Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Ορεινοί αγώνες. 5.




Zagori Mountain Running, 2013.




                                                                               Lucy in the sky with diamonds


Ο ορεινός αγώνας των 42 περίπου χιλιομέτρων, που εγκαινιάστηκε το 2011 στο Grand Canyon της Ελλάδας, εξελίχθηκε γρήγορα σε φεστιβάλ τριών αγώνων δρόμου, (50, 25 και 10 χιλιομέτρων), συν 2 ποδηλατικών. Grand Canyon της Ελλάδας χαρακτηρίζω το μοναδικό γεωλογικό φαινόμενο της Τύμφης, που σε συνδυασμό με την οικιστική αισθητική της περιοχής καθιστούν τα Ζαγοροχώρια εκλεκτικό προορισμό.
Τα Γιάννενα είναι κάτι σαν το Γαλατικό χωριό του mountain running. Κι η Καβάλα δεν τα πάει άσχημα σ’ αυτόν τον τομέα, πολλές φορές μάλιστα τα πάει και καλύτερα, ωστόσο η ομάδα Fifth Element των Ιωαννίνων είναι πραγματικά αντάξια της φυσικής ομορφιάς της περιοχής της. Σε κάθε μεγάλο αγώνα βουνού οι Γιαννιώτες εμφανίζονται ομαδικά και καταλαμβάνουν υψηλές θέσεις. Το ίδιο καλά τα καταφέρνουν και τα Γιαννιώτικα σούπεργκερλς - μου έμεινε συνήθειο ν’ αποκαλώ έτσι αυτά τα δυναμικά μοντέλα της νέας γενιάς - που διεκδικούν το μέλλον σ’ ένα χώρο στον οποίο μέχρι πρόσφατα κυριαρχούσαν εκπληκτικές σαρανταπεντάρες. Εκτός από εξαιρετικοί αθλητές, τα παιδιά των Ιωαννίνων απέδειξαν ότι τα καταφέρουν το ίδιο καλά και σε οργανωτικό επίπεδο, αφού το να διεκπεραιώσεις διοργάνωση με πάνω από 1000 συμμετέχοντες είναι άθλος ανάλογος με το χρόνο που πέτυχε ο Δημήτρης Θεοδωρακάκος στο μεγάλο αγώνα των 50 χλμ, του Σαββάτου. Όλοι οι υπόλοιποι αγώνες διεξήχθησαν την Κυριακή, μέσα σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα, όπου γινόταν φανερό πως οι διοργανώσεις ξεπερνούν πλέον τα πλαίσια των αθλητικών γεγονότων και εξελίσσονται σε κοινωνικά συμβάντα, τα οποία, εκτός των άλλων, τονώνουν και την οικονομία του τόπου στον οποίο διαδραματίζονται.
Και στους αγώνες βουνού διαδραματίζονται πολλά περισσότερα απ’ όσα συλλαμβάνει το μάτι, απαθανατίζουν οι κάμερες και καταμετρούν οι στατιστικές. Μερικά τα ζω αυτήν τη στιγμή που τρέχω στον αγώνα των 50 χιλιομέτρων, παρέα με την Φωτεινή.
-------------------------------------

Η Φωτεινή αποτελεί το έτερον δρομικό μου ήμισυ. Τρέχουμε μαζί, κοντά είκοσι χρόνια τώρα. Αν το κρατήσουμε άλλη μια δεκαετία θα γίνουμε μασκότ. Προς το παρόν η ιδέα μας φαίνεται αστεία.
Είμαστε ένα από τα τρία μικτά δρομικά ζευγάρια της πόλης μας, αλλά, κατά πολύ, το μακροβιότερο. Όσοι δεν μας γνωρίζουν καλά μας θεωρούν συζύγους, αν και στην εκτός τρεξίματος ζωή οι επιλογές μας ήταν διαφορετικές. Έχουμε κουραστεί ν’ αποκαθιστούμε την παρεξήγηση. Πρόσφατα μια ηλικιωμένη έστειλε χαιρετίσματα στην πεθερά μου, εννοώντας τη μαμά της. Υποσχέθηκα πως θα τα μεταβιβάσω. Κάποιος άλλος παρατήρησε πως είχα καιρό να εμφανιστώ, κι όταν του απάντησα πως έλειπα, μου ανέφερε πως συνάντησε τη γυναίκα μου να τρέχει. Του εξήγησα πως όταν λείπω τρέχει μόνη της, κι είδα στο βλέμμα του σημάδια αμηχανίας. Αργότερα έμαθα πως η Φωτεινή έτρεχε με κάποιον άλλον εκείνες τις μέρες. Της έκανα σκηνή, η πόλη είναι μικρή και δεν θέλει πολύ για να μου βγει τ’ όνομα. Υποσχέθηκε πως θα το λάβει υπόψη της.
Ο τύπος της είναι ο λεγόμενος ‘ενοχλητικός’. Αυτός που εμφανίζεται από το πουθενά και τρέχει μαζί σου 10 χιλιόμετρα συνομιλώντας. Που απέχει από κάθε αθλητική δραστηριότητα για καιρό, κι επανέρχεται σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Ωστόσο, δεν της αρέσουν οι αγώνες. Σπάνια και με το ζόρι συμμετέχει. Δεν καταλαβαίνω γιατί η μοίρα δίνει λεφτά σε κάποιον που δεν ξέρει να τα χαρεί, γιατί κάνει ελκυστική μια αυστηρά μονογαμική γυναίκα και γιατί χαρίζει αθλητικά γονίδια σε τύπους σαν τη Φωτεινή, αντί να τα δώσει σε μένα, που τόσο τα χρειάζομαι.
Πριν 18 χρόνια κατάφερα να την σύρω σε 3 ορειβατικούς αγώνες του Ολύμπου και στον τερματισμό ενός μαραθωνίου δρόμου. Δεν διέθετε παραπάνω από 2-3 μέρες την εβδομάδα, κι αυτές για σύντομες μόνο προπονήσεις, αλλά έκανε 4.10΄ στο μαραθώνιο. Ήρθε τρίτη στην πρώτη της προσπάθεια στον Όλυμπο κι έχασε την πρώτη θέση, το 1996, για ενάμιση λεπτό. Ίσως να την είχε κερδίσει, αν δεν ήταν άτομο πρόθυμο να παραχωρήσει τη θέση του, ακόμα και σε αγώνα, αν της το ζητήσεις ευγενικά. Σε φιλική συγκέντρωση στο σπίτι της, λίγες μόνο μέρες μετά, ζητήσαμε να δούμε το κύπελλο της. Κατέβηκε στο υπόγειο, όπου το είχε παραπεταμένο, το ξεσκόνισε και μας το έφερε  
Η πόλη της την βράβευσε ως την καλύτερη αθλήτρια, για το 1996, αλλά η ίδια θεωρεί πως δεν της ταιριάζει ο τίτλος. Έχει δίκιο. Είναι το αντίθετο του ανταγωνιστικού τύπου. Η συμμετοχή σε κάτι που κατατάσσει ανθρώπους την αποκαρδιώνει. Η αγαπημένη της δραστηριότητα είναι η ορειβασία. Είναι 55 κιλά και της φαίνεται ευκολότερο ν’ ανεβαίνει ένα βουνό με σακίδιο στην πλάτη, παρά ένα λόφο, με νούμερο στο στήθος.
Δεν την έχω δει να ιδρώνει ποτέ. Ούτε να λαχανιάζει. Δεν της αρέσει να ζορίζεται. Έχει μια σταθερή ταχύτητα, που την κρατά ανεξάρτητα από την απόσταση. Μπορεί να πηγαίνει με 5,30 λεπτά το χιλιόμετρο επί ώρες. Αν της ζητήσεις να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορεί, για ένα μόνο χιλιόμετρο, δεν θα το κάνει γρηγορότερα από 5,30 λεπτά.
Είναι όμως αυτή, που, αν και μικρότερη από μένα, ιεραρχεί σωστότερα τα θέλω και τα πρέπει της. Είμαστε δρομικό ζευγάρι, αλλά τρέχει κι όταν εγώ δεν μπορώ. Είμαι βέβαιος πια πως, με μένα ή χωρίς εμένα, δυο ή τρεις μόνο φορές την εβδομάδα, θα τρέχει όσο ζει. Το τρέξιμο γι’ αυτήν θα είναι κάτι που μόνο δώρα θα της χαρίζει. Θα τρέχει αυτό το λίγο, αλλά θα τρέχει χωρίς να πιεστεί ποτέ, χωρίς να υποφέρει από τραυματισμούς, χωρίς να ξεθεώνεται στο κυνήγι μιας χίμαιρας.
Αγαπώ το τρέξιμο περισσότερο απ’ όσο αυτή το αγαπά, αλλά νομίζω πως το τρέξιμο αγαπά αυτήν περισσότερο από μένα.

