Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Οι ορεινοί αγώνες 2.




Ταΰγετος. 28 Μαρτίου 2010.



   Ήταν ένα από τα εφιαλτικότερα βράδια της ζωής μου. Ο ίλιγγος γινόταν ανυπόφορος, κάθε που κατάφερνα να κλείσω τα μάτια μου. Όταν η εξάντληση βάρυνε τα βλέφαρα, ένιωθα πως κάτι ετοιμαζόταν να εκραγεί μέσα στο κεφάλι μου. Ανασηκωνόμουν με το φόβο πως από λεπτό σε λεπτό θα με κυριεύσει για πάντα το σκοτάδι.
Για πολύ καιρό, έπειτα, ζούσα με το φόβο της επανόδου αυτού του τρομακτικού φαινομένου. Ευτυχώς, δεν ξανάρθε, παρά μόνο ένα και μοναδικό βράδυ, στο μακρινό Νεπάλ, πριν την τελευταία πορεία, μέχρι την κατασκήνωση βάσης του Έβερεστ. Εκεί, τουλάχιστον, ήξερα την αιτία.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι του ξενοδοχείου, στη Μεσσήνη, πριν βγει το φως. Έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε ύπνος. Δεν κατάφερα να φάω, ούτε να πιω.  Ξεκίνησα να οδηγώ στο σκοτάδι σαν υπνωτισμένος. Μια ώρα δρόμος, όλο στροφές. Χάραζε, όταν έφτασα σ’ ένα άγνωστο, αλλά πανέμορφο μέρος. Ήταν η Καρδαμύλη, απ’ όπου θα ξεκινούσε ο Taygetos Challenge, αγώνας 38 χλμ. και 2000μ. υψομετρικής διαφοράς.
Στην πλατεία, η γραμματεία έπαιρνε θέσεις. Είχα φτάσει από τους πρώτους. Πάρκαρα κοντά το αυτοκίνητο, βγήκα και δοκίμασα κάποια βήματα. Πίστευα πως το κλίμα του αγώνα θα με ζωντάνευε, πολλές φορές συνέβαινε αυτό, αλλά τώρα απέτυχε να συμβεί, παρά μόνο πολύ πρόσκαιρα. Αισθανόμουν ζάλη κι αδυναμία. Ξαναμπήκα στο αυτοκίνητο και ξάπλωσα στο κάθισμα. Υπήρχε χρόνος ακόμα.
Προσπάθησα αργότερα, αλλά δεν κατάφερα καν να σηκωθώ από το κάθισμα. Είδα τους αθλητές να καταφθάνουν και να παραλαμβάνουν τα νούμερά τους. Συνειδητοποιούσα πως έχανα τον αγώνα για τον οποίο είχα κάνει αμέτρητα χιλιόμετρα. Η Καβάλα και ο Ταΰγετος βρίσκονται στα δυο αντίθετα άκρα της στεριανής Ελλάδας. Αλλά δεν γινόταν.
Με βαριά θλίψη κι απέραντη απογοήτευση έβαλα μπρος και ξεκίνησα για την επιστροφή. Ήταν το άδοξο τέλος τόσων προσδοκιών.
Έπαιρνα ήδη τις στροφές της πρώτης ανηφορικής πλαγιάς. Κάθε λεπτό και πιο μακριά. Μετά την τελευταία στροφή ο όμορφος οικισμός θα έμενε πίσω κι όλα τα όνειρα θα έσβηναν ανεκπλήρωτα σ’ ένα άτυχο παρελθόν.
Αλλά, τότε, κάπου εκεί, λίγο πριν χαθεί ο Ταΰγετος, ένα άλικο φως έβαψε τον εσωτερικό καθρέφτη. Ήταν μαγευτικό, σαν ουράνιο μήνυμα. Σταμάτησα. Έσβησα τη μηχανή και σύρθηκα έξω.
Πήρα βαθιές ανάσες από τον καθαρό αέρα της αυγής, ένα ζωογόνο μίγμα βουνού και θάλασσας. Είδα τον κατακόκκινο ήλιο που ανέτειλε. Στο ήσυχο τοπίο, εκεί, κάτω, τα χρώματα ζωήρευαν. Το βουνό φαινόταν να ξεκινά από τη θάλασσα και να υψώνεται στον ουρανό, ενώνοντας δυο επιφάνειες διαφορετικού γαλάζιου. Είδα μπροστά μου να ξεδιπλώνεται το αιώνιο ποίημα της φύσης. Αυτό, που εγκατέλειπα κι έφευγα.
Και δεν έφυγα. Έμεινα εκεί, γιατί σκέφτηκα πως κάπως έτσι είναι ο θάνατος. Μια πανέμορφη μέρα, ένας πανέμορφος κόσμος, άνθρωποι που σφύζουν από ζωντάνια, κι εσύ, κουρασμένος κι ανήμπορος, να φεύγεις. Δεν ήθελα να το αποδεχτώ. Δεν ήθελα να σωπάσω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου. Δεν ήθελα να ζήσω αυτόν τον μικρό θάνατο, που μπορεί να ήταν και χειρότερος από τον κανονικό, γιατί θα είχα τη μνήμη του. Ήθελα, απελπισμένα, να ζήσω.
Αφέθηκα στο αφρισμένο ποτάμι της παρόρμησης. Παραμέρισα κακές εκδοχές και λογικούς φόβους. Οδηγούσα σαν τρελός, ξανά, στις κατηφορικές στροφές του δρόμου, για να προλάβω την εκκίνηση. Οι αθλητές φαίνονταν από ψηλά να συγκεντρώνονται ήδη στη γραμμή.
Άρπαξα το νούμερο όταν έπεσε η πιστολιά, και περνούσα τις παραμάνες στο μπλουζάκι ενώ έτρεχα ήδη.


  Η συντηρητική τακτική έπρεπε να τραβηχτεί στα άκρα. Θα έμενα ο τελευταίος των τελευταίων, εξαντλώντας όλα τα χρονικά περιθώρια των σταθμών. Κι όσο πάει. Όσο συρθεί, δηλαδή. Γι’ αυτό και μου φάνηκε περίεργο το ότι ενώ όλοι οι αθλητές είχαν εξαφανιστεί στις πλαγιές του βουνού, μια και μόνη κοπέλα καθυστερούσε περίεργα. Το να βλέπει πλάτη ο δρομέας θεωρείται ειρωνικός χαριεντισμός, αλλά στην κατάσταση που βρισκόμουν ήταν ευτυχές απρόοπτο. Πιθανολόγησα πως η συγκεκριμένη ξεκίνησε αργά λόγω στρατηγικής, κι όπου να ‘ναι θα εξαφανιστεί κι αυτή.
Αγκομαχούσα σκυφτός στην πρώτη ανηφόρα όταν άκουσα τη φωνή της. Αν και δεν υπήρχε κανείς άλλος ολόγυρα, χρειάστηκαν λογικοί συνειρμοί για να καταλάβω πως απευθυνόταν σε μένα, καθώς δεν ήμουν καν σίγουρος πως είχε αντιληφθεί την ταλαίπωρη ύπαρξη που σερνόταν κάπου πίσω της. Η καθαρή φωνή της με συμβούλευε να μην την ακολουθώ, γιατί θα με κάψει πάλι. Χρειάστηκαν επιπλέον λογικοί συνειρμοί για να καταλάβω ποια ήταν.
Πράγματι, η Ειρήνη με είχε κάψει, πέντε μήνες πριν, σ’ ένα αγώνα 41 χιλιομέτρων και 2645 ξεθεωτικών υψομετρικών, στην Χαιντού της Ροδόπης.



   Παραδέχομαι πως είναι συμπλεγματικό να ενοχλείσαι όταν σε περνούν γυναίκες, αλλά συμβαίνει στους περισσότερους άντρες, και σε κάποιο βαθμό συμβαίνει και σε μένα, παρόλο που προσπαθώ να το καταπολεμήσω. Δεν μ’ ενοχλούν οι γυναίκες που ξεχύνονται μπροστά και δεν τις ξαναβλέπω παρά μόνο αν προλάβω να τερματίσω πριν τις απονομές, μ’ ενοχλούν αυτές οι λίγες που με περνούν στη διάρκεια.
Στη Χαιντού η Ειρήνη με είχε προσπεράσει κάπου στο 14ο χιλιόμετρο, με τρόπο που ξυπνούσε περισσότερο την περιέργεια, παρά το ανταγωνιστικό μου. Είχα ενημερωθεί για τα θαύματα που κάνουν οι νέοι στους σημερινούς αγώνες, αλλά κάτι τέτοιο δεν το φανταζόμουν. Πίεσα τον εαυτό μου να την ξαναπεράσει, πράγμα που κατάφερα με δυσκολία και χωρίς να εξασφαλίσω κάποια αξιόλογη διαφορά. Μ’ ακολουθούσε από κοντά και ξαναβγήκε μπροστά μου, μ’ ακόμα μεγαλύτερη ορμή κι αποφασιστικότητα.
Αυτό ήταν από τ’ άγραφα. Απέμεναν 27 δύσκολα χιλιόμετρα, κι αναρωτιόμουν αν ήταν ανθρωπίνως δυνατόν να συνεχίσει έτσι στο εφεξής. Κι εγώ επιλέγω να ξεκινώ αργά και να επιταχύνω στη διάρκεια, αλλά τέτοια αλλαγή ρυθμού μου φαινόταν αδιανόητη, ακόμα και για ένα σύγχρονο σούπεργκερλ.
Ευτυχώς, το κυνηγητό δεν κράτησε πολύ, δεν θα μπορούσε άλλωστε από μεριά μου. Πλησιάζαμε στο σταθμό, όπου θα έδινα αναγκαστικό τέλος στην κόντρα, όπως κι αυτή, ήλπιζα. Πράγματι έδωσε, αλλά με τρόπο απρόσμενο. Άρχισε να πανηγυρίζει. Ήταν η πρώτη, σ’ έναν μικρότερο αγώνα που διεξαγόταν παράλληλα. Τον είχα λησμονήσει εντελώς. Εκείνη αποχωρούσε νικήτρια κι εγώ δεν είχα φτάσει καν στα μισά του δικού μου αγώνα. Εκτός από ξεθεωμένος αισθανόμουν και χαζός. Είναι δύσκολο να αισθάνεσαι χαζός σ’ έναν αγώνα, αλλά δεν ήταν δικό της το φταίξιμο.


   Δεν θυμάμαι αν το έχω αναφέρει κάπου, αλλά πολλές φορές μ' έχει ξελασπώσει η συντροφιά στους αγώνες, ιδίως η γυναικεία. Κατά πρώτον οι γυναίκες μου χρησίμευσαν ως σημείο αναφοράς, ώστε να μπορώ να προσδιορίζω τη θέση μου, σε σχέση με το μέσο δρομέα. Όταν επανεμφανίστηκα στους αγώνες βρέθηκα αντιμέτωπος με μια πληθώρα άγνωστων προσώπων κι ονομάτων. Με τον καιρό θα μάθαινα κάποια ονόματα και θα συγκρατούσα κάποια πρόσωπα, αλλά το να αντιστοιχίσω τα πρόσωπα στο σωστό όνομα παραμένει ακόμα ζητούμενο. Ο μόνος τρόπος για να διαπιστώνω την όποια πρόοδό μου στις ατέλειωτες λίστες της γενικής κατάταξης, ήταν να την συγκρίνω με τα λίγα γυναικεία ονόματα, που μπορούσα εύκολα να εντοπίζω και να συγκρατώ.


