Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Πυλώνες στήριξης.

   


   Πριν από αρκετά χρόνια βρέθηκε στην Καβάλα ο γνωστός εικαστικός, Κώστας Τσόκλης, για μια παρουσίαση του έργου του. Κάπου προς το τέλος της βραδιάς, στα πλαίσια συνομιλίας με το κοινό, ειπώθηκε ίσως η πιο σοφή κουβέντα ή τουλάχιστον αυτή που μου προκάλεσε τον περισσότερο προβληματισμό. Σε μια αποστροφή του λόγου του ο καλλιτέχνης αναρωτήθηκε: “Τι να την κάνεις την τέχνη, όταν έχεις στην αγκαλιά σου την γυναίκα που αγαπάς;”
Όσον αφορά τους δημιουργούς είναι, όντως, διαδεδομένη η άποψη πως η τέχνη είναι καταφυγή, διέξοδος και παρηγοριά ανθρώπων που διάγουν μια ζωή βασανισμένη. Κρίνοντας το πόσο ταλαιπωρημένος υπήρξε ο βίος πολλών συγγραφέων, ζωγράφων και μουσικών, δεν μπορείς να αρνηθείς πως ο παραπάνω αφορισμός έχει ισχυρή βάση. Πράγματι, γιατί ν’ αφήσεις μια ζεστή αγκαλιά για ν’ ασχοληθείς με τη βάσανο της δημιουργίας; Το λεχθέν δουλεύει ακόμα κι αν αντικαταστήσεις τη λέξη γυναίκα με την απλή λέξη ευτυχία. Τι ανάγκη διαφυγής έχεις όταν είσαι ευτυχισμένος;
Φυσικά, το τρέχον κείμενο, το πρώτο μετά από μια περίοδο καταθλιπτικής απραξίας, δεν διεκδικεί περγαμηνές έργου τέχνης, εν τούτοις θα μπορούσε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει το ανωτέρω, καθώς αυτό που ξεχωρίζει ένα έργο τέχνης από ένα απλό δημιούργημα δεν είναι η ανάγκη έκφρασης, αλλά το αποτέλεσμα. Η επιθυμία του δημιουργού της Μόνα Λίζα δεν διαφέρει από την επιθυμία οποιουδήποτε προσπαθεί να εκφραστεί μέσω της ζωγραφικής. Παραμένει ίδια σ’ έναν αναγνωρισμένο και σ’ έναν ελάσσονα καλλιτέχνη. Σ’ έναν διάσημο και σ’ έναν άγνωστο. Σ’ έναν επαγγελματία και σ’ έναν ερασιτέχνη. Όπως ακριβώς είναι ίδια η αγάπη για το τρέξιμο σ’ έναν διακεκριμένο αθλητή και σ’ έναν από τους τελευταίους της κατάταξης.
Αφήνω την εισαγωγή και έρχομαι στο τρεξιματικό μου παρόν. Πάντα πίστευα και πιστεύω πως η κινητήρια δύναμη των πάντων είναι η ψυχή. Αν αυτή έχει διάθεση, τότε σώμα και πόδια ακολουθούν. Εδώ κι αρκετό καιρό, ίσως και λόγω ανθρώπινης αχαριστίας, η ψυχολογική μου διάθεση δεν ήταν καλή, κι η πορεία μου στο τρέξιμο πέρασε μια κρίση που την επιδείνωσε περισσότερο. Οι αγώνες συνέχιζαν να είναι όαση, ξεχνούσα τα πάντα όλα, μεταφερόμουν στον αγαπημένο μου κόσμο, έβρισκα το βάλσαμο για την ψυχή, αλλά δεν γινόταν ν’ αρνηθώ πως ήταν πια οδυνηροί για το σώμα. Οι χρόνοι μου σημείωναν ανησυχητική πτώση, κι ήταν απελπιστικό να τους συγκρίνω με προηγούμενους σε ίδιο αγώνα. Υποστηρίζω πως δεν είσαι μεγάλος όσο το σώμα σου σου επιτρέπει να κάνεις ό,τι επιθυμείς, αλλά πολλοί δύσκολοι αγώνες, με πρώτον το ROUT που θα επιθυμούσα τόσο να τρέξω, βρίσκονταν έξω από την ακτίνα των δυνατοτήτων μου, οπότε αισθάνθηκα μεγάλος. Διαισθάνομαι πως αν αυτό το συναίσθημα κρατήσει πολύ, πιάνει θέση και δεν φεύγει εύκολα. Σίγουρα πρέπει να το ξέρεις πως, αργά ή γρήγορα, θ’ αποχωριστείς τα πράγματα που αγαπάς, αλλά δεν ήθελα αυτό να συμβεί με τον απότομο τρόπο που το βίωνα. Είχα φτάσει στο σημείο που πια δεν μπορούσα ν’ ακολουθήσω ούτε τους φίλους μου στις προπονήσεις. Αν δεν σταματούσε αυτό ή θα έμενα μόνος ή θα χαλούσα τις δικές τους προπονήσεις.
Τα τελευταία χρόνια κάθε μου βήμα ήταν ένα μικρό μαρτύριο. Οι φτέρνες όλων των φυσιολογικών ανθρώπων έχουν μια κυρτή καμπύλη. Οι δυο δικές μου είναι μόνιμα κοίλες. Δεν μ’ απασχολεί το εμφανισιακό, αλλά η συγκεκριμένη παραμόρφωση συνοδευόταν από πόνο, ιδίως στην ανηφόρα και στη γρήγορη προσπάθεια. Ένα απλό τετρακοσάρι αρκούσε για να με κάνει να κουτσαίνω. Αλλά χωρίς γρήγορο τετρακοσάρι δεν υπάρχει γρήγορο χιλιάρι, γρήγορος ημί, γρήγορος ολόκληρος. Δεν υπάρχει γρήγορος αγώνας. Προβλήματα που έχει ο κόσμος, ε;
Στο τέλος κάθε αγώνα κούτσαινα μόνιμα. Κάθε που σηκωνόμουν από στάση κούτσαινα. Όταν σηκωνόμουν από τον ύπνο, κούτσαινα. Παραδόξως, στη διάρκεια του αγώνα, αρκούσε να κάνω υπομονή στον πόνο γύρω στα 20 πρώτα λεπτά, μετά κάτι γινόταν που μάλλον είχε να κάνει με το ζέσταμα κι ο πόνος υποχωρούσε σε ανεκτά, ώστε να βγάλω τον αγώνα, επίπεδα. Στο τέλος του βέβαια ήταν μεγάλη υπόθεση το να περπατήσω μέχρι το αυτοκίνητο.
Επισκέφτηκα το μόνο γιατρό που η υγεία και η φοβία μου επιτρέπει, τον ορθοπεδικό. Η διάγνωση ήταν πως η παραμόρφωση οφείλεται σε δυο πιθανούς λόγους, υπερβολική καταπόνηση και στενά παπούτσια. Υπήρχαν και οι δυο υποψήφιοι. Έτρεχα ανελλιπώς κάθε μέρα και σ’ ένα σωρό αγώνες. Αλλά υπήρχε και μια άκαμπτη μπότα ορειβασίας που ήταν μικρότερη απ’ ότι έπρεπε και το πόδι μου μέσα της ήταν σαν σε γύψο, από τον οποίο πάλευε να ελευθερωθεί στο τέλος κάθε ανάβασης. Δεν τις ξαναφόρεσα ποτέ.
Τα νέα ήταν καλά και κακά. Για λόγους αυτοπροστασίας το πόδι μου, στο σημείο της φτέρνας, είχε μετατρέψει σε οστό κάτι που πρώτα ήταν μυικές ίνες ή κάπως έτσι το κατάλαβα εγώ. Δημιούργησε δηλαδή κάτι σαν πυλώνες στήριξης. Δεν κινδύνευα από τίποτα, αρκεί να άντεχα τον πόνο. Αλλιώς υπήρχε η λύση του χειρουργείου. 1500 ευρώ για κάθε πόδι, ένα μήνα στα τέσσερα, μετά πατερίτσες, μετά αποκατάσταση. Τρελαινόμουν και να το σκέφτομαι. Έφυγα βιαστικά από το ιατρείο, θαρρείς και υπήρχε τρόπος να χειρουργηθώ με το ζόρι. Τόσο βιαστικά που δεν πρόλαβα καν να αναρωτηθώ και να ρωτήσω για ποιο λόγο να χειρουργηθούν ταυτόχρονα τα δυο πόδια και να ζήσω ένα μήνα ως βαριά ανάπηρος, κι όχι εναλλάξ ώστε να εξυπηρετούμαι κάπως.
Εφόσον δεν υπήρχε περαιτέρω κίνδυνος επέλεξα την υπομονή στον πόνο. Ήταν πολύς όμως, τόσος που κατάφερνε να μου αλλάζει το δρομικό στυλ. Στην αρχή ήταν οι συναθλητές μου που παρατήρησαν πως κουτσαίνω. Προσπάθησα να προσαρμόσω τη φόρμα μου και πίστευα πως το κατάφερα. Αλλά στο τέλος κάποιου μικρού τοπικού αγώνα διαπίστωσα πως δεν το πέτυχα τόσο καλά όσο πίστευα. Έδωσα συγχαρητήρια σε μια συναθλήτρια με την οποία είχαμε φιλικά κοντραριστεί στα 5 πρώτα χιλιόμετρα πριν φύγει και χαθεί μπροστά μου.
Συγχαρητήρια σε σας”, μου απάντησε, (αυτός ο πληθυντικός τελευταία), “που βγάλατε τέτοιο αγώνα στην κατάστασή σας!”.
Απόρησα. Ποια κατάστασή μου, δηλαδή;
Ε, πως, δεν είναι εύκολο να τρέχεις κουτσός 20 χιλιόμετρα”, διευκρίνισε.
Ήταν σοβαρά τα πράγματα. Αλλά έπρεπε να το ξέρω. Είχα βαρεθεί, εκνευριζόμουν πλέον να με ρωτούν στο δρόμο τι έχω και κουτσαίνω. Μασούσα τις απαντήσεις κι άλλαζα θέμα.
Στο τέλος ενός ακόμα οδυνηρού αγώνα, του Ορειβατικού Μαραθώνιου του Ολύμπου του 2014, ανάμεσα στην παρέα των φίλων που με περίμενε στον τερματισμό υπήρχε ένας πολύ καλός φυσιοθεραπευτής. Προθυμοποιήθηκε να δει το πόδι μου και να μου πει μια γνώμη. Δεν κράτησε πολύ. Μου έδωσε συγχαρητήρια, τα πόδια μου ήταν καταπληκτικά, όπως διέγνωσε βλέποντας τις γραμμώσεις και τις φλέβες, και σίγουρα είχαν καταπληκτικές ικανότητες αυτοίασης. Κατέληξε στην πιο ευνοϊκή δυνατή διάγνωση. Ούτε εγχειρήσεις ούτε επεμβάσεις. Ανάπαυση ένα μήνα, κι αυτό είναι. Πήγα να χαρώ, αλλά με πρόφτασε.
Πρόσεξε, όμως. Ένα μήνα δεν θα κάνεις τίποτα. Όταν λέμε τίποτα, εννοούμε τίποτα απολύτως.”
Ποδήλατο;”
Τίποτα”
Βάρη;”
Τίποτα”.
Ούτε ορειβασία;”
Τίποτα”.
Δεν γίνεται να κάτσεις και να μην κάνεις τίποτα όταν τη στιγμή που κάθεσαι αισθάνεσαι περίφημα. Λίγο καιρό μετά και η κατάσταση παρέμενε ίδια ή μάλλον λίγο χειρότερη. Τώρα υπήρχαν μαχαιριές πόνου που με ξυπνούσαν τη νύχτα. Αλλά υπέμενα το κόστος. Μπορεί να γκρίνιαζα, να υπέφερα, αλλά τις περισσότερες φορές ευχόμουν να παραμείνει το πράγμα έτσι, να μπορώ να τρέχω κι ας πληρώνω με πόνο το τίμημα. Πολλά πράγματα πλάκωναν την ψυχή μου και δεν γινόταν να στερηθώ όσα την ελάφρωναν. Δεν διάβαζα, δεν έγραφα ούτε για το μπλόγκ μου, δυσκολευόμουν να τελειώσω μια κάπως δύσκολη ταινία. Οι ανθρώπινες σχέσεις και το τρέξιμο ήταν οι πραγματικοί πυλώνες στήριξής μου, αν αυτοί ράγιζαν θα γκρεμιζόμουν στο πάτωμα.
Και ξαφνικά συνέβη. Δεν το κατάλαβα, δεν ξέρω πως. Απλώς κάποτε συνειδητοποίησα ότι ο πόνος που ήταν καθημερινός για τόσα χρόνια δεν υπήρχε πια. Προσπάθησα να τον εντοπίσω στο τρέξιμό μου, αλλά δεν βρήκα τίποτα παραπάνω από μια ενόχληση. Απορούσα πως δεν το κατάλαβα αμέσως. Μάλλον επειδή δεν συνέβη από τη μια στιγμή στην άλλη. Φαίνεται πως, μέρα με τη μέρα, κάποια γραμμάρια οδύνης δραπέτευαν, τόσο σταδιακά που δεν γινόταν αντιληπτό. Και μετά είχε εξαφανιστεί.
Μαζί με τον πόνο είχαν φύγει και δυο κιλά. Έκοψα παντελώς τη ζάχαρη. Η διάθεσή μου επανερχόταν. Οι σχέσεις με τους γύρω μου παρέμεναν καλές, καινούργια πρόσωπα έμπαιναν στη ζωή μου. Είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο μου, ηΑτέλειωτη Διαδρομή”, και μ’ έκανε χαρούμενο η υποδοχή του. Έγινε μια όμορφη, αξέχαστη για μένα, βραδιά παρουσίασης στο Δασικό Χωριό του Ερύμανθου. Ήρθαν ένα σωρό καταστάσεις που δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα ζούσα, γεμάτες ελπίδα κι υποσχέσεις για νέες περιπέτειες, που ίσως σε κάποια επόμενα κεφάλαια αφηγηθούν γεγονότα που δεν γνωρίζω ακόμα, αλλά λαχταρώ να ζήσω.
Πάντα θα θυμάμαι ότι αρκεί μια απλή ανατροπή για να χαθούν όλα, το ίδιο ξαφνικά. Άργησα πολύ, αλλά μπορώ πια να ζω με την αίσθηση πως τίποτα δεν είναι δεδομένο στη ζωή μας, ούτε καν αυτή η ίδια. Είναι μια αλήθεια που περιφρονούσα μέχρι πρόσφατα. Αλλά μπορώ να βλέπω αυτή την αλήθεια κι από την ανάποδη μεριά. Σύμφωνοι, δεν είναι δεδομένη η ζωή, η υγεία, η ευτυχία, ακόμα και κάποιες σχέσεις μας που τις θεωρούμε δυνατές. Με τον ίδιο τρόπο, όμως, δεν είναι δεδομένο ότι η ζωή μας θα τελειώσει σύντομα, ότι ένας τραυματισμός θα μας συνοδεύει για πάντα, ότι η θλίψη και η απογοήτευση θα είναι μόνιμες, ότι οι σχέσεις μας θα ακολουθήσουν το νόμο της φθοράς, ή ότι είναι πια αργά για καινούργιες γνωριμίες, για καινούργιες σχέσεις, για καινούργιους φίλους.
Κι έτσι τώρα τρέχω πάλι χωρίς πόνο και κάθε αγώνας είναι μόνο χαρά. Βρίσκομαι να κοιμάμαι αγκαλιά με καινούργια σχέδια που μπορώ πια να κάνω, με νέα ταξίδια που μπορώ να ονειρεύομαι, με αγώνες μακρινούς που με βλέπω να ξεκινώ και να τους τελειώνω. Μπορώ να προσδοκώ για μένα ό,τι για όλους τους ανθρώπους, μια ζωή φωτεινή και πλήρη, που θα σβήσει κάποτε όχι από δυστύχημα, αλλά έχοντας διαγράψει πρώτα μια όμορφη και ομαλή τροχιά σαν πεφταστέρι. Έχω πάλι, όχι την ανάγκη, αλλά τη διάθεση έκφρασης που με τοποθετεί στον προβληματισμό της αρχής, αλλά, ανάποδος σε όλα όπως πάντα, έτσι ανάποδος και σ’ αυτό.






Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

Οι αγώνες στη γειτονιά μου.



  
   Το ότι θα προέκυπταν 7 αγώνες φύσης και βουνού στην περιοχή μου, είναι μια εξέλιξη αδιανόητη λίγα χρόνια πριν. Οι μικροί Winterun Palia Kavala - Kavala trail run - Wood Water Wild, είναι οι πιο αγαπημένοι μου από αυτούς. Αγώνες δεκατριών έως 20 χιλιομέτρων. Aγώνες εισαγωγικοί, γιορτές συμμετοχής, αφορμές πολυχρωμίας και ρυθμικής μουσικής γρήγορων βηματισμών. Αγώνες μαζικότητας και δημοκρατικής άνεσης, αφού τα χρονικά τους περιθώρια είναι αρκούντως ευρύχωρα. Οι πολυπληθείς τους συμμετοχές δημιουργούν μια τεράστια ουρά, μια υπερμήκη κάμπια που φιδοστρίβει, ανεβαίνει, ελίσσεται, μέχρι σταδιακά να χάσει τη συνοχή της και να συνεχίσει σε ακανόνιστη σειρά. Δίνουν την ευκαιρία να εισαχθείς στο νέο σου κόσμο, να εισάγεις τους φίλους σου, να τους προτείνεις στον επίδοξο δρομέα. Μπορείς και να τους εντάξεις ως μέρος της προπόνησής σου για κάτι μεγαλύτερο.
Κι αυτό υπάρχει κοντά μου. Πρόκειται για τρεις αγώνες όμορφους και συναρπαστικούς. Δύσκολους, αλλά όχι ακατόρθωτους. Που κάνουν τις Κυριακές στο ημερολόγιό μου ν' αναβοσβήνουν στο χαρτί. Πέφτουν κοντά, στριμώχνονταν όλοι τους σ' ένα μήνα, αλλά κανέναν τους δεν γίνεται να χάσω.


1. Paggaio Trail Run 27χλμ+1700
Ο αγώνας ακολουθεί το παλιό μονοπάτι της Αυλής, που εδώ και δεκαετίες ανεβάζει τους ανθρώπους στο ιερό βουνό, ναι, τέτοιο είναι το Παγγαίο, αφού η μυθολογία και η ιστορία του είναι ανάλογης σπουδαιότητας με την ομορφιά του. Μονοπάτι που με πρωτογνώρισε με το βουνό και που ξεχάστηκε αργότερα. Το έφραξε η ικανότητα της φύσης να επανακτά το χώρο της μόλις ο άνθρωπος γυρίσει την πλάτη του. Αντικαταστάθηκε από άλλα μονοπάτια για τις αναβάσεις μου, μονοπάτια που μου έδειξαν διαφορετικές πλευρές της προσωπικότητας αυτού του βουνού. Η Αυλή έμεινε έρημη, ξεχάστηκε. Κάποια φορά που θελήσαμε να την ξαναδοκιμάσουμε ανοίγαμε δρόμο σε μια πράσινη ζούγκλα, παιδευτήκαμε να βγούμε στα ψηλά.
Τώρα είναι ανοιχτή για τον καθένα, ξανά. Τα σημάδια του αγώνα έχουν γίνει σημάδια του μονοπατιού. Η μεγαλύτερη προσφορά των ορεινών αγώνων, από Όλυμπο μέχρι Ροδόπη, από Οίτη μέχρι Πίνδο, παραμένει αυτή.
Ο αγώνας δεν περνάει από τις ψηλότερες κορυφές του Παγγαίου. Το Paggaio Trail Run θα μπορούσε να είναι ένας ούλτρα, ένας αγώνας σημείου σημείου, ένας 50άρης, ένας 50 μιλίων. Το βουνό έχει χώρο κι αντοχές, αλλά οι ανθρώπινες έχουν όρια και συνήθως οι διοργανωτές τα φτάνουν και τα ξεπερνούν. Όσοι παραπονιέστε για το χρώμα της μπλούζας, τη θερμοκρασία της πορτοκαλάδας, τη γεύση του τζελ ή το κόστος της συμμετοχής, πιάστε μια τσάπα και συνοδέψτε τους διοργανωτές των ορεινών αγώνων κάποια απογεύματα της εργασίας τους. Έτσι θα μάθετε πρώτα το κόστος της προσφοράς σε άλλους. Μόνο όποιος προσφέρει μπορεί να διεκδικεί.
Ο αγώνας περνά ποτάμια και ρυάκια, μονοπάτια ανοιγμένα διάπλατα με κόπο πολύ, καταφύγια, δάση και πέτρινα τοπία. Το πρώτο μισό του ανεβαίνει, ανεβαίνει, ανεβαίνει διαρκώς. Στο δεύτερο μισό ταλαντεύεται λίγο και μετά κατεβαίνει, κατεβαίνει, κατεβαίνει, διαρκώς. Τερματίζεις κάπου κοντά από εκεί όπου ξεκίνησες. Βλέπεις πρώτα τα κεραμίδια των χωριών και ξέρεις πως πλησιάζεις, ακούς μικροφωνικά τους τερματισμούς των συναθλητών σου και ξέρεις πως φτάνεις. Δροσιά τρεχούμενων νερών ξεπλένει τα καυτά σου μέλη. Και, το κυριότερο για μένα, διαδραματίζεται σε μέρη γνώριμα, σε γωνιές χιλιοπερπατημένες, σ' ανηφόρες που πολλές φορές άφησα τον ιδρώτα μου. Τόσο που έχω την ψευδαίσθηση πως με γνωρίζουν και μου χαμογελούν κάθε που με βλέπουν να περνώ πάλι από μπροστά τους. 
 
2. Ypsarion Trail Marathon 44χλμ +2000
Θέλεις θάλασσα Καραιβικής, την έχεις. Θέλεις αλπικό τοπίο, το έχεις. Δεν χρειάζεσαι ώρες πτήσεις για να βρεθείς από το ένα στο άλλο. Συνυπάρχουν σ' ένα νησί με διάμετρο 100 περίπου χιλιομέτρων.

Ο μικρός αγώνας της Θάσου δεν έγινε πέρσι ελλείψει συμμετοχών. Ο μεγάλος είχε κάτι παραπάνω από 50 άτομα. Λίγα για την ποιότητα και τον κόπο των εμπνευστών του. Κρίμα. Χάσανε όσοι δεν ήρθαν. Η δυσκολία του να τρέχεις σε προιστορικές πλάκες, το κακοτράχαλο του εδάφους, η τάση των αθλητών ν' αποφεύγουν ανώμαλα εδάφη τους αποτρέπει. Δεν ξέρω τι θα έκανα αν ήμουν αθλητής περιωπής, αν εκτιμούσα πως το έδαφος δεν επιτρέπει την πλήρη ανάπτυξη των ικανοτήτων και των δυνάμεών μου. Νομίζω, όμως, πως πάλι θα πήγαινα. Θα πήγαινα για να δω την τεκτονική γλυπτική του προαιώνιου χρόνου. Θα πήγαινα για να δω ένα νησί να ξεδιπλώνει μια μια τις πλευρές του. Θα πήγαινα για να γυρίσω το βλέμμα μου πίσω και να πω στον εαυτό μου πως έρχομαι από εκεί όπου βλέπει το μάτι. Θα πήγαινα για να δω τη θάλασσα στο βάθος να περιμένει σαν ανταμοιβή. Θα πήγαινα ακόμα για να βουτήξω στα νερά του ποταμού, στα τελευταία 10 χιλιόμετρα του αγώνα, του ποταμού που την πρώτη φορά, εις μάτην, προσπαθούσα να διαβώ στεγνός. Θα πήγαινα πάλι για να νιώσω όχι από ανάγκη, αλλά από επιλογή, το σβήσιμο των καμμένων ποδιών στη δροσιά των ορμητικών νερών του, να ξεπλύνω τον ιδρώτα του προσώπου με το πιο ιαματικό νερό της φύσης, ν' αλλάξω το νερό του παγουριού με το δικό του.
Ο αγώνας ξεκινά στο βουνό και τελειώνει στη θάλασσα. Ξεκινά στις Άλπεις και τελειώνει στην Καραιβική. Το ξέρω πως πρόκειται για φαντασία, αλλά αν νομίζετε πως είναι ανυπόστατη ζητείστε μου να σας βάλω δίπλα δίπλα φωτογραφίες των βράχων και των νερών τους για να μου βρείτε τις διαφορές.


3. "Αvgo vertical challenge" 26km+2000
Τυχεροί οι κάτοικοι της Ξάνθης, σκέφτομαι, καθώς ο αγώνας τελειώνει. Δεν χρειάζονται καν αυτοκίνητο για να βρεθούν κοντά στο βουνό. Μια, δυο στροφές, μετά τα τελευταία σπίτια, να το. Κι αντιστρόφως. Τη μια είσαι στο δάσος, την άλλη στο κέντρο της πόλης. Ο αγώνας έχει το όνομα του Αυγού, εξ αιτίας της κοντινής κορυφής και ενός μικρότερου αγώνα που γίνεται την ίδια ώρα και περνά από εκεί. Για τον μεγάλο αγώνα όμως το Τσάλ, Αχλαδοβούνι κοινώς, - τι γαλήνιο όνομα για ένα τέτοιο πέτρινο κορμί - είναι ο πρωταγωνιστής κι ο γολγοθάς. Στέκεται πέρα από το Αυγό, απόμακρο, κι απλώνει σε μια βραχώδη συνέχεια μέχρι την όχθη της Ξάνθης, σχεδόν έτοιμη να σκάσει σαν κύμα πάνω της. Τα σπίτια της πόλης εκτείνονται μέχρι τους πρόποδες, ως το σημείο που τα δομικά υλικά τους δυσκολεύονται πια να σκαρφαλώσουν παραπάνω.
Πρόκληση και απορία όταν το συναντάς κάπου μετά τα 10 πρώτα χιλιόμετρα του αγώνα. Πως γίνεται να μην τελειώνει ποτέ αυτή η ανηφόρα; Στο Τσάλ δεν γίνεται να πας απροετοίμαστος, ούτε σωματικά, ούτε ψυχολογικά. Το γνώριζα από πριν και το περιέγραψα ενδελεχώς σε όσους μπόρεσα. Κάποιοι δεν το ρίσκαραν να έρθουν, μια μόλις εβδομάδα μετά τη Θάσο, μάλιστα. Ήρθαν όμως άλλοι και με συνόδευσαν συγκροτώντας μια απρόσμενα ευχάριστη παρέα. Συννεφιά κι αέρας, ισχυρότατος στην κορυφή, αλλά μας γλιτώνει από έναν ήλιο που θα μας τυραννούσε καλοκαιριάτικα. Απολαμβάνουμε την τύχη μας. Η πιο δύσκολη ανηφόρα αγώνα γίνεται το δικό μας λουνα παρκ. Ακόμα το θυμάμαι και γελώ.
Μακάρι να είχαμε το κουμπί και να διαλέγουμε εμείς τις μέρες που αισθανόμαστε δυνατοί και κεφάτοι. Το χρειάζομαι ιδιαίτερα τελευταία, τώρα που οι αγωνιστικές μέρες που δυσκολεύομαι πληθαίνουν, ενώ αυτές που νιώθω όπως παλιά λιγοστεύουν. Στο Τσαλ παίρνω το αίμα μου πίσω για τις σκοτεινές μέρες που με περικύκλωσαν, αντανακλώ την χαρά που την ήθελα καθημερινή και την εκτιμώ περισσότερο όσο περισσότερο σπανίζει. Ανεκτίμητη αξία να περνάς τον τερματισμό γελώντας και βγάζοντας τη γλώσσα σου στην πρόκληση.
Δεν ξέρω πόσοι από τους αθλητές που ήρθαν φέτος θα επανέλθουν, ούτε πόσοι καινούργιοι θα το δοκιμάσουν του χρόνου. Καθώς είναι ο μόνος με σκληρότερο τερέν μετά τη Θάσο, απ' όσο ξέρω τουλάχιστον, πιθανολογώ πως πολλούς θ' αποθαρρύνει. Αυτοί θα χάσουν, όπως χάνουν όσοι δεν έρχονται στον αγώνα της Θάσου. Εγώ, όσο μπορώ τουλάχιστον, ένα παρόν θα προσπαθώ να δώσω σ' αυτούς τους αγώνες, ακόμα κι ως εκτίμηση για την προσπάθεια των εμπνευστών και των διοργανωτών τους. Και στους μικρούς που προανέφερα. Παπούτσια από τον τόπο μου, παπούτσια κοντά στον τόπο μου, αφόρετα δεν θα μείνουν.
---------
Κι αφού αποστάσεις μακρινές με κούρασαν και με ξόδεψαν, το Παγγαίο, το Υψάριο, το Τσάλ, διαμάντια μαζεμένα σ' ένα μήνα, ήταν το φετινό μου αξεδιάλυτο απόκτημα. Ήταν η ευκαιρία να συνειδητοποιήσω πόσο μου έλειψαν πρόσωπα και καταστάσεις που μέχρι πρόσφατα σύχναζαν στη συμμετοχική μου φρενίτιδα. Πόσο σκόνη απουσίας έπρεπε να τινάξω από πάνω μου, για να είναι πάλι όλα σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Και τώρα που τέλειωσαν, τώρα που τα γεγονότα μετατρέπονται ολοένα σε κάτι που κάποτε συνέβη, νιώθω ξανά πως τα βουνά αυτά που διάβηκα έχουν αλλάξει, αφού έχουν κρατήσει στις πλαγιές τους κάποιο κομμάτι του εαυτού μου. Διεκδίκησαν, για λίγες ώρες, κι ας μου φάνηκαν τότε ατέλειωτες, ένα μικρό τμήμα της ζωής μου, για να μου το επιστρέψουν φορτωμένο μαλάματα. Έτσι, όταν τα ξαναδιαβαίνω, έχω ένα μαγικό ραβδί στο χέρι, που ζωντανεύει σκηνές μιας ζωής που έζησα, κάθε που κάπου το ακουμπώ. Ζωντανεύουν τον εαυτό μου όπως ήταν όταν πέρασε από δω. Ζωντανεύουν όλα τα αγαπημένα πρόσωπα που με συνόδευσαν σ' αυτό το ατέλειωτο ταξίδι, σ' αυτήν την ατέλειωτη διαδρομή.
Και, πολλές φορές έκτοτε, πιάνω τον εαυτό μου να γλιστρά το βλέμμα πάνω στο σχήμα αυτών των βουνών. Και τότε με βλέπω σαν μια μικροσκοπική κουκίδα που διαλύεται στον ορίζοντα. Βλέπω το Παγγαίο, κάθε που ξυπνώ, λάμπει τα ηλιόλουστα πρωινά απέναντι από το μπαλκόνι μου και η σκέψη μου ζωντανεύει. Περνάω τα χωριά, δροσίζομαι στα ρυάκια, στρίβω ανάμεσα στα δέντρα του.
Λίγα ναυτικά μίλια πέρα, διαγράφονται οι κορυφές της Θάσου, τις βλέπω κάθε που κολυμπώ στη θάλασσα της γειτονιάς μου. Ισορροπώ στις προαιώνιες πλάκες του βουνού, θαμπώνομαι στο βόρειο πέλαγο που αντανακλά τον ήλιο, περνώ ξανά και ξανά τον ορμητικό ποταμό που μ' ακολουθεί μέχρι το τέρμα, εκεί που μια άλλη θάλασσα περιμένει γαλήνια.
Και στρέφω πάντα το βλέμμα μου προς τα βουνά που υψώνονται σαν πέτρινα πουλιά πάνω από την Ξάνθη, κάθε που ο δρόμος μου περνά από κει. Με βλέπω να περνώ από το έρημο, γκρεμισμένο κοιμητήριο του μονοπατιού και να φιλοσοφώ φευγαλέα για το νόημα μιας μικρής ζωής, να μπαίνω στο απρόσμενα προστατευτικό μονοπάτι που σ' απομονώνει από κάθε στεναχώρια, να ανεβαίνω τον πιο κουραστικό ανήφορο και να τον ξορκίζω σκορπώντας το γέλιο σαν σπόρους σε χωράφι που περιμένεις να καρπίσει.
Κι όταν η περιδιάβαση τελειώνει έχω την αίσθηση πως παραμένω εκεί, παρέα με τους φίλους μου, που μαζί τους χάραξα και συνεχίζω να χαράζω τα μονοπάτια μιας διαφορετικής ζωής. Κι είμαι σίγουρος πως, όπου κι αν βρίσκομαι, κάτι από μένα συνεχίζει να τριγυρνά και να ψάχνει τα σημάδια, σαν πρωταγωνιστής σε μια κινηματογραφική ταινία, που στο τέλος της πιάνει πάλι να παίζει από την αρχή.