--------------------------------

Το πρώτο κομμάτι της διαδρομής κυλά στο άγνωστο για μας τμήμα του φαραγγιού. Παρατηρεί το σπαθόχορτο στις άκρες του μονοπατιού, κι ακολουθεί πιστά το ρυθμό μου. Μόνο που είναι αργά πια για να της δίνω ρυθμό. Τότε που μπορούσα πραγματικά να την βοηθήσω, τότε που μπορούσε πραγματικά να διακριθεί, δεν το έκανα. Την παρατούσα πάντα, για να κυνηγώ τους δικούς μου χρόνους – σιγά τους χρόνους. Από τον φετινό αγώνα του Παγγαίου, όμως, κατάλαβα πως το ζήτημα πλέον ήταν να μπορώ εγώ να την ακολουθώ. Υστερεί κατά 12 ηλικιακά χρόνια και υπερτερεί κατά δεκάδες γονιδιακά ιδιώματα. Της λείπει η πείρα των μεγάλων αγώνων. Η σιγουριά του σωστού ρυθμού είναι το μόνο που μπορώ να της προσφέρω.
Μαζί μας τρέχει κι ένα στοίχημα. Θέλουμε να δούμε αν είναι δυνατόν μια καλή φυσική κατασκευή, με την ελάχιστη δυνατή προετοιμασία, να καταφέρει κάτι τέτοιο. Ξέρω κιόλας πως ναι. Κατά βάθος δεν ήταν αυτό που επιζητούσα να διαπιστώσω. Ήθελα, απλώς, μια ευκαιρία για να κάνουμε μαζί αυτό που εξ αιτίας μου δεν κάναμε όσο ήμασταν νέοι. Να τρέξουμε και να τερματίσουμε μαζί, χέρι χέρι, έναν δύσκολο κι όμορφο αγώνα.
Περνώντας τις πηγές του Βοιδομάτη το τοπίο ξεπροβάλλει. Η ανατολή κοκκινίζει στους βράχους. Το σώμα μας σαν να ξυπνά. Στην ανηφόρα για το καταφύγιο σχεδόν πατά τις φτέρνες μου. Κοντά 20, κιόλας, χιλιόμετρα. Την ρωτώ και μου αποκρίνεται πως, ναι, εξ αιτίας μου νιώθει εντελώς ξεκούραστη. Διορθώνει αμέσως τη διατύπωση, χάρη σ' εμένα νιώθει εντελώς ξεκούραστη. Το παραβλέπω, αλλά ξέρω πως η αρχική απάντηση είναι η σωστή.
Η πρώτη ποτίστρα, ξερή. Απελπισία, καίγονται τα σωθικά μου. Ευτυχώς η επόμενη έχει νερό, αν και τρέχει αργά. Έπρεπε να κουβαλώ και δεύτερο παγούρι, το ένα δεν μας φτάνει, και το παγωμένο νερό της πηγής δεν κατεβαίνει εύκολα. Απορώ πως τα καταφέρνουν μερικοί να το πίνουν μονορούφι.
Από το καταφύγιο, όλος ο χάρτης της Τύμφης απλωμένος μπροστά μας. Σμιλεμένα βουνά, από μια γλυπτική εκατομμυρίων χρόνων. Ανθρώπινες κουκκίδες ανεβοκατεβαίνουν το μονοπάτι προς τη Δρακόλιμνη. Σύντομα γινόμαστε άλλες δυο, ανάμεσά τους. Ανεβαίνουμε όταν άλλοι κατεβαίνουν, αλλά νιώθουμε πολύ όμορφα. Χαιρετιόμαστε μεταξύ μας, η διπλή κυκλοφορία επιτρέπει την εκδήλωση συναισθημάτων αλληλεγγύης.
Στη λίμνη κάποιος κολυμπά. Τον ζηλεύει, αλλά δεν γίνεται. Το νερό αντανακλά τα είδωλά μας και καθρεφτίζει έναν λαμπρό ουρανό. Οι σταγόνες του αστράφτουν σαν μικρά διαμάντια. Χιλιάδες ολόφωτα άστρα στην επιφάνειά του φωτίζουν το δρόμο μας.
Χρειάστηκε η μετάφραση μιας όπερας για να μου υποδείξει πως Λουτσία είναι το Φωτεινή στα Ιταλικά. Κι εκεί, τρέχοντας γύρω από τη λίμνη, αναδύεται στο μυαλό μου η γνωστή μελωδία των Μπιτλς. Σκέφτομαι πως έχουμε βρεθεί στον ουρανό με τα διαμάντια.
Προς τη λίμνη Ρομπόζι, κοιτά τριγύρω και της περνά η ιδέα να μαζέψει τσάι. Θίγομαι, αλλά δεν μπορώ να της κρατήσω κακία. Αριστερά μας η Γκαμήλα, δεξιά η Αστράκα. Σχολιάζει πως είναι κρίμα που δεν θα πάμε εκεί, στις ψηλές κορυφές. Διαρκώς αποζητά κάτι άλλο απ' αυτό που κάνει κι είναι ανώφελο να επιμένω. Το έχω πάρει απόφαση πως βλέπουμε διαφορετικά το ίδιο πράγμα, παρόλο που συγκλίνουμε σε τόσα άλλα.
Στρέφω πίσω μου κι αντικρίζω στο τοπίο κομμάτια του παρελθόντος. Περιστατικά, γεγονότα, γέλια, κουβέντες. Οι πρόσκαιρες παρουσίες μας, που επεδίωκαν ν' αγκιστρωθούν στην πέτρα, για να κερδίσουν κάτι από την αθανασία των βουνών.
Από τον Αυγερινό και μετά μετράμε αντίστροφα. Τελειώνει. Νιώθω εξουθενωμένος, αλλά λυπάμαι που τελειώνει. Για πρώτη φορά στη διάρκεια ενός αγώνα το συναίσθημα της νοσταλγίας είναι δυνατότερο από την κούραση. Ακατανόητο. Οι δρομείς θα γνωρίζουν το φαινόμενο του post running blues, αλλά γιατί το νιώθω τόσο νωρίς; Βρίσκομαι ακόμα στο σημείο όπου όλοι ανυπομονούν για το τέλος. Δεν καταφέρνω να της το κάνω κατανοητό, αφού ούτε εγώ το κατανοώ πλήρως. Ίσως υπάρχουν φορές που σε πιάνει μια λύπη χωρίς να υπάρχει τίποτα για να λυπάσαι, όπως ακριβώς κάποιες άλλες σε καταλαμβάνει ένας φόβος χωρίς να υπάρχει τίποτα για να φοβηθείς.
Τη σκάλα του Βραδέτου την κατεβαίνει όπως παιδί στις πίστες του λούνα παρκ. Της φαίνεται διασκεδαστική, αν και σύντομη. Ανοίγει κουβέντα με το φωτογράφο. Θα ήθελα να τις δω αυτές τις φωτογραφίες. Στην στροφή της τελευταίας ανηφόρας με περιμένει ατενίζοντας σκεφτική το χωριό. Δεν την ρωτώ τι σκέφτεται. Ετοιμαζόμαστε για την τελική σκηνή. Αυτή, που τόσες φορές προβλήθηκε στη φαντασία μου, όλους αυτούς τους μήνες της προετοιμασίας.
Κι έτσι τώρα τρέχουμε, αλλά όχι μόνο προς το τέλος ενός αγώνα. Τρέχουμε προς το τέλος που μας επιφυλάσσει η νομοτέλεια του αδιάφορου χρόνου. Δεν υπάρχει τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην αρχή, δεν υπάρχει τρόπος να ξαναγίνουμε νέοι. Τρέχουμε, θέλοντας και μη, προς στην μόνη κατεύθυνση του τόπου και του χρόνου που υπάρχει.

Στο χωριό οικεία πρόσωπα μας υποδέχονται, μας περιμένουν στη γραμμή. Την περνάμε κι ο κύκλος κλείνει. Προσπαθώ να διατηρήσω τη χαρά. Βρισκόμαστε σε αγκαλιές. Στο τέλος της μέρας, ανάμεσα σ' όμορφες παρέες η νοσταλγία ξεγελιέται, αν και ξέρω πως σύντομα θα μου ακουμπήσει τον ώμο.
Έχουν περάσει αρκετές μέρες. Όλα αυτά έχουν πια τελειώσει. Η νοσταλγία, όπως το περίμενα, έρχεται για να μου υπενθυμίσει το τέλος μιας διαδρομής. Αλλά παρηγοριέμαι λέγοντας μέσα μου πως δεν πρέπει να λυπάμαι για το τέλος καμιάς διαδρομής. Κανείς δεν πρέπει να λυπάται για μια διαδρομή που έχει διαβεί βουνά και κορυφές, φαράγγια και πηγές, μονοπάτια με σπαθόχορτο και κοιλάδες με τσάι, λίμνες μ' αστραφτερά νερά και γεμάτους διαμάντια ουρανούς.
Συχνά, τελευταία, έρχεται στο νου μου μια σκηνή: Βρίσκομαι στη Δρακόλιμνη. Έχουν περάσει πολλά χρόνια, εκατομμύρια. Είμαι ολομόναχος. Μοιάζει σαν να μην υπάρχει άλλος άνθρωπος πάνω στη γη. Είναι μια λαμπρή μέρα, όπως ήταν η μέρα του αγώνα. Κοιτάζω το νερό της λίμνης και βλέπω μέσα του την αντανάκλαση του ουρανού. Μετά κοιτάζω τον ουρανό και βλέπω μέσα του τη λίμνη. Και τότε κάτι γίνεται. Κάτι κινείται. Είναι οι μορφές μας εκεί πάνω, νέες, πάντα νέες κι όμορφες, που τρέχουν πλάι πλάι, αρμονικά, σε μια ατέλειωτη διαδρομή. Δεν υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί, δεν υπάρχει καν χρόνος. Ούτε σταθμοί, δεν τους χρειαζόμαστε. Υπάρχουν μόνο ευκαιρίες για να διορθώσουμε όσα λάθη έχουμε κάνει στη ζωή μας. Και μετά συνεχίζουμε, αέναα, αβίαστα, κι είναι σαν να πλέουμε σ' έναν απέραντο, γαλάζιο ουρανό, ενώ ολόγυρά μας αναβοσβήνουν μυριάδες πολύχρωμα διαμάντια.

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

Οι ορεινοί αγώνες. 4.



Φαέθων, 2013.



