Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Το πιο σημαντικό μου μετάλλιο.






                                                                                                          If not smiling you don’t doing it right.


Η σχέση μου με τα διπλώματα και τα μετάλλια έχει περάσει από πολλά στάδια. Τα πρώτα μου διπλώματα τα αντιμετώπιζα ως πιστοποιητικά μιας αξίας που δικαιωματικά μου ανήκαν. Το ίδιο και τα μετάλλια, ιδίως των μαραθωνίων δρόμων. Αφαιρούσα την κορδέλα τους κι όταν απέμεναν σαν μεγάλα νομίσματα κάποιας αρχαίας φυλής τα φύλαγα σε θέση περίοπτη. Πολλές φορές τα αράδιαζα και τα περιεργαζόμουν, όπως τσιφούτης τις λίρες του. Κάποτε τα τοποθέτησα σ’ ένα κουτί από διαφανές πλαστικό, έτσι ώστε να μπορώ να τα παρατηρώ ακόμα κι όταν αυτό ήταν κλειστό.
Με τον καιρό τα πράγματα άλλαξαν. Τα διπλώματα έγιναν πολλά, κι όχι μόνο για τον τοίχο ενός συνηθισμένου σπιτιού. Τα προσάρμοσα σε διαφάνειες και τα συγκέντρωσα σ’ ένα ντοσιέ. Τα μετάλλια δεν χωρούσαν πια στο κουτί. Πέταξα τα φτηνά, αυτά που δεν ανέγραφαν ημερομηνία ή καν αγώνα, και κράτησα τα υπόλοιπα.
Κάποτε ήρθε η περίοδος που το τρέξιμο έδειχνε οριστικό παρελθόν για μένα. Απόλυτος, όπως πάντα, θέλησα να κόψω κάθε γέφυρα μ’ έναν κόσμο που τον θεώρησα οριστικά πίσω μου. Έπρεπε, βλέπεις, ν’ ανοιχτώ απερίσπαστος στα νέα μου ενδιαφέροντα. Πρέπει να πεθάνει κάτι για να γεννηθεί κάτι άλλο, πίστευα.
Πέταξα όλα μου τα διπλώματα. Δεν αποκατέστησα καλή σχέση μαζί τους, ακόμα και μετά την επάνοδό μου στο τρέξιμο. Δεν έχω πια ούτε ένα για δείγμα. Δεν χρειάζομαι πλέον πιστοποιητικά. Το τι μου ανήκει και τι όχι το αξιολογώ μόνος μου. Μου αρκεί να γνωρίζω εγώ τι πράγμα και σε ποιο βαθμό το έχω καταφέρει.
Χάρισα, τι αφροσύνη, αθλητικά βιβλία, πολύτιμα κι αγορασμένα από το εξωτερικό. Τώρα τα αποζητώ ξανά στις σελίδες του amazon, ή σε φίλους που πιθανόν να τα διάβασαν και να μην τα χρειάζονται πια.
Με τα μετάλλια συνέβη αλλιώς. Όταν επέστρεψα στο τρέξιμο αναζήτησα μετανοημένος το ξεχασμένο κουτί. Φευ. Κάτι φαινόταν να πηγαίνει στραβά μέσα στο πλαστικό. Όταν το άνοιξα βρέθηκα αντιμέτωπος με τις συνέπειες της προδοσίας μου. Πολλά από τα πολύτιμα, τα κερδισμένα με κόπο και ιδρώτα, μετάλλιά μου, κλεισμένα ασφυκτικά σ’ ένα χώρο που κατά κάποιο τρόπο είχε εισχωρήσει η υγρασία, κείτονταν σκουριασμένα και φθαρμένα, σαν μόλις να τα είχε βγάλει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη. Δεν διακρίνονταν τα στοιχεία κι η μυρωδιά της σκουριάς έμενε στα δάχτυλά μου. Αυτή τη φορά τα πέταξα με πόνο. Δεν έχω ούτε ένα μετάλλιο από τους μαραθώνιους μου στην Πάτρα, κι όχι μόνο από αυτούς.
Τα τωρινά μου μετάλλια τα περιποιούμαι διαφορετικά. Με εύκολο, πρακτικό τρόπο. Δυο καρφιά στον τοίχο είναι ικανά να σηκώσουν άπειρα, κρεμασμένα από την κορδέλα τους. Η νέα μου συλλογή θα διαρκέσει και θα κρατήσει τα σημαντικά και τα καλαίσθητα, όπως άλλωστε τα περισσότερά τους πλέον είναι.
Ξέχασα ν’ αναφέρω - μισό λεπτό να τα μετρήσω, βρίσκονται μόνιμα στο ταβάνι της απέναντι βιβλιοθήκης - τα 9 κύπελλα. Ασήμαντες διακρίσεις, από αγώνες βετεράνων, με μικρό συναγωνισμό κι επιδόσεις μιας άλλης εποχής. Ασήμαντες, είπα; Μα, τότε έμοιαζαν τόσο σημαντικές!
Όλα αλλάζουν, λοιπόν. Αλλάζουμε κι εμείς και βλέπουμε διαφορετικά ακόμα και τα ίδια πράγματα. Ξαναδιαβάζω κι ανακαλύπτω ξανά τα παλιά, αγαπημένα μου βιβλία. Αξιολογώ πάλι, όσα στη μέχρι τώρα πορεία της ζωής μου συνέλεξα. Κάποια πετώ, κάποια τα τοποθετώ ψηλότερα. Ίσως, κάποτε, προλάβει να γίνει μια εκ νέου αξιολόγηση. Σίγουρα θ’ αλλάξουν πάλι οι θέσεις των πραγμάτων. Αλλά, εδώ και λίγες μέρες, με σιγουριά μπορώ να πω πως υπάρχει κάτι που δεν θ’ αλλάξει, όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Ο Δρόμος του Νερού είχε πολύ νερό φέτος. Τόση βροχή, ένα και μοναδικό πρωινό ανάμεσα στα πολλά, που αποθάρρυνε αθλητές κι έστειλε στράφι πολλές παράλληλες εκδηλώσεις, που με τόσο κόπο φρόντισαν οι άνθρωποι του Wood Water Wild. Κρίμα. Μόνο 80 από τους 250 δηλώσαντες δρομείς εμφανίστηκαν στην αφετηρία. Καθώς δεν ήταν απαραίτητες οι προπληρωμές γι’ αυτόν τον ωραίο τοπικό μας αγώνα, φαντάζομαι πως η διοργάνωση στερήθηκε μια πολύτιμη χρηματική συνδρομή για τις πλούσιες εκδηλώσεις της, που οι περισσότερες στήθηκαν άδικα.
Αλλά αυτά είναι πράγματα που σκέφτηκα μετά. Εκείνο το βροχερό πρωινό, κάτω από το προστατευτικό υπόστεγο μιας τράπεζας, στην ουρά, για να παραλάβουμε τα νούμερά μας, θα ανακάλυπτα ποια έκπληξη κρυβόταν πίσω από τα μυστήρια χαμόγελα και τις χαμηλόφωνες κουβέντες των φίλων μου, μέρες τώρα. Επιφυλακτικός κάθε έκπληξης και θεωρητικός της άποψης πως 9 φορές στις 10 είναι για κακό, το κουτί παπουτσιών που με περίμενε φάνταζε ανακουφιστικό. Κάποιο δώρο τους για μένα, προφανώς.
Άνοιξα το κουτί, αλλά δεν υπήρχαν παπούτσια. Κάτι φάκελοι, μ’ ένα γνώριμο όνομα στον καθένα τους. Το περιεχόμενό τους, μαλακό. Μπλουζάκια. Και, πάνω - πάνω, μια επιστολή που προκαλούσε να την διαβάσω πριν απ’ οτιδήποτε.
Πάει καιρός που διάβαζα χωρίς γυαλιά. Δεν κουβαλώ γυαλιά στους αγώνες. Ανέλαβε την ανάγνωση η Φωτεινή. Ένα μικρός κύκλος σχηματίστηκε για ν’ ακούει.
Ήταν σύντομη επιστολή, αλλά στα μισά διέκοψα την ανάγνωσή της. Επιχείρησα ορισμένα ατυχή αστεία, για να διώξω τη συγκίνηση, που δεν την ήθελα ανεξέλεγκτη και δεν ήταν μόνο δική μου, εκείνη τη στιγμή. Μετά, το γράμμα διαβάστηκε από την αρχή. 