http://sxokavalas.gr/index.php/paggaio-trail-run

http://www.mtb-thassos.com/el/mtb-thassos/ytrm

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Το κάτι που μένει. 2014.



Ακόμα και θετικοί οι απολογισμοί έχουν ένα χρώμα μελαγχολίας. Οι Κυριακές των αγώνων, όχι λίγες και φέτος, απομακρύνονται όπως οι γαλαξίες προς τα άκρα του χρόνου, συνεχίζοντας να εκπέμπουν ένα σήμα που διαρκώς εξασθενεί. Δεν μ' αρέσουν οι αδικίες, όλες μας οι αναμνήσεις μας διαμορφώνουν συνολικά, αλλά βρίσκω ενδιαφέρον να ξεχωρίσω αυτές που άφησαν εντονότερο το αποτύπωμά τους. Καταλήγω σε τέσσερις αγώνες που φέρουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Είναι διαφορετικοί από τους συνηθισμένους. Οι πορείες τους εξελίχθηκαν στην άλλη όχθη του κανονικού. Στον πρώτο αγώνα κόπηκα. Στον δεύτερο έχασα την εκκίνηση. Ο τρίτος ήταν ένας αγώνας που έκαναν κάποιοι άλλοι, όχι εγώ. Ο τέταρτος δεν ήταν αγώνας, ήταν η γιορτή μας.
Μέρες γιορτών και τώρα, κατάλληλες για κόκκινη κλωστή δεμένη, και...



1. Corfu Mountain Trαil 37 K - 2 Φεβρουαρίου: Αν και το βραβείο του 2014 για την πιο λασπωμένη διοργάνωση το παίρνει ο Χορτιάτης, η Κέρκυρα κερδίζει το δεύτερο. Πολύ ωραία η διαδρομή, και μάλλον του χεριού μας είναι, υποθέτουμε. Αμ δε! Όμορφο το τοπίο κάπου στο 21 χιλιόμετρο, προτρέπω την Άννα να το περιεργαστεί, δεν θα μας ξαναδοθεί η ευκαιρία, νομίζω. Θα μας ξαναδοθεί όμως, σύντομα κι όλας. Αντί για δεξιά, όπως υποδεικνύει η πεσμένη από τον αέρα ταμπελίτσα που δεν βλέπω, ακολουθώ το μονοπάτι αριστερά, με τα κόκκινα σημάδια. Λίγη κακοτοπιά, μετά κατηφορικός χωματόδρομος, ευκαιρία για κέρδος χρόνου και χιλιομέτρων, υπολογίζω χωρίς τον ξενοδόχο. Αλλά γιατί είμαστε μόνοι μας, που πήγαν οι άλλοι; Δεν μπορεί. Τα σημάδια είναι ευκρινή, και να, κάποιος αθλητής τρέχει μπροστά μας. Σύντομη η χαρά. Ο αθλητής σταματά, βγάζει κινητό, τον φτάνουμε. Χαθήκαμε, λέει. Μα πως; του δείχνω τα σημάδια. Από αγώνα μότο κρος είναι αυτά, εμείς έπρεπε να βλέπουμε και κορδέλες, το είπανε χθες στην ενημέρωση. Ωχ! Δεν παρακολούθησα χθες την ενημέρωση, ή μάλλον ήμουνα εκεί, άκουσα το γιατρό, ωραία τα είπε, αλλά κάποια στιγμή θέλησα να περιηγηθώ στο κτίριο, θαυμάσιο αρχιτεκτόνημα μου φάνηκε. Απελπισία, δεν θέλω να το πιστέψω. Πως την πάτησα έτσι εγώ; Συνεχίζουμε στο λάθος, ελπίζοντας πως τελικά δεν είναι λάθος, φτάνουμε στα πρώτα σπίτια χωριού, κοντά στη θάλασσα. Απορημένος κάτοικος δεν έχει ιδέα από αγώνα, ούτε είδε άλλα νούμερα να περνούν. Ξανακοιτώ ψηλά. Αλίμονο, πως ξαναφτάνουμε εκεί, και με τι ηθικό; Αλλά και τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Ομίχλη και ψιλόβροχο σκεπάζουν τώρα το τοπίο, η επιστροφή δεν είναι το ίδιο εύκολη, όταν τελειώνει ο χωματόδρομος χάνουμε τα σημάδια. Η Άννα και ο φίλος, ντόπιος κιόλας, ακολουθούν. Έχω τύψεις για το χάσιμο και βάζω τα δυνατά μου στον προσανατολισμό. Να 'μαστε πάλι στο ίδιο σημείο, στην όμορφη θέα, μόνο που τώρα έχουμε άλλα ζόρια.
Μπαίνουμε ξανά στο σωστό δρόμο. Έχουμε απομείνει τελευταίοι, καλά, δεν πειράζει αυτό, μάλλον πρέπει και να το συνηθίζουμε σιγά σιγά, αλλά ακόμα μπορούμε να σώσουμε τον αγώνα, αφού έχουμε καθυστερήσει μόνο...μμμ...μόνο 50 περίπου λεπτά. Φρίκη. Φτάνουμε αλλόφρονες στον σταθμό. Κοπήκατε. Μα, γιατί, ακόμα έχουμε αρκετό χρόνο μέχρι τις 8 ώρες. Εντάξει, δεν κοπήκατε ακριβώς, αλλά για να μην σας κόψουν στον επόμενο σταθμό πρέπει να τρέξετε 7 χιλιόμετρα σε 20 λεπτά, οπότε... Θα τα τρέξουμε σε 20 λεπτά, επεμβαίνει κατηγορηματική  η Άννα. Διάολε, το πιστεύει, δεν έχει ιδέα από χρόνους αυτή η γυναίκα. Ξέρεις, προσπαθώ να της το φέρω με τρόπο, δεν είναι και τόσο εύκολο... Γιατί όχι, με διακόπτει, σαν να θύμωσε κι όλας. Είναι και ευέξαπτη. Στο σταθμό μας κοιτούν με δέος. Όχι, της ξεκαθαρίζω, καθώς τρέχουμε αλαφιασμένοι προς τον επόμενο σταθμό. Δεν μπορούμε. Απλά, συνεχίζουμε γιατί δεν θέλουμε να τα παρατήσουμε. Γιατί θέλουμε να βγάλουμε αυτόν τον αγώνα. Γατί ήρθαμε από μακριά και μας στοίχισε ένα μηνιάτικο. Γιατί αν μπορούσαμε να τρέξουμε τα 7 χιλιόμετρα σε 20 λεπτά θα προκαλούσαμε ανατροπή στα παγκόσμια αθλητικά και ανθρωπολογικά δεδομένα. Γιατί τα ελικόπτερα θα ήταν τώρα πάνω από το κεφάλι μας για ν' απαθανατίσουν το γεγονός. Γιατί θα γινόμασταν ντοκιμαντέρ στο NAT GEO WILD. Σαν να καταλαβαίνει, επιτέλους.
Στον επόμενο σταθμό μας παίρνουν τα νούμερα, τα τσαλακώνουν και τα πετούν στα σκουπίδια. Πολύ πονάει αυτό το χράτς. Αλλά και πάλι δεν θα τα παρατήσουμε. Συνεχίζουμε τη διαδρομή του αγώνα, με βαριά καρδιά, ανόρεκτα, απογοητευμένα.   Βαρύ παπούτσι η απογοήτευση. Κάπου 10 λεπτά μετά την διορία των 8 φτάνουμε στο τέρμα. Ανακουφίζονται που μας βλέπουν, λίγο ακόμα και θα ξεκινούσαν οι έρευνες. Βαρύς ο γυρισμός στην Καβάλα με τ' αυτοκίνητο. Αλλά δεν βαριέσαι, όλα εμπειρίες είναι, όλα κέρδος, σκέφτομαι για να παρηγορηθώ. Διηγούμαστε τα παθήματά μας στην παρέα: Και που λέτε, μας έκοψε ο σταθμός κόφτης, γιατί δεν τρέξαμε τα 7 χιλιόμετρα σε 20 λεπτά, χα, χα. Ποιος κόφτης; Ο κόφτης στο είκοσι τάδε χιλιόμετρο. Μα δεν υπήρχε κόφτης στο είκοσι τάδε, μόνο ένας, στο 17. Είστε σίγουροι; Όχι, θα το δούμε μόλις γυρίσουμε σπίτι, αλλά έτσι νομίζουμε.
Διαβάζω εκ των υστέρων την προκήρυξη, αφού δεν είχα την πρόνοια να την διαβάσω εκ των προτέρων. Γιατί ρε παιδιά, αφού, πράγματι, δεν υπήρχε κόφτης; Γιατί μας κόψατε; Θα φτάναμε στην ώρα μας, έστω και στο παρατσάφ. Τέλος πάντων, άστο να πάει. Ας παραμείνει η αμοιβαία συμπάθειά μας, που την επιβεβαιώνω κάθε φορά που βρισκόμαστε. Κρίμα μόνο που είναι μακριά η Κέρκυρα, δύσκολα θα βρω χρόνο και χρήμα για μια δεύτερη φορά. Αλλά είπαμε: Όλες οι στιγμές είναι κέρδος. Οι μόνες χαμένες είναι αυτές που δεν ζήσαμε ποτέ. Το εννοώ.

 2. Faethon Olympus Marathon - 13 Ιουλίου: Αν στον προηγούμενο αγώνα φέρω μερικό ποσοστό ευθύνης, στον συγκεκριμένο την κουβαλώ ολόκληρη. Έτσι και ξανάρθω στον Φαέθωνα θα την βγάλω σε αντίσκηνο στην αφετηρία. Άλλωστε, με τόσο άγχος, σιγά τον ύπνο της προηγούμενης. Κακώς υπολογίζω την απόσταση για τον Κοκκινοπλό, οριακά θα φτάσουμε, σκέφτομαι, καθώς οδηγώ τόσο γρήγορα στις στροφές στο σκοτάδι που με πιάνει αναγούλα. Ταμπέλα αριστερά, με τ' όνομα του χωριού. Δεν ήταν αυτή που έβλεπα στο γκούγκλ, αλλά υποθέτω πως μπορεί να μας βγάλει συντομότερα. Τραγωδία. Ο παλιόδρομος οδηγεί σε χωτατόδρομο. Λάθος είμαι. Βάζω εσπευσμένα όπισθεν, πρέπει να επιστρέψω για να ξαναπάρω το σωστό δρόμο. Αλλά πίσω καραδοκεί ένα μικρό χάος. Τρανταζόμαστε, κοιτάμε ουρανό. Ένας άσχημος ξερός κρότος και το αυτοκίνητο μένει με την κοιλιά στο χώμα και τις μπροστινές ρόδες στον αέρα. Δυο πόντοι ακόμα και θα ήμασταν ανάποδα. Αν γινόταν θα προχωρούσα σε σύλληψη του εαυτού μου για επικίνδυνη οδήγηση. 10 σπίτια ενός σκοτεινού χωριού που κοιμάται ακόμα. Καταπίνουμε την ντροπή και χτυπάμε κουδούνια, άγρια χαράματα. Να' ναι καλά οι άνθρωποι. Επιστρατεύονται αγροτικά και μας τραβούν. Ευτυχώς, εντάξει το αυτοκίνητο. Το άθικτο από την τραγωδία απείχε ελάχιστα. Το βλέπεις και σαν τύχη. Αφήνω ό,τι απόθεμα ευγνωμοσύνης έχω και τρέχουμε πάλι, στο σωστό δρόμο αυτή τη φορά. Στην εκκίνηση προκαλούμε αμηχανία, ο αγώνας έχει ξεκινήσει πριν μια ώρα. Ο καλός φίλος της διοργάνωσης αρχικά δεν ξέρει τι να μας κάνει, αργότερα, νά ναι καλά, μας επιτρέπει να ξεκινήσουμε και βλέπουμε. Τι να δούμε; Δεν είμαστε δρομείς επιπέδου για να καλύψουμε τόσο χρόνο και δεν συναντούμε αθλητές παρά μόνο όσους εγκαταλείπουν κι επιστρέφουν. Επιστρέφουν και οι πρώτοι σταθμοί.  Κάπου στον Χότζα,  δισταγμός, προτείνω να τα παρατήσουμε και να επιστρέψουμε. Η Άννα δεν το δέχεται. Θα κάνουμε τον αγώνα μόνοι μας, προτείνει. Πάλι τα ίδια; Αυτή η επιμονή της ώρες ώρες! Δεν μ' αρέσει να είμαι ο δειλός της παρέας, αλλά πρέπει να είμαι ο σώφρων, αρκετή βλακεία επέδειξα σήμερα. Δεν γίνεται, ρε συ, της λέω, δεν βγαίνουν τόσα χιλιόμετρα χωρίς σταθμούς. Αν είχα μεγάλο σακίδιο να το φορτώσω νερά, τρόφιμα και μπουφάν θα το κάναμε, αλλά είναι βουνό, γαμώτο, αν αγριέψει ο Όλυμπος κι είμαστε μόνοι στο πουθενά θα βάλουμε τα κλάματα. Επιμένει. Υποχωρώ λόγω τύψεων, εξαιτίας μου έχασε την εκκίνηση. Περνούμε το σταθμό στο ΚΕΟΑΧ, έχουν ενημερωθεί για μάς, αλλά ο χρόνος τελειώνει. Στην ανηφόρα για τον Κακάβρακα ο εκεί σταθμός επιστρέφει. Φωνές από μακριά, μην συνεχίζετε, είστε μόνοι σας, δεν έχουμε ευθύνη, γυρίστε. Γυρίζουμε. Πολλές απογοητεύσεις επεφύλασσε το 2014, πόσο ν' αντέξεις πια. Μια φιλοσοφική βοήθεια, παρακαλώ, μια θετική αντιμετώπιση της κατάστασης. Νάτη: Είμαστε γεροί κι όχι εγκλωβισμένοι σ' ένα αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο, κάναμε σήμερα μια καλή προπόνηση 30 χιλιομέτρων, πατήσαμε κορυφές, μαζέψαμε αναμνήσεις και γνωρίσαμε στην επιστροφή και μέλη της διοργάνωσης. Μπράβο, ρε παιδιά, σας χαίρομαι για το κουράγιο σας, θέλει αυταπάρνηση για να κάνεις τέτοιο αγώνα, κι εύχομαι πάντα να γεμίζει ο πίνακας συμμετοχών. Αν καταφέρω να ξανάρθω, θα με βρείτε το πρωί να σας περιμένω να στήσετε την γραμματεία.