   Στον Ταΰγετο, βέβαια, δεν ετίθετο θέμα κατάταξης. Ετίθετο θέμα επιβίωσης. Ωστόσο η Ειρήνη δεν το γνώριζε. Η προτροπή της να μην την ακολουθώ αφορούσε την ειλημμένη της απόφαση να διακόψει την προσπάθειά της στον κεντρικό σταθμό, κάπου μετά τα μισά της διαδρομής, όπου είχε προνοήσει ν’ αφήσει και το αυτοκίνητό της από την προηγούμενη. Αυτήν τη φορά προσπαθούσε να με προστατέψει, όχι από το γρήγορο ρυθμό, αλλά απ’ αυτόν της βέβαιης εγκατάλειψης.
Μου προξένησε εντύπωση τέτοια απόφαση, από μια καλή αθλήτρια, που δεν φαινόταν ν’ αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα. Αν και μου εξήγησε πως πρόκειται για κάτι που έχει να κάνει με τις τιμές του σιδήρου της, εν τούτοις παρέμενε ζήτημα απόφασης κι όχι αδυναμίας. Αγαπούσε το τρέξιμο κι ήθελε να μπορεί να τρέχει και στην υπόλοιπη ζωή της. Αρνούνταν να υποβληθεί σε μια δοκιμασία που θα την πλήρωνε μετά. Αφουγκραζόταν το σώμα της, σ’ αντίθεση με μένα. Άλλωστε ήταν διατροφολόγος, συνεργάτης του ελληνικού περιοδικού για το τρέξιμο. Άκουγα, εγώ ο μεγαλύτερος, τη φωνή της ωριμότητας, από μια πολύ μικρότερη σε ηλικία κοπέλα.
Ο κεντρικός σταθμός ήταν σε σημείο όπου θα ήμουν πολύ ικανοποιημένος αν κατάφερνα να φτάσω. Προθυμοποιήθηκε να με κατεβάσει με το αυτοκίνητό της, αν τα παρατούσα εκεί. Και μόνο στην ιδέα, ο αγώνας έμενε πλέον μισός, κι αυτό μου έδινε κουράγιο. Αισθανόμουν ήδη καλύτερα. Αρκετά, για να φτάσω μέχρι εκεί, μέσα στο προκαθορισμένο όριο. Αρκετά για να περάσω και μερικούς από τους τελευταίους δρομείς.
Παρέδωσε τον αριθμό της και κάθισε, ήρεμη κι ικανοποιημένη, σ' ένα πεζούλι. Φαινόταν φρέσκια και ξεκούραστη, σαν να μην είχε κάνει τίποτα δύσκολο. Ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από δρομείς που συνέχιζαν, κι από μένα, φυσικά. Ωστόσο ούτε στιγμή δεν σκέφτηκε ν’ αναθεωρήσει την απόφασή της. Δεν είχα συναντήσει ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν νομίζω πως συνηθίζεται.
Έκοβα βόλτες προβληματισμένος. Η παρέα της με είχε βοηθήσει και το κυριότερο είχα καταφέρει, έστω και με καθυστέρηση, να δεχτώ μικροποσότητες ισοτονικών. Υπήρχαν χρονικά περιθώρια, δεν ήμουν πια νεόφερτος, είχα εκπαιδευτεί στις κακουχίες και σκεφτόμουν πως, αν κατάφερνα να πιω, είχα πιθανότητες να βρω δυνάμεις και να φτάσω, έστω και στο παραλίγο, μέχρι το τέρμα.
Της ζήτησα πέντε λεπτά καιρό να το σκεφτώ και μου επέτρεψε να το σκεφτώ όσο θέλω. Όταν της ανακοίνωσα πως, παρά την κατάστασή μου, σκέφτομαι τελικά να συνεχίσω, μου απάντησε με φυσικότητα πως ήταν σίγουρη ότι έτσι θα έκανα. Με εξέπληξε γι’ άλλη μια φορά. Δεν φανταζόμουν πως οι λίγες κουβέντες που είχαμε ανταλλάξει θα της επέτρεπαν πρόσβαση στην ιδιοσυγκρασία μου. Ή εκτός από διατροφολόγος ήταν και ψυχολόγος ή παραήμουν προφανής χαρακτήρας.
Δεν μετάνιωσα που συνέχισα. Η τύχη μου επιφύλαξε νέες εμπειρίες και νέες γνωριμίες, αρκετές για να γραφτεί κάποτε κι ένα δεύτερο μέρος αυτού του κεφαλαίου. Οι συγκυρίες ανταμείβουν αλλιώς όσους δεν έχουν τις δυνατότητες να διεκδικούν αξιόλογη θέση στις κατατάξεις. Αλλά δεν νομίζω πως θα έφτανα μέχρι εκεί, ούτε πως θα απολάμβανα αυτής της συγκυρίας, που τόσο σημαντική υπήρξε στην μετέπειτα πορεία μου. Χωρίς την Ειρήνη δεν θα έχανα απλώς τον αγώνα στον Ταΰγετο, αλλά και πολλά άλλα πράγματα, μ' έναν τρόπο που μόνο ο νόμος των πιθανοτήτων και της εναλλακτικής ιστορίας που δεν θα μάθουμε ποτέ γνωρίζει. Γι’ αυτό και νομίζω πως το πρώτο μέρος αυτού του αγώνα δικαιούται την αυτοτέλειά του.


Τερμάτισα, λοιπόν, τον αγώνα στον Ταΰγετο, ενώ αυτή όχι. Τερμάτισα έκτοτε ένα πλήθος αγώνων, στους οποίους αυτή δεν συμμετείχε. Αλλά, λίγους μόνο μήνες μετά, θα έβλεπα το όνομά της ξανά στις πρώτες θέσεις διάφορων αγώνων. Τον ίδιο κιόλας Σεπτέμβριο, στον ορειβατικό μαραθώνιο του Ολύμπου, απόρησα πως και δεν την είχα συναντήσει, αλλά εντοπίζοντας τη θέση της στην κατάταξη κατάλαβα πως, στο εξής, μόνο τυχαία θα μπορούσα να την συναντήσω, λίγο πριν ή λίγο μετά, αλλά ποτέ κατά τη διάρκεια κάποιου αγώνα.
Η Ειρήνη Χριστάκη
Υπάρχει σοφία στο να διδάσκεσαι από τις εμπειρίες σου. Υπάρχει μεγαλύτερη σοφία στο να μπορείς να διδαχτείς από τις εμπειρίες των άλλων. Στέλνω διαδικτυακά συγχαρητήρια στην Ειρήνη, όταν βλέπω το όνομά της σε κάποια πρωτιά ή σε κάποια καλή θέση. Χαμογελώ με συμπάθεια, κάθε που συμβαίνει αυτό. Είναι λιγάκι δύσκολο να δεχτείς πως μπορεί κάποιος να προοδεύει, ενώ εσύ παραμένεις καθηλωμένος, ακόμα κι αν γνωρίζεις την εξήγηση. Η αυτοπειθαρχία φέρνει καλύτερα αποτελέσματα από τον παρορμητισμό. Η Ειρήνη φρόντιζε τον εαυτό της κι αυτός της το ανταπέδιδε, τη στιγμή που εγώ δεν είχα την παραμικρή ιδέα αν ο αιματοκρίτης μου ήταν ικανός, όχι για πολύωρους, αλλά ούτε καν για μικρούς αγώνες.
Δυστυχώς, δεν είμαι σοφός. Ούτε καν στο βαθμό να μπορώ να χρησιμοποιώ τα γνωστικά μου εφόδια. Επιδιώκω να μοιράζομαι τις όποιες εμπειρίες μου, έτσι ώστε κάποιοι άλλοι να επωφελούνται απ’ αυτές και να μην αισθάνομαι πως πάνε χαμένες. Ο χαρακτήρας μου παραμένει προφανής, τουλάχιστον για έναν ευφυή άνθρωπο. Δεν άλλαξα πολύ από τότε. Κι αν είχα πάλι την ευκαιρία να ξαναβρεθώ στο ίδιο δίλημμα, πάλι το ίδιο θα συνέβαινε. Θα έπαιρνα λίγο χρόνο, όχι για να το σκεφτώ, αλλά για να βεβαιωθώ πως πονά περισσότερο το να παρατήσω παρά να συνεχίσω τον αγώνα και θα επέλεγα να συνεχίσω. Αν η Ειρήνη διαβάζει αυτές τις γραμμές, την φαντάζομαι να παίρνει το ίδιο συγκαταβατικό χαμόγελο και να αισθάνεται σίγουρη πως, έτσι θα έκανα.

   Τον γυρισμό της μιας ώρας, μέχρι την Μεσσήνη, δεν τον κατάφερα μονομιάς. Η αδρεναλίνη υποχωρούσε και παραδινόμουν σε μια κούραση που ζητούσε την αποζημίωσή της. Το κεφάλι μου γύριζε και τα μάτια μου έκλειναν. Ένιωσα πως δεν έχω παραπάνω από πέντε λεπτά περιθώριο. Έπρεπε, το ταχύτερο, να βγω από το στενό δρόμο και να σταματήσω το αυτοκίνητο, πριν πέσω στο τιμόνι. Έστριψα σ’ ένα μικρό ανηφόρι και στάθηκα κάτω από τη σκιά ενός μοναχικού δέντρου. Έγειρα πίσω και κοιμήθηκα αμέσως. Τα γεγονότα της ημέρας στροβιλίστηκαν σε μια πολύχρωμη δίνη, πριν σκοτεινιάσουν κάτω από τα κλειστά βλέφαρα.
Στην αρχή της ημέρας είχα σκεφτεί πως, κάπως έτσι, είναι ο θάνατος. Λίγο πριν βυθιστώ σ’ έναν ύπνο που του έμοιαζε πολύ, σκέφτηκα πως, κάπως έτσι, είναι η ζωή.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Εμείς οι δρομείς.





Κάθε γενικευμένη άποψη για ομάδες πληθυσμού αποδίδει μια μονόπλευρη εικόνα, που δεν έχει να κάνει με την πραγματικότητα, αλλά με ιδεοληψίες και προκαταλήψεις. Επιπλέον, κάθε κοινωνική ομάδα κινείται μέσα σ’ έναν συγκεκριμένο πολιτισμικό χώρο, από τον οποίο έλκει τις καταβολές της. Επακόλουθα, οι παρατηρήσεις και τα όποια συμπεράσματα για την κοινότητα των δρομέων δεν διαφοροποιούνται από οποιασδήποτε άλλης πληθυσμιακής κατηγορίας. Οι δρομείς μεταφέρουν πολλά από τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας που ζουν, αλλά κι επιδρούν σ’ αυτήν, σε μια σχέση αμφίδρομη.
Οι ερασιτέχνες δρομείς θεωρούνταν περίεργοι, μέχρι πολύ πρόσφατα. Αυτό αλλάζει γρήγορα. Σήμερα οι δρομείς διεκδικούν και με την παρουσία τους καταλαμβάνουν το χώρο που δικαιούνται. Κανείς δεν έτρεχε στους δρόμους της πόλης μου, κάποια χρόνια πριν. Ούτε εγώ είχα το θάρρος να το κάνω. Δεν μ’ αρέσει, όπως και σε κανέναν φαντάζομαι, να προκαλώ σχόλια. Ούτε που μου περνούσε απ’ το μυαλό. Χρησιμοποιούσα το αυτοκίνητο για την μετάβασή μου στο στάδιο, 3,5 χιλιόμετρα δρόμος. Τώρα πηγαίνω τρέχοντας χωρίς να νιώθω δακτυλοδεικτούμενος. Ακόμα κι από οικονομικής άποψης είναι αποδεκτό. Η κρίση μας έχει αναγκάσει να βλέπουμε πράγματα που δεν βλέπαμε πριν, κι ίσως εκεί να βρίσκεται η καλή της πλευρά.
Οι ερασιτέχνες δρομείς έχουν περάσει από την απαξία στην αποδοχή κι ενίοτε στον θαυμασμό.  Ας μη βιαζόμαστε όμως. Μολονότι η εικόνα ενός δρομέα αναμφισβήτητα μεταφέρει το μήνυμα μιας σωστότερης ζωής, ωστόσο κανένας δρομέας δεν αποτελεί υπόδειγμα, αν παράλληλα με τη δραστηριότητα του δεν διατηρεί ανεπτυγμένα και τα υπόλοιπα στοιχεία του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του.
Η προσωπικότητα είναι κάτι πολύ σύνθετο. Υπάρχουν άνθρωποι πολύ πιο καλλιεργημένοι, απ’ όσο η μόρφωσή τους μαρτυρά. Γνωρίζω ανθρώπους που με ελάχιστα διαβάσματα διαθέτουν αξιοθαύμαστο επίπεδο σκέψης. Υπάρχει μια μορφή ευφυΐας κι ένα κοινωνικό ένστικτο, που ονομάζεται και συναισθηματική νοημοσύνη. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν άνθρωποι ιδιαίτερης μόρφωσης, που δύσκολα θα μπορούσες να διατηρήσεις ακόμα και μια λογική συζήτηση μαζί τους, ιδίως αν η μόρφωσή τους περιορίζεται σ’ ένα στενό, εξειδικευμένο πεδίο, αφήνοντας όλα τα υπόλοιπα έκθετα σε λογιών αγκυλώσεις. Επίσης, πέρα από το γνωστικό υπόβαθρο, υπάρχουν και οι χαρακτήρες. Κάποιοι ευέλικτοι, προσαρμόσιμοι και δοτικοί, κάποιοι άκαμπτοι, στεγνοί και παγιωμένοι. Ο τρόπος συμπεριφοράς που εμφανίζουμε στο άθλημά μας αντιγράφει εν πολλοίς τα χαρακτηριστικά του χαρακτήρα μας.
Υπάρχουν δρομείς αλαζόνες, μωροφιλόδοξοι, εγωιστές, και μικρόμυαλοι. Κουτοπόνηροι, που κόβουν δρόμο για να κερδίσουν θέσεις. Μίζεροι, που αρνούνται να πληρώσουν τη συμμετοχή τους σε αγώνες, αλλά δεν έχουν πρόβλημα να συμμετέχουν λάθρα, κάνοντας χρήση όλων των παροχών που πλήρωσαν άλλοι. Με υπερτροφικό εγώ, που θεωρεί πως η κοινωνία τους χρωστά κι οφείλει στην ύπαρξή τους. Που δεν είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν το παραμικρό, αλλά απαιτούν να τους παρασχεθούν τα πάντα. Που δεν θα εντάξουν την ατομικότητά τους σε κάτι συλλογικό, θα την εμφανίσουν όμως όπου το συλλογικό έχει κάτι να τους προσφέρει. Που δεν αντιλαμβάνονται πως η αξία βρίσκεται σ’ αυτό που κάνεις για κάποιον άλλον, πέρα από τον εαυτό σου. Που δεν έχουν καν συνειδητοποιήσει πως η δραστηριότητά μας, βασικά, αφορά εμάς και μόνο.
Δρομείς μεσήλικες, που συμπεριφέρονται με τρόπο που αν τον συναντούσες σε δωδεκάχρονο θα τον συμβούλευες να σοβαρευτεί και να ωριμάσει επιτέλους. Κάποτε, σ’ έναν αγώνα 3,5 χιλιομέτρων, στα πλαίσια επαρχιώτικου πανηγυριού, ένας βετεράνος συναθλητής παρατήρησε πως το κύπελλο που κέρδισα στην ηλικιακή μου κατηγορία ήταν κατά τι ψηλότερο, από το κύπελλο που κέρδισε αυτός, στη δικιά του κατηγορία. Νόμιζα πως αστειευόταν, αλλά το εννοούσε. Στα κύπελλα δεν αναγράφονταν στοιχεία, οπότε προθυμοποιήθηκα να τ'  ανταλλάξουμε, αφού το έφερε τόσο βαρέως. Το εννοούσα, αλλά νόμιζε πως αστειευόμουν κι έτσι δεν προχώρησε η ανταλλαγή.
Χειμωνιάτικος Ενιπέας 2010, απονομές.
Αλλά υπάρχουν και οι άλλοι. Αυτοί, που το τρέξιμο διατήρησε τη νεανική τους ζωντάνια, χωρίς ν’ αφαιρέσει από την ωριμότητα της ηλικίας τους. Που ανταγωνίζονται με τον τρόπο που απαιτεί κάθε παιχνίδι που θέλεις να το παίρνεις στα σοβαρά, χωρίς όμως να παραχωρούν τη σοβαρότητά τους. Που είναι ανώτεροι και το δείχνουν κι όχι μόνο με τις επιδόσεις τους. Στον Χειμωνιάτικο Ενιπέα του 2010, ο Δημήτρης Θεοδωρακάκος, στερήθηκε την πρωτιά εξ αιτίας λάθους της διοργάνωσης, ωστόσο, στις απονομές, συνεχάρη θερμά τους δυο πρώτους. Το ύφος του δεν μαρτυρούσε καν δυσφορία ή παραχώρηση. Θυμάμαι κάποιον άλλον ν’ αναστατώνει τον τόπο σε ακτίνα τριών χιλιομέτρων, απαιτώντας κύπελλο κι αθλητική δικαιοσύνη, σε ασήμαντο αγώνα ψυχαγωγικού χαρακτήρα. Έχω δει φιλίες να χαλάνε. Άλλες να χτίζονται και να δυναμώνουν. Ξέρω δρομείς που σηκώνουν τα μανίκια και προσφέρουν έργο για ένα γενικότερο σύνολο. Που αναλαμβάνουν να στήσουν αγώνες βάζοντας το χέρι στην τσέπη τους κι αφαιρώντας χρόνο από τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Υπάρχουν δρομείς που προσφέρονται για εθελοντές. Άλλοι, που σταματούν για να βοηθήσουν κάποιον συναθλητή που το χρειάζεται.
Υπάρχουν κοινωνικοί και αντικοινωνικοί δρομείς. Αυτοί που δεν μπορούν χωρίς συντροφιά κι άλλοι που δυσκολεύονται να σου πουν μια καλημέρα. Δρομείς που εμφανίζονται στο στάδιο, τρέχουν για μήνες στους διαδρόμους του κι εξαφανίζονται μετά, χωρίς κανέναν να γνωρίσουν και χωρίς κανείς να τους γνωρίσει.
Υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι άνθρωποι στο χώρο των δρομέων, που θα ήθελα να ήμουν φίλος μαζί τους. Μ’ αρκετούς το έχω καταφέρει. Είναι αυτοί που μπορείς να συζητάς και να μοιράζεσαι πράγματα πέρα από το τρέξιμο. Η σύμπτωση των αθλητικών δραστηριοτήτων μας είναι σημαντική, όχι όμως αρκετή. Όχι για μένα τουλάχιστον.
Ο Δημοσθένης Ευαγγελίδης.
Χαίρομαι να έχω συμπολίτη και φίλο έναν δρομέα, που μπορώ να φέρνω ως παράδειγμα. Ο Δημοσθένης είναι ένας από τους καλύτερους μαραθωνοδρόμους της χώρας. Το 2010 κέρδισε την πρώτη θέση στην κατηγορία του, στον μαραθώνιο του Χιούστον. Το 2011, τη δεύτερη θέση στον διεθνή μαραθώνιο της Κοπεγχάγης, με ατομικό ρεκόρ, 2.24'29''. Έχει τρέξει τον μαραθώνιο του Ναγκάνο ως επίσημος προσκεκλημένος. Οι αθλητικές του δάφνες δεν έχουν τελειωμό, ούτε χωράνε σε λίγες γραμμές, αλλά δεν είναι αυτές μόνο που τον χαρακτηρίζουν.  Είναι παράλληλα ένας καλός επιστήμονας. Χαρακτήρας μετριοπαθής και πράος. Φιλικός και δοτικός. Μορφωμένος και καλλιεργημένος. Αγαπητός σε όλους. Σεμνός, παρ’ όλες τις διακρίσεις του. Τόσο που ακόμα κι αυτή η αναφορά πρέπει να κρατηθεί σύντομη, γιατί φοβάμαι πως διαβάζοντάς την θα νιώθει άβολα.
Φεύγει, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, από μια πατρίδα που σήμερα διώχνει τα καλύτερα παιδιά της. Θα μας λείψει η μετρημένη του παρουσία. Θα μας λείψει η σκιά που έγραφε γρήγορους γύρους στο εθνικό μας στάδιο, ωστόσο πάντα σταματούσε για λίγες ζεστές κι ειλικρινείς κουβέντες. Είναι οξύμωρο και θλιβερό το ότι ευχόμαστε να καταφέρει να μείνει για πάντα μακριά και να βρει τη ζωή που του αξίζει, ακόμα κι αν η δική μας μένει, κάθε φορά, λίγο φτωχότερη.






