Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 2.





                                                                                  Ο αδερφός μου κι εγώ.

  
   Αν και με χρόνια θητεία στο τρέξιμο τον πρώτο διεθνή μου μαραθώνιο, (εξαιρώ την Κλασική), τον μαραθώνιο της Ζυρίχης, τον οφείλω σ’ ένα πρώην καθιστικό μέλος της οικογένειας. Τον αδερφό μου. Η σχέση του αδερφού μου με το τρέξιμο έχει χαρακτηριστικό ενδιαφέρον κι αξίζει το δικό της κεφάλαιο.
Εγκατεστημένος στην Αθήνα μου προσέφερε στέγη και άνεση, κάθε φορά που κατέβαινα για να τρέξω στην Κλασική διαδρομή. Ο ίδιος, τρία χρόνια μικρότερος, με εμφανή τα ίχνη του χρόνου που η σωματική αδράνεια έχει την τάση να μεγεθύνει, δυσκολευόταν ακόμα και να διανοηθεί αυτό που σκόπευα κάθε φορά να κάνω.
Όχι πως υπήρξε απορριπτικός απέναντι στην επιλογή μου, κάθε άλλο. Φαινόταν να την σέβεται και να την θαυμάζει. Υπήρξε για χρόνια ο ακάματος αθλητικός μου αρωγός. Φρόντιζε για τις διατροφικές μου ιδιοτροπίες. Ξυπνούσε μαζί μου, τα χαράματα, τη μέρα του αγώνα, για να με μεταφέρει με τ’ αυτοκίνητό του στον Μαραθώνα, απαλλάσσοντάς με έτσι από οποιαδήποτε επιπρόσθετη ταλαιπωρία. Με περίμενε στον τερματισμό, για να με επιστρέψει ξανά στο σπίτι του. Με κουβαλούσε - αυτό είναι το κατάλληλο ρήμα - μέχρι το σταθμό του τραίνου ή το αεροδρόμιο, τις φορές που δεν κατέβαινα μ’ αυτοκίνητο στην πρωτεύουσα.
Η διαδρομή του μαραθωνίου με αυτοκίνητο φαίνεται πολύ μεγάλη, ακόμα και στους μαραθωνοδρόμους. Καθώς με οδηγούσε μέχρι την αφετηρία αναρωτιόταν πώς γίνεται να τρέχει κάποιος τόση απόσταση. Μετά τον αγώνα μου έδινε ενθουσιώδη συγχαρητήρια, επαναλαμβάνοντας την απορία, στη χρονική αυτήν τη φορά διάστασή της, πως δηλαδή γίνεται να τρέχει κάποιος για τόσες ώρες. Σ’ όλες τις περιπτώσεις φρόντιζα να του τονίζω πως δεν είναι τόσο φοβερό όσο φαίνεται. Αφού το έκανα εγώ, και τόσοι ακόμα άνθρωποι, σίγουρα, θα μπορούσε κι αυτός.
Δεν κατάφερνα να τον πείσω, το θεωρούσε υπεράνω των δυνάμεών του. Αυτός ήταν όμως που, σε ανύποπτο ακόμα χρόνο, μου έβαλε την ιδέα ενός διεθνούς μαραθωνίου. Κατά τη διάρκεια μιας σχετικής συζήτησης, μου ανέφερε πως αν ήταν στη θέση μου, που αποκλείεται δηλαδή, θα προτιμούσε να τρέχει έξω. Τα ταξίδια ήταν ένα κοινό μας πάθος. Αναρωτιόταν για ποιο λόγο να ξοδεύομαι για να τρέχω πέρα δώθε, σ’ αδιάφορα μέρη κι επαρχιακά πανηγύρια, αντί να επιλέγω έναν μόνο και καλό αγώνα το χρόνο. Ένα μαραθώνιο, στο Παρίσι, στη Ρώμη, στη Μαδρίτη, κάτι που θα συνδύαζε τις δυο αγάπες μου, το τρέξιμο και το ταξίδι. Αυτός, αν ποτέ, που αποκλείεται δηλαδή, αυτό θα έκανε.
Σήμερα το κάνει, και μάλιστα καλά. Ακόμα καλύτερα κι από μένα. Τρέχει σε μαραθώνιους του εξωτερικού, τρέχει στην κλασική, τρέχει στην Μεσσήνη και στη Θεσσαλονίκη, κυνηγώντας το όριο των 4 ωρών, πολλές φορές αγγίζοντάς το, χωρίς όμως ακόμα να καταφέρει να το σπάσει. Είναι κοντά, πιστεύω. Το 2011, στην Αθήνα, το έχασε για 2 λεπτά. Σ’ οποιαδήποτε άλλη μαραθώνια διαδρομή, εκείνη τη μέρα, θα το είχε καταφέρει.
Παραδόξως, δεν ήμουν εγώ που έπεισα τον αδερφό μου να τρέχει. Το έκανε ο γιατρός του, και κάτι αυξημένες τιμές στις εξετάσεις του. Στην πραγματικότητα η προληπτική αγωγή δεν του συνιστούσε καν να τρέχει. Το απλό περπάτημα κρίθηκε αρκετό. Το σπίτι του γειτνιάζει με το πεδίο του Άρεως, κι αυτό καθιστούσε την εκτέλεση της ιατρικής οδηγίας εύκολη. Το αρχικό περπάτημα άρχισε να πυκνώνει σε συχνότητα. Μετά να μεγαλώνει σε διάρκεια. Μετά μετατράπηκε σε χαλαρό τζόκινγκ. Σε κάποιο τηλεφώνημα μου ανακοίνωσε πως άρχισε να τρέχει. Έκανε νέες παρέες. Βρήκε το φετίχ του στα αθλητικά παπούτσια. Ανακάλυψε το ελληνικό περιοδικό Runner, πριν από μένα. Άρχισε να παίρνει μέρος σε μικρούς αγώνες στην Αθήνα και να μιλά μ’ ενθουσιασμό γι’ αυτούς. Στα τηλεφωνήματά μας η νέα του δραστηριότητα είχε κατά πολύ το πάνω χέρι έναντι όλων των άλλων οικογενειακών θεμάτων, εκτός κι αν αυτά πρέκυπταν σοβαρά.
Κακός συντονισμός. Τώρα ήμουν εγώ που, για διάφορους λόφους, σπάνια έτρεχα πια.
Πήγαμε, ωστόσο, για προπόνηση μαζί, μια από τις φορές που ήρθε στην Καβάλα. Τον οδήγησα, που αλλού; στον αγαπημένο μου, δασικό δρόμο. Μαθημένος στο Πεδίο του Άρεως, οι ανηφόρες του φάνηκαν βουνό. Επιπλέον κατάλαβε πως σε τέτοιες διαδρομές δεν μπορείς να σταματήσεις όποτε κουραστείς. Είχαμε φτάσει μέχρι το 6ο χιλιόμετρο, και θέλαμε, αναγκαστικά, άλλα τόσα για πίσω. Μου είπε πως τώρα καταλαβαίνει το λόγο για τον οποίο η Καβάλα βγάζει καλούς δρομείς.
Κάποτε έφτασε να τρέχει μαραθώνιο. Τα πρώιμα σημάδια του χρόνου είχαν εξαφανιστεί και το κέφι του ήταν ακατάβλητο. Έκανε πράξη το όνειρό του. Έτρεξε σε πρωτεύουσες της Ευρώπης, όσο εγώ, από αθλητικής σκοπιάς, δεν είχα ακόμα περάσει τα σύνορα. Μου περιέγραφε το μοναδικό κλίμα των διεθνών μαραθωνίων, τονίζοντας πάντα πως μόνο αν το ζήσω θα μπορούσα να το καταλάβω.
Χάρη σ’ αυτόν το έζησα και το κατάλαβα, αν και αρκετά οδυνηρά, την πρώτη φορά, στη Ζυρίχη. Αλλά αυτή η πρώτη  φορά ήταν το έναυσμα για όλες τις υπόλοιπες. Μιλάνο, Ντίσελντορφ, Βερολίνο, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι.
Δεν τρέχω πια μαραθώνιους. Δεν ξέρω αν θα ξανατρέξω ποτέ. Η άσφαλτος ταλαιπωρεί και πληγώνει πλέον τα πόδια μου με τρόπο που οι πολύωροι αγώνες στο βουνό δεν το κάνουν. Κάθε τόσο προσπαθώ να προσθέσω κάποια χιλιόμετρα πάνω της, πάντα όμως με αρκετά οδυνηρά αποτελέσματα. Ίσως κάνω μια προσπάθεια ακόμα, ίσως όχι. Μπορεί να φταίει και το ότι πλέον μου φαίνεται μονότονη κι ανιαρή. Όταν κάτι πάψεις να το αγαπάς πολύ, παύει να σε αγαπάει κι αυτό με τη σειρά του.
Έστω κι ως παρελθόν, όμως, οι μέρες των μαραθωνίων δρόμων του εξωτερικού είναι πια εγγεγραμμένες στην νωπογραφία της ψυχοσύνθεσής μου. Εκεί βρίσκονται όλες οι στιγμές, που είτε με κάποια διαφορά, είτε παρέα μέχρι τον τερματισμό, έτρεξα μαζί του. Τον εντοπίζω ακόμα και στους διεθνείς μου μαραθωνίους, όπου αυτός δεν υπήρχε, ως φυσική παρουσία τουλάχιστον. Υπήρχε όμως ως προτροπή, ως παρότρυνση, ως χαμόγελο επιβεβαίωσης. Ως ένα τηλεφώνημα που έρχεται τη μια να σου ευχηθεί, την άλλη να ρωτήσει πως τα πήγες, κι εσύ χαίρεσαι που άθελά του σου υπενθυμίζει πως πρέπει να αποδίδεις όλα τα όμορφα εκεί που τα οφείλεις.   

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

BSI Lake Balaton Supermarathon. Εισαγωγή.



           BSI Lake Balaton Supermarathon.         194,5 χιλιόμετρα σε 4 μέρες.

                                             17-20 Μαρτίου 2011.


                                                      Εισαγωγή.