Ο Βαγγέλης Φάκας.
Αυτό είναι για σένα. Δεν είναι παπούτσια, πίστευα όμως πως είναι η καλύτερη συσκευασία για το δώρο σου. Είναι για σένα, και για τους φίλους σου. Όλους αυτούς που γνώρισα και γνώρισα μαζί τους έναν άλλο κόσμο που δεν ήξερα, αλλά που ήταν ικανός να μου αλλάξει τη ζωή.
Σε κάθε φάκελο θα βρεις γραμμένο το όνομα του καθενός τους. Μοίρασέ τους τα.
Είναι τιμή μου που τρέχω μαζί σας και κυρίως με σένα που με έμαθες να τρέχω και να χαίρομαι στο βουνό. (ή, απλά, ευχαριστώ το runners high).
Σήμερα θα τρέξουμε όλοι μαζί.

                                                                        Σας ευχαριστώ όλους για όλα.

                                                                                          Βαγγέλης.

                                                     ΥΓ. όπως είπε κι ένας φίλος, If not smiling you don’t doing it right.


Μοίρασα τους φακέλους με τα μπλουζάκια. Στην πλάτη, το όνομά μου με λόγια φιλίας, στο πλάι το λογότυπο της Ατέλειωτης Διαδρομής. Τα γέλια αντικατέστησαν την συγκίνηση. Μετρήσαμε αντίστροφα τα δεύτερα της εκκίνησης.
Τρέξαμε τον Δρόμο του Νερού μέσα στη λάσπη και τη βροχή, όλοι μαζί, με το ρυθμό του τελευταίου. Τουλάχιστον οι τρεις κατέβαλλαν μεγάλη προσπάθεια για να πηγαίνουν τόσο αργά. Τερματίσαμε τελευταίοι ή κάπου ανάμεσα στους τελευταίους. Ήμουν τελευταίος, η πιο απίθανη θέση, εκτός από την πρώτη, που μπορείς να βρεθείς σ’ έναν αγώνα. Αλλά ήμουν τελευταίος ανάμεσα στην πιο όμορφη, στην πιο χαρούμενη παρέα ολόκληρου του κόσμου. Τόσο χαρούμενη που στις φωτογραφίες του τερματισμού μοιάζουμε σαν να χορεύουμε. Χορεύουμε το χορό  της χαράς. Της ζωής. Της φιλίας μας. Το χρονόμετρο κάποιου κριτή, που εμφανίζεται στην άκρη μιας φωτογραφίας, δεν απασχολεί κανένα μας.
Τον τρέξαμε σωστά, λοιπόν. Τρέξαμε σωστά και με χαμόγελο τον αγώνα στον οποίο μου είχε απονεμηθεί, από την αφετηρία του κιόλας, η μεγαλύτερη διάκριση. Το πιο σημαντικό μετάλλιο που θα μπορούσε να μου απονεμηθεί ποτέ.
Η ζωή μας είναι απρόβλεπτη. Ακόμα και για τους πιο προγραμματισμένους, τους πιο τακτικούς από εμάς. Η ζωή είναι μια πηγή, που όσο κι αν νομίζεις πως έχεις φέρει το νερό στο αυλάκι της, αυτό θα βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει και ν’ ανοίγει δικούς του δρόμους. Ξεκινώντας πριν από 20 χρόνια το τρέξιμο ονειρευόμουν, όπως όλοι, κάποια πρωτιά, κάποιο μετάλλιο νικητή, κάποια μεγάλη διάκριση. Μια φαντασίωση που, μ’ ελάχιστες κι ασήμαντες εξαιρέσεις, παρέμεινε ανεκπλήρωτη. Ποτέ μου δεν κέρδισα κάποια πραγματικά αξιόλογη θέση στο τρέξιμο. Αντίθετα, πάντα βρισκόμουν πολύ, πολύ πολύ, μακριά από αυτήν.
Όχι πια. Γιατί τώρα την έχω κερδίσει. Δεν θα βρω κορδέλα και καρφί στον τοίχο για να κρεμάσω τα διαπιστευτήρια της. Αλλά, αν τα δρομικά μου όνειρα δεν εκπληρώθηκαν ποτέ, στη θέση τους εκπληρώθηκε κάτι που ποτέ δεν είχα φανταστεί. Γιατί ποτέ δεν είχα φανταστεί πως η πιο σημαντική μου διάκριση, το πιο σημαντικό μετάλλιο αυτής της ατέλειωτης διαδρομής, αυτό που δεν πρόκειται να σκουριάσει όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα είναι το μετάλλιο που κέρδισα σ’ έναν αγώνα στον οποίο τερμάτισα τελευταίος. 
...της φιλίας μας.
Ο χορός της χαράς...
...της ζωής...




Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Οι ορεινοί αγώνες. 3.


Κίσσαβος. 2010, 2013.
   