  

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Έξη.




   Οι ενδορφίνες είναι φυσικές ουσίες που παράγονται στον εγκέφαλο και η δράση τους είναι ανάλογη των οπιοειδών ουσιών. Είναι ουσίες αντι stress, βασικό δηλαδή στοιχείο ευτυχίας. Επίσης μπορούν και μπλοκάρουν τα μηνύματα πόνου στο νευρικό σύστημα, με αναλγητικά αποτελέσματα ανάλογα, ή και καλύτερα, της μορφίνης. Η ίδια η λέξη προέρχεται από το συνδυασμό των λέξεων ενδογενής και μορφίνη. Με δυο λόγια, πρόκειται για φυσικές ουσίες οι οποίες ανεβάζουν τη διάθεση κι ελαττώνουν τον πόνο. Καθώς τα επίπεδά τους αυξάνονται στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια παρατεταμένης άσκησης - όπως τα περίφημα long runs των δρομέων - σ’ αυτές οφείλεται το λεγόμενο runners high, δηλαδή η περιβόητη ευφορία που νιώθουν οι δρομείς.
Το φαινόμενο της ευφορίας των δρομέων μπορεί να το βεβαιώσει ο καθένας που τρέχει, και χωρίς να χρειαστεί να προβεί σε δηλώσεις. Αυτός που επιστρέφει από το τρέξιμο, παρά την κούραση, μεταφέρει μια ευδιάκριτη ευδιαθεσία, που διαρκεί αρκετά. Αυτό, ωστόσο, που μπορούν να βεβαιώσουν όσοι ζουν με δρομείς, είναι η δυσθυμία, ο εκνευρισμός, ακόμα και οι εκδηλώσεις συνδρόμου στέρησης, που εμφανίζονται όταν, για κάποιους λόγους, ο δρομέας αποκόπτεται από τη δραστηριότητά του. Ιδίως αν αυτό διαρκέσει για αρκετό διάστημα, κάτι σύνηθες σε περιπτώσεις τραυματισμών.
Αυτό είναι εύκολα εξηγήσιμο. Ένας υψηλός πυρετός δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια διάθεσης για τρέξιμο, ένας τραυματισμός, όμως, είναι πραγματικός εφιάλτης για κάποιον που σφύζει από ζωντάνια, αλλά παραμένει καθηλωμένος εξ αιτίας ενός πόνου. Είναι πολύ δύσκολο να βιώνεις για εβδομάδες και μήνες την έλλειψη αυτού που αποτελούσε για σένα τρόπο ζωής. Αν προστεθεί το ότι παρατεταμένη αποχή σημαίνει και μερική απώλεια μιας δύσκολα κεκτημένης φυσικής κατάστασης ή και το χάσιμο ενός πολυπόθητου αγώνα, τότε το πράγμα χειροτερεύει.
Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις όπου το σύνδρομο στέρησης εμφανίζεται κατά τη διάρκεια μιας ολιγοήμερης αποχής, ή, ακόμα και στο διάστημα μιας και μόνης μέρας. Φαίνεται υπερβολικό στον οποιοδήποτε, ακόμα και στον ίδιο το δρομέα πολλές φορές, αλλά συμβαίνει. Δεν υπάρχει προπονητικό πρόγραμμα που να μην προβλέπει μια τουλάχιστον μέρα ξεκούρασης την εβδομάδα, κι όμως ένα μεγάλο ποσοστό δρομέων δηλώνει πως αυτή η μέρα είναι η δυσκολότερη. Σε πρόσφατη έρευνα, στην Αμερική, το μεγαλύτερο ποσοστό των δρομέων δήλωσε πως δεν θα θυσίαζε το τρέξιμό του για ζητήματα όπως, εργασιακή συνάντηση, οικογενειακή συγκέντρωση, συμμετοχή του παιδιού του σε κάποιο αθλητικό γεγονός, ακόμα και ελαφρά αδιαθεσία. Σύμφωνα πάντα με την έρευνα, μόνο η περίπτωση ενός άρρωστου παιδιού θα έκανε τους περισσότερους δρομείς να παρεκκλίνουν από το πλάνο τους, αλλά, και πάλι, ένα διόλου ευκαταφρόνητο 38%, ούτε τότε θα έχανε το τρέξιμό του.
Ίσως πρόκειται για την αρχή ενός προβλήματος που μπορεί να πάρει σοβαρές διαστάσεις, όπως από πρώτο χέρι μου έλαχε να ξέρω. Και μολονότι μ’ αρέσει να αισθάνομαι μοναδικός, δεν νομίζω πως αυτό που μου συνέβη αποτελεί ατομική περίπτωση. Αντίθετα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, συνέβη και συμβαίνει σε πολλά μέλη της δρομικής κοινότητας.