3. Ημιμαραθώνιος Πάικου - 2 Νοεμβρίου: Ψίθυροι μοιάζαν μακρινοί, σαν να τραγούδαγαν ποτάμια, πουλιά και ουρανοί.  https://www.youtube.com/watch?v=-F_Po6KJozg Μα, ναι, είναι τόσο όμορφος ο ουρανός, τα ποτάμια, η φθινοπωρινή φύση στο Πάικο. Αν φτάσω ποτέ να ξεχάσω μια τέτοια μέρα, μάλλον θα έχω ξεχάσει τα πάντα. Γιορτάζουμε. Είκοσι συμπληρωμένα χρόνια κοινού τρεξίματος με την Φωτεινή. Σαν ψέμα. Λιωμένα παπούτσια κι εποχές. Αμέτρητες καταστάσεις που ήρθαν και παρήλθαν, αλλά αυτό το κάτι άντεξε δυο δεκαετίες. Κόψιμο τούρτας στο τέλος του αγώνα, γλυκά ειδικά φτιαγμένα για μας, από βραβευμένο
Γενέθλια στο Πάικο.
ζαχαροπλάστη φίλο, πέμπτος από αριστερά, ο Ξενοφών. Οι ευχές για άλλες 2 δεκαετίες δύσκολο να ευοδωθούν, αλλά αυτό που μέχρι τώρα άντεξε δεν ήταν καθόλου λίγο. Η παρέα αυτών των δυο τύπων που πριν είκοσι χρόνια, 36 και 24 χρονών τότε, ξεκίνησαν να τρέχουν μαζί μεγάλωσε τόσο ώστε να σχηματίζει αλυσίδα που δεν χωρά να περάσει ακέραια στον τερματισμό. Όσο κι αν κομπάζω πως ξέρω από φιλία και συντροφικότητα, μια ακόμα όμορφη πλευρά της μου χαρίστηκε. Ό,τι σπέρνεις θερίζεις τελικά. Μακάρι να μείνει γερά δεμένη αυτή η αλυσίδα των νέων φίλων, ν' αντέξει στη φθορά, να μετατρέψει σε γιορτή την κάθε μέρα, σε χαμόγελο τον αγώνα της ζωής, σε τραγούδι το κάθε σκίρτημα της φύσης. Και στα δικά σας,  παιδιά.


Ο Γρηγόρης Λαμπάκης.
And the winer is:
ROUT 100M - 26 Απριλίου: Ο αγώνας που εγώ δεν τόλμησα. Και που μάλλον δεν θα τολμήσω ποτέ, παρ' όλες τις παραινέσεις και τη βοήθεια του φίλου μου, Γρηγόρη Λαμπάκη. Ευχαριστώ για τα δώρα σου φίλε, ευχαριστώ γι' αυτήν την ευρυχωρία της ψυχής σου. Τα λόγια πετούν και χάνονται στον αέρα, τα γραπτά κάτι παραπάνω αντιστέκονται στο νόμο της φθοράς, γι' αυτό και διαβάζεις αυτές τις γραμμές. Από την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε, σ' εκείνον τον αγώνα - πάρτυ της Χαιντού, το 2011, είδα αυτό που θα ήμουν αν είχα ξεκινήσει νωρίτερα, ή αν ήμουν νεώτερος στις σημερινές χρυσές εποχές. Ψέμματα. Είδα αυτό που θα ήθελα να ήμουν, αφού ακόμα παλεύω για να καταφέρω αυτό που εσύ κατάφερες. Και δεν μιλώ για τις επιδόσεις. Μιλώ για τη διάθεση, το χαμόγελο, το στράγγισμα του ωραίου της κάθε στιγμής. Για την συλλογή και την απόσταξη της χαράς της ζωής. Για το άπιαστο νόημα, που δεν μας καταδέχεται, παρά μόνο αν του χαμογελάσεις με τον τρόπο που ξέρεις. Αυτά μόνο για σένα, τα λίγα εμβόλιμα, αφού εσύ ήρθες πρώτα στο μυαλό μου, παρ' όλο που το κειμενάκι αυτό  γράφεται για άλλους.
Γράφεται για να αποδώσει τα δέοντα σε κάποιους φίλους που θεωρούν πως τους βοήθησα, ενώ μάλλον το αντίθετο συνέβη. Δεν νομίζω ότι υπήρξε αθλητής του Rout με λιγότερες προπονήσεις από τον Γιώργο και τον Βαγγέλη. Αλλά έβγαλαν τον αγώνα με την ψυχή, την παρόρμηση, τη νεανική τους ορμή. Κι εμείς ήμασταν εκεί και απαρτίζαμε τη μεγαλύτερη ομάδα συμπαράστασης, όχι μόνο επειδή τους βλέπαμε σαν ήρωες. Ήμασταν εκεί γιατί για μας ήταν κάτι παραπάνω από ήρωες. Ήταν οι φίλοι μας, οι άνθρωποι που έγιναν αμέσως δικοί μας. Ήταν η έμπνευσή μας που μας επιστράφηκε σαν να την στείλαμε σε καθρέφτη. Χάρηκα τον τερματισμό τους περισσότερο κι απ' όσο χάρηκα πολλούς δικούς μου τερματισμούς. Συγκρατώ ακόμα τη γαλήνη και το μόνιμο πλατύ χαμόγελο του Γιώργου, και την ηρεμία που ο Βαγγέλης μετέτρεψε σε πείσμα και σε ακαταμάχητη δύναμη. Συγκρατώ και την λαμπρή μέρα, τη χρυσή βροχή που έπεφτε κάθε που φυσούσε ο αέρας, τα φθινοπωρινά φύλλα που έστρωναν το δρόμο, τις αποχρώσεις των δασών της Ροδόπης που θα ενθουσίαζαν, τον Σεζάν, τον Μονέ, τον Ρενουάρ. Τι κρίμα που δεν είμαι ζωγράφος.

Γιώργος Μιχαηλίδης και Βαγγέλης Φάκας.
Ό,τι κι αν ήταν αυτό που προσέφερα κάποτε σ' αυτούς τους φίλους μου, εκείνη τη μέρα μου το επέστρεψαν με το παραπάνω. Θέλω να ξέρουν πως τους οφείλω το μικρό αεράκι το οποίο φύσηξε τη φλόγα που τελευταία τρεμόπαιζε μέσα μου. Ξέρω πως ποτέ δεν θα ξαναγίνει η πυρκαγιά των παλαιών χρόνων, μπορεί όμως να γίνει μικρή φωτιά που θα με ζεσταίνει για κάποια ακόμα. Ξανάφτιαξαν τον κόσμο όπως τον ήξερα, όπως τον ήθελα, όπως μου άρεσε να τον ζω.   Όχι μόνοι τους, αλλά όχι και χωρίς αυτούς. Και με τον Γιάννη, την Φωτεινή, την.. τον.. την... τον... και την Άννα, μόνιμη πια συντροφιά μου στους αγώνες, θα παίξω πλέον τις παρατάσεις. Όχι πια τόσο συχνά, όχι τόσο γρήγορα, αφού το πήρα απόφαση πως χρόνια και τραυματισμοί μου βάρυναν την πλάτη, θα είμαι όμως εκεί, στο γκρούπ των αργών αλλά χαρούμενων δρομέων, για να επαναλαμβάνω τα λόγια ενός άγνωστου συναθλητή μου: Να πεθαίνεις νέος, όσο πιο αργά γίνεται. Καταπληκτικό, ε;


Καλή χρονιά σε όλους, και πάντα νέοι.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

Στον λαβύρινθο του Ostrohe.


                                                                        Β. Γερμανία,  10 Αυγούστου 2014.