   Στην πρώτη του διοργάνωση, το 2010, ο αγώνας στον Κίσσαβο επεφύλασσε έναν Λαρισαϊκό καύσωνα, που είχε ξεφύγει από το επίπεδο του κάμπου κι είχε φτάσει μέχρι το ψηλότερο σημείο του. Ούτε στην κορυφή δεν συναντούσες ελάχιστη απ’ τη γνωστή δροσιά των βουνών. Είμαι τυχερός που δεν μου συνέβη κάτι πολύ κακό σ’ εκείνον τον αγώνα.
Ανεβαίνοντας την τελευταία κι ατέλειωτη ανηφόρα βρισκόμουν στα όρια των παραισθήσεων. Το καταφύγιο που, για δεύτερη φορά στην τότε χάραξη της διαδρομής, έπρεπε ν’ ανεβούμε, κρυβόταν πίσω της κι η δίψα μου έφερνε τρέλα. Ονειρευόμουν ποτάμια και βρύσες να τρέχουν ασταμάτητες. Ήξερα πως η αφυδάτωση επιβραδύνει τη ροή του αίματος, μ’ αποτέλεσμα η προσπάθεια να καθίσταται ολοένα και δυσκολότερη κι αυτή η γνώση μ’ επιβάρυνε ψυχολογικά. Νομίζω πως αν δεν έχεις τη δυνατότητα να κάνεις χρήση των γνώσεων η άγνοια είναι προτιμότερη.
Στην κρίσιμη στιγμή η φωνή έφτασε από το πουθενά, για να προτείνει νερό σε μια ομάδα καταπονημένων αθλητών που μ’ ακολουθούσαν. Δεν επρόκειτο για παραίσθηση. Ήταν μια μοναχική φιγούρα σωτηρίας, που είχε σταλεί εσπευσμένα, με λίγα μικρά μπουκάλια υπό μάλης. Μας είχε προσεγγίσει από κάποιο πλαϊνό μονοπάτι κι είχε βρεθεί λίγο πίσω μου, χωρίς να τον αντιληφθώ. Η πρώτη εξασθενημένη μου κραυγή δεν έφτασε, στη δεύτερη μ’ άκουσε. Τον πλησίασα τρεκλίζοντας, πήρα ένα μπουκάλι και το ήπια μονορούφι. Νομίζω πως εξατμίστηκε αμέσως. Μια δεύτερη ομάδα έκτακτης ανάγκης κατέφθανε, αλλά δεν διέθεταν πολύ νερό, κι εφόσον είχα πιει ήδη αποφάσισα πως δεν δικαιούμαι άλλο μπουκάλι. Αν γινόταν, θα τα έπινα όλα.
Όταν έφτασα στο καταφύγιο σωριάστηκα μισολιπόθυμος σ’ ένα παγκάκι κι έπινα ατελείωτα. Καταλάβαινα πως είχα κάνει αρκετό κακό στον εαυτό μου. Σκεφτόμουν να εγκαταλείψω - η χειρότερη εκτός τραυματισμού εκδοχή μου για έναν αγώνα. Απέμενε μόνο η κατηφόρα, αλλά δεν μπορούσα να σηκωθώ από το παγκάκι, δεν μπορούσα ν’ απομακρυνθώ από τη σκιά. Ήμουν πολύ εξουθενωμένος ακόμα και για να νιώσω ενοχές.
Από την καταληψία με συνέφερε κάποιος ηλικιωμένος βοηθός της διοργάνωσης. Καλά τα σύγχρονα αθλητικά υγρά στους πάγκους, αλλά ας δοκίμαζα και μια παραδοσιακή μέθοδο, πριν παραδώσω το νούμερό μου. Ζήτησε την άδειά μου πρώτα. Του την έδωσα, τι είχα να χάσω; και χωρίς δισταγμό άδειασε ένα κουβά νερό επάνω μου. Το ένιωσα παγωμένο. Δεν ξέρω πόσο επικίνδυνο είναι αυτό για την υγεία όταν ζεματάς, αλλά αισθάνθηκα να ζωντανεύω. Κάτι ξέρουν κι οι παλιοί. Καλά που φορούσα ακόμα το νούμερο. Με γλίτωσε από την εγκατάλειψη κι ολοκλήρωσα τα τελευταία 11 περίπου χιλιόμετρα, κατηφόρα μέχρι τη θάλασσα.
Στην άσφαλτο των τελευταίων μέτρων μπορούσες να τηγανίσεις αυγά. Για μέρες μετά το νερό που έπινα χανόταν. Ο οργανισμός μου ήταν σαν ξερό σφουγγάρι, που το ρουφούσε χωρίς τελειωμό. Η δίψα εκείνη έχει περάσει, αλλά οι αναμνήσεις της μέρας παραμένουν ζωντανές. Κάτι μέσα μου συνεχίζει να είναι διψασμένο και να τις συγκρατεί, όπως το ταλαίπωρο σώμα μου το σωτήριο εκείνο νεράκι.

                                                                  ----------------

Το 2013 το τοπίο είχε αλλάξει, εξωτερικά κι εσωτερικά. Ο αγώνας δεν επέστρεφε στην αφετηρία του, στο παραλιακό Στόμιο, αλλά κατέληγε στο χωριό της Αγριάς. Την αμέσως προηγούμενη και την αμέσως επόμενη Κυριακή υπήρχαν άλλοι δυο αγώνες βουνού για μένα. Έτσι θεώρησα τον Κίσσαβο κατάλληλο για μια δοκιμή, εν είδη μακράς προπόνησης. Κατάλληλο για προσάναμμα παλιών αναμνήσεων, που θα ξυπνούσαν στα γνωστά του μέρη. Κατάλληλο για συνοδεία μιας φίλης που θα δοκίμαζε τις δυνάμεις της.
Πόσο όμορφος είναι ένας αγώνας όταν τον κάνεις με κέφι και για το κέφι σου! Με τη φωτογραφική μηχανή στη θέση του άγχους, την παρέα στη θέση της μοναξιάς, την κουβέντα με τους συναθλητές σου στη θέση της λαχανιασμένης σιωπής, το άκουσμα της φύσης στη θέση των τρελών χτύπων της καρδιάς. Και την απόλαυση των φυσικών δυνάμεων που μοιάζουν ανεξάντλητες, όταν φροντίζεις να τις διατηρείς, αντί να τις σπαταλάς στο κυνήγι κάποιου χρόνου. Οι 4,5 ώρες του Παγγαίου, την προηγούμενη εβδομάδα, με είχαν αφήσει μισολιπόθυμο, ενώ οι πρώτες 4,5 ώρες του Κίσσαβου, όλη η ανηφόρα δηλαδή, δεν μου φάνηκαν τίποτα παραπάνω από μια συναρπαστική βόλτα. Το συννεφάκι στον ουρανό έκανε δουλειά σ’ αυτό το πρώτο μέρος. Μετά,  η ολοκληρωτική αλλαγή του τοπίου.
Αλλά όχι της διάθεσης. Η κατάβαση από την κορυφή διαδραματίζεται πάνω σ’ ένα διαφορετικό πλανητικό τοπίο με σκόρπιες σαθρές πλάκες που απαιτούν ισορροπία. Όταν τελειώσει, ο δρόμος δεν  στρίβει δεξιά, όπως την πρώτη χρονιά, αλλά αριστερά, πρώτα μέσα σ’ ένα γοητευτικό δάσος και μετά….
…μετά ο Κίσσαβος έχει μείνει πίσω. Από το σημείο εκείνο ένιωθα σαν να είχα μεταφερθεί απότομα σε κάποιον διαφορετικό αγώνα. Ξερό, αλλά όχι αδιάφορο τοπίο. Ακολουθεί κακοτράχαλο μονοπάτι διαρκείας, όσο κακοτράχαλο γίνεται. Τυραννία για τις πατούσες και η ζέστη ν’ ανεβαίνει ανυπόφορα. Αλλά τώρα το ήξερα το κόλπο.
Ο τόπος που έχει νερά είναι ευλογημένος. Κι εδώ είχε. Βρύσες, πηγές, λάστιχα. Σύντομο λούσιμο κι ο κόσμος γίνεται καλύτερος. Στον τερματισμό, χέρι - χέρι με την Άννα. Πρώτη, από τις ελάχιστες γυναίκες που ξεκίνησαν. Ο Κίσσαβος πουθενά. Αλλά αυτό μοιάζει τόσο πολύ μ’ αυτό που μας αρέσει. Να ξεκινάμε από κάπου και να μπορούμε να συνεχίζουμε στο πουθενά.