Σε απλή και συμπυκνωμένη μορφή, ο μύθος του Φαέθοντα, πάει κάπως έτσι: Ο Φαέθων ανακαλύπτει τον πατέρα του, τον Ήλιο. Ο Ήλιος θέλει να προσφέρει κάτι στο χαμένο του γιο, όποια επιθυμία έχει θα του την ικανοποιήσει. Ο Φαέθων ζητά να οδηγήσει το άρμα του πατέρα του. Ο Ήλιος γνωρίζει τους κινδύνους, προσπαθεί να τον αποτρέψει. Ζήτα οτιδήποτε άλλο θέλεις, λέει. Όχι, αυτό θέλω. Ο πατέρας αντιστέκεται, ο γιος επιμένει. Κι επιμένει. Ο πατέρας υποχωρεί. Ο Φαέθων αναλαμβάνει κάτι που σύντομα αποδεικνύεται πέρα από τις δυνάμεις του. Τα άλογα δεν κουμαντάρονται πια. Το άρμα κατεβαίνει πολύ χαμηλά στη γη, την καίει στην περιοχή της Αφρικής, εξ ου και η έρημος. Ο Δίας, για να αποτρέψει τα χειρότερα, στέλνει κεραυνό, σκοτώνει και γκρεμίζει τον Φαέθοντα από το άρμα.
Αυτά στο τότε. Στο τώρα, ο Βαγγέλης, αγνοεί τις προτροπές μου να φύγει μπροστά. Έχει δυνάμεις για να βγάλει τον αγώνα σε 8 ώρες, αλλά χρονοτριβεί μαζί μου. Είναι ο πρώτος του, τόσο μεγάλος. Προτιμά την παρέα και την κουβέντα. Αφού το θέλει έτσι, τον βάζω να μου διηγηθεί την ιστορία του Φαέθοντα. Θέλω να δω αν συγκράτησε κάτι απ’ όσα η κοινή μας φίλη μας έμαθε. Τα λέει όλα στην εντέλεια. Όταν τελειώνει τον ρωτώ τι σημαίνει γι’ αυτόν αυτή η ιστορία. Την ερμηνεία του μύθου δεν του την είπε κανείς, πρέπει να ψάξει μέσα του για να τη βρει.
Η ερμηνεία του μύθου, μου λέει, είναι πως δεν πρέπει να υπερτιμάς τις δυνατότητές σου. Να μην σέρνεσαι από τις επιθυμίες σου. Να συνυπολογίζεις την απειρία σου. Να δέχεσαι τη γνώμη αυτών που ξέρουν καλύτερα. Πολύ σωστή ερμηνεία, για την ηλικία του. Είναι 26 χρονών. Μόνο που οι μύθοι, όπως και η αρχαία τραγωδία, όπως και η καλή λογοτεχνία, επιδέχονται παραπάνω από μια ερμηνεία. Για έναν 26χρονο είναι αυτή. Για κάποιον τριάντα χρόνια μεγαλύτερο η ματιά στο μύθο είναι διαφορετική.
Με εντυπωσιάζει το πόσο εύστοχα η ελληνική μυθολογία, χιλιάδες χρόνια πριν, περιέγραψε ένα τόσο σύγχρονο φαινόμενο. Σήμερα οι νέοι ζητούν, το ίδιο επιτακτικά με τον Φαέθοντα, κάτι που οι γονείς φοβούνται. Μια μηχανή. Οι γονείς αντιστέκονται, αλλά πολλές φορές υποκύπτουν στην πίεση. Κι εγώ υπέκυψα, ευτυχώς δεν το πλήρωσα ακριβά, υλικές μόνο ζημίες. Κάποιος συγγενής μου δεν είχε τη δική μου τύχη. Σειρά μου να πω ένα μύθο στον Βαγγέλη. Ή μάλλον μια τραγωδία. Μια τραγωδία σημερινή. 
Ο σημερινός πατέρας, όπως ο μυθικός Ήλιος, εκλιπαρούσε το γιο του να του ζητήσει οτιδήποτε άλλο, όχι μηχανή. Ένα αυτοκίνητο, καλύτερα. Όχι μηχανή. Ένα ακριβό αυτοκίνητο, αν θέλει. Όχι μηχανή. Και το όχι το κράτησε. Δεν αγόρασε ποτέ μηχανή στο γιο του.
Κάποια άγρια χαράματα χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού του. Αστυνομία. Τον ρώτησαν αν ήταν ο κύριος τάδε. Ταράχτηκε. Ήταν. Λυπόνταν πολύ, αλλά ο γιός του, οδηγώντας τη μηχανή του, σκοτώθηκε σε τροχαίο. Ξάφνιασμα. Κάποιο λάθος κάνετε, ο γιός μου δεν έχει μηχανή. Τον ξαναρώτησαν αν είναι ο τάδε τάδε του τάδε. Ήταν. Λυπόνταν πολύ, δεν έχουν κάνει λάθος.
Ο γιός του είχε αγοράσει μηχανή, κρυφά, πριν από πολύ καιρό μάλιστα.
Αλλά τι σχέση έχουν αυτά με τον αγώνα; Έλα ντε; Είναι κάποιες από τις κουβέντες του. Ναι, μπορεί να διαδραματίζονται και τέτοιες κουβέντες στη διάρκεια ενός αγώνα. Ο Βαγγέλης σκύβει και μαζεύει μια ακόμα πεταμένη συσκευασία από τζελάκι. Γιατί το κάνετε αυτό, ρε παιδιά, πόσο βάρος σας είναι;
Και σε ποιο χιλιόμετρο βρισκόμαστε άραγε; Κάπου μετά τα μισά, υπολογίζω. Έχουμε ήδη διανύσει μια κορυφογραμμή. Και μόνο που βλέπω πίσω μου, απορώ. Στην ανηφόρα, μπροστά μας, ένας αθλητής παραπατά. Σταματά, κάθεται. Ξανασηκώνεται, επιχειρεί λίγα αβέβαια βήματα. Κάθεται πάλι, οριστικά αυτή τη φορά.
Τον φτάνουμε. Τώρα είναι ξαπλωμένος, τρέμει. Ο παλμογράφος του έδειξε κάτω από 45 παλμούς. Δεν έχει να φορέσει τίποτα. Ένα ρούχο που του άφησε μια προπορευόμενη αθλήτρια, είναι μικρό, δυσκολεύομαι να του κλείσω το φερμουάρ. Ο Βαγγέλης του δίνει το αντιανεμικό του. Δεν πήρα μαζί μου την αλουμινοκουβέρτα σκέφτομαι, απογοητευμένος από τον εαυτό μου. Οι περισσότεροι παρόμοια έπραξαν. Είναι αυτή η ψευδαίσθηση πως τίποτα δεν μπορεί να συμβεί σ’ εσένα. Πλησιάζει μια ακόμα αθλήτρια, η Χριστίνα Κιουρέλη. Βλέπει τη σκηνή από μικρή απόσταση και ρωτά αν μπορεί να συνεισφέρει. Της ζητώ αλουμινοκουβέρτα, σιγά μην έχει, λέω μέσα μου. Μπίνγκο. Έχει. Αυτή κι ο Βαγγέλης ίσως έσωσαν μια ζωή σήμερα. Η Χριστίνα συνεχίζει το δρόμο της, εμείς σκεπάζουμε επιμελώς τον συναθλητή μας. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο. Αν μπορούμε, δεν το ξέρουμε. Όποιος διαβάζει αυτές τις γραμμές και μπορεί να συμβουλέψει, παρακαλώ, ας μου πει τι άλλο μπορούμε να κάνουμε σε τέτοιες περιπτώσεις.
Πριν τον εγκαταλείψουμε τον ενθαρρύνω, είναι δρομέας βουνού, είναι δυνατός, θα τα καταφέρει. Μακάρι να ήμουν σίγουρος. Από απόσταση, στρέφω και τον κοιτώ μια τελευταία φορά. Είναι ακίνητος, καθιστός σκεπασμένος. Διασταυρωνόμαστε με δυο διασώστες, που σπεύδουν ανήσυχοι. Ευτυχώς, ήταν σχετικά κοντά ο σταθμός. Αργότερα μαθαίνω πως είναι καλύτερα, πως θα μεταφερθεί. Λήξαν το επεισόδιο. Θα έχω πάντα αλουμινοκουβέρτα στο εξής.
Προς το παρόν σκέφτομαι με ποιο τρόπο θα αυτομεταφερθώ στο Σκολιό. Αποκαρδιωτική ανηφόρα. Αλλά τόσο προτρεπτική. Ειλικρινείς οι διοργανωτές. Έχουμε διανύσει τόσες κορυφές, αλλά μας μένουν αρκετές ακόμα, μέχρι να γίνουν 10. Ο μόνος αγώνας που ζήλεψα τα μπατόν. Ο Μύτικας, μια πέτρινη βελόνα που σημαδεύει το κέντρο του κόσμου μας. Θα τον βγάλω κι αυτόν τον αγώνα. Είναι νωρίς ακόμα, αλλά το ξέρω με κάποιο τρόπο. Έκανα μεγάλο δρόμο για να ‘ρθω μέχρι εδώ. Δεν εννοώ δρόμο κάποιων ωρών, εννοώ δρόμο πολλών ετών.
Φιλικά πρόσωπα στο Σκολιό, Σέβη, Όλγα, η παρέα μας. Βγάζουμε φωτογραφίες, κάτι σαν αθλητικός τουρισμός μοιάζει αυτή η στιγμή. Το κέφι είναι το καλύτερο αντίδοτο που έχω για την κούραση. Δοκιμάστε το. Κι άλλος σταθμός, Λαρισαίοι, απρόβλεπτες συναντήσεις. Χαίρομαι που σε γνωρίζω κι από κοντά Γιώτα, χαιρετίσματα στον Κίσαβο να δώσεις. Μου ροκάνισες αρκετά λεπτά σήμερα, χαλάλι σου. Χωματόδρομος, για πρώτη φορά. Κάνουμε ωτοστόπ στο αμάξι των κοριτσιών που κατεβαίνουν, μαζί με τον Σπύρο. Γελάνε, μας φωτογραφίζουν και μας παρατούν σύξυλους. Τζάμπα τους υπολογίζαμε ως ομάδα υποστήριξης. 
Τέρμα τ’ αστεία. Έχουμε 3 ακόμα κορυφές που δεν τις ξέραμε. Κάπου χάσαμε το μέτρημα. Στον τελευταίο σταθμό, ευγενέστατος κύριος της διοργάνωσης, προσφέρεται να μου δείξει όλο το πανόραμα αυτού που διασχίσαμε μέχρι τώρα. Σηκώνει το χέρι και διαγράφει πορεία.
Απίστευτο! Ολόγυρα, ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος μας. Το τοπίο διάφανο, σαν να πάλλεται από τους σφυγμούς μας. Χάρη σ’ αυτόν τον αγώνα έχω περιδιαβεί μια άγνωστη, παρ’ όλες τις τόσες αναβάσεις μου στον Όλυμπο, διαδρομή. Άγνωστες πλαγιές και κορυφές του. Το βουνό μου αποκάλυψε πράγματα που δεν ήξερα. Κι είναι σαν να ανακαλύπτεις μια κρυμμένη πλευρά του χαρακτήρα κάποιου που νόμιζες πως γνώριζες καλά. Μια όμορφη πλευρά του.
Διατρέχουμε με το βλέμμα μας τη διαδρομή. Είμαστε ζωντανοί, δυνατοί, αθάνατοι. Θα το πιστεύουμε μέχρι τη στιγμή που θα πάψουμε να είμαστε δυνατοί. Ίσως μέχρι τη στιγμή που θα πάψουμε να είμαστε αθάνατοι. Δοκιμάστε ό,τι θέλετε, όσοι είστε μακριά απ’ όλα αυτά. Ποτά, τσιγάρα, χασίσια κάθε λογής. Δεν υπάρχει τίποτα πιο διεγερτικό από την ανάσα της ζωής που κυκλοφορεί μέσα σου.
Φεύγουμε ξανά και τώρα νιώθω πως τέρμα με το σώμα. Τώρα η σκέψη πετά πάνω από τον Όλυμπο, με βλέπω από ψηλά, μικροσκοπική φιγούρα, που καμώνεται το Θεό. Δεν τρέχω, δεν βιάζομαι. Υπέροχη μέρα μ’ αγκαλιάζει. Μια τέτοια μέρα ενέπνευσε κάποτε τον ποιητή μας: 