Πυκνό δάσος και δέντρα ολόγυρά μου. Χωματόδρομος μαλακός κι ατέλειωτος, στρίβει, διακλαδίζεται, τραβά στο πουθενά. Ακολουθώ βέλη από πριονίδι στο έδαφος που δείχνουν την κατεύθυνση κι αναρωτιέμαι τι θα συμβεί αν ο αέρας ή μια βροχή τα διαλύσει. Αγωνίζομαι για να μην χάσω επαφή με την Γερμανίδα κυρία που τρέχει μπροστά μου. Φαίνεται να ξέρει το δρόμο και η παρουσία της είναι μια κάποια ασφάλεια εδώ που βρέθηκα. Αλλοίμονο μου αν χαθώ. Δεν έχω άποψη για το συγκεκριμένο δάσος, αλλά τα δάση στη Γερμανία έχουν έκταση νομού. Ακόμα και σε πάρκα Γερμανικών μεγαλουπόλεων έχω χαθεί 3 φορές στο παρελθόν. Απρόσμενα πράγματα επιφυλάσσει η μοίρα, σκέφτομαι διαρκώς.
Το Ostrohe δεν το ήξερε ούτε ο Έλληνας σερβιτόρος που εργαζόταν 18 χρόνια σε μια πόλη 80 χιλιόμετρα παρά κει. Ούτε φυσικά ξέρει κανείς τον παγκοσμίως άγνωστο μαραθώνιό του, αν κι αυτός διεξάγεται ανελλιπώς επί 34 συνεχόμενα έτη. Τα τελευταία 20 την πιστολιά την ρίχνει ο ίδιος άνθρωπος. Η εγγραφή μου, μόλις 17 ευρώ, ήταν δώρο έκπληξη από την παρέα μου, μιας και θα βρισκόμασταν κάπου κατά κει, στα βόρεια, εκείνες τις μέρες. Πως το ανακάλυψαν, απορώ. Επιπλέον, μέχρι και πέρσι η έκπληξη θα ήταν ευχάριστη, αλλά φέτος με προβληματίζει. Έχω να τρέξω σε ευθεία από την Πρωτοχρονιά, όπου για το καλό του έτους ο αδερφός μου με παρέσυρε σε ασφάλτινη προπόνηση 30 χιλιομέτρων. Όταν τέλειωσε δεν ήξερα που να βάλω τα πόδια μου. Έκτοτε, βουνά μόνο και λαγκάδια.
Έτσι, δεδομένου του ξαφνικού που περιέχει κάθε έκπληξη της τελευταίας εβδομάδας, βρίσκομαι να διαθέτω μόλις 3 μέρες για προσαρμογή. Επιλέγω την Τρίτη για long run, την Τετάρτη για ταχύτητες, (λέμε τώρα), την Πέμπτη για τέμπο, (λέμε τώρα), Παρασκευή και Σάββατο τουρισμός, και την Κυριακή είτε βγαίνουν 42 χιλιόμετρα, είτε το συμπέρασμα πως 3 μέρες δεν αρκούν για προετοιμασία μαραθωνίου.
Βρίσκομαι στις 8 το πρωί σ’ ένα χωριό, σ’ ένα στάδιο, σ’ ένα τοπικό γυμναστήριο, ενός τοπικού συλλόγου. Κάτι σαν ο Σύλλογος Δρομέων του Πεδίου του Άρεως ν’ αποφάσιζε να οργανώσει μαραθώνιο. Όλοι γύρω μου χαιρετιούνται με τα μικρά τους ονόματα. Αισθάνομαι ο μόνος άγνωστος. Κοιτώ την αναρτημένη λίστα συμμετοχών του μαραθωνίου. 31 άτομα. Μ’ αναφέρει ως κάτοικο Βερολίνου - από εκεί έγινε η αίτηση σε μια γερμανόγλωσση ιστοσελίδα. Σκέφτομαι να δηλώσω την καταγωγή μου, αλλά αποφασίζω πως καλύτερα να τελειώσω πρώτα τον αγώνα, μην πάει κάτι στραβά και βεβηλώσω την πατρίδα.
Κοιτώ με δέος την άσφαλτο που ανοίγεται στην αφετηρία. Πως θα πατήσω πάλι σε τέτοιο πράγμα; Αλλά δεν κρατά ούτε χιλιόμετρο. Αμέσως στροφή και βρίσκεσαι μέσα σε δάσος. Αυτό κι αν είναι έκπληξη. Το χώμα είναι μαλακό, θα με καθυστερήσει, αλλά έτσι κι αλλιώς για 5 ώρες με υπολογίζω, δεν χάθηκε ο κόσμος για κάτι παραπάνω. Βάζω τ’ ακουστικά στ’ αυτιά. Μελωδίες κάτω από τα δέντρα. Μόνο που το mp3 μου παίζει πέντε τραγούδια και σβήνει. Το ξανανοίγω, ξανασβήνει. Το θεωρώ μαλακισμένο, όπως και το προηγούμενο που είχα, αλλά κι αυτό μάλλον με θεωρεί κρετίνο, όπως ακριβώς με θεωρούσε και το προηγούμενο που είχα. Κρίμα να ξεμείνω από μουσική, είχα βασιστεί σ’ αυτήν. Το κεφάλαιο που θα γράψω κάποτε για τη σχέση της μουσικής με το τρέξιμό μου, ή μάλλον για τη σχέση των σύγχρονων μηχανημάτων αναπαραγωγής με το τρέξιμό μου, θα είναι από τα πιο δραματικά.
Στο βιβλίο Run Wild που κουβαλώ μαζί μου στο ταξίδι o Boff Whalley επί 275 σελίδες πλέκει το καλύτερο εγκώμιο που έχω διαβάσει ποτέ για το ορεινό τρέξιμο. (Αν και τον βρίσκω πολύ αυστηρό απέναντι στους συνηθισμένους μαραθώνιους). Ο συγγραφέας δεν κατανοεί γιατί κάποιοι προτιμούν τη μουσική αντί για το θρόισμα του ανέμου, το κελάιδισμα των πουλιών, ή απλώς την ανάσα τους. Συμφωνώ. Ποτέ δεν έχω μαζί μου μουσική στο βουνό. Αλλά στον ίσιο δρόμο είναι αλλιώς. Εδώ, τώρα, βρίσκομαι σε κάτι ενδιάμεσο. Ίσιος δρόμος μέσα στη φύση. Θα ήθελα μουσική.
Σε λιγότερο από μια ώρα αρχίζουμε να διασταυρωνόμαστε με γρηγορότερους δρομείς. Αποδεικνύεται πως ο δρόμος διαγράφει οκτάρια, κύκλους, μεγάλες στροφές, που δεν μπορώ ν’ αποστηθίσω. Σε έρημα σημεία μοναχικοί άνθρωποι της διοργάνωσης σημειώνουν στα χαρτιά τους, μετράνε, καταγράφουν. Τα πρόσωπα των δρομέων επαναλαμβάνονται, ενθαρρύνονται, ανταλλάσσουν κουβέντες μεταξύ τους. Τα μικρά ονόματα δίνουν και παίρνουν.
Εντάξει, λοιπόν. Δεν θέλω να παραμείνω ο μόνος άγνωστος. Αφού η έλλειψη μουσικής δεν μου επιτρέπει κλείσιμο στον εαυτό μου θα γνωρίσω κι εγώ τους συναθλητές μου. Μπροστά μου μια μεσήλικας κυρία. 45; Μπορεί και πάνω από 50, το τρέξιμο σε δείχνει πιο νέο. Μια νεαρότερη, κάτω από 30, μας προσπερνά ζωηρά, αλλά δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ το ρυθμό, κι επιβραδύνει. Η επιπολαιότητα της νεολαίας, σκέφτομαι. Την χαιρετώ και την αφήσω πίσω. Πολύ βιάστηκε. Τς, τς, τς. Επιπόλαια νεολαία.
Πλησιάζουμε έναν ηλικιωμένο. Α, είναι αυτός ο 74αρης που ανέφεραν στην εκκίνηση. Στην πλάτη η μπλούζα του αναγράφει 100 marathon club. Εντυπωσιακό. Έχει κάνει 100 μαραθώνιους, ε;
Αλλά κι εγώ φοράω ένα ένδοξο μπλουζάκι. Κλασικός μαραθώνιος Αθήνας, 2,500 χρόνια από τη μάχη. Πάνω του τα ονόματα 4 φίλων και λόγκο από ινστιτούτο έρευνας κατά του καρκίνου. Πρωτοβουλία Εγγλέζου φίλου, που είχα αποφασίσει να το ξεφορτωθώ γιατί οι δάφνες στο στήθος παραπέμπουν σε εμβλήματα παρόμοια μ’ αυτά που χρησιμοποιεί και το λεγόμενο μόρφωμα του πολιτικού μας χώρου. Μετά την πρόσφατη ανάβασή μου στις Ιουλιανές Άλπεις το πέταξα με πόνο στα σκουπίδια. Την άλλη μέρα το πρωί το έβγαλα από τα σκουπίδια, το έριξα στο πλυντήριο και το φορώ σήμερα. Έχει δίκιο ο φίλος μου ο Βαγγέλης, δεν θ’ απαρνηθούμε εμείς αυτά που αγαπάμε για να τα κάνουμε χάρισμα στους τυχάρπαστους.
Ο ηλικιωμένος δρομέας με ρωτά για το μπλουζάκι κι αναφέρω περήφανα τις συμμετοχές μου στην κλασική. Εκφράζω και τον θαυμασμό μου γι’ αυτόν, πάνω από 100 μαραθωνίους, έ; Μου λέει κάτι που ξεκινά από χίλια. Τι εννοεί, τα χιλιόμετρα που έχει κάνει στη ζωή του; Αντιλαμβάνεται την αμηχανία μου και συμπληρώνει: Έχω κάνει 3 φορές το Σπάρταθλο, λέει. Είναι ο αγώνας από την Αθήνα μέχρι την Σπάρτη, επεξηγεί, γεγονός που θα μπορούσε να εκληφθεί κι ως προσβολή αφού φυσικά και ξέρω τι είναι Σπάρταθλο. Αλλά νιώθω πραγματικό δέος. Αν και αργός ο ρυθμός μου είναι γρηγορότερος από τον δικό του. Τον συνοδεύω για λίγο και διστάζω πριν αποφασίσω να φύγω μπροστά. Παρά τον σεβασμό μου παρατηρώ το σκεβρωμένο, κυρτό, πάνω μέρος του κορμιού του. Καταλαβαίνω πως 74 χρόνια είναι μεγάλο βάρος και μπορεί να λυγίσει ένα σώμα, εν τούτοις δεν το θεωρώ φυσιολογικό. Ξέρω πολλούς κοτσονάτους στην ηλικία του. Αποφασίζω τον Σεπτέμβριο ν’ αυξήσω το πρόγραμμα των βαρών, έστω και σε βάρος του τρεξίματος.
Ξανά από απέναντι οι προπορευόμενοι. Η πρώτη γυναίκα πασίχαρης, τσουγκρίζει παλάμες. Δεν καταφέρνω να υψώσω αρκετά το δικό μου χέρι, την βρίσκω στον καρπό κι ελπίζω πως δεν την πόνεσα πολύ. Την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε θα είναι το ίδιο χαρούμενη κι ενθαρρυντική, αλλά δεν το ρισκάρει. Αισθάνομαι πολύ νωρίς την κούραση. Στις 2,5 ώρες του πρόσφατου long run δεν είχα νιώσει τίποτα, και τώρα οι πόνοι έχουν εμφανιστεί από την 1,5 ώρα. Και δεν έχω κάνει παραπάνω από 13 χιλιόμετρα. Σε κάποιον παλαιότερο μαραθώνιο είχα συμπληρώσει τόσα την πρώτη ώρα. Απελπισία. Στα 20 χιλιόμετρα είμαι κουρασμένος του θανατά. 20 χιλιόμετρα στο βουνό, κάτι σαν τον αγώνα στο Πάικο, θα ήταν σήμερα μια ευχάριστη βόλτα. 20 χιλιόμετρα ισιάδι, παλαιότερα, θα ήταν μια συνηθισμένη προπόνηση.
Τώρα δεν το αισθάνομαι ούτε βόλτα ούτε συνηθισμένη προπόνηση. Αλλά δεν θέλω να επιβαρύνω την κατάστασή μου με αρνητικές σκέψεις. Αποφασίζω να σκεφτώ ευχάριστα πράγματα. Αρκετά ευχάριστα μου συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό. Όλα τα Σαββατοκύριακα μου είναι διαμάντια, μ’ αποζημιώνουν για τα ζόρια των καθημερινών ημερών. Όμορφες στιγμές γεμίζουν τις μέρες μου. Και, το σπουδαιότερο, είδα μαρμότα. Πάντα ήθελα να το δω αυτό το ζωάκι, που το ‘χω σχέδιο σε ένα μπλουζάκι μου της φίρμας Marmot. Το είδα σε μια κορυφή των Ιουλιανών Άλπεων, μόλις μια βδομάδα πριν.
Αλλά η κούραση κι ο πόνος ανεβαίνουν. Η μονοτονία προβλέπεται ανυπόφορη. Το δάσος έχει καταπιεί τους δρομείς. Μπροστά μου, μόνη παρουσία, η Γερμανίδα. Η μακριά κοτσίδα της πάλλεται σαν εκκρεμές. Πρέπει να ξεφύγω από δω, αλλιώς δεν την βγάζω. Έτσι η σκέψη μου δραπετεύει από τον αγώνα. Ξεκινώ αυτό το κείμενο ενόσω τρέχω. Καταγράφω στο μυαλό μου περιστατικά κι συναισθήματα.
Την κυρία μπροστά μου μια την περνώ, μια με περνά. Συνήθιζα να τρέχω μαραθώνιους κάποτε, μου λέει. Κι εγώ συνήθιζα να τρέχω μαραθωνίους κάποτε, της απαντώ. Αλλά σήμερα δεν ξέρω τι πρόκειται να συμβεί, αυτό το λέω στον εαυτό μου, κι έχω μια περιέργεια. Περιέργεια είναι αυτό που σκοτώνει τις γάτες και ενίοτε ορισμένα ανώτερα θηλαστικά. Αλλοίμονο, αυτήν τη στιγμή δεν νομίζω πως έχω καμιά ικανότητα πιο ανεπτυγμένη από τις γάτες, χώρια που δεν διαθέτω άλλες έξι ζωές καβάντζα.
Κάποτε απομακρύνεται, σιγά σιγά. Ναι, πάει σιγά, παρ’ όλα αυτά απομακρύνεται. Ούτε τόσο δεν μπορώ ν’ ακολουθήσω, αναλογίζομαι και στεναχωριέμαι πάλι. Ξανασκέφτομαι την μαρμότα. Είμαι τυχερός άνθρωπος, ζω τόσα όμορφα πράγματα.
Και ξαφνικά το δάσος γεμίζει ζωή. Έχει δοθεί εκκίνηση για παράλληλους αγώνες, 3.5, 5, 10, 21 χιλιομέτρων, σκυταλοδρομίες. Γερμανοί όλων των κατηγοριών, μεγεθών και σχημάτων διασταυρώνονται παντού. Παιδιά και ηλικιωμένοι. Όσο μικρότερος ο αγώνας τόσο γρηγορότεροι. Όσο μεγαλύτερος τόσο πιο αργοί. Οι αργοί στον μαραθώνιο θα αποτελούσαμε τη βάση της τροφικής αλυσίδας κάποτε, ωστόσο προκαλούμε συμπάθεια σήμερα, ακόμα και θαυμασμό σε κάποιους που νιώθουν την ανάγκη να μας συμπαρασταθούν. Πρωτοφανές κρυφτό και κυνηγητό μέσα στο δάσος. Άνθρωποι βγαίνουν και ξαναχάνονται στις συστάδες. Κάποτε, όταν παρατραβούσε αυτό, ακουγόταν από μακριά η φωνή της μαμάς μου που με καλούσε στο σπίτι. Τότε έκανα πως δεν ακούω, αλλά αν γινόταν να με φωνάξει τώρα θα επέστρεφα στο σπίτι και θα την άφηνα να με λούσει στη σκάφη με το σαπούνι που έτσουζε τα μάτια.
Μπροστά μου μια γυναικεία μορφή στο μέγεθος του Κόναν του βάρβαρου κινείται με δυσκολία. Όσο την πλησιάζω νιώθω νάνος. Πως κουμαντάρονται τέτοιες γυναίκες, αναλογίζομαι και προσθέτω βάρη στη νοητή μπάρα του γυμναστηρίου. Μετά τα αφαιρώ, τόσα κιλά ακόμα κι αν τα σηκώσουν τα χέρια δεν τα σηκώνει η μέση μου, ούτε με τη βοήθεια τη φαντασίας. Την χαιρετώ όπως την προσπερνώ. Αποδεικνύεται νέα κοπέλα με όμορφο πρόσωπο, δεν ξέρω σε ποιον αγώνα αποφάσισε να συμμετέχει, αλλά ασθμαίνει ανησυχητικά. Μετά η ανάσα της σβήνει. Γυρνώ και την βλέπω σταματημένη, σκυφτή, με τα χέρια στα γόνατα. Μια συναθλήτριά της προσπαθεί να την βοηθήσει. Έχει βρει κάτι σαν τοίχο μάλλον.
Παραδόξως στον σημερινό μαραθώνιο φοβάμαι τα πάντα εκτός από αυτό που λέγεται «τοίχος». Είχα την εμπειρία αρκετές φορές παλαιότερα, αλλά τώρα, με την ταχύτητα των 7 λεπτών το χιλιόμετρο, ακόμα και μια κυριολεκτική σύγκρουση σε ντουβάρι δεν θα είχε σοβαρές συνέπειες. Αχ, ο μαραθώνιος έγινε πάλι αυτό που ήταν κάποτε. Κάτι κοπιαστικό και επίπονο. Κι αυτό που με πολλούς κόπους είχα καταφέρει, να βγάζω δηλαδή έναν μαραθώνιο οποιαδήποτε στιγμή, χωρίς να στερούμαι καν την προπόνηση ούτε της προηγούμενης ούτε της επόμενης μέρας, ανήκε στο παρελθόν, όπως και οι χρόνοι μου, και σε βουνό και σε άσφαλτο.
Το δράμα της ζωής μου. Προσπαθώντας να είμαι καλός σε πολλά, δεν κατάφερα να είμαι πραγματικά καλός σε τίποτα. Παρηγορούμαι πιστεύοντας πως πέτυχα κάποτε έναν αξιοπρεπή μέσο όρο σε όλα. Αλλά, πόσα χιλιόμετρα μένουν ακόμα, δεν έχω ιδέα. Οι σταθμοί είναι ακανόνιστοι, τα εφόδια ελάχιστα, λίγο τσάι, λεπτές φλούδες μπανάνα, ακόμα και το νερό περιορισμένο. Δεν πίνουν νερό οι Ευρωπαίοι, περίεργοι οργανισμοί. Και η σήμανση του αγώνα μπερδεμένη, βλέπω τα ίδια νούμερα συνέχεια. Ποια στροφή αντιστοιχεί στην πινακίδα του 30 χιλιομέτρου που είχα δει τα πρώτα 15 λεπτά; Σκέφτομαι φιλικά πρόσωπα, τον Σάκη, την Άντζελα, την Γεωργία, που κατάπιαν σε πρόσφατο αγώνα τους 180 χιλιόμετρα, και προσπαθώ να πάρω θάρρος. Δεν κάνω δα και κάτι σπουδαίο. Για δες σύμπτωση, όμως, και οι τρεις που σκέφτηκα καταφέρνουν να είναι καλοί σε κάθε τερέν. Άρα είναι δυνατόν για κάποιους χαρισματικούς. Ξαναθυμάμαι την μαρμότα.
Και ξαφνικά διαπιστώνω πως, το ίδιο απότομα όπως εμφανίστηκαν, έχουν εξαφανιστεί όλοι. Είμαι μόνος σ’ ένα αχανές δάσος, σ’ έναν ατέρμονο λαβύρινθο χωρίς έξοδο, απ΄ όπου περνώ ξανά και ξανά από τα ίδια μέρη. Φοβάμαι πως δεν θα τελειώσει ποτέ αυτός ο εφιάλτης. Πως θα μείνω να περιπλανιέμαι εδώ αέναα, μια λάθος στροφή είναι αρκετή για κάτι τέτοιο. Θυμάμαι τον Νίκολσον στην τελευταία σκηνή της 'Λάμψης'. Δεν είμαι τόσο ψυχοπαθής όπως ο Νίκολσον στην ταινία, αλλά αν χαθώ εδώ νομίζω πως θα με βρει ο χειμώνας και θα έχω το ίδιο τέλος μ’ αυτόν. Μια παγωμένη έκφραση κι ένα mp3 στο τσεπάκι, που αν βρει φωνή θα πει πως το ήξερε ότι ήμουν κρετίνος.
Κι όμως νάτη. Η κυρία, μπροστά μου. Περπατά. Γρήγορα, αλλά περπατά. Μάλλον κουράστηκε. Κάνω μια προσπάθεια να την φτάσω, μου προσφέρει σιγουριά η παρουσία της. Όπως την πλησιάζω αρχίσει να τρέχει πάλι. Αλλά όποιος περπατήσει μια φορά στον μαραθώνιο θα το ξανακάνει. Το ξανακάνει. Μια περπατά, μια τρέχει. Μια την πλησιάζω, μια απομακρύνεται. Αλλά ξέρω πως δεν θα την χάσω πια.
Αρχίζω να μαθαίνω τα πρόσωπα στους σταθμούς. Κάποιοι καθιστοί σε καρέκλα, κάποιοι όρθιοι. Πως αντέχουν όρθιοι τόσες ώρες, είναι πιο δύσκολο από αυτό που κάνουμε εμείς. Έχουμε περάσει το τετράωρο και πια η κυρία περπατά για μεγαλύτερα διαστήματα. Την φτάνω κάποτε, αλλάζουμε άλλες δυο κουβέντες, χάλια τα αγγλικά της, ανύπαρκτα τα γερμανικά μου. Άλλα 10 χιλιόμετρα λέει το ρολόι της. Οκ, θα τα καταφέρω, έχω την αίσθηση. Φεύγω. Μοναξιά, αλλά θα τελειώσει. Στους σταθμούς με χαιρετάνε στα γερμανικά, αλλά καταλαβαίνω πως είναι αποχαιρετισμός, δεν θα ξαναπεράσω από εδώ. Είναι η τελευταία φορά που τους βλέπω. Συνήθως οι αποχαιρετισμοί μου φαίνονται θλιβεροί, αλλά τώρα χαίρομαι που δεν θα ξαναδώ αυτά τα συμπαθητικά πρόσωπα. Ο κύριος στην καρέκλα της τελευταίας στροφής σημειώνει και μου δείχνει μια ακόμα φορά το δρόμο. Ακολουθώ την υπόδειξη, αλλά….
Μα, γιατί; Όχι πως έμαθα το δρόμο απ’ έξω, αλλά ξέρω πως πρέπει να περάσω στην άσφαλτο για να οδεύσω προς τον τερματισμό. Γιατί με στέλνει στη στροφή που ξαναμπαίνει στην καρδιά του δάσους; Αν έχει κάνει λάθος στο μέτρημα; Αν μπω από αμέλεια στο πράσινο χάος. Αν τελειώσει ο αγώνας, αν φύγουν όλοι και μείνω μόνος να περιπλανιέμαι αιωνίως σαν την άδικη κατάρα μέσα στους μέλανες δρυμούς;
Δεν θέλω να ζήσω κάτι τέτοιο. Περιμένω, κάνοντας δήθεν διατατικές. Η κυρία θα φανεί κάποτε, και θα ξέρει προς τα πού πρέπει να πάμε. Πράγματι, έρχεται. Πάλι μαζί. Πάλι στο δάσος. Πάλι μπροστά από κάποιες μεσόκοπες της διοργάνωσης που βιάστηκα ν’ αποχαιρετίσω πριν. Γελούν και με χαιρετούν ζωηρότερα τώρα. Δεν είναι, αλλά μοιάζει κοροϊδία. Σταματώ μπροστά τους. Αρκετά κράτησε αυτό το αστείο. Που είναι η έξοδος από αυτό το δάσος; Έξιτ, που είναι το έξιτ; Εκείνο το ανθρωπάκι που βλέπουμε να τρέχει στις ταμπέλες των κλειστών χώρων, σε ποιο κορμό βρίσκεται;
Μου δείχνουν προς στο μέρος που τρέχει η κυρία. Ακολουθώ και τώρα νομίζω πως πράγματι τελειώνει. Η κυρία επιβραδύνει απελπιστικά. Σκέφτομαι πως το σωστό είναι να την περιμένω να τερματίσουμε μαζί, αλλά θέλω τόσο να λήξει όλο αυτό. Και κάπου φαίνεται η άσφαλτος.
Στρέφω πίσω μου μια τελευταία φορά μήπως και τη δω, αν είναι κοντά θα την περιμένω. Αλλά, ποια είναι αυτή; Άλλη περίμενα να δω, άλλη βλέπω. Μα, ναι, είναι η κοπέλα της αρχής, που πίστεψα πως είχε υπερεκτιμήσει τις δυνάμεις της. Μας έφτασε, εμάς, τους ώριμους δρομείς. Τα νιάτα κερδίζουν την ωριμότητα σήμερα. Τς, τς τς. Η κυρία έχει μείνει πολύ πίσω.
Αλλά ίσα για λίγα μέτρα ακόμα νομίζω πως θα βρω δυνάμεις. Δεν χρωστώ καμιά υποχρέωση στη νεαρή και δεν θέλω να με περάσει. Έτσι, μόλις με φτάνει, βάζω τα δυνατά μου για να την ακολουθήσω. Και αν κουραστεί θα βάλω τα λίγο δυνατότερα για να την περάσω. Που θα τα βρω, ένας θεός ξέρει. Στην άσφαλτο ένας διοργανωτής, μάλλον ο πρόεδρος του συλλόγου, μας συνοδεύει με το ποδήλατο. Χαμογελαστός, ευγενικός, έχει μάθει από την παρέα μου για την καταγωγή μου. Ανοίγουμε κουβέντα. Ναι, έτρεξα στην επετειακή κλασική, του λέω. Έχω τρέξει πολλούς μαραθώνιους, αλλά τελευταία τρέχω μόνο στα βουνά. Τότε αυτό που κάνεις σήμερα είναι εύκολο, επεμβαίνει στην κουβέντα η κοπέλα, δίπλα μου. Όχι, είναι δυσκολότερο, της λέω. Ευκολότερο είναι αυτό το οποίο συνηθίζει να κάνει κάποιος. Ανοίγει κι άλλο το ρυθμό, την ακολουθώ με δυσκολία. Λες;
Στο ξεκίνημα η άσφαλτος μου είχε φανεί πιο σύντομη. Τώρα μακραίνει. Που είναι ο τερματισμός; Ο νεαρός πρόεδρος συνεχίζει να μας συνοδεύει με έκδηλη ευδιαθεσία. Το Π φαίνεται, αλλά δεν αντέχω πια το ρυθμό της νεαρής. Ώρα του στρίβειν δια της ευγενείας. Ladies first, της λέω, και κόβω λιγάκι. Αρνείται την προσφορά. Σουζάμεν, λέει. Τουγκέδερ μεταφράζει ο πρόεδρος. Ωχ! Συνήθως μ’ αρέσει αυτό, αλλά τώρα είμαι ξέπνοος. Δεν κάνει να γίνω ρεζίλι όμως, το ξέρουν πια πως είμαι Έλληνας. Παγώνω ένα χαμόγελο στο στόμα που φαντάζομαι πως κρύβει την αγωνία μου και προσπαθώ. Φωτογραφίες και δυο ποτήρια μπύρας μας περιμένουν στο τέρμα που πλησιάζει. Ενώνουμε τα χέρια και περνάμε τη γραμμή, σουζάμεν.
Βαριανασαίνω δοκιμάζοντας μπύρα. Νερό και μηλόπιτες περιμένουν σ΄ ένα πάγκο αρκετά μέτρα μακρύτερα. Με πλησιάζει μια διοργανώτρια, αντιπρόεδρος ή γραμματέας του συλλόγου, πιθανολογώ. Είστε από την Γκρίνχελαντ; Ναι, απαντώ, και χάρη σε μένα ο μαραθώνιός σας είναι πλέον ιντερνάσιοναλ. Όχι, υπάρχει κι ένας Σουηδός σήμερα, και παλιότερα είχε τρέξει κι ένας Γιαπωνέζος. Εντάξει, λοιπόν, χάρη σε μένα και τον Σουηδό ο αγώνας είναι ιντερνάσιοναλ και χάρη στον Γιαπωνέζο που έτρεξε παλαιότερα, ιντεράσιαλ. Είμαστε ευτυχισμένοι όλοι. Δεν υπάρχει μετάλλιο, ένα χαρτί συμμετοχής μόνο που δεν ενδιαφέρομαι να πάρω.
Μια μέρα μετά, και τα πόδια μου ευτυχώς δεν πονούν. Ούτε νιώθω κούραση, αν και μάλλον θα ένιωθα αν επιχειρούσα να τρέξω. Αλλά νιώθω πως η ζωή μου έχει κάνει κύκλο, και πως έχω βρεθεί πάλι στην αρχή αυτού του κύκλου. Είναι μεγάλος, όπως κι εγώ, και δεν ξέρω αν θ’ άντεχα άλλη στροφή του. Υπάρχουν φορές που αισθάνομαι πως έχω τη δύναμη να τα ξαναβρώ και να τα ξαναζήσω όλα από την αρχή. Άλλες υπάρχουν κι άλλες, όλο και περισσότερες, που νιώθω πως μια χρόνια κούραση έχει εισχωρήσει βαθειά στα κύτταρά μου και δεν αρκούν λίγες μέρες ξεκούρασης για να συνέλθω από αυτό.
Ίσως πρέπει σιγά σιγά, λοιπόν, να βρω τρόπο ν’ αποσυρθώ, να χαιρετίσω για πάντα τους σταθμούς από τους οποίους έχω περάσει τόσες φορές, να τραβήξω προς την έξοδο του λαβυρίνθου. Αλλά θα το βιώσω θλιβερά αυτή τη φορά. Δεν με νοιάζει για τις επιδόσεις που δεν θα ξαναβρώ, αλλά θα μου λείψουν οι άγνωστες στιγμές που κρύβονται στο μεγάλο δάσος ή στο ψηλό βουνό. Θα μου λείψει το άγγιγμα του χεριού. Θα μου λείψουν οι παρέες. Θα μου λείψει το σουζάμεν.
Μια από τις επόμενες μέρες, λοιπόν, πρέπει να διαλέξω τον τρόπο που διαβάζεται ο τίτλος του μπλογκ μου. Ατέλειωτη διαδρομή. Έχει δυο αναγνώσεις αυτή η φράση. Ατέλειωτη είναι μια διαδρομή που την παράτησες στη μέση. Αλλά είναι κι αυτή που την συνεχίζεις ατέρμονα και δεν τελειώνει ποτέ, όπως ακριβώς τα μονοπάτια ενός απέραντου δάσους στο οποίο έχεις χαθεί. Δύσκολα πια μου φαίνονται και τα δυο. Αλλά, έστω κι αν είναι ψευδαίσθηση, νιώθω πως έχω ακόμα τη δυνατότητα επιλογής.