                                                         -----------------

Έχω ακούσει πως οι γυναίκες των αγώνων εμφανίζουν επιθετικό χαρακτήρα, απότομη συμπεριφορά, επιθυμία επιδόσεων και διακρίσεων. Πως είναι ανάλογα ανταγωνιστικές και σύμφωνες με το αντίστοιχο αντρικό στερεότυπο. Η εμπειρία μου δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο. Οι γυναίκες που έχω γνωρίσει και, πολλές φορές, τρέξει μαζί τους σε αγώνες, δεν είναι έτσι. Ίσως δεν πέτυχα το κατάλληλο δείγμα γυναικών, ωστόσο αυτό με το οποίο συναντήθηκα είναι αρκετά μεγάλο και στατιστικά θα μπορούσε ν’ ανατρέψει τα παραπάνω. Καθόλου. Αντίθετα, όλες τους ήταν προικισμένες με στοιχεία που χαρακτηρίζονται θετικά. Όλες τους φιλικές. Φιλοσοφημένες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αγωνιστικές και καρτερικές. Επίμονες και χαμογελαστές, ακόμα και στις δυσκολίες. Μόνο μία από αυτές θα ξεχώριζα, η οποία στη διάρκεια των αγώνων είχε το μάτι της τίγρης, μόλο που στους αγώνες και ως μετεωρίτης εμφανίστηκε και ιδιαίτερη άποψη για χρόνους κι επιδόσεις δεν είχε. Όμως σ’ αυτή της τη στάση δεν κρυβόταν κάποιο είδος εχθρότητας, παρά μόνο η αντίληψη του νοήματος που γι’ αυτήν είχε ένας αγώνας.
Αν επέλεγε το τρέξιμο θα έγραφε ιστορία. Αλλά ακόμα και η μικρή αυτή που έγραψε προορίζεται για κάποιο άλλο κεφάλαιο. Εγώ επανέρχομαι στο παρόν. Μολονότι, λοιπόν, πιστεύω πως όλες οι γυναίκες που έχω γνωρίσει στους αγώνες θα άξιζαν να βραβευτούν, και πολλές άλλωστε το έχουν καταφέρει, καμιά τους δεν έτρεχε μόνο γι’ αυτό. Οι περισσότερες δεν είχαν καν την αίσθηση πως αξίζουν βράβευση. Εγώ έχω την αίσθηση πως όλοι οι δρομείς αξίζουν κάποιο είδος βράβευσης.
Η Άννα θεώρησε πως όφειλε να μοιραστεί μαζί μου το βραβείο, πως έπρεπε ν’ ανέβω κι εγώ μαζί της στο βάθρο. Έχω ξεχάσει πως είναι το βάθρο, αλλά δεν θα το ήθελα έτσι. Ούτε οι διοργανωτές θα το ήθελαν έτσι, υποθέτω. Όσο κι αν βοηθάς κάποιον, τον αγώνα τον βγάζει με τα δικά του, όχι τα δικά σου πόδια.
Εμένα μου αρκεί που ανεβαίνω σ’ άλλα βάθρα. Βάθρο είναι ο κάθε αγώνας που τερμάτισα. Η κάθε κορυφή βουνού που στάθηκα. Ο κάθε άνθρωπος που εν γνώσει ή εν αγνοία μου βοήθησα. Αυτός που έσπευσε να μου συστηθεί. Αυτός που εμπνέεται από τα λόγια μου. Ο άγνωστος δρομέας, στα 100χλμ. της Ψάθας, που με σταμάτησε για να μ’ ευχαριστήσει κι έβγαλε τον αγώνα, ενώ εγώ απέτυχα στο παραλίγο. Θυμώνω που δεν συγκράτησα τ’ όνομά του, γιατί η κουβέντα του ήταν το βάθρο στο οποίο μ’ ανέβασε εκείνη τη μέρα, και του χρωστώ ευγνωμοσύνη γι’ αυτό.
Το τρέξιμο είναι μια απλή διαδικασία. Το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, εναλλάξ. Τόσο απλό. Όμως, τις χιλιάδες φορές που έχω τρέξει, σε προπόνηση ή σε αγώνες, δεν θυμάμαι ούτε μια φορά που το τρέξιμο να ήταν μόνο αυτή η απλή εναλλαγή ποδιών. Ποτέ το τρέξιμο δεν ήταν μόνο τρέξιμο για μένα.
Στο τρέξιμο, στα βουνά και στους δρόμους, γνώρισα κι εδραίωσα τις φιλίες μου, καταστάλαξα τις σκέψεις μου, κυνήγησα τον εαυτό μου, άνοιξα τις πόρτες της διάθεσής μου, έβγαλα το απόσταγμα του χαρακτήρα μου. Αυτά τα κείμενα τα γράφω τρέχοντας. Στον υπολογιστή, απλώς, πληκτρολογώ χαρακτήρες, επιλέγω λέξεις, φροντίζω το συντακτικό.
Και στο κείμενο αυτό αποχαιρετώ τον Κίσσαβο κι όλες τις καλές και τις κακές στιγμές του. Εδώ κάποιο σκοτεινό βράδυ, λίγο έξω από το καταφύγιο, με τη χαλάρωση της άφιξης, γύρισε ο αστράγαλος και το κρακ ακούστηκε μακριά. Το ίδιο βράδυ έμαθα τι είναι mesulid και τι θα πει ακινησία. Δυο μήνες δύσκολοι, από ένα γελοίο ατύχημα, ένα τίποτα από το τίποτα, κάτι που σε κάνει να θέλεις να γυρίσεις πίσω το ρολόι, ένα λεπτό μόνο, ίσα για να ρυθμίσεις ελάχιστα τη μοίρα. Αλλά δεν μπορείς. Και δεν κάνει ούτε να διαμαρτύρεσαι, γιατί ξέρεις πως όταν η μοίρα δυστροπεί μπορεί να φερθεί και πολύ χειρότερα στους ανθρώπους.
Αποχαιρετώ τον Κίσσαβο, στον οποίο παλαιότερα πέρασα τόσες όμορφες στιγμές, ορειβατώντας με τους φίλους μου. Σας έχω πει πως η παρέα μου είναι η καλύτερη του κόσμου; Όχι, ε; Είναι. Όπως κι η δική σας. Και οι φίλοι μου, οι καλύτεροι του κόσμου. Όπως κι οι δικοί σας. Υπήρξα τυχερός άνθρωπος, μέχρι τώρα τουλάχιστον.
Η Άννα Μαρία Παπαιωάννου.
Κι αποχαιρετώ και τον Κίσσαβο αυτού του αγώνα. Μου μένουν οι φωτογραφίες που έβγαλα στη διαδρομή για να τον θυμάμαι. Από τους συναθλητές μου, από τους πολυπληθείς, χαμογελαστούς και πρόθυμους εθελοντές του. Από την Άννα της προσπάθειας, της εξάντλησης των τελευταίων καυτών χιλιομέτρων, της απονομής. Κι αυτό είναι. Λίγο μετά ο Κίσσαβος δεν φαίνεται πια, πήρα τον αριστερό δρόμο και τον άφησα πίσω μου. Μάλλον οριστικά. Μοιάζει σαν να μην υπήρξε ποτέ, παρά μόνο σαν αφορμή. Σαν ευκαιρία. Σαν δυνατότητα για ένα ακόμα κεφάλαιο της ζωής μου, που δεν έπρεπε ν’ αφήσω κενό.





Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Οι ορεινοί αγώνες. 2.





Olympus Marathon 2009, 2010, 2011.