   Κανείς δεν ξεκινάει ξαφνικά να γίνει δρομέας μεγάλων αποστάσεων ή υψηλών επιδόσεων. Αυτά έρχονται με τον καιρό. Είναι όπως μια κουκίδα στον ορίζοντα, που όσο την πλησιάζεις την βλέπεις να μεγαλώνει και να μορφοποιείται. Η ικανότητα για μεγάλες αποστάσεις προκύπτει από τη συνεχή βελτίωση και τη ριζωμένη επιθυμία που μας σπρώχνει πάντα για κάτι καλύτερο. Citius, Altius, Fortiuς.
Ξεκίνησα να τρέχω συμπτωματικά. Την ένδοξη εποχή του Γκάλη και του Γιαννάκη οι αθλητικοί χώροι είχαν γεμίσει με μπασκέτες, τα αθλητικά μαγαζιά με μπάλες καλαθοσφαίρισης και κάθε παρέα είχε μετατραπεί σε μικρογραφία εθνικής ομάδας. Δίπλα στα πολύβουα γήπεδα της περιοχής μου υπήρχε ένα μικρό ανοιχτό στάδιο, με ταπεινή στροφή 200 μέτρων. Μ’ έστελνε σ’ αυτό η ντροπή της ήττας, η αίσθηση της αδικίας, ή ένας καυγάς στα ενδότερα του συγκρουσιακού αυτού παιχνιδιού. Ξεκίνησα να πηγαίνω πιο τακτικά, όταν επέλεξα να ασχοληθώ με την ορειβασία. Η ορειβασία ήταν ένα άθλημα όπως ακριβώς το ήθελα. Με σωματική και ψυχοπνευματική διάσταση. Με κοινωνικότητα και συντροφικότητα. Χωρίς φάουλ, εντάσεις, νικητές και νικημένους. Κάτι που σου χαρίζει την αίσθηση του μεγαλείου, αλλά ταυτόχρονα σε βοηθά να συνειδητοποιείς την ασημαντότητά σου. Το βουνό τοποθετεί τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις. Δεν υπήρξε κορυφή που να μην με βοήθησε να ξεχάσω τις σκοτούρες μου. Όπως και το τρέξιμο, νομίζω πως δεν θα σταματήσω ποτέ να το κάνω.
Για να χαρείς όμως όσα το βουνό έχει να σου δώσει χρειάζεται μια καλή φυσική κατάσταση. Ακόμα και για θέματα ασφαλείας, της δικιάς σου ή του διπλανού σου. Δεν μπορείς ν’ απολαύσεις μια ανάβαση, όταν σε τσακίζει το βάρος του σακιδίου. Ούτε μπορείς να χαρείς μια κορυφή, αν φτάσεις σ’ αυτήν ξεθεωμένος.
Το τρέξιμο, λοιπόν, ήταν απαραίτητο. Πολύ σύντομα, όμως, διεκδίκησε και κέρδισε την ανεξαρτησία του.
Δεν θυμάμαι επακριβώς πως εξελίχτηκε, μπορώ όμως να περιγράψω σε γενικές γραμμές τα στάδιά του. Η διακοσάρα στροφή, πολύ γρήγορα, αποδείχτηκε μικρή και βαρετή. Ο δασικός δρόμος, έρημος τότε, ήταν το επόμενο, φυσικό τερέν. Είχε ανηφόρες, κατηφόρες και στροφές. Πίσω από κάθε στροφή κρυβόταν ένας πίνακας, με μια άγνωστη θέα των λόφων, των βουνών και του κάμπου ανάμεσά τους. Επίσης, όσο μακριά κι αν μου φαινόταν πως πήγαινα, ο δρόμος έμοιαζε να συνεχίζει ατέλειωτος. Κάθε φορά που κατάφερνα να φθάνω λίγο παραπέρα ανταμειβόμουν από μια καινούργια θέα. Και κάθε φορά, πριν αρχίσω να επιστρέφω, έκανα μια μικρή στάση, για να δω πως ο δρόμος συνέχιζε, γεμάτος ομορφιά και υποσχέσεις. Ήταν μια συναρπαστική πρόκληση.
Όλα ακολούθησαν φυσιολογικά. Ήρθαν οι συντροφιές, οι σχέσεις, οι αγώνες. Γνώρισα την μαραθώνια κλασική διαδρομή, το 96, κάνοντας ένα χρόνο αρκετά καλό για κάποιον που δεν είχε πρόγραμμα και χρονόμετρο, αλλά έτρεχε ενστικτωδώς σ’ ένα δασικό δρόμο. Μετά ήρθε και το πρόγραμμα και το χρονόμετρο. Μαζί τους, οι καλύτερες επιδόσεις και οι περαιτέρω φιλοδοξίες. Κάτι που είχε ξεκινήσει ως βοηθητικό άθλημα άρχισε να γίνεται αυτοσκοπός. Ροκάνιζε κομμάτια που είχα φυλαγμένα γι’ άλλες πλευρές της ζωής μου. Μου χάριζε ζωτικότητα, την οποία όμως έπρεπε να διατηρώ για την επόμενη προπόνηση. Συμπεριφερόταν σαν ζηλιάρα ερωμένη, που δεν σου επιτρέπει να κοιτάξεις αλλού. Μου πρόσφερε όμορφες στιγμές, αλλά με απορροφούσε από τα υπόλοιπα ενδιαφέροντά μου, κάτι που το δέχτηκα δίχως ενοχές. Αντίθετα, μεμφόμουν τον εαυτό μου, που ενώ είχε δοκιμάσει τόσα αθλήματα, αυτό, το τόσο απλό κι ωραίο, δεν το είχα γνωρίσει πριν από τα τριάντα τόσα μου χρόνια.
Πτυχές της καθημερινότητας, κοινωνικές σχέσεις, λοιπά ενδιαφέροντα, συρρικνώθηκαν και τοποθετήθηκαν σε τροχιά γύρω από τον ήλιο του νέου αθλήματός μου. Ούτε και τότε υπήρξε πρόβλημα. Άρχισε να εμφανίζεται όμως, σιγά - σιγά, όταν οι προπονήσεις έφτασαν να γίνονται εξαντλητικές. Και καθώς, λόγω ιδεολογίας ή ιδιοτροπίας, απέφευγα τη βοήθεια ακόμα κι ενός απλού διατροφικού συμπληρώματος, έφτανα τακτικά ως το κατώφλι μιας ήπιας υπερκόπωσης. Ένιωθα πως μπορώ να κάνω τα πάντα στο στάδιο - ναι, το στάδιο είχε αντικαταστήσει τον αγαπημένο μου δασικό δρόμο, αφού στους διαδρόμους του λειτουργούσε η ακριβής χρονομέτρηση - αλλά αν το βράδυ χρειαζόμουν ένα ποτήρι νερό θα προτιμούσα να υπήρχε κάποιος που θα μου το φέρει.
Οι έξοδοι τροποποιήθηκαν ώστε να περιλαμβάνουν έγκαιρη επιστροφή για τον βραδινό ύπνο. Δεν υπήρχαν διαλείμματα, ούτε καν τα καλοκαίρια. Κάθε μια από τις ημέρες του χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των ονομαστικών εορτών και γενεθλίων, θα έπρεπε να χωρά τουλάχιστον 10 χιλιόμετρα, αλλιώς δεν ήταν καλή. Όταν δεν το επέτρεπε ο φόρτος εργασίας ή οι οικογενειακές υποχρεώσεις, επιστρατεύονταν οι πιο απίθανες ώρες και τα πιο εξωφρενικά μέρη. Ζούσα δίπλα στη θάλασσα, αλλά δεν έκανα μπάνια. Συνόδευα την οικογένεια και τους περίμενα να βγουν απ' αυτήν, πίνοντας καφέ και καταστρώνοντας το δρομικό μου πλάνο. Ήμουν αρκετά εξαντλημένος και το νερό μου φαινόταν παγωμένο τις λίγες φορές που το δοκίμασα. Αλλά η συναλλαγή δούλευε. Έτρεχα και, παρότι κατάκοπος, γύριζα ευτυχισμένος. Το τρέξιμο μου χάριζε την ευτυχία κι εγώ την αποκλειστική αφοσίωση. Είχα αρχίσει να λησμονώ άλλα πράγματα, που επίσης μου έδιναν χαρά κάποτε.
Κάθε φορά που το συναντώ να συμβαίνει - και συμβαίνει συχνά - μου φαίνεται περίεργο. Άνθρωποι υψηλής αντίληψης, που μπορούν με θαυμαστή ευκολία ν’ αποκωδικοποιούν τρόπους και συμπεριφορές τρίτων, αδυνατούν ν’ αντιληφθούν κάτι εμφανές που ενυπάρχει στους ίδιους και ταλανίζει τη ζωή τους. Δεν ξέρω αν είμαι ευφυής, δεν ξέρω καν αν χρειαζόταν ευφυΐα για να συνειδητοποιήσω τι μου συνέβαινε. Αυτό που με ταρακούνησε ήταν η απλή θλιμμένη παρατήρηση μιας φίλης της παρέας μας, κάποιο βράδυ, σε μια πιτσαρία. (οι δρομείς ξέρουν τι είχα παραγγείλει, ήμουν τόσο σταθερός που δεν άνοιγα καν τον κατάλογο στα εστιατόρια). Η εύστοχη παρατήρηση της ήταν πως έχω χάσει το χιούμορ μου, αυτό το χαρακτηριστικό, που πάντα με συνόδευε. Ακόμα και το χαμόγελό μου, είχε γίνει πια σπάνιο.
Έμεινα συλλογισμένος. Η ίδια δεν είχε τον τρόπο να καταλάβει το γιατί. Εγώ όμως το ήξερα. Η κουβέντα της ήταν ένας καθρέφτης, που απορούσα γιατί έπρεπε κάποιος άλλος να μου τον φέρει μπροστά, ώστε να μπορέσω να δω τον εαυτό μου. Ήταν τόσο φανερό πως το αγαπημένο μου άθλημα είχε από καιρό αρχίσει να επιφέρει ακριβώς τα αντίθετα, από όσα το καθιστούν τόσο ωφέλιμο κι αγαπητό στους πιστούς του.

                                                            -------------------

   Το βιβλίο του Colin Blakemore ‘Η μηχανή του Νου’ είναι από αυτά που θέτουν τη μηχανή του νου μας σε βαθύ προβληματισμό. Η πλήρης εξερεύνηση της λειτουργίας του εγκέφαλου θέλει πολύ δρόμο ακόμα, καθώς το πεδίο αποδεικνύεται άπειρο, όπως και το σύμπαν. Όπως πολύ σωστά αναφέρεται, αν ο ανθρώπινος εγκέφαλος ήταν κάτι απλό, τότε, πάλι, θα ήμασταν πολύ χαζοί για να το κατανοήσουμε. Αυτό που στο προκείμενο μας ενδιαφέρει αφορά το ρόλο της χημείας στη γενικότερη συμπεριφορά. Είναι γνωστό το πόσο αυτή μπορεί να επηρεάζεται από μια απορύθμιση του θυρεοειδούς, από μια κλιμακτήριο, ή από μια απλή έλλειψη ύπνου. Η θεωρία πως τα πάντα είναι θέμα χημείας στοιχειοθετείται με τρόπο που δεν μπορείς να αρνηθείς, αλλά και δυσκολεύεσαι να παραδεχτείς. Βάσει της θεωρίας, η κάθε συμπεριφορά ακολουθείται (ή μήπως ακολουθεί;) μια συγκεκριμένη χημική αντίδραση που λαμβάνει χώρα στον εγκέφαλο.
Είναι, λοιπόν, ο έρωτας θέμα χημείας; Είναι το γέλιο ή η θλίψη αποτέλεσμα ένωσης ουσιών; Είναι η παραβατική  συμπεριφορά κατάληξη μιας ιδιοτροπίας των ορμονών; Η οργή; Η κατάθλιψη; Το πάθος; Αν ναι, τότε αυτό που ονομάζουμε ελεύθερη βούληση δεν είναι άλλο από μια ψευδαίσθηση; Είναι οι αξίες μας θέμα ορμονών κι όχι κουλτούρας; Μήπως η συμπεριφορά μας οφείλεται σε ρυάκια ουσιών που σμίγουν και χωρίζουν κι όχι σε θέματα ανατροφής και διαπαιδαγώγησης;
Και, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν η εξάρτησή μου από το τρέξιμο αποτέλεσμα εθισμού σε ουσίες που, αν και απόλυτα φυσικές, λειτουργούσαν όπως τα ναρκωτικά;


   Στα είκοσι χρόνια που τρέχω υπήρξαν αρκετοί, λιγότερο ή περισσότερο σοβαροί, τραυματισμοί. Τους περισσότερους τους προκαλούσα μόνος μου. Στην αρχή ήταν η κατάχρηση, που επέφερε το πρώτο πλήγμα. Ακολουθούσε η άρνηση συμμόρφωσης απέναντι σε εύλογες οδηγίες. Θύμα στενοκεφαλιάς, (ή ίδιον εξαρτημένου ατόμου;) κατάφερνα να μετατρέπω κάτι αρχικά ασήμαντο σε σοβαρό. Ό,τι θα μπορούσε να ιαθεί με λίγες μέρες ανάπαυλας, το έφερνα σε κατάσταση που απαιτούσε εβδομάδες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μήνες.
Το πρώτο μου σοβαρό τραυματισμό τον βίωσα τόσο βασανιστικά, που, ακόμα και σήμερα, ζω με τη φοβία της επανάληψής του. Θυμάμαι τις ατέλειωτες μέρες στην αίθουσα των βαρών του εθνικού σταδίου, όπου προσπαθούσα να παρηγορηθώ μ’ εναλλακτικές ασκήσεις. Θυμάμαι ν’ ασφυκτιώ, ν’ ανοίγω την πόρτα, ίσα για να βλέπω την παρέα των φίλων μου να τρέχει και να αισθάνομαι σαν  θηρίο στο κλουβί του. Ωστόσο, το αποτέλεσμα ήταν πως αυτό που αδυνατούσα να πράξω αυτοβούλως, το έπραττα αναγκαστικά. Ήμουν σε υποχρεωτική  αποχή από το τρέξιμο. Δεν έτρεχα, διότι δεν μπορούσα να τρέξω.
Σ’ έναν από τους ύστερους, όμως, τραυματισμούς οι αντιδράσεις μου ήταν διαφορετικές. Δεν μ’ ενδιέφερε πια να τρέξω, διότι δεν είχα το κουράγιο ν’ αρχίσω από την αρχή, ούτε να ξεκινήσω μια καινούργια πάλη με το χρονόμετρο. Άλλωστε, είχαν περάσει χρόνια, κι ίσως να μην είχα καν την ικανότητα να επανέλθω στο παλιό μου επίπεδο. Τι νόημα είχε, λοιπόν, να επιμείνω σε κάτι που δεν θα μπορούσα πια να το κάνω καλύτερα, απ’ ότι το έκανα κάποτε;
Σταμάτησα το τρέξιμο. Επέστρεψα ξανά στα παλιά μου ενδιαφέροντα. Μ’ έπιασε απελπισία όταν συνειδητοποίησα πόσο πίσω είχαν μείνει τα διαβάσματά μου. Δεν μπορούσα πια να συνεισφέρω πολλά στις σοβαρές συζητήσεις της παρέας. Άρχισα να βλέπω μανιωδώς κινηματογράφο, έπρεπε να καλύψω τα κενά. Βιαζόμουν να επουλώσω τα χάσματα που είχαν δημιουργηθεί. Ήταν η εποχή που έγραφα βιβλία, και δεν μπορείς να γράφεις βιβλία αν δεν διαβάζεις βιβλία, όπως δεν θα μπορούσα να γράψω για το τρέξιμο αν δεν έτρεχα. Με βοηθούσε που οι μέρες μου είχαν πια περισσότερες ώρες. Τα απογεύματα είχαν ελευθερωθεί και μεγαλώσει. Μπορούσα να παρακολουθώ συναυλίες που ξεκινούσαν στις 12 το βράδυ και τελείωναν στις 4,30 το πρωί. Δεν υπήρχε long run στο πρόγραμμα της επομένης. Ήμουν ελεύθερος. Κι υπήρξαν στιγμές που έφτασα να μέμφομαι το τρέξιμο, γι’ αυτά που είχα στερηθεί εξ αιτίας του.
Παρόλο, λοιπόν, που το τρέξιμο, μ’ όλες τις παράγωγες ουσίες του, είχε ενσωματωθεί στη ζωή μου, εν τούτοις, είχα καταφέρει να μπαινοβγαίνω. Και όταν επανήλθα, οριστικά αυτή τη φορά, έχω την πεποίθηση πως δεν ήταν οι ενδορφίνες μου που το αποφάσισαν.