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 8. Τελευταίο.



                    Βουκουρέστι, 9 Οκτωβρίου 2011.




    Ο μουντός καιρός ταιριάζει στη πρωτεύουσα της Ρουμανίας. Συμβαδίζει με τον χαρακτήρα της βλοσυρής πόλης. Συμπληρώνει το ντεκόρ της διάχυτης απειλής, που μοιάζει να σε περικυκλώνει τα βράδια. Δεν είναι κάτι συγκεκριμένο που φοβάσαι, όχι. Στο Βουκουρέστι η απειλή είναι κάτι που σου υποβάλλεται, που σε ζυγώνει όπως οι σκιές στους μεταφυσικούς πίνακες του Ντε Κίρικο και του Καρά. Η απειλή που γεννιέται όχι από την παρουσία, αλλά από την έλλειψή της. Περπατάς μέσα σ’ ένα σκηνικό ταινίας φόβου. Ανάμεσα στα καταθλιπτικά ομοιόμορφα κτίρια και στους έρημους δρόμους του βροχερού απογεύματος. Στις λίμνες της βροχής και των σιντριβανιών της σκοτεινής πλατείας, που ο αέρας σκορπά το νερό τους. Ένα προπολεμικό τραμ τρίζει στις γραμμές. Οι άγνωστες μορφές στέκονται ακίνητες μέσα στο αμυδρό κίτρινο φως των βαγονιών. Ξεκινά και χάνεται σε μυστηριώδη στενά, κάνοντάς σε να πιστεύεις πως δεν θα ξαναβγεί ποτέ από κει.
Το Βουκουρέστι είναι πόλη Καφκική, πολύ περισσότερο από την Πράγα. Το σπίτι του λαού, η τερατώδης αυτή έμπνευση ενός παρανοϊκού δικτάτορα, καταλαμβάνει όλο το κέντρο του, αφού έχει έκταση μικρού χωριού. Σε κάποιο από τα αναρίθμητα γραφεία θα μπορούσαν να διαδραματίζονται οι ανακρίσεις του κυρίου Γιόσεφ Κ. Ίσως σε κείνο, το μόνο στο οποίο φέγγει φώς, στο κατά τ’ άλλα σκοτεινό τερατούργημα. Δεν του δίνει ζωή, αντίθετα το κάνει να φαντάζει σαν ένα νεκρό τέρας, που απέμεινε μ’ ένα μάτι ανοιχτό. Ένα απολιθωμένο ενδιαίτημα φαντασμάτων ή κάποιος τόπος συγκέντρωσης σκοτεινών μυαλών που σχεδιάζουν την κυριαρχία του κόσμου.
Στο Βουκουρέστι η εντύπωση του παράλογου δένει μ’ αυτή του τερατώδους. Τα τεράστια ομοιόμορφα οικιστικά τετράγωνα θα μπορούσαν να αποτελούν το ντεκόρ της Γκόθαμ σίτυ, ή μιας μελλοντικής δυστοπικής πολιτείας μεταλλαγμένων ανθρώπων. Ωστόσο, αν καταπολεμήσεις την μελαγχολία που σου προκαλεί η πόλη, και η οποία συνδιαλέγεται με τη δική σου σε περίπτωση που ήδη την κουβαλάς, μπορείς να δεις το Βουκουρέστι αλλιώς. Σαν μια επίσκεψη σ’ ένα τόπο ξεχασμένο. Σαν ένα ταξίδι στο φανταστικό τοπίο μιας εναλλακτικής ιστορίας.
Ξεκινήσαμε με Ι.Χ., δυο φίλοι. Ένα βράδυ στη Βουλγαρία, δυο στο Βουκουρέστι. Σύνολο διαδρομής 10 ώρες. Τα ξενοδοχεία που είχαμε εντοπίσει στο Google, όσο δυνατόν πιο κοντά στην αφετηρία του αγώνα, απλά, δεν υπήρχαν. Έδωσα σ’ ένα ταξιτζή το χάρτη με τα σημεία τους, εμείς ακολουθούσαμε με το δικό μας αυτοκίνητο. Μας πήγε στους δρόμους που υποδείκνυαν οι βούλες στο χαρτί, αλλά δεν ήξερε για ξενοδοχεία. Ρωτήσαμε τους περαστικούς, με τα πολλά κάποιος μας έδειξε προς μια κατεύθυνση. Ήταν ένα της σειρά των Χίλτον, απλησίαστο για τα βαλάντιά μας. Στη ρεσεψιόν η κοπέλα μας έδειξε μια άλλη κατεύθυνση, εκεί θα βρίσκαμε. Καθ'οδόν ρωτήσαμε, πάλι δεν ήξερε κανείς τίποτα για ξενοδοχεία. Ένας εξευρωπαϊσμένος νεαρός μας χάρισε ελπίδα, πάνω που φοβόμουν πως θα κοιμηθούμε στ’ αυτοκίνητο. Διακόσια μέτρα ίσια, μετά ο δρόμος, δεξιά. Να τα. Τέσσερα στη σειρά. Κέντρο σχεδόν. Πως και δεν τα ήξερε κανείς, δεν μπόρεσα να το εξηγήσω. Όχι πως δεν θέλανε να μας εξυπηρετήσουν, προβληματίζονταν πριν δηλώσουν πως δεν γνωρίζουν. Ένα από τα πολλά μυστήρια του κόσμου.
Το ξενοδοχείο ήταν ό,τι ακριβώς γυρεύαμε, προσιτή πολυτέλεια. Στη Ρουμανία ξοδεύω τα τελευταία χρήματα που διαθέτω για ταξίδι και φοβάμαι πως θα κάνω πολύ καιρό να μαζέψω άλλα. Ευτυχώς το DACIA διαθέτει εστιατόριο ποιότητας, καθώς δεν βρήκαμε τίποτα που να ρισκάρεις να το βάλεις στο στομάχι σου παραμονές μαραθωνίου, στο λίγο βέβαια που αναζητήσαμε, μέσα στη βροχή και στους μισοφωτισμένους δρόμους της πόλης.