   Την τελευταία φορά που εγκατέλειψα το τρέξιμο νόμιζα πως θα ήταν…η τελευταία. Έκανα τα πάντα για να είναι. Αποκόπηκα από οτιδήποτε με συνέδεε με το άλλοτε αγαπημένο μου άθλημα. Αποποιήθηκα όλα τα στοιχεία που συνδέονταν μαζί του. Λίγο επειδή τα θεωρούσα περιττά, λίγο για να μην υπάρχει πια η γέφυρα που με πέρασε απέναντι. Πέταξα όλα τα ειδικά περιοδικά, χάρισα τα αποκτημένα από το εξωτερικό βιβλία μου, αραίωσα από τις σχετικές παρέες. Συγκάλυπτα επιμελώς και για λόγους ευγένειας την αδιαφορία μου στις κουβέντες περί τρεξίματος, όσων φίλων θεωρούσαν πως ακόμα με αφορούν. Είχα ανακαλύψει ξανά τη λογοτεχνία, διάβαζα κι έγραφα, κι ήθελα να μείνω σ’ αυτήν απερίσπαστος.
Μολονότι το διάστημα δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, εν τούτοις, όταν επέστρεψα στο τρέξιμο, όλα είχαν αλλάξει. Οι δρομείς ήταν εκατοντάδες, οι ακριβοθώρητοι κάποτε αγώνες, δεκάδες. Οι νέοι αθλητές είχαν πρόβλημα όχι που θα βρουν, αλλά ποιον αγώνα να επιλέξουν. Κυκλοφορούσε το πρώτο ελληνικό περιοδικό για το τρέξιμο. Στις βιτρίνες υπήρχαν φίρμες αθλητικών ειδών που δεν τις γνώριζα, εγώ, που ήξερα κάποτε πιο πολλά από τους πωλητές των καταστημάτων.
Τα ανακάλυψα όλα ξανά. Φόρεσα τις νέες φίρμες, ξαναγράφτηκα συνδρομητής σε περιοδικά, παρήγγειλα τα πρόσφατα αγγλόφωνα βιβλία, γνώρισα αρκετά από τα νέα πρόσωπα του χώρου. Ωστόσο, το σημαντικότερο που ξανακέρδισα ήταν κάτι άλλο.
Ήταν η ελευθερία του να μπορείς να καλύπτεις αποστάσεις.
Ο δρομέας μεγάλων αποστάσεων έχει μια ιδιαίτερη σχέση με το χώρο και το περιβάλλον του. Στα ταξίδια με το αυτοκίνητο μ’ άρεζε να φαντάζομαι πως τρέχω, ή πως μπορώ να τρέξω, τις αποστάσεις που έβλεπα πέρα από το τζάμι. Τους δρόμους που χώριζαν χωριά, τους δασικούς χωματόδρομους που διαγράφονταν στο βάθος, τον περίγυρο μιας λίμνης, το μονοπάτι ενός βουνού. Ό,τι έβλεπα είχα την πεποίθηση πως θα μπορούσα να το διανύσω με τα πόδια.
Στη διάρκεια της αποχής μου αυτό άλλαξε. Ο χωματόδρομος που διέτρεχε το λόφο ήταν πια πέρα από τις δυνατότητές μου. Δεν γινόταν να ‘πεταχτώ’ για μια βόλτα 10 χιλιομέτρων. Δεν διέθετα την αντοχή να ανακαλύψω τι κρύβεται στην πίσω πλευρά ενός τοπίου. Η απώλεια της ικανότητας που είχα κάποτε με έθλιβε. Ήταν κυρίως ψυχολογικό, κι όχι πως θα σταματούσα ποτέ το αυτοκίνητο, με την οικογένειά μου να περιμένει μέσα, για να δω τι υπάρχει πίσω από κάποιο ύψωμα. Πολλές είναι οι φορές που αποφασίζουμε να μείνουμε στο σπίτι, είναι όμως διαφορετικό να ξέρεις πως δεν επιτρέπεται να βγεις από το σπίτι.
Αυτό ήταν που ξανακέρδισα με τις μεγάλες αποστάσεις. Την αίσθηση της ελευθερίας πως μπορώ να πηγαίνω οπουδήποτε, χωρίς να χρειάζομαι κανένα μέσον. Αν όχι στο διάστημα μιας μέρας, θα μπορούσα σε δυο, ή παραπάνω. Αυτή τη στιγμή νιώθω πως μπορώ να κατεβώ από την Καβάλα μέχρι την Αθήνα τρέχοντας, όσες μέρες κι αν χρειαστεί. Δεν πρόκειται να το επιχειρήσω, αλλά μ’ αρέσει να ξέρω ότι μπορώ. Ένα ευχάριστο παιχνίδι για τους δρομείς μεγάλων αποστάσεων θα μπορούσε να είναι το σημάδι μιας γραμμής τραβηγμένης σ’ έναν χάρτη, ανάλογο της απόστασης που διανύουν κάθε φορά που βγαίνουν για τρέξιμο. Θα ξεκινά από την πόλη τους και θα εκτείνεται σε κάθε τους προπόνηση. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρείς την εξέλιξη της γραμμής στο τέλος μιας εβδομάδας, ενός μήνα, ενός χρόνου.
Με το τρέξιμο λοιπόν μπορούσα πάλι, δυνητικά, να τρέχω σε χάρτες και τοπία. Έτρεχα με τη φαντασία μου κάθε διαδρομή που έβλεπα στο καλεντάρι των δρομέων, ή αν ήταν υπερβολικά μεγάλη, όπως το Σπάρταθλο, έτρεχα ένα τμήμα του. Έτρεχα στις Άλπεις, στα Πυρηναία, στο Εθνικό Πάρκο της Γιούτα, στις πρωτεύουσες του κόσμου.
Αλλά προτιμούσα τα όμορφα τοπία. Έτσι, όταν είδα στο διαδίκτυο έναν αγώνα να διοργανώνεται στη μεγαλύτερη λίμνη της κεντρικής Ευρώπης, άρχισα τους υπολογισμούς. Η Ουγγαρία βρισκόταν, ακόμα, στην γεωγραφική και οικονομική μου εμβέλεια. Την πρώτη χρονιά που το σκέφτηκα, για διάφορους λόγους, δεν έγινε δυνατόν. Έγινε, όμως, την επόμενη.
Ο Νίκος Δήμου ορίζει την ευτυχία ως την απόσταση που χωρίζει τις επιθυμίες μας από την πραγματοποίησή τους. Εγώ, για να μικραίνω αυτήν την απόσταση, θα έπρεπε να την τρέξω. Θα έτρεχα λοιπόν, κι όχι σε μια αδιάφορη διαδρομή, αλλά δίπλα σ’ ένα από τα ομορφότερα φυσικά τοπία. Και σκεφτόμουν πως όσα περισσότερα χιλιόμετρα άντεχαν τα πόδια μου, τόσο πιο κοντά θα με έφερναν στη δική μου ευτυχία.



   Ονομάζεται και Ουγγρική θάλασσα. Το μήκος της είναι 77 χιλιόμετρα, το πλάτος της 14, η έκτασή της 592 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το μέγιστο βάθος της 12,2 μέτρα. Αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά αξιοθέατα της Ουγγαρίας. Την περιβάλλουν χωριά, κωμοπόλεις, οικισμοί και παραθεριστικά. Ξεπρόβαλε μπροστά μου, μέσα στη συννεφιά, και κάλυπτε μια έκταση που θα μπορούσε, πράγματι, να ανήκει σε θάλασσα. Μου φάνηκε απίστευτο πως σκόπευα να την τρέξω ολόκληρη, αλλά μετά έμαθα πως αυτό που βλέπω δεν είναι παρά μόνο ένα μέρος της.
Η ηρεμία της λίμνης δεν φανερώνει τίποτα από το πολυτάραχο παρελθόν της πρόσφατης ιστορίας της. Κι όμως, την άνοιξη του 1945, στην περιοχή αυτού του επίγειου παραδείσου, αφανίστηκαν περί τους 20.000 χιλιάδες στρατιώτες. Ήταν η τελευταία μεγάλη επίθεση που επεχείρησε η ναζιστική Γερμανία, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σταματήσει και να ανακαταλάβει πολύτιμα εδάφη από τους προελαύνοντες Ρώσους. Ήταν αργά. Οι τελευταίες υπολογίσιμες δυνάμεις της είχαν εξολοθρευτεί λίγους μήνες πριν, στην αντεπίθεση των Αρδεννών, απέναντι στους δυτικούς συμμάχους. Ο Χίτλερ υποτίμησε τον κύρια απειλή, που κατέφθανε ακάθεκτη από το ανατολικό μέτωπο. Ανόητος, υπερφίαλος και αλαζόνας, αγνόησε μέχρι το τέλος τις παραινέσεις των ικανών στρατηγών του. Το ‘Ξύπνημα της Άνοιξης’, ρομαντική ονομασία μιας καταδικασμένης επιχείρησης, στοίχισε ανθρώπινες και υλικές απώλειες κι από τις δυο πλευρές, μόνο που για την Γερμανία αποδείχτηκαν αναντικατάστατες. Το τέλος ήταν κοντά.
Φτάσαμε στην έρημη και σκοτεινή Siofok, ένα μελαγχολικό απόγευμα, παραμονή του αγώνα. Τίποτα δεν φανέρωνε πως η πρωτεύουσα, όπως αποκαλείται, της Balaton είναι ο πιο δημοφιλής τουριστικός προορισμός της Ουγγαρίας. Φημίζεται για τη νυχτερινή ζωή της, αλλά τώρα τα μόνα ίχνη ζωής τα έβρισκες στο εσωτερικό του ξενοδοχείου της διοργάνωσης. Λίγους μήνες μετά ο κόσμος θα συνέρεε στις ακτές της, αφού τα ρηχά, σ’ εκείνο το σημείο, νερά της λίμνης κρατιούνται ασφαλή και ζεστά. Το πλήθος των εξοχικών που περίμεναν σφραγισμένα θα άνοιγαν τις αυλές και τα παράθυρά τους, οι δρόμοι και τα αναψυκτήρια θα γέμιζαν από την πολυκοσμία. Τότε το να διακόψεις την κυκλοφορία θα ήταν δύσκολο, ενώ οι τώρα προσιτές, ακόμα και για τα δοκιμαζόμενα βαλάντιά μας, τιμές θ’ αυξάνονταν απαγορευτικά. Η χρονική επιλογή του αγώνα είχε λογική.