Πρωί Κυριακής, 7 Σεπτεμβρίου 2008
   Το πρώτο Σαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου του 2008 το πρόγραμμα του ορειβατικού μου συλλόγου προέβλεπε ανάβαση στον Όλυμπο, από τη δύσκολη και μακρινή κόψη του Μπαρμπαλά. Ήταν μια από τις πιο ζεστές μέρες που θυμάμαι. Επιπλέον, λίγο πριν βγούμε από την πίσω πλευρά στο καταφύγιο του Σ.Ε.Ο. Θεσσαλονίκης, ένα πέρασμα μου φάνηκε αρκετά επικίνδυνο, για να επιχειρήσω να το κατεβώ την επομένη. Έτσι, το πρωί της Κυριακής, επιστρέφαμε από διαφορετική διαδρομή, από το μονοπάτι που περνά από το λαιμό της Σκούρτας.
Το τρέξιμο και οι αγώνες ήταν παρελθόν, ορισμένων, αλλά καθοριστικών μηνών. Ένα φοβερό στραπάτσο στο μαραθώνιο της Ζυρίχης, κι ένα επόμενο στο Περτούλι, ήταν το πλήγμα στον εγωισμό που συμπλήρωνε τους λόγους της απόφασής μου, να αποκοπώ οριστικά από κάτι στο οποίο, έτσι κι αλλιώς, παρέμενα με μισή καρδιά. Έκανα θαλασσινά μπάνια με την ψυχή μου εκείνο το καλοκαίρι, που σε συνδυασμό με τις αναβάσεις μου στα βουνά καθιστούσαν το ζήτημα της φυσικής μου κατάστασης καλυμμένο.
Και δεν ξέρω ποια θα ήταν η εξέλιξη της ζωής μου, αν επιστρέφαμε από την ίδια που ανεβήκαμε διαδρομή. Ή αν επρόκειτο για μια Κυριακή από τις συνηθισμένες. Απορώ πόσο αψήφιστα είχα πάρει το γεγονός πως βρισκόμουν στον Όλυμπο μια πολύ συγκεκριμένη και σημαδιακή μέρα. Την μέρα που, κάποτε, περίμενα έναν ολόκληρο χρόνο για να έρθει. Την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, που από παράδοση φιλοξενούσε τον αγαπημένο μου αγώνα. Τον ορειβατικό μαραθώνιο του Ολύμπου.
Ο Νίκος Σιδερίδης
Κατεβαίνοντας την περιβόητη για την κλίση της Σκούρτα, είδαμε τον πρώτο, άγνωστο σε μένα, αθλητή ν’ ανεβαίνει. Τον ενθάρρυνα, ενώ είδα να πλησιάζει κι ο δεύτερος. Όταν συναντηθήκαμε τα πρόσωπά μας έλαμψαν. Ήταν ο Νίκος. Τον ήξερα από παλιά, νεαρό ακόμα. Είχα ακούσει πως έκανε προόδους στο άθλημα, αλλά εγώ ήμουν έξω απ’ αυτό για να γνωρίζω λεπτομέρειες. Το διαπίστωνα τώρα και με χαροποιούσε, καθώς θεωρώ πως ήμουν ένας απ’ αυτούς που τον επηρέασαν στο ξεκίνημά του. Σήμερα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στο χώρο του ορεινού τρεξίματος.
Με την ομάδα μου χειροκροτήσαμε, έναν έναν, όλους τους αθλητές, μέχρι τον τελευταίο. Και ζήλεψα έναν έναν, όλους τους αθλητές, μέχρι τον τελευταίο. Γιατί κι ο τελευταίος, ίδρωνε, πάσχιζε, δεν θα κατάφερνε να τελειώσει τον αγώνα, αλλά ήταν εκεί. Σε κάθε έναν από τους ανθρώπους που πάλευαν με μια ανυπόφορη θερμοκρασία, σε μια ατέλειωτη ανηφορική διαδρομή, έβλεπα ξανά τον εαυτό μου. Εκείνη τη στιγμή είχα γυρίσει. Δεν έτρεχα, αλλά ήμουν πάλι δρομέας. Η απόφαση πάντα προηγείται και το σώμα ακολουθεί.
Την επόμενη κιόλας εβδομάδα πάσχιζα να βγάλω έναν αγώνα 16 χιλιομέτρων στα Γιαννιτσά. Την αμέσως επόμενη, έναν ημιμαραθώνιο στην Αριδαία. Την αμέσως επόμενη, τον πρώτο ορεινό αγώνα στον Μπούρινο. Ήταν Σεπτέμβριος του 2008 κι είχα αποδυθεί σ' ένα αγωνιστικό σερί που, αν και εξασθενημένο λόγω κρίσης, διαρκεί ακόμα. Ήμουν σαν ένας διψασμένος που βουτούσε ολόκληρος στη στέρνα. Ένας αναβαπτισμένος πιστός. Ένας εμφορούμενος από μια ζωογόνο μανία.
Επρόκειτο για μια φρενίτιδα. Το 2009 έτρεξα σε 23 αγώνες - η βενζίνη ήταν φθηνή τότε και μπορούσα να τραβολογιέμαι στα διάφορα σημεία της χώρας. Το 2010 σε 25. Το 2011 μόνο 12, αλλά ήταν οι μεγαλύτεροι που έχω τρέξει ποτέ. Για πάνω από 3 χρόνια δεν υπήρξε Κυριακή με αγώνα εντός ή και εκτός βολής, από Θράκη μέχρι Πελοπόννησο, που το όνομά μου να λείπει από τη λίστα των συμμετοχών. Ξανάγινα συνδρομητής στο αγαπημένο μου περιοδικό, Runners World. Προμηθευόμουν ταυτόχρονα και το ελληνικό. Έστειλα επιστολή στη στήλη των αναγνωστών του, σχετική με την επιστροφή μου στο άθλημα, και κέρδισα ένα ζευγάρι Ν.Β. Δεν ήταν αρκετά, αφού, ταυτόχρονα, είχε επιστρέψει και το πάθος μου για τα αθλητικά παπούτσια. Τα ράφια μου σύντομα γέμισαν από μοντέλα όλων των εταιριών - ακόμα διαθέτω αφόρετα ζευγάρια τα οποία μπορούν να με καλύψουν για μια μακρά περίοδο οικονομικής ύφεσης. Ξαναβρήκα τους φίλους μου και τις παλιές μας συζητήσεις. Ξαναθυμήθηκα τις ιστορίες που μας συνέδεαν, τόσα χρόνια, σε προπονήσεις και αγώνες. Το τρέξιμο μπήκε στο καθημερινό μου πρόγραμμα. Ούτε μια μέρα χαμένη, όπως παλιά. Η ζωή μου είχε ξαναβρεί το χαμένο της στόχο.
Με λίγα λόγια, ήμουν πάλι εξαρτημένος.



Όχι. Δεν ήμουν.
Δεν υπήρχε πια άγχος, μόνο χαρά. Δεν υπήρχαν χρονομετρημένες προπονήσεις, αλλά αποστάσεις γενικής διάρκειας. Δεν υπήρχαν απαιτήσεις επιδόσεων, ήξερα πως ποτέ δεν θα ξανάβρισκα την παλιά μου, όχι σπουδαία έτσι κι αλλιώς, ταχύτητα. Ανακάλυψα, όμως, πως μπορώ να πηγαίνω μακρύτερα, περισσότερο απ’ όσο ποτέ μου είχα φανταστεί. Η έκταση της απόστασης που μπορούσα να καλύψω ήταν η νέα μου και απείρως συναρπαστικότερη πρόκληση. Στους περισσότερους πλέον αγώνες κατατασσόμουν αρκετά κάτω από τη μέση, αλλά ήμουν με ασφάλεια μέσα στα χρονικά περιθώρια των διοργανωτών. Δεν μ’ ένοιαζε η θέση, μ’ ένοιαζε να τελειώσω εμπρόθεσμα, όσους περισσότερους αγώνες μπορώ, κι αυτό το κατάφερνα ακόμα και στους πιο απαιτητικούς από αυτούς.
Και, το κυριότερο, ήμουν ο εαυτός μου. Με το χιούμορ και τα ενδιαφέροντά μου. Με τις παρέες και τις συντροφιές μου. Η προετοιμασία και οι αγώνες δεν ήταν ψυχικό άγος, αλλά μια γιορτή από την οποία δεν ήθελα  να λείπω.  Η συμμετοχή μου σ’ αυτούς συνδεόταν με την ευκαιρία για μια οικογενειακή εκδρομή ή ένα ταξίδι, όπου όλοι ήμασταν ικανοποιημένοι. Τα ξενύχτια περιορίστηκαν πάλι, αλλά δεν ήταν παραχώρηση στον επανακτημένο τρόπο ζωής μου. Δεν ήθελα να ξενυχτώ, έτσι κι αλλιώς. Με τα χρόνια οι συνήθειες αλλάζουν. Ως νέος, σπάνια έβλεπα την ανατολή. Τώρα προτιμώ να πετιέμαι γεμάτος ζωντάνια από το κρεβάτι, κάτι που το οφείλω στο τρέξιμο.
Είμαι, λοιπόν, ξανά στο δασικό μου δρόμο και ξαναβρίσκω το παιδί που ήμουν, μέσα στις διαδρομές του. Μετρώ το αεροβικό μου κατώφλι όχι με ρολόγια, αλλά με την ικανότητα να συντηρώ μια κουβέντα με τους φίλους μου, τρέχοντας στον καθαρό αέρα και στα εναλλασσόμενα τοπία.
Κι ας κάνω πάλι τα παλιά μου λάθη. Αυτή τη στιγμή ένας πόνος στο γόνατο δεν θα υπήρχε, αν εφάρμοζα σε πράξη μερικά απ’ όσα η πείρα μου δίδαξε. Μόνο να ελπίζω μπορώ πως δεν θα χειροτερέψει, γιατί σκοπεύω πάλι να τρέξω αύριο. Αργά έστω, αρκεί να τρέξω. Αυτούς τους δύσκολους καιρούς το έχω περισσότερο ανάγκη από ποτέ. Τα ψυχοφάρμακα ας περιμένουν άλλους στα ράφια των φαρμακείων. Οι ενδορφίνες μου κάνουν υπέροχη δουλειά.
Αλλά δεν επιλέγουν αυτές τον τρόπο της ζωής μου. Η μουσική δεν ενεργοποιεί ενδορφίνες, κι όμως, αν για κάποιο λόγο δεν μπορούσα ν’ ακούω, θα εμφάνιζα στερητικά συμπτώματα. Όλα τα πάθη και οι λαχτάρες μας δεν είναι χημικοί εθισμοί, κι ας μοιάζουν. Το θύμα ενός άτυχου έρωτα μπορεί να αντιδρά όπως κάποιος χρόνια καταθλιπτικός, ο καθαυτός έρωτας, όμως, είναι πηγή δύναμης κι ευτυχίας. Χιλιάδες άνθρωποι πηγαίνουν στην εκκλησία, κάθε Κυριακή. Άλλοι τόσοι παρακολουθούν  ποδόσφαιρο, κάθε Κυριακή.
Εγώ, είτε σε αγώνες, είτε στον αγαπημένο δασικό μου δρόμο, τρέχω κάθε Κυριακή. Όχι γιατί μου το επιτάσσουν χημικοί λόγοι, αλλά γιατί αυτό είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής μου.
Έτσι το νιώθω, τουλάχιστον.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Ο βασιλιάς κι ο τελευταίος στρατιώτης.

