Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Διεθνείς Μαραθώνιοι. 8. Τελευταίο.



                    Βουκουρέστι, 9 Οκτωβρίου 2011.




    Ο μουντός καιρός ταιριάζει στη πρωτεύουσα της Ρουμανίας. Συμβαδίζει με τον χαρακτήρα της βλοσυρής πόλης. Συμπληρώνει το ντεκόρ της διάχυτης απειλής, που μοιάζει να σε περικυκλώνει τα βράδια. Δεν είναι κάτι συγκεκριμένο που φοβάσαι, όχι. Στο Βουκουρέστι η απειλή είναι κάτι που σου υποβάλλεται, που σε ζυγώνει όπως οι σκιές στους μεταφυσικούς πίνακες του Ντε Κίρικο και του Καρά. Η απειλή που γεννιέται όχι από την παρουσία, αλλά από την έλλειψή της. Περπατάς μέσα σ’ ένα σκηνικό ταινίας φόβου. Ανάμεσα στα καταθλιπτικά ομοιόμορφα κτίρια και στους έρημους δρόμους του βροχερού απογεύματος. Στις λίμνες της βροχής και των σιντριβανιών της σκοτεινής πλατείας, που ο αέρας σκορπά το νερό τους. Ένα προπολεμικό τραμ τρίζει στις γραμμές. Οι άγνωστες μορφές στέκονται ακίνητες μέσα στο αμυδρό κίτρινο φως των βαγονιών. Ξεκινά και χάνεται σε μυστηριώδη στενά, κάνοντάς σε να πιστεύεις πως δεν θα ξαναβγεί ποτέ από κει.
Το Βουκουρέστι είναι πόλη Καφκική, πολύ περισσότερο από την Πράγα. Το σπίτι του λαού, η τερατώδης αυτή έμπνευση ενός παρανοϊκού δικτάτορα, καταλαμβάνει όλο το κέντρο του, αφού έχει έκταση μικρού χωριού. Σε κάποιο από τα αναρίθμητα γραφεία θα μπορούσαν να διαδραματίζονται οι ανακρίσεις του κυρίου Γιόσεφ Κ. Ίσως σε κείνο, το μόνο στο οποίο φέγγει φώς, στο κατά τ’ άλλα σκοτεινό τερατούργημα. Δεν του δίνει ζωή, αντίθετα το κάνει να φαντάζει σαν ένα νεκρό τέρας, που απέμεινε μ’ ένα μάτι ανοιχτό. Ένα απολιθωμένο ενδιαίτημα φαντασμάτων ή κάποιος τόπος συγκέντρωσης σκοτεινών μυαλών που σχεδιάζουν την κυριαρχία του κόσμου.
Στο Βουκουρέστι η εντύπωση του παράλογου δένει μ’ αυτή του τερατώδους. Τα τεράστια ομοιόμορφα οικιστικά τετράγωνα θα μπορούσαν να αποτελούν το ντεκόρ της Γκόθαμ σίτυ, ή μιας μελλοντικής δυστοπικής πολιτείας μεταλλαγμένων ανθρώπων. Ωστόσο, αν καταπολεμήσεις την μελαγχολία που σου προκαλεί η πόλη, και η οποία συνδιαλέγεται με τη δική σου σε περίπτωση που ήδη την κουβαλάς, μπορείς να δεις το Βουκουρέστι αλλιώς. Σαν μια επίσκεψη σ’ ένα τόπο ξεχασμένο. Σαν ένα ταξίδι στο φανταστικό τοπίο μιας εναλλακτικής ιστορίας.