  Ο BSI Lake Balaton Supermarathon, είναι ένα multi running event. Το κύριο αγώνισμα περιλαμβάνει τον ατομικό δρόμο των 195.4 χιλιομέτρων σε 4 συνεχόμενες μέρες, μοιρασμένες ως ακολούθως: Από την Siofok μέχρι την Fonyod, απόσταση 46.7 χιλιόμετρα, με όριο 6 ώρες. Από την Fonyod μέχρι την Szigliget, απόσταση 52.9 χιλιόμετρα, με όριο 7 ώρες. Από την Badascony μέχρι την Balatonfured, 43.6 χιλιόμετρα, με όριο 5.45 ώρες. Και από την Balatonfured ξανά στην Siofok, 52.2 χιλιόμετρα σε 7 ώρες.
Τα χιλιόμετρα της κάθε μέρας ήταν παραπάνω του ενός μαραθωνίου. Αν έστω και σε μία απ’ αυτές αποτύγχανες στο χρονικό όριο, θα μπορούσες να παραμείνεις στον αγώνα, αλλά εκτός συναγωνισμού. Επίσης υπήρχαν δυο ‘κόφτες’ στη διάρκεια κάθε διαδρομής, στους οποίους όφειλες να φτάσεις πριν από κάποιον καθορισμένο χρόνο. Ήταν καλά μελετημένοι, αν δεν το κατάφερνες δύσκολα θα μπορούσες να τερματίσεις έγκαιρα.
Παράλληλα με το κύριο, διεξάγονταν κι άλλα αγωνίσματα. Θα μπορούσε κάποιος να τρέξει μόνο τη μία από τις 4 μέρες. Προβλεπόταν αγώνας για ομάδα σκυταλοδρομίας των τεσσάρων αθλητών, ένας για κάθε μέρα. Υπήρχε αγώνισμα ομάδας σκυταλοδρομίας, μόνο για την τελευταία μέρα. Κι ίσως κι άλλα, που δεν ενδιαφέρθηκα να συγκρατήσω. Δεν παραγνώριζα την αξία κανενός, απλά, δεν υπήρχαν για μένα. Ήμουν εδώ για το κύριο αγώνισμα, αυτό του οποίου οι αθλητές είχαν κόκκινα νούμερα, για να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους.
Πολλά ήταν τα υπέρ μου σ’ αυτό το ταξίδι. Καταρχήν, το ίδιο το ταξίδι. Έγινε οδικώς και περιείχε όλα τα στοιχεία του ψυχαγωγικού τουρισμού. Είχα σπουδαία ομάδα υποστήριξης. Η γυναίκα μου, εξπέρ στις διαδικτυακές κρατήσεις, μας απάλλαξε από κάθε έγνοια κόστους και τόπου διαμονής. Ο ακούραστος, και με σπάνια αίσθηση προσανατολισμού, οδηγός μας, ήταν κάτοχος ενός μικρού λειτουργικού λάπτοπ, που μας πρόσφερε τη σύνδεση και την επικοινωνία με την πατρίδα. Ο τρίτος της παρέας ταξίδευε με την κρίσιμη ιδιότητα του αθλητικού συνοδού. Ούτε βαλίτσα δεν χρειάστηκε να κουβαλήσω, μην και στερηθώ πολύτιμες δυνάμεις.
Υπήρχε ένα ακόμα, καθαρόαιμα αθλητικό, υπέρ. Αν και σε καμιά περίπτωση δεν ήμουν αθλητής επιδόσεων, είχα παρατηρήσει πως με χαλαρό ρυθμό μπορούσα να τρέχω ασταμάτητα, για άγνωστο αριθμό ωρών. Ακόμα και στα 100 χιλιόμετρα της Ψάθας, παρόλα τα αντίξοα που αντιμετώπισα, αυτό που με σταμάτησε τελικά ήταν το χρονικό όριο της διοργάνωσης κι όχι πως δεν μπορούσα, πλέον, να πάρω τα πόδια μου.
Στην Balaton έκρινα, θεωρητικά βέβαια, πως το χρονικό περιθώριο κάθε μέρας έδινε ευκαιρίες στο χαλαρό ρυθμό. Επίσης θα μεσολαβούσε η βραδινή ξεκούραση, που θα ήταν αρκετή, αρκεί να κατάφερνα να τελειώνω την εκάστοτε μέρα χωρίς να εξαντλούμαι απόλυτα. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να πηγαίνω σταθερά και, ακόμα κι αν οι δυνάμεις μου το επέτρεπαν, να μην αυξήσω το ρυθμό μου. Κάποια μαθήματα τα είχα διδαχτεί με πολύ σκληρό τρόπο για να τα ξεχάσω.
Υπήρχε ένα κατά, ο καιρός. Οι καλοσυνάτες μέρες του ταξιδιού είχαν τελειώσει και στο εξής προέκυπτε άστατος κι απρόβλεπτος. Διέθετα εξοπλισμό για να τρέξω από Σαχάρα μέχρι Αλάσκα, αλλά ήταν δύσκολο να προβλέψω τι θα μου χρειαστεί και τι θα με βαρύνει για τόσες ώρες. Ευτυχώς, η ομάδα συμπαράστασης θα αποδεικνυόταν χρήσιμη σ’ αυτό.

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 1.



                                 

   Τι συνδέει την Νέα Υόρκη, την Βοστώνη, το Σικάγο και το Χιούστον, με το Άμστερνταμ, την Γλασκώβη, την Φλωρεντία και την Βαρκελώνη; Τι συνδέει την Μπανγκόκ, την Καζαμπλάνκα, το Βελιγράδι και την Χονολουλού, με το Μπουένος Άιρες, την Κωνσταντινούπολη, το Δελχί και την Ιερουσαλήμ; Και, τέλος, τι συνδέει όλες αυτές με 500 ακόμα πόλεις, σ’ ολόκληρο τον κόσμο;
Σήμερα σχεδόν κάθε μεγάλη πόλη που σέβεται τον εαυτό της φιλοξενεί κι έναν μαραθώνιο. Πολλές ακόμα ετοιμάζονται να μπουν στην ατέλειωτη αυτή παγκόσμια αλυσίδα. Οι άνθρωποι που συμμετέχουν στους μαραθωνίους είναι χιλιάδες. Όσοι μετακινούνται, αθλητές, οικογένειες και συνοδοί, εκατομμύρια. Ένα γεγονός που ήταν κάποτε υπόθεση λίγων αθλητών κλάσης, σήμερα είναι παράδοση που αφορά πολλούς. Ένα στενά αθλητικό συμβάν εξελίχθηκε σε κοινωνικό φαινόμενο, συνδεδεμένο με την αίγλη, την τουριστική προβολή ακόμη και την πηγή εσόδων ενός τόπου.
Η απόσταση είναι συγκεκριμένη, 42.195μ, ωστόσο υπάρχουν μαραθώνιοι που φημίζονται για διαφορετικά πράγματα. Για τη γρήγορη διαδρομή, για την ομορφιά του τοπίου τους, για την ιστορία που τους συνοδεύει. Αν επιθυμείς ένα μαραθώνιο προσκύνημα έρχεσαι στην Αθήνα. Για επιδόσεις, Βερολίνο και Άμστερνταμ. Αν θέλεις να διευρύνεις τις δυνατότητές σου πας στη Βοστόνη - είναι ο πιο ιστορικός μαραθώνιος κι ο μόνος που απαιτεί αθλητικές προδιαγραφές, ανάλογες της ηλικίας - για να σε δεχτεί.
Μπορείς να συμμετέχεις σε κάποιον από τους διεθνείς μαραθωνίους και για άλλους λόγους. Για να συνδυάσεις το αγαπημένο σου άθλημα μ’ έναν τόπο που θα σ’ ενδιέφερε να επισκεφτείς. Μ’ ένα ταξίδι που θα ‘θελε η οικογένειά σου. Μ’ ένα συναρπαστικό διάλλειμα που επιτρέπει η εργασιακή άδεια και τα οικονομικά σου. Μπορείς να συμμετέχεις για να αισθανθείς μέρος μιας παγκόσμιας κοινότητας, και να γνωρίσεις τα ευρύτερα πλαίσια της ιδιαίτερης οικογένειας στην οποία ανήκεις.
Οι διεθνείς μαραθώνιοι αντανακλούν κάτι από το κλίμα των Ολυμπιακών αγώνων, καθώς άνθρωποι απ’ όλους τους λαούς συνυπάρχουν σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα, όπου οι όποιες διαφορές, απλώς, δεν υφίστανται. Είναι μια κοινή γιορτή με τους πρωταγωνιστές, τους στενούς συμπαραστάτες, τους ένθερμους θεατές της. Οι μαραθωνοδρόμοι κατατάσσονται βάσει μιας αξιολόγησης που δεν ξεχωρίζει τον πλούσιο από το φτωχό, το νεαρό από το μεσήλικα, την γυναίκα από τον άντρα. Ο καθένας τρέχει μόνος του, αλλά όλοι μαζί αποτελούν ένα αξεδιάλυτο πολυεθνικό σύνολο, που ξεκινά και τερματίζει σαν ένα σώμα. Χιλιάδες άτομα δεν συνιστούν απαραίτητα κάτι συλλογικό, αλλά νομίζω πως στο μαραθώνιο αυτό δεν ισχύει. Αν μπορούσαμε να δούμε από ψηλά έναν διεθνή μαραθώνιο, θα βλέπαμε μια πολύχρωμη ακολουθία ανθρώπων που ρέει σαν ποτάμι προς τον προορισμό του. Και παρ' όλο που θα ξέραμε πως δεν φτάνουν όλοι στον ίδιο χρόνο, εν τούτοις θα αντιλαμβανόμασταν πως μια κλωστή συνδέει τον πρώτο από τον τελευταίο, κι όλους συνάμα. Χιλιάδες ατομικές μάχες διαδραματίζονται μέσα στις έξη ώρες, σε συνολικό, όμως, επίπεδο ο χρόνος του καθενός δεν έχει νόημα, όπως δεν έχει νόημα ν’ αναλογιζόμαστε ποιο μέρος του ποταμού θα καταφέρει να εκβάλλει πρώτο στη θάλασσα.

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Ημερολόγιο 2013.






Μοιάζει φορτωμένο, κουραστικό, ταλαίπωρο, αλλά δεν είναι. Οι σημειωμένες στάσεις του δεν σηματοδοτούν κόπους και κακουχίες, αν και παροδικά μπορεί να βιώθηκαν έτσι. Είναι οι Κυριακές μας, που κρύβουν όσα πολύτιμα με κόπο διασώσαμε. Αυτά, που διαφυλάξαμε ως κόρη οφθαλμού. Είναι οι σωσμένες από την αλληλουχία των όμοιων στιγμών ημέρες μας. Οι σταθμοί ανεφοδιασμού σ' αυτό που κυλά και μας παρασέρνει αέναα. Η ανάσα που εξοικονομήσαμε βγάζοντας το κεφάλι πάνω από την επιφάνεια της καθημερινότητας. Τα διαλείμματα μιας ατέλειωτης διαδρομής, τόσο εκτεταμένης όσο κι η ζωή μας. Αυτά τα οποία μπορούμε να ψηλαφούμε, γιατί εξέχουν ανάγλυφα στο χαρτί του ημερολογίου μας.
Μαζί κι όλα όσα μεταφέρουν. Χαρές, συγκινήσεις, σχέσεις, φιλίες, γέλια και κουβέντες, αναζωπυρωμένες από βουνίσιο αέρα. Τις δικές μου τις ξαναζώ τώρα που τις γράφω, για να μπορέσω να τις ξαναζήσω αργότερα, ανατρέχοντας σ’ αυτές. Είναι οι στάσεις μου στο χρόνο που φεύγει. Η αναπόληση τον προεκτείνει κι αποτελεί το κέρδος μου. Γι’ αυτό συνηθίζω να καρφιτσώνω αναμνήσεις στο άλμπουμ κάθε χρονιάς. 