στη μνήμη Νίκου Νίντου


Μέχρι πριν από κάποια χρόνια έπαιζα σκάκι. Όπως μ’ όλα τα πράγματα με τα οποία έχω κατά καιρούς καταπιαστεί το έφτασα κι αυτό σ’ ένα αξιοπρεπές ερασιτεχνικό επίπεδο και τίποτα παραπάνω. Σταμάτησα κάποτε, όταν αποφάσισα πως μου τρώει πολύ χρόνο. Αφορμή υπήρξε και μια φίλη μου, μαθηματικό μυαλό κι επάγγελμα, με την οποία διεξήγαγα τις τελευταίες μου παρτίδες. Συνήθως την κέρδιζα, αλλά ήταν ο τύπος που δεν τα παρατούσε, ακόμα κι όταν γινόταν φανερό πως δεν είχε τρόπο ν’ ανατρέψει το παιχνίδι. Αγωνιζόταν μέχρι και τον τελευταίο της στρατιώτη. Κι όταν αυτός έπεφτε, έπρεπε να κυνηγώ το βασιλιά της μέχρι το έσχατο τετράγωνο. Η τελευταία μας παρτίδα άγγιξε τις 2,5 ώρες. Παρότι έχανε, έδειχνε πολύ ικανοποιημένη που είχε παλέψει μέχρι το τέλος, αντίθετα με μένα που με φόρτιζε η οριστικοποίηση μιας βέβαιης νίκης, που όμως καθυστερούσε εκνευριστικά.
Το σίγουρο είναι πως ο χρόνος που αφιέρωνα στο σκάκι ήταν αρκετός για μια στατιστική πιθανότητα του θανάτου μου πάνω στην σκακιέρα, πόσο μάλλον που συνοδευόταν από καθισιό και άγχος. Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η πιθανότητα να πεθάνω κάποιες ώρες μετά την παρτίδα. Θα μπορούσα να πεθάνω διαβάζοντας, γράφοντας ή βλέποντας κινηματογράφο. Μόνο που κανείς δεν θα συνέδεε το θάνατό μου με το σκάκι, το διάβασμα, το γράψιμο ή το σινεμά.
Αλλάζω σκηνικό. Το φθινόπωρο του 2011 τερμάτισα τρεις μαραθώνιους σε τρεις εβδομάδες. Βερολίνο, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι. 6 μέρες μετά ξεκινούσα το VFT των 120 ορεινών χιλιομέτρων. Το τερμάτισα κι αυτό. Όλα μέσα σε διάστημα ενός μήνα. Έζησα μια από τις ωραιότερες περιόδους της ζωής μου, που ακόμα κι αν βρω τη δύναμη δεν θα βρω τον κουμπαρά για να την επαναλάβω. Μην βιαστείτε να με μεμφθείτε, αυτά που διαβάζετε δεν είναι αποτέλεσμα κρίσης αλαζονείας. Είναι τα αποτελέσματα ενός πειράματος που δεν θέλω να κρατήσω για τον εαυτό μου. Ανάλογα πειράματα θα έχουν κάνει κι ο φίλος μου Δημήτρης Βενετικίδης ή ο αγαπητός Γιάννης Γερμακόπουλος, (περιορίζω το παράδειγμα σε ίδιας ή και μεγαλύτερης από μένα ηλικίας αθλητές), αλλά αυτά δεν αφορούν τους περισσότερους από εμάς. Πρόκειται για χαρισματικές περιπτώσεις ατόμων, που μας εμπνέουν, αλλά δεν γίνεται να μιμηθούμε όσα κάνουν, παρά μόνο προσαρμόζοντάς τα στα δικά μας δεδομένα. Αλλά τους αγώνες που κατάφερα εγώ, είμαι σίγουρος, τους μπορούν οι περισσότεροι, πόσο μάλλον στους συγκεκριμένους χρόνους, που δεν αναφέρω γιατί είναι αστείοι. Ακόμα κι αυτοί, όμως, μου επιτρέπουν να θαυμάζω αυτήν την υπάκουη και προσαρμοστική μηχανή που μου χάρισε η φύση. Να αισθάνομαι περήφανος και ν’ απολαμβάνω τη διάσταση που αυτή η μηχανή δίνει στην ελευθερία μου.
Δυστυχώς, αποδεικνύεται πως μερικές φορές η καταπληκτική αυτή μηχανή μπορεί να σταματήσει και μάλιστα ξαφνικά κι αδικαιολόγητα. Αποδεικνύεται πως όσο γερή κι αν την πιστεύουμε, η καρδιά μας μπορεί να πάψει να χτυπά. Όχι όμως πριν μας χαρίσει μερικές από τις ομορφότερες βόλτες της ζωής μας. Όχι πριν μας οδηγήσει στην πιο απομακρυσμένη κι αντίπερα όχθη του θανάτου. Μόνο ο έρωτας μπορεί να καταφέρει κάτι ανάλογο, αλλά κι αυτό η ποίηση στην καρδιά το αποδίδει.
Οι αιφνίδιοι θάνατοι δρομέων μας φέρνουν σε δυσάρεστη θέση άμυνας απέναντι στους άλλους και σε άβολη απέναντι στον εαυτό μας. Φαντάζομαι πως οι περισσότεροί μας ανακουφίζονται ν’ ακούσουν πως ο θάνατος του δρομέα δεν έχει σχέση με τη δραστηριότητα με την οποία ήταν συνδεδεμένη η ζωή του. Καθώς δεν είμαστε χαρισματικοί όπως οι προαναφερόμενοι αθλητές, το όριο της υπερβολής είναι εφικτό κι αρκετοί το ξεπερνάμε. Έτσι, τέτοια περιστατικά μας προκαλούν και κάποια δικαιολογημένη ανησυχία. Μήπως κι εμείς;
Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα σχετικά άρθρα και τα σχόλια που ακολούθησαν το θλιβερό περιστατικό, μήπως βρω κάτι που θα μπορούσε να με προφυλάξει από ανάλογη μοίρα. Ναι, το γνωρίζω, είναι απαραίτητες οι ιατρικές εξετάσεις. Μην ακολουθείτε το παράδειγμά μου, εγώ δεν κάνω ποτέ. Τρέχω για ν’ αποφεύγω τους γιατρούς κι όχι για να τους βλέπω πιο τακτικά απ’ όσο οι καθιστικοί τύποι. Μόνο οι ορθοπεδικοί σπάζουν τον κανόνα. Επίσης ο φόβος μιας γενικής εξέτασης με στρεσάρει τόσο που νομίζω πως θ’ αρρωστήσω περιμένοντας τ’ αποτελέσματα. Παραείμαι δειλός για να κάνω εξετάσεις. Ιδίως όταν το λιγότερο που περιμένω απ’ αυτές είναι να μου υποδείξουν χαμηλά επίπεδα σιδήρου, πράγμα που σημαίνει πως είτε εγκαταλείπω την επιθυμία των υπεραποστάσεων είτε μπαίνω σε διαδικασία διατροφικών συμπληρωμάτων, που δεν επιθυμώ. Θ’ αρκεστώ στο σίδηρο που περιέχει το πιάτο μου. Επαναλαμβάνω, δεν είναι συμβουλή για σας. Ακολουθείστε όσα οι ειδικοί συνιστούν. Έχουμε εξαιρετικούς γιατρούς, προπονητές και διατροφολόγους στο χώρο μας. Εγώ δεν είμαι τίποτα απ’ όλα αυτά.
Κι όμως, αν κάτι μ’ ενοχλεί περισσότερο στην ιδέα ενός ξαφνικού θανάτου μου είναι αυτό που προείπα. Ότι θα συνδυαστεί με τη δραστηριότητα που μου χαρίζει ζωή κι ευτυχία. Καθώς τελευταία έχω αδυνατίσει κάπως, ήδη ο κύκλος μου συσχετίζει τη γενικότερη υγεία μου μ’ αυτό. Και τουλάχιστον σε τρεις περιπτώσεις έπιασα την καρδιά μου να χτυπά σε ρυθμούς που μου φάνηκαν όχι απλώς προειδοποιητικοί, αλλά αποχαιρετιστήριοι.
Ωστόσο, όλες τις υπόλοιπες φορές, τα φτερουγίσματα της καρδιάς μου ήταν τόσο ευεργετικά που θα έλεγα χαλάλι, σ’ οτιδήποτε. Κι ας με τρομάζει η ιδέα πως με λιγότερο καλή τύχη θα χρησίμευα ως αρνητικό παράδειγμα για τους φίλους μου δρομείς, ενώ φροντίζω επιμελώς για το αντίθετο. Αλλά δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω  γι’ αυτό.  Πόσο μάλλον όταν δεν κάνω αυτό που ξέρω πως πρέπει.
Τον κύριο Νίκο δεν τον γνώριζα. Η είδηση για το θάνατο ενός δρομέα έφτασε στον απόηχο του μεγάλου αγώνα. Κατόπιν, στο φόρουμ του RN, ήρθαν οι πρώτες πληροφορίες. Επρόκειτο για γνωστό άτομο, διαπίστωσα. Μεσολάβησαν κάποιες στιγμές άρνησης από τον περίγυρό του, αλλά οι μετέπειτα ειδήσεις διέλυσαν τις ελπίδες. Ήταν κάποιος γνωστός κι αγαπητός, ακόμα και σε μερικούς που δεν τον είχαν συναντήσει ποτέ. Έμαθα πως τον θρήνησαν στην κηδεία του κι έτρεξαν σε αγώνα που έγινε στη μνήμη του. Διάβασα πλημμυρισμένα από συγκίνηση σχόλια. Νομίζω πως τα ειλικρινή συλλυπητήρια είναι η καλύτερη παρηγοριά για τους συγγενείς. Οι συγγενείς σηκώνουν το περισσότερο βάρος, αλλά πάντα κάποιο μέρος του ελαφρύνεται απ’ όσους συναισθηματικά βρίσκονται κοντά τους. Και, στην συγκεκριμένη περίπτωση, κοντά τους βρέθηκαν πολλοί.
Δυστυχώς, το αιωνία η μνήμη είναι ένα συμβατικό ψέμα που αιωρείται μέσα κι έξω από τις εκκλησιές. Εκτός κι αν ο αγώνας καθιερωθεί σε ετήσια βάση, η μνήμη του κύριου Νίκου δεν θα είναι αθάνατη. Η μνήμη όλων μας θα σβήσει μαζί με τον τελευταίο άνθρωπο που θα μας θυμάται. Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα και κανείς δεν μπορεί να μας μεμφθεί γι’ αυτό. Κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει περισσότερα.
Φαίνεται, όμως, πως ο κύριος Νίκος κατάφερε περισσότερα απ’ όσα του ζητήθηκαν. Κατάφερε να κερδίσει το γύρω του κόσμο. Να αγαπηθεί, κάνοντας αυτό που αγαπά. Να συγκεντρώσει γνωστούς κι άγνωστους σ’ ένα κύκλο που δεν χωρά καμιά αντιπαράθεση. Κατάφερε να αποκτήσει το ειδικό βάρος όσων η απουσία γίνεται αισθητή, ακόμα και σ’ αυτούς που δεν τους γνώρισαν. Είναι τυχεροί κι άξιοι όσοι φεύγοντας από τις ζωές μας παίρνουν ως αντίδωρο κάτι από αυτά που μας χάρισαν.
Η θρησκευτική εκδοχή της μετά θάνατον συνέχειας παραμένει η πλέον παρηγορητική. Η επιστημονική θεωρία περί της μετατροπής μας σε αστρόσκονη, που θα συνενωθεί για να σχηματίσει νέα πράγματα, μάλλον είναι λιγότερο παρηγορητική, αλλά περισσότερο αλτρουιστική. Θα τελειώσουμε εμείς, για να ξεκινήσει κάτι άλλο. Σκέφτομαι πως αυτό καθιστά το θάνατο δυσκολότερο για τους εγωιστές κι ευκολότερο γι’ αυτούς που έχουν μάθει να δίνουν.
Δεν ξέρω αν ο κύριος Νίκος συνήθιζε τις εξετάσεις, ούτε τι αυτές του υπέδειξαν. Έχω την αίσθηση, όμως, πως έζησε σαν βασιλιάς μέχρι την τελευταία του στιγμή, μέχρι τον τελευταίο του στρατιώτη. Δεν ξέρω αν θα προτιμούσε να παρατήσει την παρτίδα για να ζήσει μια μεγαλύτερη κι άπραγη ζωή. Ξέρω ότι έφυγε με το ίδιο χαμόγελο που είχε η φίλη μου, όταν η παρτίδα τέλειωνε, όχι όμως πριν εξαντλήσει την έσχατη σταγόνα που της έδινε έργο και νόημα. Έτσι, ας μου επιτραπεί να αφιερώσω στον κύριο Νίκο το παρακάτω, γλυκό σαν βάλσαμο, τραγουδάκι. Είναι γραμμένο για έναν κύριο Νίκο που γνώρισα πριν φύγει, αλλά νομίζω πως ταιριάζει και σ’ αυτόν που γνώρισα μετά την αναχώρησή του. 

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Aπολογισμός 2012.



Για μένα είναι 15. Για εσάς, παραπάνω ή παρακάτω. Αλλά, για να διαβάζετε αυτές τις γραμμές, μάλλον υπάρχουν. Για τους αγώνες μιλάω, και τις στιγμές που μέσα τους ζούμε. Που τις σταχυολογούμε κάθε που ο χρόνος αναχωρεί. Τις δικές μας στιγμές, τις ιδιαίτερες. Αυτές που δεν ξεθωριάζουν με τον καιρό. Που τις σκεφτόμαστε χαμογελώντας. Που δεν τις χρωστάμε πουθενά, γιατί τις κερδίσαμε με την αξία μας. Που δεν ενδιαφέρουν κανένα ανταλλακτήριο, δεν θα τις εξαργυρώναμε, έτσι κι αλλιώς.

Ανατρέχοντας σ’ αυτές, τις ξαναζώ. Άλλωστε, είναι τόσο δυνατές, που μπορούν να τινάζουν τα στρώματα των βαριών σκέψεων και να επιστρέφουν από μόνες τους. Σαν ζωντανές εικόνες. Σαν συναισθήματα παντοτινά. Σαν αναμνήσεις και σαν προτροπές. Σαν στηρίγματα στο ταρακούνημα των καιρών που ζούμε.

Δεν ξέρω αν θυμάστε εκείνο το χρυσαφί δέντρο, λίγο πάνω από τη διαδρομή, στο Πάικο. Αν όχι, σίγουρα, θα θυμάστε κάτι άλλο που εμένα μου διέφυγε. Δεν ξέρω αν γνωρίσατε αξιόλογους ανθρώπους, ή αν δέσατε φιλίες, όπως είχα την τύχη εγώ να κάνω. Αλλά θα γνωρίσατε κάποιους άλλους, που εγώ δεν έτυχε. Θα πετύχατε τους στόχους σας, κι αν όχι δεν θα στεναχωρηθήκατε γι’ αυτό, έτσι δεν είναι; Παραμένουν μπροστά σας και σας περιμένουν.

Αλλά, σίγουρα, νιώσατε πλούσιοι, αφού πλούσιος είναι όποιος τη ζωή του γέμισε μ’ εμπειρίες. Όποιος έχει καλή υγεία και κράση μικρού παιδιού. Όποιος έχει γύρω του αγαπημένα πρόσωπα. Αρκετά οικονομικά ζόρια τραβώ τελευταία, ωστόσο δεν θα άλλαζα τη θέση μου με κανέναν από τους γνωστούς μου κατέχοντες.  Κι εσείς το ίδιο, φαντάζομαι.

Αν όχι, αν κάτι από τα παραπάνω δεν ισχύει, αν οι στιγμές σας είχαν περισσότερη απογοήτευση και άγχος απ’ όση χαρά και διασκέδαση, τότε ελαττώστε τις προπονήσεις κι εστιάστε μέσα σας. Δοκιμάστε να δείτε τα πράγματα αλλιώς. Δεν είναι δύσκολο. Μια μικρή μετατόπιση της σκέψης είναι, μια στιγμιαία αναλαμπή. Έτσι κι αστράψει, σταματάμε να χτυπιόμαστε στο τζάμι κι απλωνόμαστε στον ανοιχτό ορίζοντα.

Κι όσο για τη νέα, δύσκολη για όλους μας, χρονιά, ας προσπαθήσουμε να ξαναβρεθούμε. Ας πλημμυρίσουμε τους αγώνες, ας γεμίσουμε με μικρές, σύντομες γιορτές τη ζωή μας. Από κάθε Δευτέρα θα ξεκινά μια δύσκολη εβδομάδα, αλλά τις Κυριακές δεν θα μας νοιάζει αυτό. Δεν θα βρίσκει ανάμεσά μας τόπο η μελαγχολία. Θα χαθεί σε μια στροφή μονοπατιού, θα την παρασύρει κάποιο ατίθασο ρέμα. Θα ξαναβρούμε τους φίλους μας και θα μοιάζουν όλα όπως πριν. Θα ανανεώσουμε τα ραντεβού μας και θα κυνηγήσουμε τους καινούργιους μας στόχους. Θα καταστρώσουμε τα μελλοντικά μας σχέδια, κι ας μην γίνει δυνατόν να πραγματοποιηθούν όλα. Και μόνο που τα ονειρευόμαστε αρκούν.

Και, μακάρι, να είμαστε πάλι εδώ, σε δώδεκα μήνες, να αναπολήσουμε όσα κάναμε. Να μετρήσουμε τους καινούργιους φίλους μας, να κλείσουμε σε κόκκινο κύκλο τις ημερομηνίες της χρονιάς που περιμένει, να προοιωνίσουμε τις ωραίες στιγμές που λαχταράμε να ζήσουμε. Θα τα καταφέρουμε, νομίζω. Ας αφήσουμε τον ιδεατό μας εαυτό να δώσει, σε μας πρώτα, το παράδειγμα κι όλα θα πάνε καλά.  