   Ο Olympus Marathon εμφανίστηκε στη σκηνή των αγώνων το 2004 και μ’ έκανε να νιώθω παρωχημένος. Ήταν μεγαλύτερος κατά 9 χιλιόμετρα από τον ‘μικρό’ Όλυμπο του Σεπτεμβρίου κι είχε μια επιβλητική υψομετρική διαφορά 1500 περίπου μέτρων παραπάνω απ’ αυτόν. Μου φαινόταν πολύ δυσκολότερος απ’ όσο νόμιζα πως θα μπορούσα να τρέξω, πόσο μάλλον που βρισκόμουν καταχωνιασμένος σε μια νεκρή, και χωρίς βεβαιότητα για μελλοντική ανάσταση, περίοδο.
Όμως, παρ’ όλο που τότε το τρέξιμο υπήρχε για μένα σ’ έναν παράλληλο κόσμο, ο Olympus Marathon δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Το μεγαλύτερο μέρος του διεξαγόταν στο φυσικό πεδίο του πιο αγαπημένου μου αγώνα. Έθετε νέες προδιαγραφές και πρωτόγνωρες δυσκολίες. Διέθετε αίγλη που τον ξεχώριζε από κάθε άλλη ερασιτεχνική διοργάνωση. Κατάφερε να γίνει επιθυμία των καλύτερων Ελλήνων αθλητών και να προσελκύσει πολλούς ξένους. Ο Όλυμπος είναι ο Παρθενώνας της ελληνικής φύσης, κι ένας αγώνας που ξεκινά από τον αρχαιολογικό χώρο του Δίου και φτάνει να περνά κάτω από τον ‘Θρόνο του Δία’ έχει μαγνητικές ιδιότητες.
Η συμμετοχή τηλεοπτικού καναλιού στην πρώτη του διοργάνωση έφερε στις οθόνες μας την εικόνα ενός γεγονότος χωρίς προηγούμενο. 115 αθλητές τόλμησαν και 101 πέτυχαν να ξεκινήσουν από το επίπεδο της θάλασσας, ν’ ανεβούν μέχρι τα 2700 μέτρα και να ξανακατεβούν στο Λιτόχωρο. Εντυπωσιακός ήταν και ο χρόνος στον οποίο τα κατάφεραν. Οι αθλητές εκείνης της χρονιάς απέδειξαν ότι ήταν δυνατόν να γίνει, κι όταν κάτι αποδεικνύεται δυνατόν, ενθαρρύνει κι άλλους. Αρκούσε να πατηθεί μια φορά η κορυφή του Έβερεστ, αρκούσε να πέσει για πρώτη φορά το μίλι κάτω από τα τέσσερα λεπτά. Σύντομα ακολούθησαν πολλοί.
Ο αριθμός των αθλητών μεγάλωνε με τα χρόνια, για να φτάσει στο ανώτατο επιτρεπτό όριο και να θέσει νέες προδιαγραφές. Οι επίδοξοι, στο εξής, θα κέρδιζαν τη δυνατότητα συμμετοχής τους μέσα από ένα αξιολογικό σύστημα βαθμών, που θα συγκέντρωναν από άλλους αγώνες. Το χρονικό περιθώριο τερματισμού στένεψε και οριστικοποιήθηκε στις 10 ώρες, ωστόσο πάνω από 400 αθλητές, αριθμός αδιανόητος μια δεκαετία πριν, καταφέρνουν κάθε χρονιά να τερματίζουν με επιτυχία. Μπορεί στο εξωτερικό αυτά να είναι κοινός τόπος, αλλά στον τόπο μας ήταν πρωτόγνωρα.
Η νέα εποχή είχε φτάσει για τα καλά.



  Ο αγώνας ξεκίνησε από την τηλεοπτική οθόνη, εισχώρησε στις προοπτικές και στις προσδοκίες γνωστών, εισέβαλε στις σκέψεις και στις πολύωρες προπονήσεις φίλων, ξεδιπλώθηκε στις αφηγήσεις συμμετεχόντων. Αυτοί μετέφεραν τα στοιχεία ενός γεγονότος που φαινόταν να ξεπερνά τα όρια ενός μέσου ανθρώπου. Απ’ όποια πλευρά κι αν τον κοίταζα, έβλεπα έναν αγώνα φτιαγμένο για νέους και ταλαντούχους αθλητές που διέθεταν, εκτός από τα φυσικά προσόντα, μια ισχυρή θέληση να υποβληθούν σε πολύμηνες σκληρές προπονήσεις. Κι όλοι τους, ακόμα κι αυτοί που είχαν πετύχει το στόχο τους, το περιέγραφαν ως κάτι εξαιρετικά δύσκολο.
Τον αγώνα θα τον έβγαζα τελικά, 3 συνεχόμενες χρονιές, μέσα στο χαμηλωμένο όριο των 10 ωρών, έστω και χωρίς ιδιαίτερη άνεση χρόνου. Ωστόσο εξακολουθώ να διατηρώ αρκετές από τις εντυπώσεις της εποχής, όπου για μένα παρέμενε κάτι άφταστο. Επιμένω πως παραμένει σκληρός αγώνας, ακόμα κι αν έχεις την τύχη των ευνοϊκών καιρικών συνθηκών. Απαιτεί ισχυρή θέληση και πολύμηνη προπονητική αφοσίωση. Εφόσον όμως τα κατάφερα εγώ, μπορώ να βεβαιώσω πως αν ο στόχος είναι, απλώς, να τον τερματίσεις έγκαιρα, δεν είναι απαραίτητο να είσαι ούτε ιδιαίτερα νέος, ούτε ιδιαίτερα ταλαντούχος αθλητής.
Η εκρηκτικότητα, η ευλυγισία, η μυϊκή μάζα είναι χαρακτηριστικά συνδεδεμένα με τη νεότητα. Ωστόσο, αν προσέξουμε τον εαυτό μας, μπορούμε να καθυστερήσουμε αρκετά την απώλειά τους και να ζήσουμε μ’ ένα υγιές σώμα, ακόμα και δεκαετίες παραπάνω από όσους το παραμελούν. Στο θέμα της αντοχής τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα. Σ’ έναν απλό μαραθώνιο, κάθε έτος ηλικίας δεν προσθέτει παρά μόνο ένα λεπτό στην τελική επίδοση. Δεν είναι κι άσχημα να κάνεις στα πενήντα σου μόνο δέκα λεπτά παραπάνω απ’ ότι στα σαράντα, πόσο μάλλον που με μια καλύτερη προπόνηση ή τακτική μπορεί να περιορίσεις περισσότερο τη διαφορά. Μένει αυτό που λέγεται ταλέντο.
Όλα τα σώματα δεν είναι ίδια. Ο Γούντι Άλλεν θα δυσκολευόταν να γίνει αρσιβαρίστας. Προσωπικά, δεν νομίζω πως το τρέξιμο είναι το καταλληλότερο άθλημα για το σωματότυπό μου. Έχω την εντύπωση πως θα μου ταίριαζε καλύτερα το κολύμπι. Αλλά μ’ αρέσει πιο πολύ να τρέχω παρά να κολυμπώ. Το να σου αρέσει κάτι αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό τις όποιες σωματικές προδιαγραφές, γιατί σε στέλνει με προθυμία στην προσπάθεια. Και η προσπάθεια αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό το ταλέντο. Δεν αρκεί για να σε κάνει πρωταθλητή, αλλά αρκεί για σου αποφέρει αυτό που αγαπάς.
Όσο κι αν είναι δύσκολος, ο Olympus Marathon, είναι ένας αγώνας που μπορεί να τον τερματίσει ο καθένας. Γιατί στηρίζεται στην αντοχή, που δεν φθίνει εύκολα με τα χρόνια, και στη σκληρή δουλειά, στην οποία μπορεί να υποβάλει τον εαυτό του όποιος το επιθυμεί πολύ. Με επίπονες ώρες στις ανηφοριές, ανεβοκατεβάσματα στις αντιπυρικές ζώνες, σύνολο εβδομαδιαίων χιλιομέτρων, προσαρμογή προγραμμάτων, στέρηση μικροχαρών της καθημερινής ζωής. Όλα αυτά για έναν σκοπό, που μπορεί να φαντάζει αναίτιος, ή πως δεν αξίζει τις θυσίες του. Αν όμως σταθείτε στο τέρμα του αγώνα και δείτε τους αθλητές να περνούν κάτω από το Π, ακόμα κι αυτούς που πασχίζουν στην τελική ευθεία, ενώ το ανελέητο ηλεκτρονικό ρολόι μετρά τα έσχατα δευτερόλεπτα των 10 ωρών, θα νιώσετε κάτι από αυτό που νιώθουν. Και παρ’ όλη την κούραση, την ταλαιπωρία, την αγωνία και την εξάντληση που χαράσσονται στα πρόσωπά τους, δεν θα βρείτε ούτε έναν να σας πει πως ο αγώνας αυτός δεν άξιζε τις θυσίες του.
Όσο για μένα, δεν ξέρω αν θα τον ξανατρέξω. Τρεις φορές, και μάλιστα συνεχόμενες, τις θεωρώ παραπάνω από αρκετές. Υπάρχουν άλλοι αγώνες που ξεφυτρώνουν ολόγυρα καλώντας με σε νέες εμπειρίες, και είναι προτιμότερες από κάτι ήδη βιωμένο. Εξ άλλου, με τις επιδόσεις μου σε φθίνουσα πορεία, είναι θέμα χρόνου να διακινδυνέψω να είμαι εγώ αυτός που θα αγωνιά στην τελική ευθεία, την ώρα που η κλεψύδρα των δευτερολέπτων θα μετρά τους τελευταίους της κόκκους.
Βέβαια, για το δεύτερο, κάτι μπορώ να κάνω. Λίγη παραπάνω ώρα προσεκτικής προπόνησης, λίγη εστίαση σ’ έναν και μόνο σκοπό, λίγο λιγότερες αυθόρμητες συμμετοχές σ’ ό,τι αναρτάται στο αθλητικό καλεντάρι. Για το πρώτο, δεν ξέρω. Αλλά ποτέ δεν πρέπει να λες ποτέ, γιατί ποτέ δεν ξέρεις το αύριο τι φέρνει. Ο αγώνας μπορεί να μην είναι πια μοναδικός, αλλά ένα απλό δέντρο του δάσους που οι νέες εποχές έφεραν. Οι αναμνήσεις μου όμως, όπως και τα κείμενα που γράφονται εξ αιτίας τους, είναι μηνύματα σφραγισμένα και ριγμένα στον ωκεανό, που ευελπιστώ κάποιον να συγκινήσουν, κάποιον να παροτρύνουν, αλλά να συνεχίσουν αέναα το ταξίδι τους. Έτσι, δεν είναι απίθανο κάποια ιδιοτροπία των ρευμάτων να τα επιστρέψει πάλι σε μένα, για να με πάρουν από το χέρι και να με οδηγήσουν κάποιο χάραμα, μαζί με δεκάδες ακόμα συναθλητές μου, στον αρχαιολογικό χώρο του Δίου.
 