Χορτιάτης Trail Run, 3 Μαρτίου. Δεν θέλω να δεχτώ ότι υπάρχει τέτοιο κωλόπαιδο ανάμεσά μας, που να χαλά σήμανση αγώνα. Με θίγει ιδεολογικά. Προτιμώ να πιστέψω πως κάτι άλλο συνέβη. Στα μισά της διαδρομής συγκροτείται συμβούλιο αθλητών, με θέμα την αναζήτηση του χαμένου δρόμου και του χαμένου χρόνου. Η Γεωργία - γεια σου αστέρι - βρίσκει το δρόμο, κι ακολουθούμε, τρεις ντουζίνες νοματαίοι. Λασπούρα πρωτοφανής, τερματίζουμε με ίδιο χρώμα κι ίδιο μοντέλο παπούτσια. Ένα λάστιχο με πίεση αποκαθιστά μάρκες και χρώματα. Δεν έχω δεύτερα παπούτσια, μέχρι να φτάσω στο Πανόραμα τα πόδια μου γίνονται πατσαβούρια. Μεγάλο μπράβο στον Στυλιανό. Τυχεροί όσοι κάνουν πραγματικότητα το όνειρό τους. Όσο το μπορώ θα είμαι παρών στον αγώνα του.

Zigos Race, 6 Απριλίου.  Πρώτη εμφάνιση ενός μικρού αγώνα στα μέρη μου. Καλοδεχούμενος. Σπουδαίο να τρέχεις χωρίς να χρειάζεται να οδηγάς με τις ώρες, χωρίς να ξυπνάς χαράματα, χωρίς να σε περιμένει αυτή η θανατερή επιστροφή.  Απίθανα κέφια, σε καλή μέρα έπεσα. Κρίμα που μου συμβαίνει όλο και σπανιότερα. Χασομερώ στην αρχή, γκαζώνω και φτάνω την παρέα μου στο τέλος. Όλα είναι υπέροχα και δεν αφήνουν περιθώρια για σάτιρα. Έτσι συμβαίνει, όσο πιο χάλια πάνε τα πράγματα σ’ έναν αγώνα τόσο περισσότερο προσφέρεται για χιούμορ αργότερα.

Paggaio Trail Run, 12 Μαίου. Δεύτερη χρονιά, η ίδια κατάρρευση, στο ίδιο μέρος, του ίδιου αγώνα. Φταίει το μυστήριο της κούφιας γης ή το γεγονός της κούφιας κεφαλής; Αν το φαινόμενο είναι μεταφυσικό θα χρειαστώ αστρολόγο. Μου είχαν μιλήσει για έναν καλό, όταν ήμουν στο Κάιρο, Σέσωστρις με τ’ όνομα, αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Μ’ άλλη παρέα ξεκινώ, με τον Λαμπρινό που με περιμένει - όχι πολύ αλλά με περιμένει - τερματίζω. Ό,τι δεν έκανα πέρσι στο Πάικο γι’ αυτόν, το κάνει φέτος στο Παγγαίο αυτός για μένα. Το εκτιμώ φίλε, στο τεφτέρι με τα χρέη μου φιγουράρεις. Κι ο αγώνας παραμένει το τοπικό μας καμάρι, με το μπλουζάκι του συμμετέχω σ’ όλους τους υπόλοιπους.

Στα χνάρια της Αρκούδας, 26 Μαΐου. Χνάρια αρκούδας δεν είδα, αλλά το κρύο της αρκούδας το έφαγα. Πάνω από το χιονοδρομικό παραλίγο να με πάρει και να με σηκώσει. Το αντιανεμικό μου έπρεπε να το είχα πάρει εφαρμοστό, φουσκώνει σαν αλεξίπτωτο. Ευτυχώς που διαθέτω κάποια κιλά, ποτέ δεν ξέρεις τι τέλος σου επιφυλάσσει η μοίρα. Λάιβ ανταπόκριση, μέσω κινητού, από τον αγώνα της Καβάλας που γίνεται την ίδια μέρα, (κι εγώ ο προδότης τρέχω σε τόπο ξένο). Οι αθλητές στην πόλη μου καταρρέουν από τη ζέστη. Πόσο απέχει η Καβάλα απ’ το Μέτσοβο; 4 ώρες, κι είναι σαν να βρισκόμαστε σ' άλλο παράλληλο. Γνωρίζω Τσογκαράκη και Τρουπή, τι απίθανοι τύποι είναι αυτοί! Στην επιστροφή κορυφαία παρέα, αυτοκίνητο βούτυρο, ταξίδι φίνο. Τι άλλο να πω σε πέντε σειρές, μια ιδέα πήρατε.

Kerkini Lake run, 16 Ιουνίου.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
εις την πλαγιά ενός βουνού, της κορυφής εκείνης,
εβρήκα  θάνατο φρικτό κι οδυνηρό πολύ
του Ιουνίου ένα πρωί, στην όχθη της Κερκίνης.

Κάτι μου το ‘λεγε μέσα μου κι ετοίμασα καλού κακού το επιτύμβιο. Δεν κράτησε λίγο ακόμα δροσερός ο καιρός, κι έβγαλε την πρώτη κάψα της χρονιάς, ανήμερα αγώνα. Στα τελευταία της ασφάλτου οι δρομείς παραπατάνε. Αλλά όχι κι άσχημος χρόνος για τα κυβικά μου. Κι άλλωστε τι σόι αθλητές είμαστε εμείς, τη μια μας πειράζει το κρύο, την άλλη η ζέστη! Τι να μας κάνει κι ο Αργύρης, τι να μας κάνει κι ο κάθε διοργανωτής; Να μας δώσουν από ένα τηλεκοντρόλ να ρυθμίζουμε το κλίμα μόνοι μας; 

Haidou Trail Party, 21 Ιουλίου.  Σαββατιάτικο πάρτι με τα όλα του. Κέφι και χαρά. Αν θέλετε αγώνα χωρίς άγχος αγώνα, ελάτε εδώ. Πανηγυρική ατμόσφαιρα, σε δεύτερη μοίρα ο ανταγωνισμός. Από τις καλύτερες η φωτό του τερματισμού. Όρεξη για ντεμαράζ είχε η Μάρθα, το ‘χουν αυτό οι στιβικές. Σε καλή μέρα με πέτυχε, δεν ρεζιλεύτηκα στην κόντρα. Χαρά θεού κι ανθρώπων, και το πριν και το μετά. Όνειρο η διανυκτέρευση στο αντίσκηνο, όμορφη η βόλτα την Κυριακή. Κρίμα που πρέπει να φύγουμε κάποτε. Τι γρήγορα περνούν οι όμορφες στιγμές, αδικία δεν είναι;

Ορειβατικός Μαραθώνιος Ολύμπου, 8 Σεπτεμβρίου. Αυτός δεν είχε καθόλου πλάκα. Με πόνο ξεκινώ, με πόνο συνεχίζω, με πόνο καταλήγω. Ένα μήνα εκτός, συστήνει επί τόπου φυσιοθεραπευτής φίλος. Το διαπραγματεύομαι σκληρά, κρίμα να χάσω τους όμορφους αγώνες που ακολουθούν. Εντάξει, να κάτσω ένα μήνα, αλλά μετά τον Χειμερινό Ενιπέα. Πιθανολογεί πως αφού ο τένοντας  άντεξε τρία χρόνια θ’ αντέξει ακόμα τρεις μήνες, αλλά συμβόλαιο δεν υπογράφει. Δικό μου το ρίσκο. Η Ρούλα, στον τερματισμό, ζητά δήλωση. Σήμερα έχω γενέθλια, λέω. Συμπληρώνω 20 χρόνια τρεξίματος, με αρχή αυτόν, τον ίδιο αγώνα, το 1993. Διοργανωτές και παρόντες φίλοι τραγουδούν το happy birthday. Κι από πέτρα να είσαι, ραγίζεις.

Ορεινός Μαραθώνιος Οίτης, 22 Σεπτεμβρίου. Ό,τι θα μπορούσε να πάει στραβά σ’ έναν αγώνα πάει σ’ αυτόν. Ό,τι θα μπορούσε να πάει καλά, πάλι στραβά πάει. Αναποδιές και παρεξηγήσεις αμέτρητες. Και το έτερον δρομικό μου ήμισυ παρατώ στου δρόμου τα μισά, και την προθεσμία χάνω. Ο χαμένος τα χάνει όλα. Κι εκείνη η ατέλειωτη κορυφή από που ξεφύτρωσε, πάνω που νόμιζα πως το σώζω το πράγμα; Μήπως πρέπει να κοιτάζω και κανένα προφίλ αγώνα, τελικά; Τετράπαχη αγελάδα φράζει το στενό μονοπάτι του τέλους, τα 250 κιλά βοδινού κρέατος συνθλίβουν τις ύστατες ελπίδες. Την πετροβολώ, τρέχει μπροστά μου, τρώω τη σκόνη της. Ποτέ μου δεν έχω βρίσει έτσι ζωντανό. Παράλληλα ανησυχώ μήπως σκάσει κιόλας. Μη φύγω και δολοφόνος από την Οίτη. Παραίτηση και περπάτημα, όταν κλείνει το 10ωρο. Ζητούν δήλωση στον τερματισμό, αλλά αδυνατώ ν’ ανοίξω το στόμα μου. Δεν θα ξανάρθω εδώ, σκέφτομαι, καταραμένο μέρος. Απόφαση μιας μέρας. Θα ξανάρθω του χρόνου, ορίστε, την κάνω καθυστερημένα τη δήλωση, και θα διορθώσω ό, τι στραβό έκανα φέτος. Δεν φταίει το μέρος, δεν φταίει η κτηνοτροφία, δεν μας φταίνε πάντα οι άλλοι. Ο χαρακτήρας κι η επιπολαιότητά μας τα φταίει όλα. Αόριστα μιλώ, αλλά πιο συγκεκριμένος πάνω στο ζήτημα θα πεθάνω. Μόλις βγει η νέα προκήρυξη βάλτε με μέσα παιδιά, χωρίς να με ρωτήσετε καν.