Ξεκινήσαμε με Ι.Χ., δυο φίλοι. Ένα βράδυ στη Βουλγαρία, δυο στο Βουκουρέστι. Σύνολο διαδρομής 10 ώρες. Τα ξενοδοχεία που είχαμε εντοπίσει στο Google, όσο δυνατόν πιο κοντά στην αφετηρία του αγώνα, απλά, δεν υπήρχαν. Έδωσα σ’ ένα ταξιτζή το χάρτη με τα σημεία τους, εμείς ακολουθούσαμε με το δικό μας αυτοκίνητο. Μας πήγε στους δρόμους που υποδείκνυαν οι βούλες στο χαρτί, αλλά δεν ήξερε για ξενοδοχεία. Ρωτήσαμε τους περαστικούς, με τα πολλά κάποιος μας έδειξε προς μια κατεύθυνση. Ήταν ένα της σειρά των Χίλτον, απλησίαστο για τα βαλάντιά μας. Στη ρεσεψιόν η κοπέλα μας έδειξε μια άλλη κατεύθυνση, εκεί θα βρίσκαμε. Καθ'οδόν ρωτήσαμε, πάλι δεν ήξερε κανείς τίποτα για ξενοδοχεία. Ένας εξευρωπαϊσμένος νεαρός μας χάρισε ελπίδα, πάνω που φοβόμουν πως θα κοιμηθούμε στ’ αυτοκίνητο. Διακόσια μέτρα ίσια, μετά ο δρόμος, δεξιά. Να τα. Τέσσερα στη σειρά. Κέντρο σχεδόν. Πως και δεν τα ήξερε κανείς, δεν μπόρεσα να το εξηγήσω. Όχι πως δεν θέλανε να μας εξυπηρετήσουν, προβληματίζονταν πριν δηλώσουν πως δεν γνωρίζουν. Ένα από τα πολλά μυστήρια του κόσμου.
Το ξενοδοχείο ήταν ό,τι ακριβώς γυρεύαμε, προσιτή πολυτέλεια. Στη Ρουμανία ξοδεύω τα τελευταία χρήματα που διαθέτω για ταξίδι και φοβάμαι πως θα κάνω πολύ καιρό να μαζέψω άλλα. Ευτυχώς το DACIA διαθέτει εστιατόριο ποιότητας, καθώς δεν βρήκαμε τίποτα που να ρισκάρεις να το βάλεις στο στομάχι σου παραμονές μαραθωνίου, στο λίγο βέβαια που αναζητήσαμε, μέσα στη βροχή και στους μισοφωτισμένους δρόμους της πόλης.


Ο μαραθώνιος της Ρουμανίας είναι φτωχός συγγενής των ευρωπαϊκών συναδέλφων του. Το race center, στην πλατεία Alba Julia, αποτελείται από αντίσκηνα καταυλισμού, μέσα στην λασπωμένη πλατεία της, όπου ξεκινά η αφετηρία και καταλήγει ο τερματισμός. Αθλητές, πλην Ρουμάνων, ελάχιστοι. Διεθνή τον κάνουν οι λίγοι αφρικανοί που κυνηγούν το χρηματικό έπαθλο, και κάποιοι ξεστρατισμένοι, όπως εμείς. Αθλητές με no name παπούτσια, δεν μου έτυχε να δω σ’ άλλον αγώνα. Όλα αυτά, κι άλλα πολλά, δεν είναι παρατηρήσεις ενός σνομπ, αντίθετα. Εκτίμησα την προσπάθεια, την ευγένεια, τα χαμόγελα, τα δώρα που μας έδωσαν. Φοράω με χαρά το πράσινο μπλουζάκι τους. Ο μαραθώνιος του Βουκουρεστίου είναι σαν μια πρόσκληση σε τραπέζι που σου κάνει μια φτωχή οικογένεια. Το εκτιμάς διπλά. Όσο για τη φτώχεια, καλύτερα να τη συνηθίζουμε σιγά-σιγά.
Ο αγώνας το 2011 δεν ήταν απ’ άκρη σε άκρη. Ολοκληρωνόταν σε 4 στροφές που διαιρούσαν επακριβώς τη μαραθώνια απόσταση. Δεν μου έτυχε ξανά κάτι τέτοιο. Η διοργάνωση περιελάμβανε ταυτόχρονα ημιμαραθώνιο, δυο στροφές δηλαδή, και σκυταλοδρομία των τεσσάρων ατόμων, μια στροφή ο καθένας. Πλην του μαραθωνίου του Βερολίνου όλοι οι άλλοι που μετείχα στο εξωτερικό, έχουν ανάλογα δρώμενα. Το βρίσκω εκνευριστικό, ιδίως τη σκυταλοδρομία, όπου ο κάθε ξεκούραστος δρομέας που τρέχει μόνο το ¼ της διαδρομής σε περνά σαν σίφουνας, αλλά στο Βουκουρέστι η ενσωμάτωση της σκυταλοδρομίας έμελλε να μου σημαδέψει τον αγώνα, κι όχι μόνο το δικό μου.
