν χωρά καμιά αντιπαράθεση. Κατάφερε να αποκτήσει το ειδικό βάρος όσων η απουσία γίνεται αισθητή, ακόμα και σ’ αυτούς που δεν τους γνώρισαν. Είναι τυχεροί κι άξιοι όσοι φεύγοντας από τις ζωές μας παίρνουν ως αντίδωρο κάτι από αυτά που μας χάρισαν.
Η θρησκευτική εκδοχή της μετά θάνατον συνέχειας παραμένει η πλέον παρηγορητική. Η επιστημονική θεωρία περί της μετατροπής μας σε αστρόσκονη, που θα συνενωθεί για να σχηματίσει νέα πράγματα, μάλλον είναι λιγότερο παρηγορητική, αλλά περισσότερο αλτρουιστική. Θα τελειώσουμε εμείς, για να ξεκινήσει κάτι άλλο. Σκέφτομαι πως αυτό καθιστά το θάνατο δυσκολότερο για τους εγωιστές κι ευκολότερο γι’ αυτούς που έχουν μάθει να δίνουν.
Δεν ξέρω αν ο κύριος Νίκος συνήθιζε τις εξετάσεις, ούτε τι αυτές του υπέδειξαν. Έχω την αίσθηση, όμως, πως έζησε σαν βασιλιάς μέχρι την τελευταία του στιγμή, μέχρι τον τελευταίο του στρατιώτη. Δεν ξέρω αν θα προτιμούσε να παρατήσει την παρτίδα για να ζήσει μια μεγαλύτερη κι άπραγη ζωή. Ξέρω ότι έφυγε με το ίδιο χαμόγελο που είχε η φίλη μου, όταν η παρτίδα τέλειωνε, όχι όμως πριν εξαντλήσει την έσχατη σταγόνα που της έδινε έργο και νόημα. Έτσι, ας μου επιτραπεί να αφιερώσω στον κύριο Νίκο το παρακάτω, γλυκό σαν βάλσαμο, τραγουδάκι. Είναι γραμμένο για έναν κύριο Νίκο που γνώρισα πριν φύγει, αλλά νομίζω πως ταιριάζει και σ’ αυτόν που γνώρισα μετά την αναχώρησή του.