Υψάριον Μονοπάτι, 29 Σεπτεμβρίου. Χάρη σ’ αυτόν τον αγώνα ξαναεπισκέπτομαι το κοντινό μου νησί, μετά από πολλά χρόνια. Με τη νέα γλυκιά μου συμμορία, 5 στο αυτοκίνητο, αυθημερόν, αφού τα οικονομικά όλων μας έχουν σφίξει. Κακοτράχαλο μονοπάτι, κατάλληλο για νεότερες κλειδώσεις κι αρθρώσεις από τις δικές μου. Ο πόνος στον αχίλλειο άφαντος, ξεγελιέμαι πως πέρασε οριστικά. Σιγά μην κάτσω ένα μήνα, σκέφτομαι και προσβάλλω μονομερώς το μνημόνιο με τον φυσιοθεραπευτή, αλλά κοντά στην ώρα ο πόνος τζα. Εντάξει, μια κουβέντα είπαμε, βγάλε μου κι αυτόν τον αγώνα σε παρακαλώ και θα σε ξεκουράσω τις γιορτές, τότε, με τις παγωνιές και τα κρύα. Τώρα η φύση είναι παράδεισος, πώς να κλειστείς μέσα, θα σκάσεις. Βουνό εδώ και θάλασσα στο βάθος, περίεργο κάπως να τρέχεις σε νησί. Με Νίκο και Αθηνά περνάμε τη γραμμή, καταπληκτικό ζευγάρι, εσείς μου κάνετε τιμή παιδιά. Στο φέρυ της επιστροφής γαλήνη φυσικών και ψυχικών στοιχείων. Με λιγότερο πόνο του χρόνου μου εύχομαι.

Paranesti Rath 26 Οκτωβρίου.  Αρχική ευδαιμονία που σβήνει με την πάροδο ωρών και χιλιομέτρων. Η σάρξ υπήρξε πρόθυμος, αλλά το πνεύμα παρεδόθη. Με σώζει ο Βαγγέλης, που τον στέλνω στο ποτάμι να μου φέρει νερό, μπας και συνεφερθώ κι αθλητικά φερθώ. Αυτό ήταν. Δεν θα το ξανακάνω ποτέ. Μεγάλωσα πια. Σκούπα την Παρασκευή το βράδυ, ελάχιστος κι άθλιος ύπνος κατόπιν. (Τι κρύο είναι αυτό στο Παρανέστι, ρε παιδιά;) Το πρωί το αντίσκηνο παγωμένο. 46 χιλιόμετρα αγώνας το Σάββατο. 7,5 ώρες, με δυο ενδιάμεσες καταρρεύσεις. Ξανά μανά ταλαίπωρος ύπνος στο αντίσκηνο. (Τι κρύο είναι αυτό στο Παρανέστι, ρε παιδιά;) Αγώνας 10χίλιαρος την Κυριακή. Φινίτο. Τέρμα ο γουρμασμένος σούπερμαν. Του χρόνου, ή αγώνας ή εθελοντισμός. Όταν κάνεις πολλά πράγματα μοιάζει σαν να ζεις πολλές ζωές ταυτόχρονα, αυτό επιδιώκω ο άπληστος, αλλά ανησυχώ σοβαρά πια μήπως χάσω και τη μια που έχω.

Ημιμαραθώνιος Πάικου. 3 Νοεμβρίου. Τρέχουμε μέσα σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής. Κινούμενα σχέδια τα σχέδιά μας, σε χρώματα βουνίσια φθινοπωρινά. Χρυσάφι στα δέντρα, γάργαρα νερά, γεφύρια για ρομάντζο. Η χαρά του τρεξίματος σ’ έναν σχετικά εύκολο αγώνα. Αν είστε αρχάριοι ξεκινήστε από εδώ κι αμέσως γίναμε ομοϊδεάτες. Ο Δημήτρης μας χωρά όλους στο φιλμάκι του, το ντύνει και με την παραγγελιά μας. Μαζί με τις νότες του Skyfall θα τρέχουμε αέναα σ’ αυτόν τον πίνακα, σκέφτομαι, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Οι εναλλακτικές μορφές αθανασίας έχουν λίγο θλιβερή, αλλά ακαταμάχητη γοητεία. Ας μην το βαρύνω, όμως, θα το χαλάσω.

http://vimeo.com/78708297#

Ημιμαραθώνιος Οχυρού Νυμφαίας 24 Νοεμβρίου. Πέτρες, χώμα, λάσπη. Ντουζιέρα ο ουρανός, αλλά άπαντες παρόντες. Η τρέλα μας πήγε στα βουνά και δεν φεύγει με τίποτα. Τσαλαβουτάμε ευτυχισμένα, οι παιδικές μας μορφές αναδύονται ξανά από το τωρινό μας σχήμα. Τι όμορφα που ήταν εκείνα τα παιδικά προβλήματα, ποιος θα περάσει ποιον! Τι όμορφα που είναι και τα προβλήματα που θέτουν οι σημερινοί αγώνες! Από την επομένη με περιμένει μια πολύ δύσκολη βδομάδα, γι’ αυτό θα χαρώ κάθε λεπτό της σημερινής μέρας, κάθε στάλα της σημερινής βροχής. Στην εκκίνηση χανόμαστε πάλι με την Άννα. (Τι θα γίνει ρε, με μας τα απροσάρμοστα, θα τα καταφέρουμε να συνεννοηθούμε ποτέ;) Τρέχω μπρος πίσω, την φτάνω στα μισά, τερματίζουμε αντάμα, δυο χαρούμενα μουσκίδια. Τέλος καλό όλα καλά. Η άλλη Άννα φωτογραφίζει και γι’ άλλη μια φορά τσιμεντάρει το χρόνο στην καλή του στιγμή. Μακάρι έτσι να έμενε πάντα, μακάρι.

Κίσσαβος, Φαέθων, Ζαγόρι, Rodopi Challenge. Έγιναν ξέχωρα άρθρα, όποιος θέλει τα διαβάζει. Ό,τι παραπάνω θα χαλάσει το ύφος τους. Άεθλος, Σκοτούσα, Ψάθα, κι ό,τι άλλο ξεχνώ. Όμορφες στιγμές, και γλυκές απογοητεύσεις. Γιατί στο τρέξιμο κι οι απογοητεύσεις είναι γλυκές. Αυτές τις στενοχώριες να είχαμε μόνο κι η ζωή μας θα ήταν ωραία.

Χειμερινός Ενιπέας. 8 Δεκεμβρίου. Κλείνει αριστερόστροφα το χρόνο φέτος. Τον κλείνει όμορφα, όπως πάντα, αν και μας αγχώνει κάπως με την αυστηρότητα των ορίων του. Πρόκληση όμως, να ψάχνουμε να βρούμε που βρίσκονται αυτά, και πόσο μακριά μπορούν να μας ταξιδέψουν. Με ταξίδεψαν φέτος όπως ποτέ άλλοτε, δύσκολα να ξανάρθει τέτοια χρονιά. Αλλά τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα, έλεγε ο ποιητής, κι όσο κι αν το ξέρω πως δεν θα ισχύει για πάντα αυτό, θέλω να το πιστεύω ακόμα. Νάτο, το βάρυνα. Ίσως φταίει η μουσική που ακούγεται στο βάθος, ίσως το ό,τι κάθε τέλος εμπεριέχει κάτι μελαγχολικό.

Καλή χρονιά, λοιπόν, παιδιά, και καλή αντάμωση στους νέους αγώνες. Ένα νέο έτος γεμάτο όμορφες εικόνες, όπως αυτές στο φιλμάκι που ακολουθεί, σας εύχομαι. Ας κάνουμε πράξη τις παραινέσεις του, ωφελημένοι  θα βγούμε, θα δείτε.

 http://www.youtube.com/watch?v=sMmTkKz60W8

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Φιλίες.



                                                    


   Ο Κούντερα θεωρεί πως τον θάνατο μπορείς να τον διακρίνεις μόνο όταν βρίσκεσαι στην κατάλληλη από αυτόν απόσταση. Όσο είσαι νέος είναι αρκετά μακριά για να τον δεις. Όταν είσαι γέρος η εικόνα του έρχεται κοντά και θολώνει. Ευτυχώς, θα έλεγα.
Η μέση ηλικία είναι η σωστή, κατά Κούντερα, απόσταση. Aυτή που σου επιτρέπει να βλέπεις το τέλος καθαρά. Οι περιβόητες ηλικιακές κρίσεις των 30, 40, 50 μοιάζουν απόρροια αυτού του φαινομένου. Προσωπικά τις πέρασα όλες. Λόγω ιδιοσυγκρασίας, ακόμα περισσότερες απ’ όσες τα στρογγυλεμένα νούμερα υποδεικνύουν.
Η χειρότερη όλων, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ήταν η κρίση των 50. Εκδηλώθηκε με βαριά μορφή και κορυφώθηκε την μέρα των γενεθλίων του μισού μου αιώνα.
Δεν ξέρω αν οφείλεται σ’ ανεμελιά, σε μια διαρκώς κινούμενη ζωή, ή σε ένα είδος αυτοσυντήρησης, αλλά για χρόνια ζούσα σε μια ευδαιμονική κατάσταση που αγνοούσε τον παράγοντα χρόνο. Θεωρούσα πως ο χρόνος είναι κάτι που αφορά τους άλλους, όχι εμένα. Η καλή φυσική μου κατάσταση δεν μου επέτρεπε να παρατηρώ διαφορές στις δραστηριότητές μου, κι όσο για τον καθρέφτη μόνο τώρα τελευταία θα’ θελα να δείχνει κάτι καλύτερο. Δεν μετανιώνω γι’ αυτήν την ψευδαίσθηση, αφού με προστάτεψε από ανώφελες στεναχώριες για πολύ καιρό.
Η συνειδητοποίηση ήρθε απότομα. Σε μια και μόνο μέρα βρέθηκα αντιμέτωπος με μια σκληρή πραγματικότητα. Σαν να ξυπνούσα από βαθύ ύπνο, κατάλαβα ξαφνικά πως ο κόσμος γύρω μου είχε αλλάξει. Αγαπημένα μου συγκροτήματα δεν έβγαζαν πια δίσκους. Αγαπημένοι μου ηθοποιοί είχαν πεθάνει. Οι γονείς μου είχαν γεράσει πολύ. Και τα κορίτσια που είχα ερωτευτεί ήταν πλέον μαμάδες κι είχαν παιδιά στην ηλικία που ήταν οι ίδιες όταν τις ερωτεύτηκα.
Αισθάνομαι άσχημα για τον τρόπο που συμπεριφέρθηκα την μέρα των γενεθλίων μου. Σχεδόν αποπήρα τους φίλους που με θυμήθηκαν. Η καλή τους διάθεση μεταφράστηκε ως προσβολή προσωπικών δεδομένων. Εξαγριώθηκα με την ιδέα μιας γιορτής με την καθιερωμένη τούρτα γενεθλίων. Με πενήντα αναμμένα κεριά μια τούρτα παγωτού λιώνει, ενώ η ιδέα μόνο δυο, 5 και 0, θα έσωζε την τούρτα αλλά όχι εμένα. 
Τέσσερα χρόνια μετά, στα γενέθλια μου, παρ’ όλο που η γενικότερη κατάσταση ήταν κατά πολύ χειρότερη, έσβησα ένα κερί στην τούρτα και δέχτηκα με χαρά τις ευχές από φίλους, που δεν χρειάστηκε να παραβιάσουν απόρρητα δεδομένα, αφού η πληροφορία διαδόθηκε ελεύθερα μέσω fb. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που μου συνέβη στα 50 μου το είχα ξεπεράσει και ξέρω πως αυτό το οφείλω σε συγκεκριμένα πράγματα.
Αναθεωρώ τις ειρωνείες προς όσους αφιερώνουν την όποια επιτυχία στην οικογένειά τους. Δεν θα υπήρχαν αυτά τα κείμενα, αν η οικογένειά μου δεν ήταν αυτή που είναι. Δεν υπάρχει δρομέας που να μην οφείλει στην οικογένειά του, είτε το αναγνωρίζει, είτε όχι. Ελπίζω πως ως αντάλλαγμα η οικογένεια εισπράττει έναν καλύτερο σύζυγο ή πατέρα. Μόνο ένας ικανοποιημένος άνθρωπος μπορεί να είναι καλός σ’ αυτά τα δυο. Και, μετά από κάθε τρέξιμο, στο σπίτι επιστρέφει ένας ικανοποιημένος άνθρωπος.
Τα υπόλοιπα στα οποία χρωστώ οφειλές είναι οι φίλοι, οι παρέες μου και το ίδιο το τρέξιμο. Η συνεργασία τους, όλα αυτά τα χρόνια, έχει αποφέρει θαυμάσια αποτελέσματα.
 