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
‘Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει’

Η τελευταία κορυφή. Και η τελευταία ματιά σ’ ό,τι αφήνουμε πίσω. Μεγαλείο! Δεν υπάρχει πόνος, δεν υπάρχει κούραση.

‘Του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
έστρωσ' ο νους κι ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου’.

Κατηφόρα, δάσος. Ο Κοκκινοπηλός πρώτα ακούγεται, μετά φαίνεται. Έτσι γίνεται συνήθως. Μονοπάτι που πια μπορείς να τρέξεις. Κάτω από τα πόδια μας ακούγονται οι τερματισμοί. Θωμάς και Γρηγόρης έχουν φτάσει προ πολλού, μπράβο παιδιά.
Όλοι μαζί, ξανά. Παρέα στο ταξίδι, στην αφετηρία, στο πρώτο μέρος του αγώνα, στο τέρμα, τώρα. Μόνο μια λείπει από τη συντροφιά μας. Μόνο κάτι που να συμπληρώνει τη χαρά μας.
Εγγραφή καθυστερημένη, μια παρόρμηση από ένα διαφημιστικό της διοργάνωσης. Αλλά η Άννα Μαρία δεν έχει στα πόδια της πάνω από 7 ώρες κι εδώ χρειάζονται 13. Φύσει ενθαρρυντικός, δεν ήθελα να την αποτρέψω, ακόμα κι αν θεωρούσα απίθανο να τα καταφέρει. Έχει κάθε δικαίωμα στην προσπάθεια, άλλωστε ακόμα και μια αποτυχημένη προσπάθεια είναι πιο αξιέπαινη από την απραξία. Συγκεχυμένες οι πληροφορίες για τη θέση της. Πέρασε εμπρόθεσμα τους δυο σταθμούς-κόφτες, πάλι καλά. Μετά, άγνωστο.
Τη θυμάμαι να μ’ ακολουθεί από την αρχή και γι’ αρκετά χιλιόμετρα. Γυρνούσα κάθε τόσο και την έβλεπα. Της είχα εξηγήσει πως αυτόν τον αγώνα δεν θα τον πάμε παρέα, αλλά, αν μπορούσε να κρατά μια κοντινή απόσταση, θα ήταν χαζό να τρέχαμε τόσες ώρες για να τερματίσουμε με μια διαφορά λίγων γελοίων  λεπτών. Αν κρατιόταν σε ακτίνα λιγότερη της μισής ώρας θα την περίμενα, είχα αποφασίσει. Αλλά μια φορά γύρισα και δεν την είδα. Το δοκίμασα αργότερα, σ’ ένα ανοιχτό πεδίο με μεγάλη ορατότητα. Άγνωστες κουκίδες αθλητών, όχι η δική της. Μόνη της, λοιπόν, αυτή τη φορά. Θα τρέξουμε μαζί στην Οίτη, είναι η υπόσχεση, αλλά μόνη της αυτή τη φορά. Θέλω να τερματίσω εμπρόθεσμα τον Φαέθοντα.
25 μόλις λεπτά, πριν τη διορία των 13. Κάποιος από την παρέα αναφωνεί πως την βλέπει να κατηφορίζει, αλλά δεν είναι σίγουρος. Κοιτώ στην πλαγιά, είμαι ο μόνος που μπορώ να την αναγνωρίσω αφού φοράμε τα ίδια μπλουζάκια. Άσπρο, λιγότερο κόκκινο, Paggaio Trail Race Run 2014. Από μια άποψη προηγούμαστε όλων κατά ένα χρόνο.
Τρέχω στη μεριά του τερματισμού, ζητώ μια χάρη από την κοπέλα με τον τηλεβόα. Ανταποκρίνεται. Άννα Μαρία, σε περιμένουμε, ο ήχος αντηχεί στη πλαγιά. Και σε λίγα λεπτά, η Άννα, περνά τη γραμμή. Και δεν υπάρχει τίποτα πια που να εμποδίζει τα πάντα να είναι καλά κι όλους μας να είμαστε ευτυχισμένοι.
Κι έχω κερδίσει κι ένα ζευγάρι παπούτσια στην κλήρωση.
Την άλλη μέρα το πρωί ο Όλυμπος θαμπώνει. Μας έκανε τη χάρη που δεν έκανε στους δυο προηγούμενους αγώνες, αλλά τώρα μοιάζει με θολό όνειρο. Δεν διακρίνεται τίποτα. Για να δούμε τη διαδρομή που διαγράψαμε πρέπει να κάνουμε ό,τι και με την ερμηνεία της ιστορίας του Φαέθοντα. Να ψάξουμε μέσα μας. Μόνο εκεί υπάρχει, αποτυπωμένη κι άσβεστη.
Θα ξανάρθω εδώ; Δεν ξέρω. Μακάρι να είμαι γερός και να ξανάρθω. Όσο περνά ο καιρός η κλεψύδρα της διαδρομής μου αδειάζει το πάνω μέρος της και στο κάτω σχηματίζεται κάτι που μοιάζει με βουνό. Δεν ξέρω πότε θα γίνει τόσο μεγάλο ώστε να μην αντέχω πια να τ’ ανεβώ. Θα κάνω ό,τι μπορώ όμως, κι αυτό δεν είναι απόφαση. Είναι το αυλάκι της ζωής μου που μ’ οδηγεί όμορφα προς το τέρμα, κι όσο πιο πρόθυμα τ’ ακολουθήσω, τόσο πιο μακρύ θα είναι.
Λυπάμαι που είμαι τόσο κακός στο να συγκρατώ ονόματα, ακόμα και πρόσωπα πολλές φορές. Θα μπορούσα ονομαστικά να ξεχωρίσω στα ευχαριστώ μου κάποιους, όπως τον ευγενέστατο κύριο της διοργάνωσης, στον τελευταίο σταθμό, που μου έδειξε την κορυφογραμμή. Αλλά, τελικά, αποφασίζω πως δεν θα πω ευχαριστώ σε κανέναν. Ούτε διοργανωτή, ούτε εθελοντή. Κι αυτό γιατί δεν γίνεται να ξεμπερδεύεις πάντα με μια εύκολη λέξη. Ο μόνος τρόπος για ν’ ανταποδώσεις όσα κατά καιρούς σου έχουν προσφερθεί είναι να πράξεις κι εσύ ανάλογα. Έτσι, όταν το βουνό της κλεψύδρας μου μεγαλώσει τόσο ώστε να μην μπορώ πια να τ’ ανεβώ, όταν αυτή η εγωιστική περίοδος τελειώσει, ή ακόμα και πριν, σκέφτομαι πως πρέπει να σταθώ σε κάποιο σημείο, σ’ ένα από τα τόσα που διέτρεξα στην ατέλειωτη διαδρομή μου, για να βοηθήσω κάποιους άλλους να συνεχίσουν τη δική τους διαδρομή. 





Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Το πιο σημαντικό μου μετάλλιο.






                                                                                                          If not smiling you don’t doing it right.