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Με την παλάμη στο μέρος της καρδιάς.



Βοστόνη, 15/4/2013.  In memoriam.


Η μεγαλύτερης διάρκειας ίωση που με βρήκε ποτέ, μου στέρησε τη συμμετοχή μου στον φετινό μαραθώνιο του Μ. Αλεξάνδρου. Μοιάζει κακοτυχία, καθώς ήρθε παραμονές αγώνα, αλλά μάλλον δεν ήταν και τόσο, αφού οποιαδήποτε στιγμή κι αν ερχόταν κάποιο αγώνα θα μου χαλούσε. Μου χάλασε όμως έναν ιδιαίτερο. Έναν που θα έτρεχα φορώντας το μαύρο σημάδι της θλίψης, εγώ, που υπήρξα πολέμιος μιας συνήθειας που γέμιζε κάποτε τις πόλεις μας με μαυροφορεμένες γυναίκες, κι άντρες μ’ ένα αντιαισθητικό περιβραχιόνιο, ακαλαίσθητο δείγμα πένθους, που οι κοινωνικές συνθήκες το απαιτούσαν, έστω και υποκριτικό.
Έτσι βρέθηκα μεν στον αγώνα, αλλά ως θεατής, να χειροκροτώ τους αθλητές και να φωτογραφίζω τους φίλους μου, στο ύψος της πλατείας Αριστοτέλους, λίγο πριν από την αψίδα του τελευταίου χιλιομέτρου. Και το παράπονο που έβγαινε από μέσα μου έφευγε γρήγορα. Το να παρακολουθώ και να ενθαρρύνω αθλητές αποδείχτηκε περισσότερο συναρπαστικό απ’ όσο πίστευα. Δεν θα το μάθαινα ποτέ, εάν μπορούσα να τρέξω. Εκτός αυτού σκεφτόμουν πως το τραγικό γεγονός που είχε διαδραματιστεί 6 μέρες πριν, είχε καταδικάσει πολλούς ανθρώπους σαν και μένα, όχι απλώς να μην μπορέσουν να ξανατρέξουν, αλλά ούτε καν να περπατήσουν στην υπόλοιπη ζωή τους. Έτσι αισθανόμουν πως, αν δεν κατέπνιγα το παράπονό μου, μια σπρωξιά από ένα αόρατο χέρι θα με πετούσε στη θάλασσα που βρισκόταν λίγα μέτρα πίσω μου.
Λόγω της ίωσης ήμουν αρκετά ζαλισμένος και στις 3 ώρες ορθοστασίας μου ξέφυγαν πολλοί γνωστοί. Κάποιοι άλλοι με πέτυχαν ανέτοιμο, (γιατί οι φωτογραφικές μηχανές κλείνουν από μόνες τους;), κι άλλοι με ανάγκασαν σ’ ένα κοπιαστικό σπριντ, αναγκαίο για να τους προφτάσω πριν απομακρυνθούν οριστικά.
Όταν δεν έβγαζα φωτογραφίες, χειροκροτούσα. Αποδείχτηκε πως το καταφέρνω επί μακρόν και παρατεταμένα, παρά την έλλειψη εκπαίδευσης που, ως μη οπαδός κόμματος ή ομάδας, έχω στερηθεί. Οι περισσότεροι δρομείς, ακόμα και οι πλέον κουρασμένοι, ανταποκρίνονταν, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Ίσως το χειροκρότημά μου να ήταν και το πρώτο που τους προϋπαντούσε στη λεωφόρο, μικρό προοίμιο απ’ αυτό που τους περίμενε λίγα μέτρα παραπέρα.
Κάποιοι χαμογελούσαν. Κάποιοι ανταπέδιδαν παρόμοια. Μια άγνωστη κοπέλα άπλωσε το χέρι της για να συναντηθεί με το δικό μου σ’ ένα και μοναδικό παλαμάκι. Και κάποιοι διέγραφαν μια απλή κίνηση. Έφερναν την παλάμη τους ν’ ακουμπήσει ελαφριά στο μέρος της καρδιάς, σε μια εκφραστική δήλωση ευγνωμοσύνης, που την εκλάμβανα κι ως δείγμα μιας αμοιβαίας επαφής.
Ήμουν ξανά έξω στον κόσμο, μετά από μια εβδομάδα κρεβατωμένου βίου. Στη διάρκειά της είχαν συμβεί τα γεγονότα της Βοστόνης, γεγονότα τα οποία θα με έκαναν να νιώθω ανήμπορος, ακόμα κι αν δεν ψηνόμουν στον πυρετό. Οι φωτογραφίες και οι ιστορίες των ανθρώπων εκεί μου ήταν τόσο οδυνηρές, που δεν θα ξαφνιαζόμουν αν κάποιος ειδικός γνωμάτευε πως επιδείνωσαν την κατάστασή μου. Καμιά θλίψη δεν παραμένει ίδια όταν τρέχεις, αλλά τώρα δεν ήμουν σε θέση να πάρω αυτό το γιατρικό. Παρέμενα ξαπλωμένος, αναζητώντας κι επικοινωνώντας, με το φορητό υπολογιστή στα γόνατα και το κεφάλι ανασηκωμένο στα μαξιλάρια. 
Η αντίδραση του ελληνικού λαού στα γεγονότα της Βοστόνης σε καμιά περίπτωση δεν ήταν ανάλογη  της 11ης Σεπτεμβρίου. Τότε η χαρά των συμπατριωτών μας είχε μετρηθεί δεύτερη παγκοσμίως. Μόνο οι Πακιστανοί μας ξεπέρασαν. Ούτε καν οι Αφγανοί ή οι Παλαιστίνιοι. Έτσι είναι, ο αδικημένος με τους αδικημένους ταυτίζεται. Παρά την τεράστια αλλαγή όμως, ακόμα και τώρα, δεν έλειψαν οι περιπτώσεις όπου η αυθόρμητη θλίψη βρέθηκε υπόλογη, απέναντι σε άτομα με υψηλό πήχυ συνείδησης και εισαγγελικό ύφος, από τα οποία, για να λάβεις άδεια θλίψης, όφειλες πρώτα να καταθέσεις την οδύνη σου για το Ιράκ, το Αφγανιστάν και την Παλαιστίνη. (Ευτυχώς το περιορίζουν γεωγραφικά, και δεν σε επιβαρύνουν π.χ. με τη Σρεμπρένιτσα ή τους εμφύλιους της Αφρικής). Υπήρξαν κι άλλοι που το έθεσαν διαφορετικά. Τόσα εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα, γιατί να κλαίμε μόνο για όσους έχουν την τύχη της φωτογραφικής κάλυψης του δράματός τους; Έλα ντε!