                                                   -----------

Οι φίλοι και οι παρέες ήρθαν ως αποζημίωση για ένα μεγάλο διάστημα αρχικής μοναξιάς. Το να είσαι μόνος όταν τρέχεις δεν είναι απαραίτητα κακό, αντίθετα, πολλές φορές είναι ζητούμενο. Τα τρέξιμο είναι μια μορφή αυτοσυγκέντρωσης και διαλογισμού. Είναι ένας τρόπος να προσθέτεις την ατομική σου ύπαρξη στο σύμπαν. Να ερευνάς τον εσωτερικό σου κόσμο και ν’ αποκρυσταλλώνεις σκέψεις και ιδέες.
Αλλά χρειάζεται παρέα για να γεφυρώνει τις μακριές σιωπές. Για να σε κάνει να ξεχνάς τα χιλιόμετρα και την ώρα που περνά. Για τους μακριούς δρόμους και τις ατέλειωτες διαδρομές. Για να μοιράζεσαι κοινά αισθήματα. Για να σχεδιάζεις το αύριο και το μακρινό μέλλον. Για να σηκώνεις το χέρι και να δείχνεις κάτι όμορφο στο βάθος.
Χρειάζεται παρέα για τα ταξίδια και τα δρομολόγια. Απορώ με τον άνθρωπο που ήμουν κάποτε, αυτόν που έπαιρνε το λεωφορείο για να κατεβεί μόνος του σε μια μακρινή πόλη, να διανυκτερεύει μόνος σ’ ένα ξενοδοχείο, να παίρνει μόνος το βραδινό και το πρωινό του. Και να επιστρέφει μόνος, σ’ έναν κόσμο με τον οποίο δεν μπορούσε να μοιραστεί καμιά κοινή ανάμνηση, πάνω σε κάτι τόσο σημαντικό γι’ αυτόν.
Σήμερα είναι εύκολο να βρεις παρέα. Εύκολο να συνταξιδέψεις, ν’ ανταλλάξεις εντυπώσεις, να ταυτιστείς. Στις μαζώξεις που, τώρα, ως δρομείς οργανώνουμε, γεμίζουμε ολόκληρη ταβέρνα. Τότε, ήταν αλλιώς.
Οι παρέες μου μεγάλωσαν, όταν το στάδιο της πόλης αντικατέστησε τον αγαπημένο μου δασικό δρόμο ως πεδίο τρεξίματος. Ιδίως τον χειμώνα, που οι μέρες ήταν μικρές και το σκοτάδι δεν άφηνε πολλά περιθώρια για τρέξιμο στο βουνό. Στο στάδιο συνάντησα τους αθλητές, τους μετρημένους διαδρόμους, τα προπονητικά προγράμματα, τους τοπικούς συλλόγους, τα χρονόμετρα και τους προπονητές. Εκεί με περίμεναν και οι πρώτες μου καθαρά αγωνιστικές παρέες.
Ήταν κάτι παραπάνω από απλές συντροφιές. Ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για κάποιον που ήθελε να τρέχει κάθε μέρα. Απαραίτητη για τα γρήγορα κομμάτια, για τα τέμπο, για τις διαλειμματικές. Για την αλληλοβοήθεια στις εξουθενωτικές προπονήσεις, για το πάλεμα της μονοτονίας, για τα σχέδια, για τα κοινά ταξίδια και τις κοινές αναμνήσεις.
Κάποιοι από εκείνες τις παρέες δεν είναι πια παρέα μου. Κάποιοι σταμάτησαν να τρέχουν, ή έφυγαν από την πόλη. Με κάποιους, απλώς, δεν ταιριάζουν οι ώρες, τα μέρη, οι ρυθμοί και οι βηματισμοί μας. Εδώ και καιρό έχω επιστρέψει στους αγαπημένους μου δασικούς δρόμους. Επιλέγοντας να εγκαταλείψω δια παντός το στάδιο και το χρονόμετρο, εγκατέλειψα κάποιους φίλους. Ανακάλυψα όμως καινούργιους. Πρόσωπα αντικατέστησαν άλλα πρόσωπα, φιλίες αντικατέστησαν άλλες φιλίες. Γνωριμίες από τους πολυπληθείς πια αγώνες κατέκτησαν μια θέση στη ζωή μου μ’ έναν τρόπο που μόνο πολύχρονες σχέσεις καταφέρνουν. Κι όμως το κατάφεραν σύντομα, απλά, όμορφα κι αβίαστα.
Αλλά, συμβαίνει κάποιες φορές, να λείπουν όλοι από κοντά μου. Να βρίσκομαι ξανά, όπως παλιά, στην μοναξιά μιας ατέλειωτης ορεινής διαδρομής. Έστω κι έτσι, όμως, είναι λίγες οι φορές που νιώθω μόνος. Συχνά, μέσα στη μοναξιά του βουνού, ακούω τα βήματα και τις ανάσες όλων όσων κατά καιρούς τρέξαμε μαζί. Πρόσωπα γνωστά και προσφιλή, ή άλλα που για λίγες μόνο στιγμές με συντρόφευσαν, και που απέμειναν σκιές χωρίς ονόματα, είναι κοντά μου. Ξεχασμένες φυσιογνωμίες χτυπούν απρόσμενα την πόρτα της μνήμης μου. Τους ανοίγω, και είμαστε πάλι όπως παλιά. Συνεχίζουμε το τρέξιμο μαζί και πιάνουμε ξανά εκείνη την κουβέντα που είχαμε αφήσει στη μέση.


                                                     ----------------------








 ΥΓ. Μια από τις ωραιότερες σκηνές στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου  βρίσκεται στην ταινία Toy Story 3, την τελευταία της σειράς. Σε κάποια στιγμή αγωνίας, τα περιβόητα παιχνίδια εγκλωβίζονται σε μια χοάνη, που τα στροβιλίζει και τα παρασέρνει στο κέντρο ενός τεράστιου καμινιού. Τα περιθώρια αντίδρασής τους μοιάζουν ανύπαρκτα. Η χαριτωμένη σενιορίτα κοιτά απελπισμένα τον ήρωα της, τον Buzz Lightyear, και ρωτά για το τι θα μπορούσαν να κάνουν. Ο ήρωας, που συνήθως έδινε τη λύση σ’ όλες τις δύσκολες καταστάσεις, απομένει για λίγο σκεφτικός. Μετά στρέφεται προς το μέρος της και της απλώνει το χέρι. Αυτή καταλαβαίνει. Νεύει θλιμμένα και του προσφέρει το δικό της. Όλα τα παιχνίδια ενώνουν τα χέρια τους κι αφήνονται να παρασυρθούν προς τον χαμό.
Φυσικά, λίγο πριν το μοιραίο, κάτι γίνεται και τα παιχνίδια γλιτώνουν, αφού δεν είναι δυνατόν μια ταινία που απευθύνεται σε παιδιά να μην λαμβάνει υπ’ όψη τις ψυχικές τους ευαισθησίες. Εμείς όμως δεν είμαστε παιδιά, ούτε παιχνίδια. Η ζωή δεν είναι παιχνίδι, γι’ αυτό άλλωστε και μας αρέσει να παίζουμε. Κι αν δεν υπήρχε ο θάνατος, τότε ίσως δεν θα υπήρχε το τρέξιμο, η τέχνη, ούτε ακόμα κι ο έρωτας φαντάζομαι.
Γι’ αυτό ακριβώς δημιουργούμε και συντηρούμε τις φιλίες μας. Επειδή είμαστε προνοητικοί. Επειδή δεν θέλουμε την ύστατη στιγμή να ψάχνουμε ανθρώπους που να μας αγαπάνε, για ν’ απλώσουμε το χέρι μας. Θέλουμε να βαδίζουμε, ή να τρέχουμε στη ζωή, με τη σιγουριά πως τους έχουμε ήδη.

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 4.



                                                                      Η κλασική διαδρομή. 5. 