Η σχέση μου με τα διπλώματα και τα μετάλλια έχει περάσει από πολλά στάδια. Τα πρώτα μου διπλώματα τα αντιμετώπιζα ως πιστοποιητικά μιας αξίας που δικαιωματικά μου ανήκαν. Το ίδιο και τα μετάλλια, ιδίως των μαραθωνίων δρόμων. Αφαιρούσα την κορδέλα τους κι όταν απέμεναν σαν μεγάλα νομίσματα κάποιας αρχαίας φυλής τα φύλαγα σε θέση περίοπτη. Πολλές φορές τα αράδιαζα και τα περιεργαζόμουν, όπως τσιφούτης τις λίρες του. Κάποτε τα τοποθέτησα σ’ ένα κουτί από διαφανές πλαστικό, έτσι ώστε να μπορώ να τα παρατηρώ ακόμα κι όταν αυτό ήταν κλειστό.
Με τον καιρό τα πράγματα άλλαξαν. Τα διπλώματα έγιναν πολλά, κι όχι μόνο για τον τοίχο ενός συνηθισμένου σπιτιού. Τα προσάρμοσα σε διαφάνειες και τα συγκέντρωσα σ’ ένα ντοσιέ. Τα μετάλλια δεν χωρούσαν πια στο κουτί. Πέταξα τα φτηνά, αυτά που δεν ανέγραφαν ημερομηνία ή καν αγώνα, και κράτησα τα υπόλοιπα.
Κάποτε ήρθε η περίοδος που το τρέξιμο έδειχνε οριστικό παρελθόν για μένα. Απόλυτος, όπως πάντα, θέλησα να κόψω κάθε γέφυρα μ’ έναν κόσμο που τον θεώρησα οριστικά πίσω μου. Έπρεπε, βλέπεις, ν’ ανοιχτώ απερίσπαστος στα νέα μου ενδιαφέροντα. Πρέπει να πεθάνει κάτι για να γεννηθεί κάτι άλλο, πίστευα.
Πέταξα όλα μου τα διπλώματα. Δεν αποκατέστησα καλή σχέση μαζί τους, ακόμα και μετά την επάνοδό μου στο τρέξιμο. Δεν έχω πια ούτε ένα για δείγμα. Δεν χρειάζομαι πλέον πιστοποιητικά. Το τι μου ανήκει και τι όχι το αξιολογώ μόνος μου. Μου αρκεί να γνωρίζω εγώ τι πράγμα και σε ποιο βαθμό το έχω καταφέρει.
Χάρισα, τι αφροσύνη, αθλητικά βιβλία, πολύτιμα κι αγορασμένα από το εξωτερικό. Τώρα τα αποζητώ ξανά στις σελίδες του amazon, ή σε φίλους που πιθανόν να τα διάβασαν και να μην τα χρειάζονται πια.
Με τα μετάλλια συνέβη αλλιώς. Όταν επέστρεψα στο τρέξιμο αναζήτησα μετανοημένος το ξεχασμένο κουτί. Φευ. Κάτι φαινόταν να πηγαίνει στραβά μέσα στο πλαστικό. Όταν το άνοιξα βρέθηκα αντιμέτωπος με τις συνέπειες της προδοσίας μου. Πολλά από τα πολύτιμα, τα κερδισμένα με κόπο και ιδρώτα, μετάλλιά μου, κλεισμένα ασφυκτικά σ’ ένα χώρο που κατά κάποιο τρόπο είχε εισχωρήσει η υγρασία, κείτονταν σκουριασμένα και φθαρμένα, σαν μόλις να τα είχε βγάλει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη. Δεν διακρίνονταν τα στοιχεία κι η μυρωδιά της σκουριάς έμενε στα δάχτυλά μου. Αυτή τη φορά τα πέταξα με πόνο. Δεν έχω ούτε ένα μετάλλιο από τους μαραθώνιους μου στην Πάτρα, κι όχι μόνο από αυτούς.
Τα τωρινά μου μετάλλια τα περιποιούμαι διαφορετικά. Με εύκολο, πρακτικό τρόπο. Δυο καρφιά στον τοίχο είναι ικανά να σηκώσουν άπειρα, κρεμασμένα από την κορδέλα τους. Η νέα μου συλλογή θα διαρκέσει και θα κρατήσει τα σημαντικά και τα καλαίσθητα, όπως άλλωστε τα περισσότερά τους πλέον είναι.
Ξέχασα ν’ αναφέρω - μισό λεπτό να τα μετρήσω, βρίσκονται μόνιμα στο ταβάνι της απέναντι βιβλιοθήκης - τα 9 κύπελλα. Ασήμαντες διακρίσεις, από αγώνες βετεράνων, με μικρό συναγωνισμό κι επιδόσεις μιας άλλης εποχής. Ασήμαντες, είπα; Μα, τότε έμοιαζαν τόσο σημαντικές!
Όλα αλλάζουν, λοιπόν. Αλλάζουμε κι εμείς και βλέπουμε διαφορετικά ακόμα και τα ίδια πράγματα. Ξαναδιαβάζω κι ανακαλύπτω ξανά τα παλιά, αγαπημένα μου βιβλία. Αξιολογώ πάλι, όσα στη μέχρι τώρα πορεία της ζωής μου συνέλεξα. Κάποια πετώ, κάποια τα τοποθετώ ψηλότερα. Ίσως, κάποτε, προλάβει να γίνει μια εκ νέου αξιολόγηση. Σίγουρα θ’ αλλάξουν πάλι οι θέσεις των πραγμάτων. Αλλά, εδώ και λίγες μέρες, με σιγουριά μπορώ να πω πως υπάρχει κάτι που δεν θ’ αλλάξει, όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Ο Δρόμος του Νερού είχε πολύ νερό φέτος. Τόση βροχή, ένα και μοναδικό πρωινό ανάμεσα στα πολλά, που αποθάρρυνε αθλητές κι έστειλε στράφι πολλές παράλληλες εκδηλώσεις, που με τόσο κόπο φρόντισαν οι άνθρωποι του Wood Water Wild. Κρίμα. Μόνο 80 από τους 250 δηλώσαντες δρομείς εμφανίστηκαν στην αφετηρία. Καθώς δεν ήταν απαραίτητες οι προπληρωμές γι’ αυτόν τον ωραίο τοπικό μας αγώνα, φαντάζομαι πως η διοργάνωση στερήθηκε μια πολύτιμη χρηματική συνδρομή για τις πλούσιες εκδηλώσεις της, που οι περισσότερες στήθηκαν άδικα.
Αλλά αυτά είναι πράγματα που σκέφτηκα μετά. Εκείνο το βροχερό πρωινό, κάτω από το προστατευτικό υπόστεγο μιας τράπεζας, στην ουρά, για να παραλάβουμε τα νούμερά μας, θα ανακάλυπτα ποια έκπληξη κρυβόταν πίσω από τα μυστήρια χαμόγελα και τις χαμηλόφωνες κουβέντες των φίλων μου, μέρες τώρα. Επιφυλακτικός κάθε έκπληξης και θεωρητικός της άποψης πως 9 φορές στις 10 είναι για κακό, το κουτί παπουτσιών που με περίμενε φάνταζε ανακουφιστικό. Κάποιο δώρο τους για μένα, προφανώς.
Άνοιξα το κουτί, αλλά δεν υπήρχαν παπούτσια. Κάτι φάκελοι, μ’ ένα γνώριμο όνομα στον καθένα τους. Το περιεχόμενό τους, μαλακό. Μπλουζάκια. Και, πάνω - πάνω, μια επιστολή που προκαλούσε να την διαβάσω πριν απ’ οτιδήποτε.
Πάει καιρός που διάβαζα χωρίς γυαλιά. Δεν κουβαλώ γυαλιά στους αγώνες. Ανέλαβε την ανάγνωση η Φωτεινή. Ένα μικρός κύκλος σχηματίστηκε για ν’ ακούει.
Ήταν σύντομη επιστολή, αλλά στα μισά διέκοψα την ανάγνωσή της. Επιχείρησα ορισμένα ατυχή αστεία, για να διώξω τη συγκίνηση, που δεν την ήθελα ανεξέλεγκτη και δεν ήταν μόνο δική μου, εκείνη τη στιγμή. Μετά, το γράμμα διαβάστηκε από την αρχή. 

Ο Βαγγέλης Φάκας.
Αυτό είναι για σένα. Δεν είναι παπούτσια, πίστευα όμως πως είναι η καλύτερη συσκευασία για το δώρο σου. Είναι για σένα, και για τους φίλους σου. Όλους αυτούς που γνώρισα και γνώρισα μαζί τους έναν άλλο κόσμο που δεν ήξερα, αλλά που ήταν ικανός να μου αλλάξει τη ζωή.
Σε κάθε φάκελο θα βρεις γραμμένο το όνομα του καθενός τους. Μοίρασέ τους τα.
Είναι τιμή μου που τρέχω μαζί σας και κυρίως με σένα που με έμαθες να τρέχω και να χαίρομαι στο βουνό. (ή, απλά, ευχαριστώ το runners high).
Σήμερα θα τρέξουμε όλοι μαζί.

                                                                        Σας ευχαριστώ όλους για όλα.

                                                                                          Βαγγέλης.

                                                     ΥΓ. όπως είπε κι ένας φίλος, If not smiling you don’t doing it right.