Ξεκινήσαμε με κρύο και βροχή, καταλήξαμε με κρύο χωρίς βροχή. Χωρίς τις καλύτερες των διαθέσεων έβγαλα τις δυο πρώτες στροφές, παρέα με τον συνταξιδιώτη μου, που έτρεχε ημιμαραθώνιο. Όταν αυτός τέλειωσε δεν άντεξε να περιμένει κρυώνοντας κι επέστρεψε στο ξενοδοχείο. Τον κακιώνω που παραμέλησε τα επιμέρους καθήκοντά του ως φωτογράφου και μου στέρησε φωτογραφικές στιγμές ανεκτίμητης αξίας στον τερματισμό, αλλά τον δικαιολογώ. Δεν γινόταν να κάτσεις για πολύ, μετά από τον αγώνα. Το θερμοισορροπητικό μας ήταν απροετοίμαστο για τέτοια αλλαγή. Στο ταξίδι της επιστροφής παραλίγο η χιονόπτωση να μας αποκλείσει στη Βουλγαρία. Μια μόλις βδομάδα πριν ψηνόμουνα στη Βουδαπέστη. Απίστευτο μου φαινόταν.
Κάθε στροφή του αγώνα ξεκινούσε από την πλατεία Alba Julia, προχωρούσε στην Bulevardul Uniril, κατέβαινε κι ανέβαινε δίπλα στον ποταμό Dambovita, ξανάβγαινε στην Uniril, έφτανε στην Alba Julia, έκοβε δεξιά στην Bulevardul Burevista επέστρεφε σύντομα, ακολουθούσε την Bulevardul Decebal κι επέστρεφε πάλι κι οριστικά στην Alba Julia, όπου ολοκλήρωνε τον κύκλο της.
Όταν έμεινα μόνος συνέχισα, αρκετά κουρασμένα, για την τρίτη στροφή. Πήρα όρκο πως μετά το VFT θα ξεκουραστώ, όσο ποτέ τα τελευταία χρόνια, και μ' όλο που, όντως, ονειρευόμουνα κρεβάτια, από μέσα μου ήξερα πως υπερέβαλλα στον όρκο. Όπως πάντα.
Στα τελευταία χιλιόμετρα των αγώνων συνήθως κάτι καλό μου συνέβαινε. Ο αργός ρυθμός μου εξοικονομούσε δυνάμεις, έστω κι αν μέχρι τότε έμεναν τόσο αφανείς, που δεν βασιζόμουν και πολύ σ’ αυτές. Το σπίρτο της αίσθησης πως πια είσαι κοντά συνήθως προκαλούσε την ποθητή ανάφλεξη. Συνέβη και στο Βουκουρέστι. Η τρίτη στροφή ήταν απελπιστικά αργή, το ίδιο και το ξεκίνημα της τέταρτης. Πολύ πάνω από 6 λεπτά το χιλιόμετρο, δυστυχώς. Όμως, επτά χιλιόμετρα πριν από το τέλος, η ώθηση δόθηκε κι ο ρυθμός μου, πλέον, υποσχόταν έναν τερματισμό, ακριβώς όπως τον είχα ευχηθεί, τότε στη Ζυρίχη. Κι ακόμα καλύτερο.
Αλλά θα συνέβαινε και κάτι ακόμα.