Η πρώτη μου αντίδραση στις συζητήσεις ήταν να βεβαιώσω τους εισαγγελείς πως κλαίω για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, οπότε έχω το δικαίωμα να κλάψω και για την Βοστόνη. Οι περισσότεροι δεν μου απάντησαν κι έτσι θεωρώ πως έχω τη σιωπηλή τους άδεια, εκτός κι αν εξετάζουν ακόμα την υπόθεσή μου, ανάμεσα σε πολλές άλλες. Όμως το περιστατικό αυτό, σε συνδυασμό με την ίωση, μου προσέφερε αρκετές ελεύθερες ώρες πυρετώδους σκέψης και μια ευκαιρία περαιτέρω ανάγνωσης του εαυτού μου, επάνω στον οποίο όπως φαίνεται έχω λύσει τα δύσκολα, αλλά παραμέλησα τα εύκολα.
Λυπάμαι, αλλά θα ήθελα να αναιρέσω την αρχική μου κατάθεση. Ελπίζω να μην σοκαριστούν οι εισαγγελείς από την καινούργια, αντίθετα, ας το δουν ως δικαίωση των υποψιών τους για το άτομό μου: Όχι. Δεν κλαίω για όλους τους ανθρώπους. Πόσο μάλλον δεν κλαίω το ίδιο για όλους τους ανθρώπους. Αν ήμουν θεός δεν θα υπήρχε λόγος να κλαίει κανένας για κανέναν, αλλά, επαναλαμβάνω για να δεσμευτώ πάνω σ' αυτό, δεν κλαίω για όλους τους ανθρώπους. Οι ίδιοι προφανώς το κάνουν, (αναρωτιόμουν γιατί τα μάτια τους είναι διαρκώς κόκκινα), αλλά εγώ είμαι ιδιαίτερα ανάλγητο άτομο. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές κάπου σκοτώνονται άνθρωποι, αλλά εγώ ο αναίσθητος συνεχίζω να γράφω σαν να μην τρέχει τίποτα. Στη διάρκεια του βραδινού μου ύπνου πεθαίνουν εκατομμύρια, αλλά εγώ το πρωί ξυπνάω με τις δικές μου έννοιες. Ζώον κανονικό. Οι γνήσιοι ανθρωπιστές, σίγουρα, κλαίνε κάθε πρωί. Όχι; Εντάξει, ένα πρωί κάθε μήνα. Όχι; Κάποια πρωινά το χρόνο; Ούτε; Δεν μπορεί.
Θεωρώ πως ό,τι κακό έχουμε πάθει ως λαός οφείλεται στο ότι συνηθίζουμε να τοποθετούμε το συναίσθημα πάνω από τη λογική, ακόμα και για πράγματα που δεν αντιμετωπίζονται συναισθηματικά. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο θέμα, με συλλαμβάνω πράττοντας το αυτό. Η απάντηση πως κλαίω για όλους τους ανθρώπους του κόσμου ήταν αυθόρμητη, αφού ξέρω πως για κανέναν άνθρωπο δεν επιθυμώ κακό, εκτός αυτών που επιθυμούν το κακό των ανθρώπων. Οπότε από μια άποψη υπήρξα ειλικρινής δηλώνοντας αρχικά κάτι τέτοιο. Και ίσως δεν θα το σκεφτόμουν παραπάνω αν δεν με ταρακουνούσαν οι εκρήξεις, όχι της Βοστόνης, αλλά οι άλλες, λίγες μέρες αργότερα, σ’ ένα εργοστάσιο στο Τέξας. Τα θύματα ήταν πολίτες της ίδιας χώρας. Μέτρησαν απείρως περισσότερους νεκρούς και τραυματίες. Κι όμως, καθώς οι μέρες περνούσαν, συλλάμβανα τον εαυτό μου να θρηνεί ακόμα για τη Βοστόνη. Θα ξεχάσω το Τέξας, όπως έχω ξεχάσει δεκάδες τραγωδίες, αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ τη Βοστόνη.
Δεν νομίζω πως υπάρχει κάποιος που μέσα σε μια συμφορά, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για τους δικούς του ανθρώπους. Αν υπάρχει θα μοιάζει με τις εξαϋλωμένες μορφές των αγίων του Ελ Γκρέκο. Την τελευταία φορά που συνάντησα τέτοια μορφή ήταν πριν 10 χρόνια, σε μια σκήτη στο Άγιο Όρος. Η πρώτη είδηση, πως οι Έλληνες αθλητές είναι καλά, προσέφερε σ' όλους μας ανακούφιση. Ανακούφιση, ανάμεσα σε φωτογραφίες αιμόφυρτων κι ακρωτηριασμένων ανθρώπων. Μα, τόσο κτήνη είμαστε;
Όχι, φυσικά. Ήταν μια απόλυτα φυσιολογική αντίδραση. Πως θα ήταν ο κόσμος μας αν κάθε μέρα όλοι μας θρηνούσαμε για όλους; Είναι οι δικοί μας άνθρωποι αυτοί που μας νοιάζουν περισσότερο. Οι κοντινοί μας. Αυτοί με τους οποίους μας συνδέουν κοινά πράγματα. Αυτοί που μοιάζουν με μας και μ’ αυτούς που αγαπάμε.
Έτσι, στη Βοστόνη, κλαίω για τους δικούς μου ανθρώπους. Γιατί οι μαραθωνοδρόμοι είναι δικοί μου άνθρωποι. Όσοι στέκονται στους δρόμους και με βοηθούν στην προσπάθειά μου όταν τρέχω, είναι δικοί μου άνθρωποι. Στο παιδί που σκοτώθηκε περιμένοντας τον πατέρα του βλέπω το δικό μου παιδί που με περιμένει να τερματίσω το μαραθώνιο του Μιλάνου. Ο εθελοντής της Βοστόνης είναι αυτός που άπλωσε το χέρι για να μου δώσει νερό.
Κι όχι μόνο. Ως εθελοντής κι εγώ, δικούς μου αισθάνομαι κι όσους έσπευσαν να δώσουν αίμα, με αποτέλεσμα, παρά τις τεράστιες ανάγκες, τα νοσοκομεία να πάψουν να δέχονται άλλο. Δικοί μου είναι οι χιλιάδες άνθρωποι, που προσέφεραν τα σπίτια τους στους μαραθωνοδρόμους και στις οικογένειες τους. Οι χιλιάδες που προσέφεραν τρόφιμα, ρουχισμό, μεταφορικά μέσα. Αυτοί που ρωτούσαν τους μαραθωνοδρόμους αν χρειάζονται δωμάτιο, διαμονή, γεύμα. Ο τραγικός άνδρας με το καουμπόικο καπέλο, που έφτιαχνε επιδέσμους με τα ρούχα του. Δικοί μου, όλοι όσοι έδρασαν παρόμοια.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Ξέρω πως αυτοί που έκαναν το κακό δεν διεκδικούσαν τίποτα. Το μυαλό τους δεν το οδήγησε το μίσος για την Αμερική. Το οδήγησε το μίσος για τη ζωή. Τη δική μου ζωή. Το μίσος για τον τρόπο της ζωής μας. Τον τρόπο της δικής μου ζωής. Το μίσος τους για τη χαρά, το γέλιο, τα χρώματα των ρούχων μας, το θέατρο, το τραγούδι, το χορό, το παιχνίδι, τους ευτυχισμένους ανθρώπους, τον έρωτα, τα ζευγάρια που περπατάνε αγκαλιά. Δεν ήταν η εξωτερική αλλά η εσωτερική καταπίεση, που οι ίδιοι αποδέχτηκαν να μαυρίσει τη ψυχή τους.