Μοίρασα τους φακέλους με τα μπλουζάκια. Στην πλάτη, το όνομά μου με λόγια φιλίας, στο πλάι το λογότυπο της Ατέλειωτης Διαδρομής. Τα γέλια αντικατέστησαν την συγκίνηση. Μετρήσαμε αντίστροφα τα δεύτερα της εκκίνησης.
Τρέξαμε τον Δρόμο του Νερού μέσα στη λάσπη και τη βροχή, όλοι μαζί, με το ρυθμό του τελευταίου. Τουλάχιστον οι τρεις κατέβαλλαν μεγάλη προσπάθεια για να πηγαίνουν τόσο αργά. Τερματίσαμε τελευταίοι ή κάπου ανάμεσα στους τελευταίους. Ήμουν τελευταίος, η πιο απίθανη θέση, εκτός από την πρώτη, που μπορείς να βρεθείς σ’ έναν αγώνα. Αλλά ήμουν τελευταίος ανάμεσα στην πιο όμορφη, στην πιο χαρούμενη παρέα ολόκληρου του κόσμου. Τόσο χαρούμενη που στις φωτογραφίες του τερματισμού μοιάζουμε σαν να χορεύουμε. Χορεύουμε το χορό  της χαράς. Της ζωής. Της φιλίας μας. Το χρονόμετρο κάποιου κριτή, που εμφανίζεται στην άκρη μιας φωτογραφίας, δεν απασχολεί κανένα μας.
Τον τρέξαμε σωστά, λοιπόν. Τρέξαμε σωστά και με χαμόγελο τον αγώνα στον οποίο μου είχε απονεμηθεί, από την αφετηρία του κιόλας, η μεγαλύτερη διάκριση. Το πιο σημαντικό μετάλλιο που θα μπορούσε να μου απονεμηθεί ποτέ.
Η ζωή μας είναι απρόβλεπτη. Ακόμα και για τους πιο προγραμματισμένους, τους πιο τακτικούς από εμάς. Η ζωή είναι μια πηγή, που όσο κι αν νομίζεις πως έχεις φέρει το νερό στο αυλάκι της, αυτό θα βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει και ν’ ανοίγει δικούς του δρόμους. Ξεκινώντας πριν από 20 χρόνια το τρέξιμο ονειρευόμουν, όπως όλοι, κάποια πρωτιά, κάποιο μετάλλιο νικητή, κάποια μεγάλη διάκριση. Μια φαντασίωση που, μ’ ελάχιστες κι ασήμαντες εξαιρέσεις, παρέμεινε ανεκπλήρωτη. Ποτέ μου δεν κέρδισα κάποια πραγματικά αξιόλογη θέση στο τρέξιμο. Αντίθετα, πάντα βρισκόμουν πολύ, πολύ πολύ, μακριά από αυτήν.
Όχι πια. Γιατί τώρα την έχω κερδίσει. Δεν θα βρω κορδέλα και καρφί στον τοίχο για να κρεμάσω τα διαπιστευτήρια της. Αλλά, αν τα δρομικά μου όνειρα δεν εκπληρώθηκαν ποτέ, στη θέση τους εκπληρώθηκε κάτι που ποτέ δεν είχα φανταστεί. Γιατί ποτέ δεν είχα φανταστεί πως η πιο σημαντική μου διάκριση, το πιο σημαντικό μετάλλιο αυτής της ατέλειωτης διαδρομής, αυτό που δεν πρόκειται να σκουριάσει όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα είναι το μετάλλιο που κέρδισα σ’ έναν αγώνα στον οποίο τερμάτισα τελευταίος. 
...της φιλίας μας.
Ο χορός της χαράς...
...της ζωής...




Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Οι ορεινοί αγώνες. 3.


Κίσσαβος. 2010, 2013.
   



   Στην πρώτη του διοργάνωση, το 2010, ο αγώνας στον Κίσσαβο επεφύλασσε έναν Λαρισαϊκό καύσωνα, που είχε ξεφύγει από το επίπεδο του κάμπου κι είχε φτάσει μέχρι το ψηλότερο σημείο του. Ούτε στην κορυφή δεν συναντούσες ελάχιστη απ’ τη γνωστή δροσιά των βουνών. Είμαι τυχερός που δεν μου συνέβη κάτι πολύ κακό σ’ εκείνον τον αγώνα.
Ανεβαίνοντας την τελευταία κι ατέλειωτη ανηφόρα βρισκόμουν στα όρια των παραισθήσεων. Το καταφύγιο που, για δεύτερη φορά στην τότε χάραξη της διαδρομής, έπρεπε ν’ ανεβούμε, κρυβόταν πίσω της κι η δίψα μου έφερνε τρέλα. Ονειρευόμουν ποτάμια και βρύσες να τρέχουν ασταμάτητες. Ήξερα πως η αφυδάτωση επιβραδύνει τη ροή του αίματος, μ’ αποτέλεσμα η προσπάθεια να καθίσταται ολοένα και δυσκολότερη κι αυτή η γνώση μ’ επιβάρυνε ψυχολογικά. Νομίζω πως αν δεν έχεις τη δυνατότητα να κάνεις χρήση των γνώσεων η άγνοια είναι προτιμότερη.
Στην κρίσιμη στιγμή η φωνή έφτασε από το πουθενά, για να προτείνει νερό σε μια ομάδα καταπονημένων αθλητών που μ’ ακολουθούσαν. Δεν επρόκειτο για παραίσθηση. Ήταν μια μοναχική φιγούρα σωτηρίας, που είχε σταλεί εσπευσμένα, με λίγα μικρά μπουκάλια υπό μάλης. Μας είχε προσεγγίσει από κάποιο πλαϊνό μονοπάτι κι είχε βρεθεί λίγο πίσω μου, χωρίς να τον αντιληφθώ. Η πρώτη εξασθενημένη μου κραυγή δεν έφτασε, στη δεύτερη μ’ άκουσε. Τον πλησίασα τρεκλίζοντας, πήρα ένα μπουκάλι και το ήπια μονορούφι. Νομίζω πως εξατμίστηκε αμέσως. Μια δεύτερη ομάδα έκτακτης ανάγκης κατέφθανε, αλλά δεν διέθεταν πολύ νερό, κι εφόσον είχα πιει ήδη αποφάσισα πως δεν δικαιούμαι άλλο μπουκάλι. Αν γινόταν, θα τα έπινα όλα.
Όταν έφτασα στο καταφύγιο σωριάστηκα μισολιπόθυμος σ’ ένα παγκάκι κι έπινα ατελείωτα. Καταλάβαινα πως είχα κάνει αρκετό κακό στον εαυτό μου. Σκεφτόμουν να εγκαταλείψω - η χειρότερη εκτός τραυματισμού εκδοχή μου για έναν αγώνα. Απέμενε μόνο η κατηφόρα, αλλά δεν μπορούσα να σηκωθώ από το παγκάκι, δεν μπορούσα ν’ απομακρυνθώ από τη σκιά. Ήμουν πολύ εξουθενωμένος ακόμα και για να νιώσω ενοχές.
Από την καταληψία με συνέφερε κάποιος ηλικιωμένος βοηθός της διοργάνωσης. Καλά τα σύγχρονα αθλητικά υγρά στους πάγκους, αλλά ας δοκίμαζα και μια παραδοσιακή μέθοδο, πριν παραδώσω το νούμερό μου. Ζήτησε την άδειά μου πρώτα. Του την έδωσα, τι είχα να χάσω; και χωρίς δισταγμό άδειασε ένα κουβά νερό επάνω μου. Το ένιωσα παγωμένο. Δεν ξέρω πόσο επικίνδυνο είναι αυτό για την υγεία όταν ζεματάς, αλλά αισθάνθηκα να ζωντανεύω. Κάτι ξέρουν κι οι παλιοί. Καλά που φορούσα ακόμα το νούμερο. Με γλίτωσε από την εγκατάλειψη κι ολοκλήρωσα τα τελευταία 11 περίπου χιλιόμετρα, κατηφόρα μέχρι τη θάλασσα.
Στην άσφαλτο των τελευταίων μέτρων μπορούσες να τηγανίσεις αυγά. Για μέρες μετά το νερό που έπινα χανόταν. Ο οργανισμός μου ήταν σαν ξερό σφουγγάρι, που το ρουφούσε χωρίς τελειωμό. Η δίψα εκείνη έχει περάσει, αλλά οι αναμνήσεις της μέρας παραμένουν ζωντανές. Κάτι μέσα μου συνεχίζει να είναι διψασμένο και να τις συγκρατεί, όπως το ταλαίπωρο σώμα μου το σωτήριο εκείνο νεράκι.

                                                                  ----------------

Το 2013 το τοπίο είχε αλλάξει, εξωτερικά κι εσωτερικά. Ο αγώνας δεν επέστρεφε στην αφετηρία του, στο παραλιακό Στόμιο, αλλά κατέληγε στο χωριό της Αγριάς. Την αμέσως προηγούμενη και την αμέσως επόμενη Κυριακή υπήρχαν άλλοι δυο αγώνες βουνού για μένα. Έτσι θεώρησα τον Κίσσαβο κατάλληλο για μια δοκιμή, εν είδη μακράς προπόνησης. Κατάλληλο για προσάναμμα παλιών αναμνήσεων, που θα ξυπνούσαν στα γνωστά του μέρη. Κατάλληλο για συνοδεία μιας φίλης που θα δοκίμαζε τις δυνάμεις της.
Πόσο όμορφος είναι ένας αγώνας όταν τον κάνεις με κέφι και για το κέφι σου! Με τη φωτογραφική μηχανή στη θέση του άγχους, την παρέα στη θέση της μοναξιάς, την κουβέντα με τους συναθλητές σου στη θέση της λαχανιασμένης σιωπής, το άκουσμα της φύσης στη θέση των τρελών χτύπων της καρδιάς. Και την απόλαυση των φυσικών δυνάμεων που μοιάζουν ανεξάντλητες, όταν φροντίζεις να τις διατηρείς, αντί να τις σπαταλάς στο κυνήγι κάποιου χρόνου. Οι 4,5 ώρες του Παγγαίου, την προηγούμενη εβδομάδα, με είχαν αφήσει μισολιπόθυμο, ενώ οι πρώτες 4,5 ώρες του Κίσσαβου, όλη η ανηφόρα δηλαδή, δεν μου φάνηκαν τίποτα παραπάνω από μια συναρπαστική βόλτα. Το συννεφάκι στον ουρανό έκανε δουλειά σ’ αυτό το πρώτο μέρος. Μετά,  η ολοκληρωτική αλλαγή του τοπίου.
Αλλά όχι της διάθεσης. Η κατάβαση από την κορυφή διαδραματίζεται πάνω σ’ ένα διαφορετικό πλανητικό τοπίο με σκόρπιες σαθρές πλάκες που απαιτούν ισορροπία. Όταν τελειώσει, ο δρόμος δεν  στρίβει δεξιά, όπως την πρώτη χρονιά, αλλά αριστερά, πρώτα μέσα σ’ ένα γοητευτικό δάσος και μετά….
…μετά ο Κίσσαβος έχει μείνει πίσω. Από το σημείο εκείνο ένιωθα σαν να είχα μεταφερθεί απότομα σε κάποιον διαφορετικό αγώνα. Ξερό, αλλά όχι αδιάφορο τοπίο. Ακολουθεί κακοτράχαλο μονοπάτι διαρκείας, όσο κακοτράχαλο γίνεται. Τυραννία για τις πατούσες και η ζέστη ν’ ανεβαίνει ανυπόφορα. Αλλά τώρα το ήξερα το κόλπο.
Ο τόπος που έχει νερά είναι ευλογημένος. Κι εδώ είχε. Βρύσες, πηγές, λάστιχα. Σύντομο λούσιμο κι ο κόσμος γίνεται καλύτερος. Στον τερματισμό, χέρι - χέρι με την Άννα. Πρώτη, από τις ελάχιστες γυναίκες που ξεκίνησαν. Ο Κίσσαβος πουθενά. Αλλά αυτό μοιάζει τόσο πολύ μ’ αυτό που μας αρέσει. Να ξεκινάμε από κάπου και να μπορούμε να συνεχίζουμε στο πουθενά.