Ο μαραθώνιος της Ρουμανίας είναι φτωχός συγγενής των ευρωπαϊκών συναδέλφων του. Το race center, στην πλατεία Alba Julia, αποτελείται από αντίσκηνα καταυλισμού, μέσα στην λασπωμένη πλατεία της, όπου ξεκινά η αφετηρία και καταλήγει ο τερματισμός. Αθλητές, πλην Ρουμάνων, ελάχιστοι. Διεθνή τον κάνουν οι λίγοι αφρικανοί που κυνηγούν το χρηματικό έπαθλο, και κάποιοι ξεστρατισμένοι, όπως εμείς. Αθλητές με no name παπούτσια, δεν μου έτυχε να δω σ’ άλλον αγώνα. Όλα αυτά, κι άλλα πολλά, δεν είναι παρατηρήσεις ενός σνομπ, αντίθετα. Εκτίμησα την προσπάθεια, την ευγένεια, τα χαμόγελα, τα δώρα που μας έδωσαν. Φοράω με χαρά το πράσινο μπλουζάκι τους. Ο μαραθώνιος του Βουκουρεστίου είναι σαν μια πρόσκληση σε τραπέζι που σου κάνει μια φτωχή οικογένεια. Το εκτιμάς διπλά. Όσο για τη φτώχεια, καλύτερα να τη συνηθίζουμε σιγά-σιγά.
Ο αγώνας το 2011 δεν ήταν απ’ άκρη σε άκρη. Ολοκληρωνόταν σε 4 στροφές που διαιρούσαν επακριβώς τη μαραθώνια απόσταση. Δεν μου έτυχε ξανά κάτι τέτοιο. Η διοργάνωση περιελάμβανε ταυτόχρονα ημιμαραθώνιο, δυο στροφές δηλαδή, και σκυταλοδρομία των τεσσάρων ατόμων, μια στροφή ο καθένας. Πλην του μαραθωνίου του Βερολίνου όλοι οι άλλοι που μετείχα στο εξωτερικό, έχουν ανάλογα δρώμενα. Το βρίσκω εκνευριστικό, ιδίως τη σκυταλοδρομία, όπου ο κάθε ξεκούραστος δρομέας που τρέχει μόνο το ¼ της διαδρομής σε περνά σαν σίφουνας, αλλά στο Βουκουρέστι η ενσωμάτωση της σκυταλοδρομίας έμελλε να μου σημαδέψει τον αγώνα, κι όχι μόνο το δικό μου.
Ξεκινήσαμε με κρύο και βροχή, καταλήξαμε με κρύο χωρίς βροχή. Χωρίς τις καλύτερες των διαθέσεων έβγαλα τις δυο πρώτες στροφές, παρέα με τον συνταξιδιώτη μου, που έτρεχε ημιμαραθώνιο. Όταν αυτός τέλειωσε δεν άντεξε να περιμένει κρυώνοντας κι επέστρεψε στο ξενοδοχείο. Τον κακιώνω που παραμέλησε τα επιμέρους καθήκοντά του ως φωτογράφου και μου στέρησε φωτογραφικές στιγμές ανεκτίμητης αξίας στον τερματισμό, αλλά τον δικαιολογώ. Δεν γινόταν να κάτσεις για πολύ, μετά από τον αγώνα. Το θερμοισορροπητικό μας ήταν απροετοίμαστο για τέτοια αλλαγή. Στο ταξίδι της επιστροφής παραλίγο η χιονόπτωση να μας αποκλείσει στη Βουλγαρία. Μια μόλις βδομάδα πριν ψηνόμουνα στη Βουδαπέστη. Απίστευτο μου φαινόταν.
Κάθε στροφή του αγώνα ξεκινούσε από την πλατεία Alba Julia, προχωρούσε στην Bulevardul Uniril, κατέβαινε κι ανέβαινε δίπλα στον ποταμό Dambovita, ξανάβγαινε στην Uniril, έφτανε στην Alba Julia, έκοβε δεξιά στην Bulevardul Burevista επέστρεφε σύντομα, ακολουθούσε την Bulevardul Decebal κι επέστρεφε πάλι κι οριστικά στην Alba Julia, όπου ολοκλήρωνε τον κύκλο της.
Όταν έμεινα μόνος συνέχισα, αρκετά κουρασμένα, για την τρίτη στροφή. Πήρα όρκο πως μετά το VFT θα ξεκουραστώ, όσο ποτέ τα τελευταία χρόνια, και μ' όλο που, όντως, ονειρευόμουνα κρεβάτια, από μέσα μου ήξερα πως υπερέβαλλα στον όρκο. Όπως πάντα.
Στα τελευταία χιλιόμετρα των αγώνων συνήθως κάτι καλό μου συνέβαινε. Ο αργός ρυθμός μου εξοικονομούσε δυνάμεις, έστω κι αν μέχρι τότε έμεναν τόσο αφανείς, που δεν βασιζόμουν και πολύ σ’ αυτές. Το σπίρτο της αίσθησης πως πια είσαι κοντά συνήθως προκαλούσε την ποθητή ανάφλεξη. Συνέβη και στο Βουκουρέστι. Η τρίτη στροφή ήταν απελπιστικά αργή, το ίδιο και το ξεκίνημα της τέταρτης. Πολύ πάνω από 6 λεπτά το χιλιόμετρο, δυστυχώς. Όμως, επτά χιλιόμετρα πριν από το τέλος, η ώθηση δόθηκε κι ο ρυθμός μου, πλέον, υποσχόταν έναν τερματισμό, ακριβώς όπως τον είχα ευχηθεί, τότε στη Ζυρίχη. Κι ακόμα καλύτερο.
Αλλά θα συνέβαινε και κάτι ακόμα.
Σήκωσα το χέρι και χαιρέτησα την αυτοσχέδια μπάντα νεαρών, τη μόνη που συναντήσαμε. Δεν νομίζω πως ήταν της διοργάνωσης, δεν υπάρχουν μπάντες στον αγώνα της πόλης. Οι νεαροί μουσικοί, αγόρια και κορίτσια, το διασκέδαζαν. Θα τους ήθελα λίγο πιο πολύχρωμους, τα χαρούμενα χρώματα ταιριάζουν στη νεολαία, και αυτή η πόλη φορούσε συνεχώς τα γκρίζα χρώματα που είχα συναντήσει σε πόλεις της εγγύς Ανατολής. Εκεί είναι υποχρεωτικά, εδώ τι;
Είχα ήδη αρχίσει να προσπερνάω αθλητές σωρηδόν. Στον καθένα τους έβλεπα τον παλιό κουρασμένο μου εαυτό, αυτόν που κουβαλούσα και με κουβαλούσε στους αγώνες πριν από κάποια χρόνια. Μόνο ένας, περίπου στην ηλικία μου, με πέρασε φορτσάτος, κάπου στο 37ο. Κοίταξα το χρώμα στο νούμερό του, πήγαινε τόσο καλά που σκέφτηκα μήπως ήταν ο τέταρτος μιας από τις ομάδες σκυταλοδρομίας. Μπα, μαραθωνοδρόμος ήταν. Τι να γίνει, κάποιοι έχουν ακόμα καλύτερη στρατηγική. Όμως όχι, λίγες εκατοντάδες μέτρα παραπέρα τον είδα να επιβραδύνει. Τον πλησίαζα σταθερά. Μάλλον βιάστηκα να ανοίξω, ομολόγησε λαχανιασμένα. Μιλούσε καλά αγγλικά. Δεν ξέρω την υπηκοότητά του, αλλά, στατιστικά κρίνοντας, ήταν Ρουμάνος.
Όταν κάποιος σου ανοίγει κουβέντα, είναι αγένεια να φύγεις αμέσως. Έκοψα κάπως εγώ, άνοιξε κάπως αυτός και συνεχίσαμε για λίγο, πλάι-πλάι. Συμφώνησα πως ναι, βιάστηκε. Με ρώτησε για το χρονικό μου στόχο, αυτός πήγαινε για 4.30, αλλά τώρα... Του είπα πως το ίδιο σκοπεύω κι εγώ και πως αν καταφέρει να με ακολουθήσει θα τον οδηγήσω στα σίγουρα. Του φάνηκε δύσκολο. Με ρώτησε αν είναι ο πρώτος μου μαραθώνιος. Του είπα πως είναι ο τρίτος σε τρεις εβδομάδες. Φορούσα ένα αποδεικτικό στοιχείο, το καπελάκι της Βουδαπέστης, με την ημερομηνία πάνω του. Του ανέφερα για τα 110 βουνίσια χιλιόμετρα, που σκόπευα την ερχόμενη βδομάδα. Μοιάζει κλασική περίπτωση αλαζονείας, αλλά στ’ αλήθεια, το αισθανόμουν ως εκδήλωση μιας θεμιτής υπερηφάνειας. Για τους αυστηρούς θρησκευόμενους δεν υπάρχει διαφορά, και τα δυο έχουν το ίδιο ποσοστό στην αμαρτία, αλλά δεν είμαι αυστηρά θρησκευόμενος. Επιπλέον, είχα την εντύπωση πως τον βοηθούσα. Όχι μόνο επειδή η διάθεση είναι μεταδοτική, αλλά επειδή θεωρούσα πως θα τον εμψύχωνε το γεγονός ότι δεν τον συνόδευε κάποιος τυχαίος. Ελπίζω ακόμα πως του έδειξα αυτά που κι εγώ βλέπω σε άλλους, καλύτερούς μου, και πεισμώνω πως θα τα μπορέσω κάποτε.
Μπήκα μπροστά του. Το να οδηγείς κάποιον τον βοηθά κι όχι μόνο επειδή του δημιουργεί ένα διάδρομο χωρίς την κόντρα του αέρα. Ακολούθησε για λίγο, αλλά μετά άρχισε να μένει πίσω. Η απόσταση έπαιρνε να μακραίνει, όταν άκουσα μια τελευταία ερώτηση. Ποιος ήταν ο χρόνος μου στην Βουδαπέστη, την προηγούμενη εβδομάδα. Έστρεψα και του απάντησα πως και στο Βερολίνο και στη Βουδαπέστη, ο χρόνος μου ήταν ο ίδιος μ’ αυτόν που θα κάνω κι εδώ. Τεσσεράμισι ώρες
Κι ένιωσα πάλι περήφανος. Δεν την γλιτώνω την κόλαση.


Πίστεψα πως αυτή ήταν η συνάντηση της ημέρας. Ούτε πέντε χιλιόμετρα δεν απέμεναν ακόμα. Αλλά έκανα λάθος. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η συνάντηση της ημέρας έτρεχε περίπου 500 μέτρα μπροστά μου, κι εγώ, χωρίς να το ξέρω, την κυνηγούσα.
Σε κάποια στιγμή της ομώνυμης ταινίας, ο Φόρεστ Γκάμπ, με τα ορθοπεδικά εξαρτήματα στα πόδια του, προσπαθεί κουτσαίνοντας να ξεφύγει από τους αλήτες που τον κυνηγούν. Διηγούμενος μετά από χρόνια το γεγονός βεβαιώνει πως, οι άνθρωποι δεν πιστεύουν στα θαύματα, αλλά θαύματα γίνονται. Μετά η σκηνή επανέρχεται στην καταδίωξη. Τα μεταλλικά στηρίγματα αποβάλλονται από τα πόδια του, κι αυτός, ελευθερωμένος πια, τρέχει και ξεμακραίνει από τους αποσβολωμένους διώκτες του.
Ήδη, από τη Ζυρίχη, ήμουν με το μέρος του Φόρεστ Γκαμπ. Θαύματα γίνονται. Τουλάχιστον στο σπορ που αγαπώ, γίνονται σίγουρα.
Με την Ιλεάνα διασταυρωθήκαμε περίπου δυο χιλιόμετρα πριν το τέλος. Δεν ξέρω αν την λένε Ιλεάνα, έτσι θέλω να τη λέω εγώ. Δεν πρόλαβα να μάθω το πραγματικό της όνομα, ούτε και θα το μάθω ποτέ. Ήταν η τέταρτη κοπέλα μιας ομάδας σκυταλοδρομίας. Αυτή είχε ήδη πάρει τη στροφή κι επέστρεφε από την Burevista, εγώ πήγαινα φορτσάτος. Μόνο αν συνέχιζα έτσι θα μπορούσα να διορθώσω κάπως το αίσχος της τρίτης στροφής και να προλάβω τις τεσσεράμισι ώρες.
Με χαιρέτησε μ’ ένα γλυκό χαμόγελο και μια κίνηση που φαινόταν, ακόμα κι αυτή, να την κουράζει. Ανταπέδωσα ξαφνιασμένα.
Καθώς διασταυρωνόμασταν από απέναντι, την πρόσεξα καλύτερα. Ήταν μια νέα κι όμορφη κοπέλα, κάπου στα 25. Φαινόταν ν’ αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα. Τα πόδια της σχεδόν σέρνονταν, σαν να βαρύνονταν από τις μεταλλικές κατασκευές του Φόρεστ Γκάμπ. Ούτε το δεκάρι συγχωρεί, αν δεν του δείξεις σεβασμό.
Καθώς, μπρος και πίσω μου, υπήρχαν πολλοί αθλητές, αισθάνθηκα πως κάτι με καθιστούσε ξεχωριστό. Είχε παραμερίσει την συγκέντρωση που απαιτούσε η προσπάθειά της, και είχε επιλέξει έναν και μοναδικό χαιρετισμό. Κάποτε δεν θα μπορούσα, αλλά τώρα είχα τα εφόδια για να τον μεταφράσω. Ήταν ένας χαιρετισμός που μετέφερε την αθώα ζήλεια και την ειλικρινή επιβράβευση, τα ίδια ακριβώς κι απαράλλαχτα συναισθήματα που είχα νιώσει κι εγώ, τότε, απέναντι στους χαρούμενους και γεμάτους ζωντάνια συναθλητές μου στη Ζυρίχη.
Στη Ζυρίχη με είχε σώσει μια άγνωστη. Και τώρα, στο Βουκουρέστι, μολονότι δεν το ήξερα ακόμα, θα γινόμουν εγώ ο καλός κι απρόβλεπτος άγγελος για κάποιαν άγνωστη. Η ζωή είναι το μεγαλύτερο θέατρο και οι ρόλοι μας αλλάζουν διαρκώς. Μακάρι να είναι μεγάλη και πλούσια, ώστε να μπορέσουμε να τους παίξουμε όλους.