                                                               ------------------------



1) Χορτιάτης Trail Run. 4 Μαρτίου. Ούτε που φανταζόμουν πόσο συναρπαστικός μπορούσε ν’ αποδειχτεί αυτός ο σπαρμένος με κεραίες ορεινός όγκος. Στον πρώτο αγώνα της χρονιάς το ανακαλύπτω. Το τερέν του, χώμα, λάσπη, πέτρες, χιόνι, πάγος, τα πάντα δηλαδή. Κι ο Στυλιανός, εγγύηση. Ο τραυματισμός που με ανησυχούσε σαν να ξεπεράστηκε, κι η τύχη να κερδίσω ένα ζευγάρι παπούτσια, επιπρόσθετη. Ό,τι καλύτερο για ξεκίνημα χρονιάς, αναμφιβόλως. Πάντα τέτοια, μου εύχομαι, λησμονώντας πως οι ευχές μόνο όταν τις απευθύνεις στους άλλους αξίζει να ευοδωθούν.

2) Άεθλος. 18 Μαρτίου. Το Σειχ Σου το τρέχεις και χαίρεσαι που υπάρχει. Αλλά και το φαντασιώνεσαι πριν τη φωτιά. Ιδίως όταν η εμπροσθοφυλακή των ζεστών ημερών έχει φτάσει απρόσμενα νωρίς. Διάολε, δυο βδομάδες πριν, πάγωνες στον Χορτιάτη και τώρα δεν σου φτάνει το νερό. Πάλι κάτω από το μέσο όρο της κατάταξης βρέθηκα. Όλο λέω πως δεν με νοιάζει, αλλά πάντα χαίρομαι κάτι παραπάνω όταν δεν συμβαίνει αυτό. Δεν πειράζει, θα μεγαλώσω και θα ωριμάσω κάποτε. Άλλωστε, και μόνο που μπορείς να υποκρίνεσαι αποτελεσματικά τον ώριμο, σημαίνει πως κοντεύεις να το καταφέρεις.

3) 7ος Μαραθώνιος Μέγας Αλέξανδρος. 1 Απριλίου. Άλλος ένας παρέα με τον αδερφό μου. Πάλι δεν κατάφερε τις 4 ώρες, αλλά δεν τον στεναχωρεί πια. Μας αρκεί που τερματίσαμε χαρούμενοι. Λίγο πριν την εκκίνηση συναντώ την Γεωργία. Καιρό είχαμε να τα πούμε. Την Γεωργία, την αθλήτρια των Πυρηναίων, του UMTB, του Mythical, του Rout, κι ένα σωρό ακόμα, που μόνο προσωπικός βιογράφος θα μπορούσε να της τα συμμαζέψει. Μου εξιστορεί μια θύελλα στο Mont Blanc και κάνει τον ευθυτενή μαραθώνιο να μοιάζει πιο φιλικός απ’ το σαλόνι μου. Το κουράγιο κάποιων ανθρώπων μεταγγίζεται, αρκεί να ξέρεις τον τρόπο.

4) Sfendami Mountain Festival. 21 Απριλίου. Φεστιβάλ, κυριολεκτικό. Ατέλειωτο πλήθος δρομέων και ποδηλατών, που βρέθηκαν όλοι αυτοί; Και ποιος από εμάς ήξερε την Σφενδάμη πριν από κάποια χρόνια; Η άλλη διάσταση των αγώνων, αυτή, της γνωριμίας ενός τόπου. Η διαδρομή πρόσφορη για μειδίαμα σκληροπυρηνικών, αλλά η εκδρομή μια χαρά συνταιριάζει το πράσινο της εξοχής, το γαλάζιο της θάλασσας και την άνοιξη, που, ναι, ήρθε και φέτος, μια ματιά ολόγυρα αρκεί για να καταλάβεις πως βρέθηκες στην καρδιά της.

5) Paggaio Trail Run Race. 13 Μαΐου.  Εδώ και χρόνια αυτό το μονοπάτι μ’ ανεβάζει στο αγαπημένο μου βουνό. Τώρα με συναντά με νέα αμφίεση κι άλλους σκοπούς. Η μοναξιά του σπάει για σήμερα, οι γαλήνιες πλαγιές αντιλαλούν πρωτοφανή ζωντάνια. Αύριο θα επιστρέψει στη μοναξιά. Λίγο πριν το τέλος, το μαγγάνιο που καταπίνω για να μην προσβάλλω ευγενικό συναθλητή, μου σφοντυλιάζει τον ουρανό. Ζωγραφίζω οχτάρια. Καιρό είχα να φοβηθώ πως θα πεθάνω. Πίνω από ευλογημένο ρυάκι και σώζομαι. Ευτυχώς, γιατί τερματίζοντας μου ζητούν δήλωση στο μικρόφωνο. Βάζω τα δυνατά μου και ξεγελιούνται πως είμαι ζωντανός. Ο ήλιος προβολέας, διαλαλεί τις χάρες του βουνού, αλλά μια αναπάντεχη καταιγίδα δεν περιμένει όλους τους δρομείς να τερματίσουν. Η αναστάτωση είναι στο πρόγραμμα τέτοιων πραγμάτων. Στεγνοί και βρεγμένοι εύχονται και του χρόνου.    

6) 20 χλμ. στα βήματα του Αποστόλου Παύλου. 27 Μαΐου. Τον εμπνευστήκαμε, τον δουλέψαμε, του δώσαμε ζωή. Πασχίζουμε να τον διατηρήσουμε, παρά την αδιαφορία όσων δεν θα έπρεπε ν’ αδιαφορούν. Τον συντηρεί η ψυχική ευρυχωρία κάποιων λίγων, που δουλεύουν και τον πληρώνουν απ’ την τσέπη τους, σεμνά κι αθόρυβα, ούτε τ’ όνομά τους δεν μας επιτρέπουν ν’ αναφέρουμε. Δεν ξέρω πως θα τον μπορέσουμε δωρεάν και του χρόνου. Ούτε καταφέραμε κάτι ανάλογο της επιτυχίας της λίμνης των Ιωαννίνων. Δεν πειράζει. Τρέχουμε τόσοι πολλοί στην πόλη μας, που μόνο για μας θα άξιζε να γίνεται. Όχι πως είμαστε μόνοι, δηλαδή. Και ιδιαίτερα εγώ, δεν ήμουν καθόλου μόνος στη διαδρομή. Δεν βάλαμε γλώσσα μέσα. Τερμάτισα με την πρώτη και παντοτινή δρομική μου συντροφιά, εγκαινίασα μια καινούργια. Θα γελάμε για πολύ καιρό με τα απρόοπτά του.
 
7) 3ος Αγώνας Δρόμου Νερού. 3 Ιουνίου. Το μονοπάτι που εξερεύνησες με τον ορειβατικό σου σύλλογο, που άνοιξες και καθάρισες με τους φίλους σου, που περπατάς πάνω του ή καμαρώνεις από απέναντι. Τρέχεις όπως παιδί στην αυλή του σπιτιού του. Δεύτερος τερματισμός αγώνα με τον Χρήστο. Το πανηγύρι συντηρεί τη χαρά ανέπαφη κι η κούραση ασήμαντο στοιχείο. Δυο χρονιές, στο τέλος του, επέστρεψα στην Καβάλα με τα πόδια, στα πλαίσια κάποιου προπονητικού καθήκοντος, αλλά σήμερα θα χαρώ τη γιορτή. Αγώνες που ξεκινούν λίγο έξω από την πόρτα σου, ποιος θα το φανταζόταν κάποτε;

8) Δρόμος του Σειχ Σου. 10 Ιουνίου. Απρόσμενος, καλοκαιρινός, απλά, με πέτυχε στην Θεσσαλονίκη και μου έμαθε πως οι δασικοί δρόμοι και τα μονοπάτια του εκτείνονται πολύ περισσότερο απ’ όσο πίστευα. Κι η πόλη μου αποκαλύπτεται από νέες γωνιές. Να που θα ήμουν κάθε μέρα, αν ζούσα εδώ.

9) 10ος  Δρόμος Αυγερινού. 8 Ιουλίου. Πολλές φορές πέρασα από κοντά, αλλά αν δεν υπήρχε ο αγώνας δεν θα ήξερα τον Αυγερινό. Τώρα που τον γνώρισα θα ήθελα να μην απείχε τόσο από την πόλη μου. Δύσκολο ν’ αποσυνδέσω τον αγώνα από το όμορφο Σαββατοκύριακο που πέρασα εκεί. Η διαδρομή ελαφρά αλλαγμένη μου φάνηκε, αλλά η ασφάλτινη ανηφόρα του τέλους σταθερή κι ατέλειωτη. Καλά που υπήρχε πάντως, αλλιώς θα ήμουν πιο κάτω στην κατάταξη. Να το πάλι. Εκείνο το απρόσμενο μοναστήρι, κάπου στα μισά του αγώνα, υπάρχει ή είναι παιχνίδι φαντασίας; Αν  το ξαναδώ για τρίτη φορά θα βεβαιωθώ.

10) Haidou trail party. 21 Ιουλίου. Χάσαμε που δεν πήγαμε κάποιες μέρες νωρίτερα. Δροσιά μέσα στον καύσωνα, αντίσκηνο στη σκιά, ποδηλατάδα για αύριο και πανέμορφος απογευματινός αγώνας για σήμερα. Ο Χρήστος στην υποδοχή. Όταν σε υποδέχεται τέτοιο χαμόγελο ξέρεις πως όλα θα πάνε καλά. Στη διαδρομή γνωριμία με Γρηγόρη, Δήμητρα, Βασιλική. Απορούν που βρίσκω την ενέργεια ενώ κουβαλούν την απάντηση. Οι επόμενοι αγώνες θα μας δέσουν περισσότερο. Όλες οι τελευταίες μου γνωριμίες γίνονται σε μονοπάτια, αναλογίζομαι και βρίσκω έναν ακόμα λόγο για να τ’ αγαπώ. Στην επιστροφή κάνουμε να μετανιώσουν όσους δίστασαν να έρθουν.

11) Paranesti Path. 13 Οκτωβρίου. Ο πρώτος, μετά από ένα ατέλειωτο καλοκαίρι. Αλλά η ζέστη καλοκαιρινή κι ο καιρός ξεγελά. Τέτοια δίψα καιρό είχα να νιώσω. Στον τελευταίο σταθμό θα πιω όσο μπορώ κι ας σκάσω. Πίνω όσο μπορώ, αλλά δεν σκάω, ευτυχώς. Του χρόνου τον σχεδιάζουν μεγαλύτερο, κάπου στα 50. Αν δειλιάσω πάλι για το VFT, θα τον τρέξω. Καλύτερα ενυδατωμένος.

12) 2ος ημιμαραθώνιος Πάικου. 4 Νοεμβρίου. Όμορφα φθινοπωρινός. Μ’ ένα χρυσαφί δέντρο, σηματωρό, στο πλάι. Τα πρώτα χρώματα της τρίτης εποχής, που πολύ σκέφτηκε να έρθει. Η κρίση δεν άγγιξε τις συμμετοχές, ούτε τις καλές προαιρέσεις των διοργανωτών του. Όλη η ντόπια κοινωνία στο πόδι. Υποχρεωτικοί άνθρωποι. Στο αυτοκίνητο, επιστρέφοντας, ακόμα περισσεύουν μέσα μου πολλά ευχαριστώ. Η σαλαμάνδρα, σε πανό, διπλώματα και μετάλλια, τρισχαριτωμένη.

13) 3ος ημιμαραθώνιος Οχυρού Νυμφαίας.  25 Νοεμβρίου. Πέρσι δεν εμφανίστηκα, λόγω τραυματισμού. Έτρεξε φίλος με το νούμερο και τ’ όνομά μου και μου κατέφερε ατομική επίδοση. Φέτος, διάθεση πρωτοφανής, μακάρι να ήμουν έτσι κάθε μέρα. Τα πόδια μου σαν καινούργια, τα κοιτάζω για να βεβαιωθώ πως είναι δικά μου. Πισωγυρίζω τακτικά, με πρόσχημα πως συνοδεύω Θανάση και Βαγγέλη. Θα τα κατάφερναν μια χαρά και χωρίς εμένα. Ο κοινός μας τερματισμός, ανταμοιβή. Κι ο Λαμπρινός για την Νυμφαία, ό,τι ο Χρήστος για τη Χαιντού. Και μόνο που γνώρισα τέτοιους ανθρώπους θα άξιζε το τρέξιμο, επιβεβαιώνω πάλι.

14) Αγώνας δρόμου Εμ. Παππά. 2 Δεκεμβρίου. Καιρό είχε να με δει η άσφαλτος. Χρειάζεται κι αυτή. Ξεκαπνίζεις. Συναντάς τους ασφάλτινους φίλους σου. Ξαναβάζεις τ’ ακουστικά και χάρη στον Rory κάνεις τα δυο γρηγορότερα χιλιάρια της χρονιάς. Το θαύμα της τέχνης. Παραδίδω νούμερο κι επιστρέφω με τζόκινγκ, να συναντήσω τον Γιώργο. Προσπαθεί να επανέλθει από τραυματισμό. Τον εντοπίζω 3 χιλιόμετρα μακριά. Μαζί του έρχεται κι ο χειμώνας. Κάθεται πάνω σ’ ένα γκρίζο σύννεφο και ρίχνει την πρώτη παγωμένη βροχή. Μετά τον δεύτερο τερματισμό αναζητώ αγωνιωδώς τα στεγνά μου ρούχα. Τα φορώ και δεν τα αισθάνομαι αρκετά.

15) Χειμωνιάτικος Ενιπέας. 9 Δεκεμβρίου. Την τελευταία φορά που γύρισα έτσι στο σπίτι η μαμά μου τραβούσε τα μαλλιά της. Παρέα με τον Γρηγόρη, της Χαιντού, τάμα το είχαμε. Βιάζεται όταν δεν βιάζομαι, βιάζομαι όταν δεν βιάζεται, τερματίζουμε μαζί. 4 ώρες επιθυμούσαμε, 4.14΄44΄΄μας κοκκίνισε ο φωτεινός. (Βαρήκοος άγιος ανέλαβε την ευχή και μας φλόμωσε στα τεσσάρια). Δυο χρόνια πριν, με την Παρασκευή, στο 4 και 6΄ μου βγήκε και χωρίς να ζοριστώ τόσο. Προβληματίζομαι πρόχειρα και το αποδίδω στις δυσμενείς καιρικές. Η άλλη εξήγηση είναι η ηλικία, δεν με συμφέρει. Στην εθνική το σιντί ροκάρει στη διαπασών. Στην πλάτη το Λιτόχωρο και μπροστά η χειμερία αγωνιστική μου νάρκη.