                                                         -----------------

Έχω ακούσει πως οι γυναίκες των αγώνων εμφανίζουν επιθετικό χαρακτήρα, απότομη συμπεριφορά, επιθυμία επιδόσεων και διακρίσεων. Πως είναι ανάλογα ανταγωνιστικές και σύμφωνες με το αντίστοιχο αντρικό στερεότυπο. Η εμπειρία μου δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο. Οι γυναίκες που έχω γνωρίσει και, πολλές φορές, τρέξει μαζί τους σε αγώνες, δεν είναι έτσι. Ίσως δεν πέτυχα το κατάλληλο δείγμα γυναικών, ωστόσο αυτό με το οποίο συναντήθηκα είναι αρκετά μεγάλο και στατιστικά θα μπορούσε ν’ ανατρέψει τα παραπάνω. Καθόλου. Αντίθετα, όλες τους ήταν προικισμένες με στοιχεία που χαρακτηρίζονται θετικά. Όλες τους φιλικές. Φιλοσοφημένες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αγωνιστικές και καρτερικές. Επίμονες και χαμογελαστές, ακόμα και στις δυσκολίες. Μόνο μία από αυτές θα ξεχώριζα, η οποία στη διάρκεια των αγώνων είχε το μάτι της τίγρης, μόλο που στους αγώνες και ως μετεωρίτης εμφανίστηκε και ιδιαίτερη άποψη για χρόνους κι επιδόσεις δεν είχε. Όμως σ’ αυτή της τη στάση δεν κρυβόταν κάποιο είδος εχθρότητας, παρά μόνο η αντίληψη του νοήματος που γι’ αυτήν είχε ένας αγώνας.
Αν επέλεγε το τρέξιμο θα έγραφε ιστορία. Αλλά ακόμα και η μικρή αυτή που έγραψε προορίζεται για κάποιο άλλο κεφάλαιο. Εγώ επανέρχομαι στο παρόν. Μολονότι, λοιπόν, πιστεύω πως όλες οι γυναίκες που έχω γνωρίσει στους αγώνες θα άξιζαν να βραβευτούν, και πολλές άλλωστε το έχουν καταφέρει, καμιά τους δεν έτρεχε μόνο γι’ αυτό. Οι περισσότερες δεν είχαν καν την αίσθηση πως αξίζουν βράβευση. Εγώ έχω την αίσθηση πως όλοι οι δρομείς αξίζουν κάποιο είδος βράβευσης.
Η Άννα θεώρησε πως όφειλε να μοιραστεί μαζί μου το βραβείο, πως έπρεπε ν’ ανέβω κι εγώ μαζί της στο βάθρο. Έχω ξεχάσει πως είναι το βάθρο, αλλά δεν θα το ήθελα έτσι. Ούτε οι διοργανωτές θα το ήθελαν έτσι, υποθέτω. Όσο κι αν βοηθάς κάποιον, τον αγώνα τον βγάζει με τα δικά του, όχι τα δικά σου πόδια.
Εμένα μου αρκεί που ανεβαίνω σ’ άλλα βάθρα. Βάθρο είναι ο κάθε αγώνας που τερμάτισα. Η κάθε κορυφή βουνού που στάθηκα. Ο κάθε άνθρωπος που εν γνώσει ή εν αγνοία μου βοήθησα. Αυτός που έσπευσε να μου συστηθεί. Αυτός που εμπνέεται από τα λόγια μου. Ο άγνωστος δρομέας, στα 100χλμ. της Ψάθας, που με σταμάτησε για να μ’ ευχαριστήσει κι έβγαλε τον αγώνα, ενώ εγώ απέτυχα στο παραλίγο. Θυμώνω που δεν συγκράτησα τ’ όνομά του, γιατί η κουβέντα του ήταν το βάθρο στο οποίο μ’ ανέβασε εκείνη τη μέρα, και του χρωστώ ευγνωμοσύνη γι’ αυτό.
Το τρέξιμο είναι μια απλή διαδικασία. Το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, εναλλάξ. Τόσο απλό. Όμως, τις χιλιάδες φορές που έχω τρέξει, σε προπόνηση ή σε αγώνες, δεν θυμάμαι ούτε μια φορά που το τρέξιμο να ήταν μόνο αυτή η απλή εναλλαγή ποδιών. Ποτέ το τρέξιμο δεν ήταν μόνο τρέξιμο για μένα.
Στο τρέξιμο, στα βουνά και στους δρόμους, γνώρισα κι εδραίωσα τις φιλίες μου, καταστάλαξα τις σκέψεις μου, κυνήγησα τον εαυτό μου, άνοιξα τις πόρτες της διάθεσής μου, έβγαλα το απόσταγμα του χαρακτήρα μου. Αυτά τα κείμενα τα γράφω τρέχοντας. Στον υπολογιστή, απλώς, πληκτρολογώ χαρακτήρες, επιλέγω λέξεις, φροντίζω το συντακτικό.
Και στο κείμενο αυτό αποχαιρετώ τον Κίσσαβο κι όλες τις καλές και τις κακές στιγμές του. Εδώ κάποιο σκοτεινό βράδυ, λίγο έξω από το καταφύγιο, με τη χαλάρωση της άφιξης, γύρισε ο αστράγαλος και το κρακ ακούστηκε μακριά. Το ίδιο βράδυ έμαθα τι είναι mesulid και τι θα πει ακινησία. Δυο μήνες δύσκολοι, από ένα γελοίο ατύχημα, ένα τίποτα από το τίποτα, κάτι που σε κάνει να θέλεις να γυρίσεις πίσω το ρολόι, ένα λεπτό μόνο, ίσα για να ρυθμίσεις ελάχιστα τη μοίρα. Αλλά δεν μπορείς. Και δεν κάνει ούτε να διαμαρτύρεσαι, γιατί ξέρεις πως όταν η μοίρα δυστροπεί μπορεί να φερθεί και πολύ χειρότερα στους ανθρώπους.
Αποχαιρετώ τον Κίσσαβο, στον οποίο παλαιότερα πέρασα τόσες όμορφες στιγμές, ορειβατώντας με τους φίλους μου. Σας έχω πει πως η παρέα μου είναι η καλύτερη του κόσμου; Όχι, ε; Είναι. Όπως κι η δική σας. Και οι φίλοι μου, οι καλύτεροι του κόσμου. Όπως κι οι δικοί σας. Υπήρξα τυχερός άνθρωπος, μέχρι τώρα τουλάχιστον.
Η Άννα Μαρία Παπαιωάννου.
Κι αποχαιρετώ και τον Κίσσαβο αυτού του αγώνα. Μου μένουν οι φωτογραφίες που έβγαλα στη διαδρομή για να τον θυμάμαι. Από τους συναθλητές μου, από τους πολυπληθείς, χαμογελαστούς και πρόθυμους εθελοντές του. Από την Άννα της προσπάθειας, της εξάντλησης των τελευταίων καυτών χιλιομέτρων, της απονομής. Κι αυτό είναι. Λίγο μετά ο Κίσσαβος δεν φαίνεται πια, πήρα τον αριστερό δρόμο και τον άφησα πίσω μου. Μάλλον οριστικά. Μοιάζει σαν να μην υπήρξε ποτέ, παρά μόνο σαν αφορμή. Σαν ευκαιρία. Σαν δυνατότητα για ένα ακόμα κεφάλαιο της ζωής μου, που δεν έπρεπε ν’ αφήσω κενό.





Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Οι ορεινοί αγώνες. 2.





Olympus Marathon 2009, 2010, 2011.