Πρόφτασα την Ιλεάνα στην τελευταία στροφή, πριν την τελική ευθεία. Φαινόταν χειρότερα. Ίσως και να την παίδευαν οι τύψεις, αφού η καθυστέρησή της έριχνε πίσω το χρόνο όλης της ομάδας. Φαντάστηκα πως είναι δύσκολο να τρέχεις μόνο 10 χιλιόμετρα και να βλέπεις να σε προφταίνουν οι μαραθωνοδρόμοι, και μάλιστα του μέσου όρου. Τη στιγμή που την προσπερνούσα, έστρεψα προς το μέρος της. Είχε κατεβασμένο το κεφάλι, σαν να ντρεπόταν. Σήκωσα το χέρι μου και την χαιρέτησα μ’ ένα νεύμα που ήλπιζα πως θα της μεταφέρει κουράγιο. Ανταπέδωσε με το ίδιο γλυκό χαμόγελο, αλλά τώρα μου φάνηκε μελαγχολικό. Η Ιλεάνα ήταν θλιμμένη γι’ αυτό που δεν μπορούσε. Την φαντάστηκα να ξεκινά τον αγώνα με την ορμή της ηλικίας της κι ήξερα πως μετά το τέλος του θα μεμφόταν για καιρό τον εαυτό της. Επειδή απέτυχε, επειδή δεν τα κατάφερε να φανεί αντάξια των προσδοκιών της ομάδας της. Το τρέξιμο είναι ατομικό αγώνισμα, όχι όμως όταν γίνεται με τη μορφή της σκυταλοδρομίας. Η Ιλεάνα, μετά από την κοπιαστική της προσπάθεια, δεν θα αισθανόταν άξια συγχαρητηρίων. Θα είχε την ανάγκη καλών λόγων και παρηγοριάς.
Αγνοώ πως μου ήρθε η έμπνευση. Ήταν απρόσμενο, σαν κάποιος να μου το υπέβαλλε. Δεν είχα προλάβει ακόμα ν’ απομακρυνθώ. Στράφηκα πίσω και της φώναξα μόνο δυο λέξεις. Follow me. Δυνατά. Με κατηγορηματικό τρόπο. Κάτι σαν παρότρυνση, κάτι σαν εντολή. Πιο ευγενικό θα ήταν να υπήρχε κι ένα try to στην αρχή, αλλά δεν υπήρχε. Άλλωστε θα το έκανε πιο σύνθετο. Μόνο δυο, απλές λέξεις, που θα μπορούσες να τις ξέρεις κι από το σινεμά.
Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να φανταστώ το αποτέλεσμα. Υπέθετα ότι, όπως κι ο προηγούμενος συναθλητής, η Ιλεάνα, απλώς δεν θα μπορούσε. Κι όμως, την είδα να μ’ ακολουθεί. Εκατό, διακόσια μέτρα, την ένιωθα πίσω μου, να κρατά σταθερά. Από τα οκτώ λεπτά του ρυθμού της είχε κατεβεί στα πέντε. Και συνέχιζε. Η Ιλεάνα περνούσε τώρα, σωρηδόν, όσους την είχανε περάσει πριν.
Είχαμε ακόμα περίπου 700 μέτρα μπροστά μας, όταν σκέφτηκα πως μπορεί να έχω κάνει κάποιο λάθος. Αν η παρότρυνσή μου είχε ξυπνήσει έναν ενθουσιασμό που δεν ανταποκρινόταν στ’ αποθέματα της δύναμής της η Ιλεάνα θα στράγγιζε τον εαυτό της περισσότερο από όσο το άντεχε, και θα κατέρρεε, πριν φτάσει στο τέρμα. Αυτή δεν είχε την εμπειρία, αλλά εγώ το είχα δει να γίνεται. Ο συναθλητής, που μόλις είχα γνωρίσει, ερχόταν από απέναντι, εμφανώς καταβεβλημένος. Υπήρξε κι αυτός θύμα της ίδιας παρόρμησης, σκέφτηκα, που τώρα απειλούσε την Ιλεάνα.
Έκοψα κάπως, για να την αναγκάσω να κόψει κι αυτή. Ξαφνιάστηκα καθώς την είδα να με φτάνει και να πλασάρεται δίπλα μου. Προσπάθησα να καταλάβω από την ανάσα της την ένταση της προσπάθειας, αλλά τα τελευταία μέτρα ενός μαραθωνίου, ακόμα και του Βουκουρεστίου, έχουν πολύ θόρυβο για ν’ ακούς άλλη ανάσα εκτός απ’ τη δική σου.
Συνεχίσαμε να προσπερνάμε κουρασμένους δρομείς. Πολλές φορές περνούσαμε κάποιον, από δεξιά εγώ, από αριστερά η Ιλεάνα, ταυτόχρονα, για να σχηματίσουμε ξανά το ντουέτο μας. Γύρισα και την κοίταξα. Έβλεπε μπροστά. Στο πρότερα θλιμμένο πρόσωπό της σχηματιζόταν ένα πλατύ χαμόγελο, γεμάτο αποφασιστικότητα και δύναμη. Τα μάτια της ήταν γεμάτα ζωντάνια. Φαινόταν ν’ απορεί κι ίδια γι’ αυτό που συνέβαινε. Ο εαυτός της, που τόσο την είχε απογοητεύσει, της είχε κρατημένη μια απρόσμενη, ευχάριστη έκπληξη.
Ήμουν ο μεγάλος κι ο έμπειρος, αλλά ακόμα μάθαινα. Τώρα, από την Ιλεάνα. Αυτή η άγνωστη κοπέλα μετέφερε στην πράξη τη μεταφυσική λειτουργία του τρεξίματος. Το περιβάλλον βοηθούσε. Ο κόσμος και οι ιαχές πλήθαιναν, και οι δυο αθλητές που φορτσάριζαν προς το Π μαγνήτιζαν τις επευφημίες. Εκατό μέτρα έμεναν μόνο, κι εμείς είχαμε σταθεροποιηθεί στις ψηλές στροφές. Οπότε…
Είχα δυο λέξεις ακόμα. Go now. Ακούστηκε σαν διαταγή, αλλά ήταν παιχνίδι. Ξεκινούσε το σπριντ.
Και μόνο γι’ αυτά τα τελευταία μέτρα θα άξιζε ο αγώνας. Τώρα τρέχαμε μ’ όλη μας τη δύναμη. Δεν σκόπευα να την περάσω, αν αναγκαζόταν να κόψει θα έκοβα κι εγώ, διακριτικά. Μόνο που δεν έκοβε. Έτρεχε σαν να μην είχαν προηγηθεί δέκα κοπιαστικά γι’ αυτήν χιλιόμετρα. Σύντομα κατάλαβα πως εγώ ήμουν αυτός που προσπαθούσε να κρατηθεί δίπλα της, και πως μπορεί να πάθαινα εγώ αυτό που φοβήθηκα γι’ αυτήν. Σε αντίθεση με την Ιλεάνα, εμένα δεν με προστάτευε η ανθεκτική ασπίδα των νιάτων. Ευτυχώς ήταν κοντά. Διέκρινα κιόλας τις φίλες της, την ομάδα της. Σχημάτιζαν μια αλυσίδα, λίγο μετά από τη γραμμή του τερματισμού. Χοροπηδούσαν μ’ ενθουσιασμό. Φαντάστηκα την πρότερη αγωνία τους. Θα την είχαν δει, πριν από ώρα, να πλησιάσει ταλαιπωρημένη για να πάρει τη στροφή της πλατείας, και τώρα, μετά από έναν αιώνα ανησυχίας, έβλεπαν έκπληκτοι να ξεχύνεται προς το τέρμα μια αναγεννημένη Ιλεάνα.
Είχα εξαρχής σκοπό να σταματήσω, ακριβώς λίγο πριν τη γραμμή, για να την αφήσω να περάσει πρώτη. Ladies first. Αλλά με βόλεψε κιόλας. Οι καρδιακοί μου παλμοί είχαν ανέβει παραπάνω απ’ ότι θα ήθελα.
Η Ιλεάνα προσγειώθηκε σ’ ανοιχτές αγκαλιές. Όταν βγήκε από αυτές ήρθε η σειρά μου. Έλαμπε από χαρά. Δυσκολευόταν να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί.
Συγχαρήκαμε ο ένας τον άλλον, της είπα πως αυτή κέρδισε στο σπριντ. Δεν ήταν και ψέμα. Πήραμε τα μετάλλιά μας και βιάστηκα να χαθώ στο πλήθος. Όταν κάτι το θεωρείς τέλειο, μην προσπαθήσεις, ούτε να προσθέσεις, ούτε ν’ αφαιρέσεις πινελιά. Θα το χαλάσεις.
Μέρες μετά, κοιτάζοντας τ’ αποτελέσματα στο σάιτ της διοργάνωσης, έψαξα να βρω την ομάδα σκυταλοδρομίας που ο χρόνος της συνέπιπτε με τον δικό μου, 4.29. Την βρήκα. Δεν υπήρχε Ιλεάνα, δηλαδή, δεν ήταν αυτό το όνομά της, αλλά δεν ξέρω σε ποιο από τα τέσσερα που έβλεπα θα έστρεφε το κεφάλι της. Στο τέταρτο, πιθανολογώ. Δεν έχει σημασία όμως, εγώ θα την λέω Ιλεάνα, έτσι κι αλλιώς. Αν κάτι το μάθεις στραβά, δεν διορθώνει εύκολα.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν δεν είχα βιαστεί να φύγω. Αν έμενα λίγο παραπάνω κι επέμενε να της εξηγήσω τι ακριβώς είχε συμβεί. Δεν ξέρω τι θα απαντούσα, ούτε σε ποια γλώσσα. Ίσως όμως και να κατάφερνα να βρω λέξεις που τις καταλαβαίνουν όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο. Θα της έλεγα, λοιπόν, για τη μαγική δύναμη που ηρεμεί μέσα μας, και ξυπνά, όταν νιώθει την αγωνία μας να φτάσουμε κάπου που λαχταράμε. Τότε πετά από πάνω μας τα ψεύτικα στηρίγματα, συντονίζει τα πόδια μας με την ψυχή μας και μας στέλνει με την ορμή του ανέμου στην ακτή της Ιθάκης μας, και στην αγκαλιά όσων υπομονετικά εκεί μας περιμένουν.


Επόμενη μέρα

Απομακρυνόμασταν από το Βουκουρέστι ένα θολό και μελαγχολικό πρωινό. Οι καλές μέρες τελείωναν, κι ό,τι είχα ζήσει ήταν τα τελευταία μέτρα μιας διαδρομής που διένυα από κεκτημένη ταχύτητα. Κάτι που είχα σχεδιάσει και προγραμματίσει μήνες πριν, όταν η πραγματικότητα στη χώρα μου δεν είχε εκδηλωθεί ακόμα τόσο σκληρή. Έμενε μόνο ο αγώνας του VFT για να τελειώσει κι αυτό το μπαράζ, μιας φρενίτιδας που κρατούσε πλέον κοντά 3,5 χρόνια, με αμέτρητους αγώνες, χιλιόμετρα κι εμπειρίες. Μετά όλα θα περνούσαν από επανεξέταση. Η ζωή μας δεν ήταν, ούτε θα ήταν ποτέ πια ίδια. Το Βουκουρέστι ήταν το τέρμα μια μακριάς πορείας αγώνων σε τόπους που θεωρούνται ξένοι, αλλά που εγώ, τώρα, τους θεωρώ δικούς μου.
Περνούσαμε ξανά την ιστορική γέφυρα, σύνορο ανάμεσα στις δυο χώρες, Ρουμανία και Βουλγαρία. Ήταν, ταυτόχρονα, και σύνορο δυο κόσμων. Χώριζε την ευτυχισμένη μου περίοδο, με μια περίοδο ανασφάλειας, που πλησίαζε απειλητικά.
Έριξα μια τελευταία ματιά στον απέραντο Δούναβη. Δεν είναι ο γαλάζιος που χορεύει στα βαλς του Στράους, αφού η ανάπτυξη ξεφορτώθηκε στα νερά τη μόλυνσή της, αλλά εμένα μου φαίνεται όμορφος. Στις όχθες του, αραγμένα πλοιάρια. Δυο έπλεαν στο βάθος. Ήταν παλιά και γερασμένα, αλλά έκαναν και θα κάνουν γι’ αρκετά ακόμα χρόνια τη δουλειά τους. Μετά η γέφυρα, ο Δούναβης κι η Ρουμανία, χάθηκαν στην αχλή του πρωινού.
Όταν η ζωή στερεύει τις υποσχέσεις της, δραπετεύουμε σε μια άλλη. Σε μια άλλη ζωή, λοιπόν, σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, βρίσκομαι πάνω σ’ ένα πλοιάριο που πλέει το μεγάλο ποταμό. Ξεκινώ από τις πηγές του, στον Μέλανα Δρυμό, κι αγναντεύω από την κουπαστή τις χώρες και τις πόλεις που περνά. Βιέννη, Βουδαπέστη, Νόβι Σαντ, Βελιγράδι, Βουκουρέστι. Έχω ένα βιβλίο στο χέρι κι ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Διαβάζω την ιστορία των τόπων και τρέχω στους μαραθώνιους των πόλεων. Εναλλάσσω τη ζωογόνο πολυκοσμία των αγώνων με την πολύτιμη μοναξιά. Κάνω μια στάση στη Βραίλα, ίσα για να δω τα μέρη που κάποτε μεσουράνησε ο Ελληνισμός. Βγαίνω στη Μαύρη θάλασσα και κοιτάζω απέναντι, μήπως και διακρίνω τα μέρη που ταξίδεψα πριν από κάποια χρόνια, ακολουθώντας το οδοιπορικό των παππούδων μου. Είναι μακριά, αλλά τα βλέπω με τη φαντασία μου. Τους βλέπω και τους ίδιους, πάλι, μπροστά μου, ένα ζευγάρι προσφιλών ηλικιωμένων. Έχω ξεχάσει τόσα πράγματα, αλλά, τι περίεργο, θυμάμαι ακόμα το νούμερο του τηλεφώνου τους. Τέσσερα μόνο ψηφία, 2918. Τους παίρνω καμιά φορά από το κινητό, αλλά δεν μου απαντούν. Τώρα όμως, σ’ αυτή την εναλλακτική ζωή, στην απέναντι πλευρά της Μαύρης Θάλασσας, όπου μ’ έφερε ένα φανταστικό πλοιάριο που διέσχισε ολόκληρο τον Δούναβη, ίσως και να σηκώσουν το ακουστικό. Θα χαρούν ν’ ακούσουν τη φωνή μου, είμαι σίγουρος. Πέρασαν χρόνια, κι έχω πολλά να τους πω.
Η Ρουμανία είναι μια χώρα της φαντασίας, εντέλει. Δεν θ’ απορήσω αν μου πουν πως δεν υπάρχει.