 
Ευτυχισμένο, για όλους, το 2013. 





Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Τα πρώτα σκαλιά.



   Ένα πρώτο ζητούμενο για κάποιον που ξεκινά το τρέξιμο, είναι να καταφέρει να καλύψει πέντε χιλιόμετρα, χωρίς ν’ αναγκαστεί να περπατήσει. Είναι και το χρονικό σημείο της αερόβιας άσκησης, καθώς απαιτείται τουλάχιστον ένα εικοσάλεπτο τέτοιας, για να τύχεις των απολαβών της. Δεν είναι καθόλου δύσκολο, αν και μπορεί να φαντάζει έτσι σε κάποιον αγύμναστο. Το καταφέρνει ο καθένας, αρκεί ν’ αφιερώσει τον ελάχιστο χρόνο που απαιτεί η φυσική του υγεία.
Τα 10 χιλιόμετρα - ή μια περίπου συνεχόμενη ώρα τρεξίματος - έρχονται κατόπιν, κι είναι το σημείο απ’ όπου θα ξεκινούσε κάποιος να θεωρεί τον εαυτό του συστηματικό δρομέα. Ούτε κι αυτό είναι δύσκολο, αλλά απαιτεί μια σταθερότητα. Περίπου δυο μήνες είναι το διάστημα που χρειάζεται για να καταλήξει συνήθεια κάτι που κάνουμε τακτικά. Η βελτίωση που παρατηρείται σ’ όσους ξεκινούν την άθληση είναι εντυπωσιακή κι αυτό τους ενθαρρύνει να συνεχίσουν. Προοδεύουν εύκολα, αντίθετα με τους φτασμένους αθλητές, οι οποίοι χρειάζεται ν’ αυξήσουν στο πολλαπλάσιο τον όγκο της προπόνησής τους, για να δουν το όφελος ελάχιστων λεπτών, ή ακόμα και δευτερολέπτων, στις επιδόσεις τους.
Ο αρχάριος δεν πρέπει να παρασυρθεί απ’ αυτόν τον ενθουσιασμό. Είναι ακόμα πολύ ευάλωτος στους τραυματισμούς. Ακόμα περισσότερο αν προέρχεται από άλλο άθλημα, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο. Αν υπάρχει κάτι κακό στο τρέξιμο, είναι πως, σε αντίθεση με το κολύμπι ή το ποδήλατο, καταπονεί με υψηλούς και συνεχόμενους κραδασμούς τις αρθρώσεις. Ο αγύμναστος θα ξεκινήσει, εξ ανάγκης, προσεκτικά, με περπάτημα και με ολιγόλεπτο τρέξιμο, κι αυτό θα δώσει ευκαιρία στους μύες και στους τένοντες να προσαρμοστούν. Αντίθετα, αυτός που διαθέτει ικανό καρδιοαναπνευστικό σύστημα, μπορεί να ξεπεράσει εύκολα το όριο της επιβαλλόμενης σταδιακής προσαρμογής και να εκτεθεί στις επιπτώσεις της βιασύνης.
Με την συνέπεια και με τον καιρό, κάποτε φτάνεις να τρέχεις άνετα τα δέκα χιλιόμετρα. Άνετα σημαίνει να κινείσαι μέσα στο αερόβιο σου κατώφλι, ώστε το σώμα να χρησιμοποιεί ως μορφή ενέργειας τα λίπη, που είναι πάντα διαθέσιμα ακόμα κι αν θεωρείστε αδύνατοι. Αεροβική άσκηση είναι αυτή που ανεβάζει και κρατά τους παλμούς της καρδιάς γύρω στο 60 με 80 % του μέγιστου ορίου. Ο μέγιστος καρδιακός παλμός βρίσκεται αν αφαιρέσεις την ηλικία σου από τον αριθμό 220. Αλλά δεν χρειάζεται να σκοτίζεται κανείς μ’ όλα αυτά, εγώ προσωπικά δεν σκοτίστηκα ποτέ. Υπάρχει ένας ευχάριστος κι εμπειρικός τρόπος για να καταλαβαίνεις πότε βρίσκεσαι μέσα στο αερόβιο όριο, χωρίς να χρησιμοποιείς άβολες συσκευές. Αν καταφέρνεις, ενώ τρέχεις, να ολοκληρώνεις άνετα μια πρόταση, είσαι εντάξει. Αν η κουβέντα σου διακόπτεται από απότομα κι ακανόνιστα λαχανιάσματα, τότε βρίσκεσαι στο αναερόβιο στάδιο. Σ’ αυτήν την περίπτωση μάλλον δεν έχεις και όρεξη για πολλές κουβέντες.
Σταθείτε στο πρώτο στάδιο για καιρό. Δώστε ευκαιρίες στο σώμα και στην ψυχή σας να δουν ως απόλαυση, αυτό που πρέπει να είναι απόλαυση. Αν θέλετε, ή αν οι υποχρεώσεις της ζωής σας δεν σας επιτρέπουν, μείνετε εδώ, για πάντα. Δέκα χιλιόμετρα, ή μια ώρα τρεξίματος, 3 με 4 φορές την εβδομάδα είναι ιδεατό. Πολλοί το κάνουν, σταθερά, για χρόνια. Είναι οι περισσότερο ωφελημένοι. Έχουν εντάξει το τρέξιμο στη ζωή τους κι αποκομίζουν μακροχρόνια τα οφέλη του. Άλλοι εμφανίζονται δυναμικά, καταρρίπτουν ατομικά ρεκόρ, συλλέγουν δόξες και εξαφανίζονται. Κάποιους από αυτούς τους συναντάς αδρανείς και υπέρβαρους, μετά από καιρό.
Τίποτα βασανιστικό δεν μπορεί να διαρκέσει. Πολλοί έχουν την εντύπωση πως βασανιζόμαστε, αλλά αυτό συμβαίνει γιατί αγνοούν τις δυνατότητες του ανθρώπινου σώματος. Αρκετοί γνωστοί μου δυσκολεύονταν να καταλάβουν πως ο κόπος που κατέβαλλαν για να τρέξουν 3 χιλιόμετρα, δεν ήταν μεγαλύτερος απ’ αυτόν που κατέβαλλα εγώ για να τρέξω 10. Το διαπίστωσαν όταν έφτασαν να το κάνουν. Αυτοί που λαχανιάζουν στα δέκα μέτρα είναι δύσκολο να κατανοήσουν ότι μπορεί να είναι απολαυστικό να τρέχεις δέκα χιλιόμετρα. Το αποδίδουν σε γονίδια και σε ασκητική θέληση, όμως δεν είναι. Όχι μέχρι εδώ, τουλάχιστον.
Για τους υπόλοιπους που συνεχίζουν: Όταν φτάσεις να τρέχεις τακτικά δέκα, και ενίοτε 15 χιλιόμετρα, τότε έχεις βελτιώσει τις επιδόσεις σου, ακόμα κι αν δεν ήταν αυτός ο σκοπός σου. Τότε, μπορείς να δοκιμάσεις έναν αγώνα 5 ή 10 χιλιομέτρων. Στην Αθήνα, παράλληλα με τον κλασικό μαραθώνιο, χιλιάδες άνθρωποι το επιχειρούν, με καλά αποτελέσματα. Η αδρεναλίνη του αγώνα βοηθά να πετυχαίνουν χρόνους που δεν τους βλέπουν στην προπόνηση.
Και μετά προχωράς κι άλλο. Μ’ ένα καλό δεκάρι στα πόδια σου, ξεκινάς να σκέφτεσαι τον ημιμαραθώνιο. Στο βάθος της ατέλειωτης διαδρομής υπάρχει πάντα ένας ορίζοντας, που ολοένα απομακρύνεται καθώς τον πλησιάσεις. Δεν πρόκειται για μυθικό μαρτύριο, αλλά για τη γοητεία του αθλήματος. 
Αγώνες από 5 έως 21 χιλιόμετρα θεωρούνται μικροί έως μεσαίοι, εντούτοις δεν είναι καθόλου εύκολοι. Ακόμα κι ένα κατοστάρι θα σε ρίξει ξέπνοο, αν βάλεις τα δυνατά σου. Τα 5 και τα 10 χιλιόμετρα συνδυάζουν ταχύτητα κι αντοχή. Στους μύες σου συγκεντρώνεται το γαλακτικό οξύ και νιώθεις τα πνευμόνια σου να καίγονται. Οι μικροί αγώνες είναι προσφορότεροι για τους μικρότερους σε ηλικία αθλητές, αν και πολλοί άνω των 50, εκεί έξω, καταφέρνουν και διαψεύδουν αυτόν τον αφορισμό. Ωστόσο, η αντοχή είναι αυτή που διατηρείται περισσότερο με τα χρόνια κι οι μικρές αποστάσεις είναι τα θεμέλια στα οποία βασίζεται το υπόλοιπο οικοδόμημα. Είναι η ζώνη των αστεροειδών, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στον πλανήτη της απραξίας και στο ατέρμονο σύμπαν. Ακόμα είναι νωρίς, αλλά με τον καιρό θα τις βλέπεις σαν τους πρόποδες ενός βουνού, από τους οποίους ξεκίνησες για να φτάσεις ψηλότερα. Διαθέτουν ομορφιές και συγκινήσεις, όμως κάποτε ξεκινάς για την κορυφή που διακρίνεται παραπάνω.



                                           --------------------------------



   Είναι τόσοι πολλοί αυτοί οι μικροί μου αγώνες, όλα αυτά τα χρόνια, που δυσκολεύομαι να τους συμμαζέψω στη μνήμη μου. Η μνήμη είναι περίεργη, αποφασίζει αυτή τι θεωρεί σημαντικό να διατηρήσει και τι να ξεφορτωθεί. Κι εφόσον οι αναμνήσεις αποτελούν βασικό συντελεστή της προσωπικότητάς μας, σκέφτομαι πως οι σημειώσεις και οι φωτογραφίες εκείνης της εποχής βοηθούν στη σωστή της διαμόρφωση.
Οι πρώτες μικρές αποστάσεις είχαν τη μαγεία του πρωτόγνωρου και της παρθενικής ματιάς με την οποία αντικρίζεις το θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Είναι οι πρώτες δοκιμές και οι πρώτες προκλήσεις. Η θεωρία της σχετικότητας εφαρμόζει στο σύμπαν των δρομέων, κι όχι μόνο από την άποψη πως τους κρατά νεότερους, όπως το γνωστό παράδειγμα των δίδυμων αδερφών. Όταν, για πρώτη φορά, έτρεξα σε προπόνηση 10 χιλιόμετρα αισθάνθηκα πως κατάφερα έναν άθλο, καθώς μάλιστα δεν υπήρχαν τα συγκριτικά μέτρα της σημερινής εποχής. Για μένα ήταν το, μέχρι τότε, πιο πολύ. Όταν δοκίμασα τα 15 και τα 20 χιλιόμετρα, ένιωσα το ίδιο. Ένας ακόμα άθλος, μεγαλύτερος από τον προηγούμενο. Το μετά ήταν συνεχώς άγνωστο και μακρινό, αν και καταλάβαινα πια πως μπορούσα να διαμορφώνω τους όρους. Ο ορίζοντας υποχωρούσε και κάθε που κοίταζα στο πέρα αχνόφεγγε μια πρόκληση που με καλούσε να την ακολουθήσω. Και η αγαπημένη μου δασική διαδρομή, ακόμα και σήμερα, μοιάζει πολύ με τη διαδρομή που ακολούθησα, για να φτάσω από το τότε στο τώρα. Θα έλεγα πως ήταν μια προσομοίωση της. Έκρυβε συγκινήσεις το ίδιο άγνωστες μ’ αυτές που με περίμεναν στα χρόνια που κύλησαν. Δεν φαινόταν το τέλος της, όπως ακόμα δεν βλέπω το τέλος ολόκληρης της διαδρομής μου, παρόλο που δεν το φαντάζομαι πια και πολύ μακριά.
Ωστόσο, πίσω μου απομένουν πολλά από τα πρώτα στάδια, ταπεινά, από τη σημερινή μου σκοπιά, πάντα όμως προσφιλή κι αγαπημένα. Μια νοσταλγία συνοδεύει τις πρώτες μου εξερευνήσεις, τις πρώτες μου συγκινήσεις, τις πρώτες μου περιπέτειες κι απογοητεύσεις. Κάπου εκεί, στο παρελθόν, βρίσκονται και οι πρώτοι μου αγώνες. Κάποιοι σημαντικοί, κάποιοι ασήμαντοι, κάποιοι παράπλευρες εκδηλώσεις επαρχιακών γιορτών. Ουρανούπολη, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Καρδίτσα, Τρίκαλα, Κατερίνη, Δράμα. Κούπτιος, Καραισκάκιος, Δίος, Αλεξάνδρειος. Ονόματα πόλεων και αγώνων, που κάποιοι υπάρχουν ακόμα, κάποιοι όχι. Μαζί τους ονόματα φίλων και συναθλητών, που, επίσης, κάποιοι υπάρχουν ακόμα, κάποιοι όχι. Όχι στη δικιά μου διαδρομή, τουλάχιστον. Παραμένουν ωστόσο σε κάποιες στάσεις της και μου χαμογελούν μέσα από τις παλιές μας φωτογραφίες. Ίσως διασκεδάζουν που με βλέπουν να προσπαθώ να θυμηθώ και ν’ αντιστοιχίσω το σωστό σε κάθε πρόσωπο, όνομα κάθε φορά.