Κι επίσης γνωρίζω πως οι παραπάνω εισαγγελείς δεν νοιάζονται για κανένα από τα θύματα του κόσμου. Δεκάρα δεν δίνουν για την Παλαιστίνη και το Ιράκ, ελάτε τώρα, δεν ψωνίζω από αυτό το μαγαζί. Κι έτσι δεν χρειάζομαι την άδεια κανενός για να κλάψω ελεύθερα τους δικούς μου ανθρώπους, όπως ελεύθερα κι αυτοί μπορούν να χαίρονται για τους θανάτους που ικανοποιούν τα απωθημένα τους.
Ξαναγυρνώ στην Λεωφόρο Νίκης όπου βλέπω μια γνωστή μορφή να πλησιάζει. Είναι ο Κώστας, ένας σπουδαίος αθλητής και διαδικτυακός μου φίλος. Με τον Κώστα διατηρούμε μια αμοιβαία εκτίμηση, μολονότι οι πολιτικές μας απόψεις βρίσκονται στους αντίποδες. Αν σας ενδιαφέρει να ενημερωθείτε για τις πολιτικές μου θέσεις πάνω σ’ οποιοδήποτε  ζήτημα, ρωτήστε τον Κώστα για τις δικές του και μετά κάντε πλήρη μεταβολή και κοιτάξτε απέναντι. (Υποθέτω πως με τον ίδιο τρόπο μπορεί, όποιος με γνωρίζει, να ενημερωθεί για τις πολιτικές θέσεις του Κώστα). Ωστόσο, σε αντίθεση με τους προηγούμενους, τον θεωρώ καλοπροαίρετο και κάποια πράγματα που αναγνωρίσαμε ο ένας στον άλλον έθεσαν τις διαφορές των αντιλήψεών μας σε δεύτερη μοίρα. Άλλωστε στην ιστοσελίδα μου φροντίζω να διατηρώ μόνο όσα με ενώνουν με τους ανθρώπους κι όχι όσα με χωρίζουν από αυτούς, γι’ αυτό και κανένα από τα κοινωνικά ή πολιτικά ζητήματα που κατά καιρούς αναρτώ δεν το αφήνω εκεί παραπάνω από λίγες μέρες.
Ο Κώστας Παλάντζας.
Τον φώναξα με το μικρό του όνομα, καθώς πλησίαζε από την απέναντι πλευρά του δρόμου. Έβγαλα μια φωτογραφία του. Γιατί δεν έβγαλα και μια δεύτερη μ’ αυτό που ακολούθησε; Ίσως γιατί όσο κι αν νομίζεις πως τίποτα πια, πάντα κάτι θα βρεθεί να σε ξαφνιάσει.
Σταμάτησε για λίγο και στράφηκε προς το μέρος μου. Σήκωσε το χέρι που κρατούσε αυτό που είχε ξεκολλήσει από τον ιδρώτα και μου το έδειξε. Ήταν το μαύρο σημάδι της θλίψης και του ερωτήματος που δεν θα απαντηθεί ποτέ. Οι διοργανωτές του μαραθωνίου το είχαν, προαιρετικά, μοιράσει στους αθλητές. Λίγες στιγμές. Μετά συνέχισε να τρέχει.
Δεν τον θυμόμουν να συμμετέχει, με το γνωστό του παθιασμένο λόγο, στις διαδικτυακές συζητήσεις για το αν πρέπει ή όχι να φορεθεί το μαύρο σημάδι, ούτε έτυχε να συναντήσω τις θέσεις του, που κακώς θεωρούσα δεδομένες, ή τουλάχιστον επισφαλείς, πάνω στο θέμα της βομβιστικής επίθεσης. Ίσως δεν έψαξα αρκετά. Επίσης, βλέποντάς τον ν’ απομακρύνεται προς τον τερματισμό, με τη θολωμένη μου σκέψη προσπαθούσα να καταλάβω γιατί, ειδικά σε μένα, απεύθυνε αυτήν τη χειρονομία. Δεν ήξερε πως θα ήμουν εκεί, άρα ήταν κάτι που του ήρθε αυθόρμητα, χωρίς να το σκεφτεί.
Τώρα που ο πυρετός έχει καταλαγιάσει κι αισθάνομαι αρκετά καλύτερα νομίζω πως μπορώ να φτάσω σε κάποια ασφαλή συμπεράσματα. Δεν θέλω να τον ρωτήσω για να τα επιβεβαιώσω, αν κάνω λάθος ας μείνω μ’ αυτό. Σκέφτομαι, λοιπόν, πως με τη χειρονομία του ο Κώστας ήθελε να μου υποδείξει ότι συναντηθήκαμε. Ότι κακώς θεώρησα δεδομένο πως κάτι τέτοιο θα μας βρει στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Ότι μαζί μ’ εμένα πενθεί κι αυτός για τους δικούς μας ανθρώπους. Ότι απέναντι στα συναισθήματα καμιά ιδεολογία δεν μπορεί να υψώσει φράγμα. Γιατί τα πραγματικά συναισθήματα δεν χρειάζονται λόγους, ούτε προφάσεις για να φανερωθούν. Δεν χρειάζονται την άδεια εισαγγελέων, ούτε καν τη δικιά μας. Ούτε που μπαίνουν στον κόπο να μας ρωτήσουν.
Κι έτσι καταλήγω πως ήταν καλύτερα που δεν φωτογράφισα τη σκηνή. Αν το έκανα θα μετέτρεπα σε επιτηδευμένο κάτι αυθόρμητο. Βλέποντάς τον όμως ν’ απομακρύνεται προς το τελευταίο χιλιόμετρο του αγώνα του, λυπήθηκα που δεν κατάφερα κι εγώ ν’ ανταποδώσω με κάτι ανάλογα αυθόρμητο. Κάτι που θα αντέγραφε το νόημα της δικής του χειρονομίας. Κάτι που θα κατάφερνε να αντικαταστήσει κάθε κουβέντα ή επιχείρημα. Κάτι που με την παγκόσμια γλώσσα του σώματος θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα από κάθε λόγο ένα κοινό συναίσθημα. 
Μια απλή κίνηση που θα έφερνε την παλάμη μου ν’ ακουμπήσει ελαφρά προς το μέρος της καρδιάς.