   
Τον επετειακό Μαραθώνιο της Αθήνας τον έτρεξα με τη διάθεση που του άξιζε. Μετείχα στη γιορτή του με κέφι και χαρά. Ευχαριστώντας όσους μπόρεσα, από τους εκατοντάδες εθελοντές του. Ο κόσμος ήταν ο περισσότερος που είχα δει ποτέ σ’ αυτήν τη διαδρομή. Ξεχώρισα μια παρέα νέων που μας χειροκροτούσαν ένθερμα, τους πλησίασα και τους πρότεινα του χρόνου ν’ αλλάξουμε ρόλους, αυτοί να τρέχουν κι εγώ να χειροκροτώ. Γέλασαν χαρούμενα. Ξέρω πως δεν θα το κάνω, ήταν ένα αθώο ψέμα, αλλά ελπίζω να πιάσει και να φανούν αυτοί συνεπείς ως προς το δικό τους σκέλος.
Συνάντησα έναν απ’ τους καλύτερούς μου φίλους, κάπου μετά τα μισά, και το πήγαμε μαζί, περίπου 12 χιλιόμετρα. Άλλαξα τον τουριστικό μου ρυθμό κι έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα τα τελευταία πέντε. Όταν κάνεις μαραθώνιο στις τεσσεράμισι ώρες και στο τέλος φτάνεις να τρέχεις με κάτω από πέντε λεπτά το χιλιόμετρο ο κόσμος φαίνεται σταματημένος. Πέρασα περίπου 1000 αθλητές σ’ αυτά τα τελευταία χιλιόμετρα, και δεν ήταν ή δύναμη, αλλά η χαρά που μου έδινε φτερά.
Στο 40ο  είδα μια γυναίκα να προχωρά αργά, σχεδόν παραπαίοντας. Πρόλαβα καθώς περνούσα ορμητικά να διαβάσω τ’ όνομα της στη φανέλα. Δέκα μέτρα μπροστά της, ξεπέρασα τον δισταγμό μου. Ανέκοψα, στράφηκα προς το μέρος της και δείχνοντας προς την πόλη που μας περίμενε φώναξα δυνατά: Go, Gloria, Athens is waiting for you. Δεν μιλώ άνετα αγγλικά, αλλά ίσα για δυο κουβέντες τα καταφέρνω. Πριν πάρω τη στροφή γύρισα και την κοίταξα. Πήγαινε πολύ καλύτερα. Είχε ζωντανέψει από μια απλή φράση. Αργότερα, στα επίσημα αποτελέσματα, έψαξα το Gloria στο χρόνο που υπολόγιζα πως θα το βρω και, πράγματι, το βρήκα. Ήταν λίγα λεπτά μετά από το δικό μου όνομα. Τα είχε καταφέρει.
Επίσης τερμάτισα με διαφορά μόλις ενός δευτερολέπτου από τον αδερφό μου. 4.24΄40΄΄ εγώ, 4.24.39΄΄αυτός. Μόνο που δεν είχαμε συναντηθεί ούτε μια στιγμή στη διάρκεια του αγώνα. Από αμέλεια στην συμπλήρωση της αίτησης εγγραφής βρέθηκα στο 7ο και τελευταίο μπλοκ, εγκλωβισμένος ανάμεσα στους πλέον αργούς δρομείς, πράγμα που με ανάγκαζε να τρέχω ζικ ζακ γι’ αρκετά χιλιόμετρα μετά την πιστολιά. Αυτός ήταν στο πέμπτο μπλοκ και πήρε εκκίνηση αρκετά λεπτά πριν από μένα. Ο πραγματικός μας χρόνος βγήκε ηλεκτρονικά κι απέδειξε, πως, κατά κάποιο μυστηριώδη τρόπο, είχαμε συντονιστεί.
Μπήκα φουριόζος στο Καλλιμάρμαρο, σπρωγμένος από τον ενθουσιασμό, την κατηφορική κλίση μπροστά από τον κήπο και τον κόσμο που, επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια, ήταν αυτός που έπρεπε. Μια τελική ευθεία, ένα μετάλλιο και μια μίνι κατάρρευση, ευτυχώς ολιγόλεπτη, στο τέλος. Είχα ανεβάσει αρκετούς σφυγμούς και το αδιαχώρητο που υπήρχε μετά την γραμμή του τερματισμού δεν μου επέτρεψε ένα απαλό σβήσιμο. Το απότομο σταμάτημα μου έκανε κακό, μικρό όμως, αφού έσβησε γρήγορα μέσα στην ικανοποίηση πως, στον σημαντικότερο Κλασικό Μαραθώνιο της Αθήνας, ήμουν κι εγώ εκεί.




                                                          Μετά.

   Υπάρχουν στιγμές που αντιμετωπίζεις το δίλημμα, αν είναι καλύτερα να δώσεις εσύ το τέλος των πραγμάτων που δεν μπορούν να συνεχίζονται εσαεί, ή αν πρέπει ν’ αφήσεις το χρόνο ν’ αποφασίσει γι’ αυτό. Δεν θα μπορώ αιώνια να τρέχω μαραθώνιους, ούτε θα μπορώ να κατεβαίνω για πάντα στην κλασική. Το ερώτημα είναι, αν θα είμαι εγώ ή ο χρόνος που θα πάρει την απόφαση της τελευταίας φοράς.
Κατεβαίνοντας στον κλασσικό μαραθώνιο της Αθήνας του 2010, σκέφτηκα πως θα ήθελα να ήμουν εγώ αυτός που θα έπαιρνε την απόφαση. Η συγκυρία τα είχε φέρει, ώστε να ξεκινήσω την περιπέτεια του μαραθωνίου το επετειακό 1996, οπότε θα θεωρούσα αρμονικό αν το τέλος δινόταν μια επίσης επετειακή χρονιά, και μάλιστα την λαμπρότερη που συνέπιπτε στη διάρκεια της ζωής μου. Επιπλέον ήξερα πως η κλασική ποτέ δεν θα μπορούσε να ξαναφτάσει σε τέτοιες δόξες. Είχε αγγίξει τον κολοφώνα της κι είχε προσφέρει ό,τι καλύτερο μπορούσε. Η επόμενη χρονιά που πιθανόν να κατάφερνε κάτι ανάλογο, θα ήταν η χρονιά που θα άνοιγε η κάψουλα.
Λίγα είναι αυτά που αντέχουν σε συνεχείς επαναλήψεις. Η επανάληψη κάνει τα πράγματα να μοιάζουν ίδια, ενώ στη φύση μας είναι να επιζητάμε το διαφορετικό. Και το διαφορετικό πολλές φορές κρύβεται στο μοίρασμα των εμπειριών μας με τους άλλους. Στην κλασική θα άξιζε να κατεβαίνω, κάθε φορά που θα το επιθυμούσαν και νέοι φίλοι μου. Δεν έχω το ζήλο του θρησκευόμενου που θεωρεί πως πρέπει να σε σώσει θες δεν θες, και πως χάνεται η ψυχή που δεν ακολουθεί τον ένα και μοναδικό δρόμο σωτηρίας. Ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει τις επιλογές του και να βρει τη χαρά στους δικούς του δρόμους και με τους δικούς του τρόπους. Πολλές φορές, όμως, δεν χρειάζονται κηρύγματα και ρητορείες. Σε κάποιους αρκεί μια παρότρυνση, μια απλή ενθάρρυνση, ένα μικρό σπρώξιμο στην ψυχολογία ή ένα ερέθισμα στο νου, για να περάσουν στην απέναντι όχθη ενός ποταμού, που μέχρι τότε θεωρούσαν αδιάβατο.
Περιέγραψα πολλές φορές, συνήθως τρέχοντας, τα συναισθήματά μου από εκείνον τον αγώνα, του 2010. Μια από αυτές, σε δυο φίλες μου, που είχαν τις δυνατότητες να τον τρέξουν, αλλά για διάφορους λόγους δεν το αποφάσιζαν. Πολύ καιρό προσπαθώ να τις πείσω, μιας και διαθέτουν αυτό το αξιοζήλευτο χάρισμα, τη φυσική προδιαγραφή η οποία, με πολύ λιγότερο από μένα κόπο, θα τις έφερνε να ολοκληρώσουν τη διαδρομή ενός μαραθωνίου. Δεν ξέρω για πόσο καιρό ακόμα θα ίσχυε αυτό, τα χρόνια περνούν γρήγορα και οι καιροί δεν σηκώνουν πολλές αναβολές. Αυτό που μ’ έκανε να ξαναπροσπαθήσω, όμως, ήταν το πραγματικό ενδιαφέρον που έδειχναν για τον επετειακό αγώνα, στον οποίο τόσοι φίλοι τους είχαν συμμετάσχει και μιλούσαν γι’ αυτόν μ’ ενθουσιασμό. Τις μίλησα κι εγώ, για τις δυσκολίες, αλλά και για το δώρο ζωής που σε περιμένει μέσα στο Καλλιμάρμαρο. Για την εμπειρία που απαιτεί κόπο, αλλά χαράζεται ανεξίτηλα στο είναι σου και σε συνοδεύει μέχρι το τέλος της διαδρομής σου.
Τρέξτε αυτόν τον μαραθώνιο, τις είπα. Τρέξτε τον, έστω για μια και μόνη φορά. Κι όταν θα έχετε γίνει 120 χρονών, τότε που ο χρόνος θα έχει καταστρέψει όλα τα εγκεφαλικά σας κύτταρα, τότε που δεν θα θυμάστε ούτε εμένα, ούτε κανέναν απ’ όσους αγαπήσατε και σας αγάπησαν, που δεν θα θυμάστε η μία την άλλη, κι ίσως ούτε ο ίδιος σας ο εαυτός θα σας λέει πολλά πράγματα, τότε, λίγο πριν διαβείτε οριστικά το κατώφλι, ένα μόνο θα θυμάστε και θ’ αναρωτιέστε. Τι να σημαίνει άραγε η εικόνα που, μόνο αυτή από τις τόσες που ζήσατε στη ζωή, έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό σας: Μια πύλη που σας περιμένει να τη διαβείτε, ένα χαρούμενο πλήθος κόσμου που ενθαρρύνει τα τελευταία κουρασμένα βήματά σας, κι ένα όμορφο, κατάλευκο στάδιο, ποιο αλήθεια; που ανοίγει την ευρύχωρη αγκαλιά του, για να σας υποδεχτεί.­­


Εύχομαι καλή επιτυχία σε όλους τους δρομείς που θα τρέξουν φέτος.




Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Μαραθώνιοι στην Ελλάδα. 4.



Η κλασική διαδρομή. 4. 


                                                        2010. Η επέτειος.



   Στο πάρκο Ελευθερίας, δίπλα στο Άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου και σε βάθος ενάμισι μέτρου είναι θαμμένη μια χρονοκάψουλα. Είναι κατασκευασμένη έτσι ώστε να διατηρήσει αναλλοίωτα όλα όσα περιέχει. Φωτογραφίες, έντυπα, επιστολές, αντικείμενα και πλήθος στοιχείων που θεωρήθηκαν σημαντικά. Το σημείο της υποδεικνύει ένα μάρμαρο, που πάνω του αναγράφεται πως στις 31.10.2010, 2.500 χρόνια μετά τη μάχη του Μαραθώνα, διεξήχθη στην Αθήνα ο 28ος Κλασικός Μαραθώνιος Αθηνών. Η χρονοκάψουλα είναι προγραμματισμένο ν’ ανοιχτεί στις 31.10.2110, δηλαδή εκατό χρόνια από την ημέρα του επετειακού αυτού αγώνα.
Νομίζω πως στα σημαντικά στοιχεία που περιέχει βρίσκονται και τα ονόματα όλων όσων έτρεξαν αυτήν τη σημαδιακή χρονιά. Η ματαιοδοξία θα ήθελε το όνομά μου μέσα σε μια κάψουλα που ταξιδεύει στο χρόνο, αν και νομίζω πως όταν τελειώσει το ταξίδι της δεν θα με νοιάζουν και πολλά πράγματα. Σήμερα όμως με γοητεύει η ιδέα πως βρίσκομαι πλάι-πλάι, όχι μόνο με τους ανώνυμους δρομείς, αλλά με ανθρώπους που το όνομά τους έγραψε λαμπρές σελίδες στην ιστορία του αγαπημένου μου αθλήματος.