   Ο Olympus Marathon εμφανίστηκε στη σκηνή των αγώνων το 2004 και μ’ έκανε να νιώθω παρωχημένος. Ήταν μεγαλύτερος κατά 9 χιλιόμετρα από τον ‘μικρό’ Όλυμπο του Σεπτεμβρίου κι είχε μια επιβλητική υψομετρική διαφορά 1500 περίπου μέτρων παραπάνω απ’ αυτόν. Μου φαινόταν πολύ δυσκολότερος απ’ όσο νόμιζα πως θα μπορούσα να τρέξω, πόσο μάλλον που βρισκόμουν καταχωνιασμένος σε μια νεκρή, και χωρίς βεβαιότητα για μελλοντική ανάσταση, περίοδο.
Όμως, παρ’ όλο που τότε το τρέξιμο υπήρχε για μένα σ’ έναν παράλληλο κόσμο, ο Olympus Marathon δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Το μεγαλύτερο μέρος του διεξαγόταν στο φυσικό πεδίο του πιο αγαπημένου μου αγώνα. Έθετε νέες προδιαγραφές και πρωτόγνωρες δυσκολίες. Διέθετε αίγλη που τον ξεχώριζε από κάθε άλλη ερασιτεχνική διοργάνωση. Κατάφερε να γίνει επιθυμία των καλύτερων Ελλήνων αθλητών και να προσελκύσει πολλούς ξένους. Ο Όλυμπος είναι ο Παρθενώνας της ελληνικής φύσης, κι ένας αγώνας που ξεκινά από τον αρχαιολογικό χώρο του Δίου και φτάνει να περνά κάτω από τον ‘Θρόνο του Δία’ έχει μαγνητικές ιδιότητες.
Η συμμετοχή τηλεοπτικού καναλιού στην πρώτη του διοργάνωση έφερε στις οθόνες μας την εικόνα ενός γεγονότος χωρίς προηγούμενο. 115 αθλητές τόλμησαν και 101 πέτυχαν να ξεκινήσουν από το επίπεδο της θάλασσας, ν’ ανεβούν μέχρι τα 2700 μέτρα και να ξανακατεβούν στο Λιτόχωρο. Εντυπωσιακός ήταν και ο χρόνος στον οποίο τα κατάφεραν. Οι αθλητές εκείνης της χρονιάς απέδειξαν ότι ήταν δυνατόν να γίνει, κι όταν κάτι αποδεικνύεται δυνατόν, ενθαρρύνει κι άλλους. Αρκούσε να πατηθεί μια φορά η κορυφή του Έβερεστ, αρκούσε να πέσει για πρώτη φορά το μίλι κάτω από τα τέσσερα λεπτά. Σύντομα ακολούθησαν πολλοί.
Ο αριθμός των αθλητών μεγάλωνε με τα χρόνια, για να φτάσει στο ανώτατο επιτρεπτό όριο και να θέσει νέες προδιαγραφές. Οι επίδοξοι, στο εξής, θα κέρδιζαν τη δυνατότητα συμμετοχής τους μέσα από ένα αξιολογικό σύστημα βαθμών, που θα συγκέντρωναν από άλλους αγώνες. Το χρονικό περιθώριο τερματισμού στένεψε και οριστικοποιήθηκε στις 10 ώρες, ωστόσο πάνω από 400 αθλητές, αριθμός αδιανόητος μια δεκαετία πριν, καταφέρνουν κάθε χρονιά να τερματίζουν με επιτυχία. Μπορεί στο εξωτερικό αυτά να είναι κοινός τόπος, αλλά στον τόπο μας ήταν πρωτόγνωρα.
Η νέα εποχή είχε φτάσει για τα καλά.



  Ο αγώνας ξεκίνησε από την τηλεοπτική οθόνη, εισχώρησε στις προοπτικές και στις προσδοκίες γνωστών, εισέβαλε στις σκέψεις και στις πολύωρες προπονήσεις φίλων, ξεδιπλώθηκε στις αφηγήσεις συμμετεχόντων. Αυτοί μετέφεραν τα στοιχεία ενός γεγονότος που φαινόταν να ξεπερνά τα όρια ενός μέσου ανθρώπου. Απ’ όποια πλευρά κι αν τον κοίταζα, έβλεπα έναν αγώνα φτιαγμένο για νέους και ταλαντούχους αθλητές που διέθεταν, εκτός από τα φυσικά προσόντα, μια ισχυρή θέληση να υποβληθούν σε πολύμηνες σκληρές προπονήσεις. Κι όλοι τους, ακόμα κι αυτοί που είχαν πετύχει το στόχο τους, το περιέγραφαν ως κάτι εξαιρετικά δύσκολο.
Τον αγώνα θα τον έβγαζα τελικά, 3 συνεχόμενες χρονιές, μέσα στο χαμηλωμένο όριο των 10 ωρών, έστω και χωρίς ιδιαίτερη άνεση χρόνου. Ωστόσο εξακολουθώ να διατηρώ αρκετές από τις εντυπώσεις της εποχής, όπου για μένα παρέμενε κάτι άφταστο. Επιμένω πως παραμένει σκληρός αγώνας, ακόμα κι αν έχεις την τύχη των ευνοϊκών καιρικών συνθηκών. Απαιτεί ισχυρή θέληση και πολύμηνη προπονητική αφοσίωση. Εφόσον όμως τα κατάφερα εγώ, μπορώ να βεβαιώσω πως αν ο στόχος είναι, απλώς, να τον τερματίσεις έγκαιρα, δεν είναι απαραίτητο να είσαι ούτε ιδιαίτερα νέος, ούτε ιδιαίτερα ταλαντούχος αθλητής.
Η εκρηκτικότητα, η ευλυγισία, η μυϊκή μάζα είναι χαρακτηριστικά συνδεδεμένα με τη νεότητα. Ωστόσο, αν προσέξουμε τον εαυτό μας, μπορούμε να καθυστερήσουμε αρκετά την απώλειά τους και να ζήσουμε μ’ ένα υγιές σώμα, ακόμα και δεκαετίες παραπάνω από όσους το παραμελούν. Στο θέμα της αντοχής τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα. Σ’ έναν απλό μαραθώνιο, κάθε έτος ηλικίας δεν προσθέτει παρά μόνο ένα λεπτό στην τελική επίδοση. Δεν είναι κι άσχημα να κάνεις στα πενήντα σου μόνο δέκα λεπτά παραπάνω απ’ ότι στα σαράντα, πόσο μάλλον που με μια καλύτερη προπόνηση ή τακτική μπορεί να περιορίσεις περισσότερο τη διαφορά. Μένει αυτό που λέγεται ταλέντο.
Όλα τα σώματα δεν είναι ίδια. Ο Γούντι Άλλεν θα δυσκολευόταν να γίνει αρσιβαρίστας. Προσωπικά, δεν νομίζω πως το τρέξιμο είναι το καταλληλότερο άθλημα για το σωματότυπό μου. Έχω την εντύπωση πως θα μου ταίριαζε καλύτερα το κολύμπι. Αλλά μ’ αρέσει πιο πολύ να τρέχω παρά να κολυμπώ. Το να σου αρέσει κάτι αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό τις όποιες σωματικές προδιαγραφές, γιατί σε στέλνει με προθυμία στην προσπάθεια. Και η προσπάθεια αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό το ταλέντο. Δεν αρκεί για να σε κάνει πρωταθλητή, αλλά αρκεί για σου αποφέρει αυτό που αγαπάς.
Όσο κι αν είναι δύσκολος, ο Olympus Marathon, είναι ένας αγώνας που μπορεί να τον τερματίσει ο καθένας. Γιατί στηρίζεται στην αντοχή, που δεν φθίνει εύκολα με τα χρόνια, και στη σκληρή δουλειά, στην οποία μπορεί να υποβάλει τον εαυτό του όποιος το επιθυμεί πολύ. Με επίπονες ώρες στις ανηφοριές, ανεβοκατεβάσματα στις αντιπυρικές ζώνες, σύνολο εβδομαδιαίων χιλιομέτρων, προσαρμογή προγραμμάτων, στέρηση μικροχαρών της καθημερινής ζωής. Όλα αυτά για έναν σκοπό, που μπορεί να φαντάζει αναίτιος, ή πως δεν αξίζει τις θυσίες του. Αν όμως σταθείτε στο τέρμα του αγώνα και δείτε τους αθλητές να περνούν κάτω από το Π, ακόμα κι αυτούς που πασχίζουν στην τελική ευθεία, ενώ το ανελέητο ηλεκτρονικό ρολόι μετρά τα έσχατα δευτερόλεπτα των 10 ωρών, θα νιώσετε κάτι από αυτό που νιώθουν. Και παρ’ όλη την κούραση, την ταλαιπωρία, την αγωνία και την εξάντληση που χαράσσονται στα πρόσωπά τους, δεν θα βρείτε ούτε έναν να σας πει πως ο αγώνας αυτός δεν άξιζε τις θυσίες του.
Όσο για μένα, δεν ξέρω αν θα τον ξανατρέξω. Τρεις φορές, και μάλιστα συνεχόμενες, τις θεωρώ παραπάνω από αρκετές. Υπάρχουν άλλοι αγώνες που ξεφυτρώνουν ολόγυρα καλώντας με σε νέες εμπειρίες, και είναι προτιμότερες από κάτι ήδη βιωμένο. Εξ άλλου, με τις επιδόσεις μου σε φθίνουσα πορεία, είναι θέμα χρόνου να διακινδυνέψω να είμαι εγώ αυτός που θα αγωνιά στην τελική ευθεία, την ώρα που η κλεψύδρα των δευτερολέπτων θα μετρά τους τελευταίους της κόκκους.
Βέβαια, για το δεύτερο, κάτι μπορώ να κάνω. Λίγη παραπάνω ώρα προσεκτικής προπόνησης, λίγη εστίαση σ’ έναν και μόνο σκοπό, λίγο λιγότερες αυθόρμητες συμμετοχές σ’ ό,τι αναρτάται στο αθλητικό καλεντάρι. Για το πρώτο, δεν ξέρω. Αλλά ποτέ δεν πρέπει να λες ποτέ, γιατί ποτέ δεν ξέρεις το αύριο τι φέρνει. Ο αγώνας μπορεί να μην είναι πια μοναδικός, αλλά ένα απλό δέντρο του δάσους που οι νέες εποχές έφεραν. Οι αναμνήσεις μου όμως, όπως και τα κείμενα που γράφονται εξ αιτίας τους, είναι μηνύματα σφραγισμένα και ριγμένα στον ωκεανό, που ευελπιστώ κάποιον να συγκινήσουν, κάποιον να παροτρύνουν, αλλά να συνεχίσουν αέναα το ταξίδι τους. Έτσι, δεν είναι απίθανο κάποια ιδιοτροπία των ρευμάτων να τα επιστρέψει πάλι σε μένα, για να με πάρουν από το χέρι και να με οδηγήσουν κάποιο χάραμα, μαζί με δεκάδες ακόμα συναθλητές μου, στον αρχαιολογικό χώρο του Δίου.