Kathrine Switzer

Μια παγωμένη μέρα του 1967, η Kathrine Switzer, με τραβηγμένα πίσω τα μαλλιά και τ’ αρχικά του ονόματός της, που δεν φανέρωναν φύλο, εισήλθε στον μαραθώνιο της Βοστόνης. Το αγώνισμα τότε ήταν απαγορευμένο για τις γυναίκες, αφού ιατρικές θεωρίες το έκριναν επικίνδυνο για την υγεία τους. Περίπου στο 6ο χιλιόμετρο έγινε αντιληπτή από τους φωτογράφους, και, στη συνέχεια, από τον ευέξαπτο διοργανωτή, ο οποίος προσπάθησε να της αποσπάσει το νούμερο και να την πετάξει έξω από τον αγώνα. Τα φωτογραφικά στιγμιότυπα του περιστατικού, όπου φίλοι και δρομείς προσπαθούν να την υπερασπίσουν, θα έμεναν στην ιστορία. Η Switzer  τερμάτισε τελικά σε 4 ώρες και 20΄.

Θα περνούσαν πέντε ακόμα χρόνια, πριν επιτραπεί στις γυναίκες να συμμετέχουν επίσημα σε μαραθώνιο. Αρκετά ώστε και το 1972 η Αθήνα να της αρνηθεί τη συμμετοχή στην Κλασική της διαδρομή. Ωστόσο αυτή ήρθε στον γενέθλιο τόπο, όπως τον αποκαλεί, του αθλήματός της, μόνο και μόνο για να κλάψει στην παραλία του Μαραθώνα και ν’ αναλογιστεί τη μάχη που την διαβεβαίωνε πως αυτό που φαίνεται ακατόρθωτο μπορεί να γίνει κατορθωτό.
Ξανάρθε 38 χρόνια μετά, το 2010. Αυτή τη φορά θα έτρεχε και μάλιστα με τιμητικό νούμερο των ελίτ αθλητών. 63 πλέον χρονών, και μη έχοντας συμμετάσχει σε μαραθώνιο τα τελευταία 34 χρόνια, της ήταν πλέον δύσκολο. Όμως το δίδαγμα της αρχαίας μάχης παρέμενε ζωντανό. Σε 4. 48΄ περνούσε τη γραμμή του τερματισμού, κι αναλυόταν σε δάκρυα. Το όνειρό της είχε πραγματοποιηθεί. Αυτό που ήταν ακατόρθωτο, είχε γίνει κατορθωτό. Είχε τρέξει και τερματίσει τον αγώνα που θεωρούσε πως εμπεριέχει το μεγαλύτερο νόημα της ζωής της.
Έχασα μια μοναδική ευκαιρία να την δω από κοντά. Την ώρα που η Switzer πραγματοποιούσε το όνειρο που κουβαλούσε επί 38 ολόκληρα χρόνια, βρισκόμουν στην παραλαβή των ρούχων μου. Αν το ήξερα, θα περίμενα, για να την δω να τερματίζει και να κλαίει. Η συγκίνηση της στιγμής είναι ιδιαίτερα μεταδοτική, ιδίως αν γνωρίζεις κάτι για τον άλλον. Επιπλέον το νόημα των δακρύων της νομίζω πως δεν ήταν προσωπική υπόθεση, ούτε πως αφορούσε μόνο αυτήν. Νομίζω πως η Switzer έκλαιγε για τα όνειρα όλων μας. Αυτά  που λαχταρούμε να τα ζήσουμε στην άνοιξη, αλλά δεν τα αξιωνόμαστε παρά μόνο στο βαθύ φθινόπωρο της ζωής μας.

Joan Benoit Samuelson
Η Joan Benoit Samuelson είναι εμβληματική μορφή. Νικήτρια των Ολυμπιακών αγώνων του 1984 στο Λος Άντζελες - την πρώτη χρονιά που ο γυναικείος μαραθώνιος εισήχθηκε ως άθλημα. Ιδρύτρια σήμερα αγώνων, αρωγός φιλανθρωπικών οργανώσεων και πηγή έμπνευσης για πολλούς δρομείς. Έκανε την προσφώνηση στα μεγάφωνα της αφετηρίας. Ακόμα και στα 55 της είναι γρήγορη. Έτρεξε σε χαλαρό ρυθμό και τερμάτισε σε τρεισήμισι ώρες, χρόνος που θα ζήλευαν πολλοί νεότεροι δρομείς.
Οι στατιστικές δείχνουν πως αν η αυξητική τάση συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό, πολύ σύντομα, ίσως στα επόμενα 3 χρόνια, οι γυναικείες συμμετοχές στους μαραθώνιους θα ξεπεράσουν τις αντρικές. Η Switzer και η Benoit ήταν από τις πρώτες, αλλά, σήμερα, χιλιάδες γυναίκες τρέχουν στους μαραθώνιους του κόσμου, καταρρίπτοντας ρεκόρ, γεφυρώνοντας αποστάσεις, τσαλαπατώντας σε κάθε τους βήμα τις παλιές εκείνες προκαταλήψεις που τις ήθελαν κατώτερες του αγωνίσματος, και καταλαμβάνοντας επάξια τις θέσεις που οι ξεπερασμένες θεωρίες άφησαν κενές.

Amby Burfoot
Ο Amby Burfoot, δρομέας της δεκαετίας του ’60 και ’70, είναι διευθυντής της έκδοσης του Runners World, και συγγραφέας άρθρων και βιβλίων για το τρέξιμο. Η σκέψη του καταφέρνει να εντάσσει σ’ ένα στέρεο φιλοσοφικό σύμπαν το νόημα του αθλήματός μας, με τον ίδιο τρόπο που το έκανε, όσο ζούσε, ο γκουρού των απανταχού δρομέων, George Sheehan. Έτρεξε με τη γυναίκα του, την Cristina Negron, και το γιό του, σκοπεύοντας να τερματίσουν μαζί περί τις 5.30 ώρες. Τερμάτισαν χώρια, εξ αιτίας μιας αστείας παρεξήγησης. Έχοντας χάσει επαφή κατά τη διάρκεια της διαδρομής, πατέρας και γιος σταμάτησαν από κοινού, για να περιμένουν την Cristina, λίγο πριν από την είσοδό τους στο στάδιο. Αυτή τους έφτασε, τους προσπέρασε και τερμάτισε, με ρυθμό που οι δυο έκπληκτοι συγγενείς της δεν κατάφεραν ν’ ακολουθήσουν. Το συμβάν δεν οδήγησε σε διαζύγιο, καθώς οι εξηγήσεις κρίθηκαν ικανοποιητικές. Βλέποντάς τους να την περιμένουν, η Cristina νόμισε πως είχαν ήδη τερματίσει και πως επέστρεψαν για να την ενθαρρύνουν, κάτι που ο Burfoot έκανε συχνά. Όπως και να ‘χει, τερμάτισε πριν από αυτούς, κι αυτό επισήμως δεν άλλαζε. Συμφώνησαν να λύσουν τις διαφορές τους σ’ έναν επόμενο αγώνα.

Jeff Galloway
Η ζωή του Jeff Galloway περιστράφηκε γύρω από τον αθλητισμό. Τον εξάσκησε ως αθλητής, τον δίδαξε μέσα από αθλητικά προγράμματα, άρθρα και βιβλία, βιοπορίστηκε από τα αθλητικά του καταστήματα, το πρώτο από τα οποία εγκαινιάστηκε το 1973, υπό την ονομασία, ‘Φειδιππίδης’. Στα 65 του, ήταν η δωδέκατη φορά που ερχόταν στον αγώνα που ο ίδιος περιγράφει ως οδοιπορικό στις ρίζες του αθλήματός μας. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω σ’ έναν από τους πρώτους μου μαραθώνιους στην Αθήνα, να του πω πόσο μου άρεσαν τα άρθρα του, που διάβαζα τότε στο  Runners World, και πόσο εκτιμώ αυτό που κάνει. Ο Galloway εκπονεί ειδικά προγράμματα μαραθωνίου για δρομείς που οι υποχρεώσεις τους δεν τους επιτρέπουν παρά μόνο ελάχιστες προπονήσεις, και τρέχει μαζί τους στην Αθήνα, κάθε χρονιά. Αν σταθείτε θεατής στις κερκίδες του Καλλιμάρμαρου, κι έχετε λίγο υπομονή, θα τον δείτε να εισέρχεται ακολουθούμενος από μια ομάδα ιδροκοπημένων, αλλά ευτυχισμένων δρομέων, αυτών που συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε, της διπλανής πόρτας.

Μ’ αυτούς και πολλούς άλλους, επώνυμους και μη, Έλληνες και ξένους, γνωστούς κι άγνωστους αθλητές, παραμένω κλεισμένος σε μια χρονοκάψουλα και ταξιδεύω στο μέλλον. Είναι περίεργο αίσθημα, με γεμίζει χαρά και θλίψη ταυτόχρονα. Χαίρομαι για το ταξίδι, αλλά λυπάμαι που όταν η πόρτα του χρόνου θ’ ανοίξει δεν θα υπάρχουν παρά μόνο τα ονόματα των ταξιδιωτών. Ωστόσο, ανατρέχοντας πάλι στους αρχαίους, σκέφτομαι πως έχω ακόμα πολύ δρόμο. Χάρη στην κλασική σκέψη καταφέρνουμε να γευτούμε την αθανασία στην πρόσκαιρη ζωή μας. Σ' ένα μακρινό ταξίδι, σ' ένα μεγάλο έρωτα, σε μια έντονη εμπειρία. Γιατί ο πολιτισμός που εξύμνησε το σώμα όσο και το πνεύμα ξέρει πως η αθανασία μπορεί να χωρέσει σ' ένα μήνα, μια εβδομάδα, ακόμα και στη συντομία μιας και μόνης μέρας, αρκεί βέβαια να είμαστε αρκετά σοφοί για να την αδράξουμε.