Σήκωσα το χέρι και χαιρέτησα την αυτοσχέδια μπάντα νεαρών, τη μόνη που συναντήσαμε. Δεν νομίζω πως ήταν της διοργάνωσης, δεν υπάρχουν μπάντες στον αγώνα της πόλης. Οι νεαροί μουσικοί, αγόρια και κορίτσια, το διασκέδαζαν. Θα τους ήθελα λίγο πιο πολύχρωμους, τα χαρούμενα χρώματα ταιριάζουν στη νεολαία, και αυτή η πόλη φορούσε συνεχώς τα γκρίζα χρώματα που είχα συναντήσει σε πόλεις της εγγύς Ανατολής. Εκεί είναι υποχρεωτικά, εδώ τι;
Είχα ήδη αρχίσει να προσπερνάω αθλητές σωρηδόν. Στον καθένα τους έβλεπα τον παλιό κουρασμένο μου εαυτό, αυτόν που κουβαλούσα και με κουβαλούσε στους αγώνες πριν από κάποια χρόνια. Μόνο ένας, περίπου στην ηλικία μου, με πέρασε φορτσάτος, κάπου στο 37ο. Κοίταξα το χρώμα στο νούμερό του, πήγαινε τόσο καλά που σκέφτηκα μήπως ήταν ο τέταρτος μιας από τις ομάδες σκυταλοδρομίας. Μπα, μαραθωνοδρόμος ήταν. Τι να γίνει, κάποιοι έχουν ακόμα καλύτερη στρατηγική. Όμως όχι, λίγες εκατοντάδες μέτρα παραπέρα τον είδα να επιβραδύνει. Τον πλησίαζα σταθερά. Μάλλον βιάστηκα να ανοίξω, ομολόγησε λαχανιασμένα. Μιλούσε καλά αγγλικά. Δεν ξέρω την υπηκοότητά του, αλλά, στατιστικά κρίνοντας, ήταν Ρουμάνος.
Όταν κάποιος σου ανοίγει κουβέντα, είναι αγένεια να φύγεις αμέσως. Έκοψα κάπως εγώ, άνοιξε κάπως αυτός και συνεχίσαμε για λίγο, πλάι-πλάι. Συμφώνησα πως ναι, βιάστηκε. Με ρώτησε για το χρονικό μου στόχο, αυτός πήγαινε για 4.30, αλλά τώρα... Του είπα πως το ίδιο σκοπεύω κι εγώ και πως αν καταφέρει να με ακολουθήσει θα τον οδηγήσω στα σίγουρα. Του φάνηκε δύσκολο. Με ρώτησε αν είναι ο πρώτος μου μαραθώνιος. Του είπα πως είναι ο τρίτος σε τρεις εβδομάδες. Φορούσα ένα αποδεικτικό στοιχείο, το καπελάκι της Βουδαπέστης, με την ημερομηνία πάνω του. Του ανέφερα για τα 110 βουνίσια χιλιόμετρα, που σκόπευα την ερχόμενη βδομάδα. Μοιάζει κλασική περίπτωση αλαζονείας, αλλά στ’ αλήθεια, το αισθανόμουν ως εκδήλωση μιας θεμιτής υπερηφάνειας. Για τους αυστηρούς θρησκευόμενους δεν υπάρχει διαφορά, και τα δυο έχουν το ίδιο ποσοστό στην αμαρτία, αλλά δεν είμαι αυστηρά θρησκευόμενος. Επιπλέον, είχα την εντύπωση πως τον βοηθούσα. Όχι μόνο επειδή η διάθεση είναι μεταδοτική, αλλά επειδή θεωρούσα πως θα τον εμψύχωνε το γεγονός ότι δεν τον συνόδευε κάποιος τυχαίος. Ελπίζω ακόμα πως του έδειξα αυτά που κι εγώ βλέπω σε άλλους, καλύτερούς μου, και πεισμώνω πως θα τα μπορέσω κάποτε.
Μπήκα μπροστά του. Το να οδηγείς κάποιον τον βοηθά κι όχι μόνο επειδή του δημιουργεί ένα διάδρομο χωρίς την κόντρα του αέρα. Ακολούθησε για λίγο, αλλά μετά άρχισε να μένει πίσω. Η απόσταση έπαιρνε να μακραίνει, όταν άκουσα μια τελευταία ερώτηση. Ποιος ήταν ο χρόνος μου στην Βουδαπέστη, την προηγούμενη εβδομάδα. Έστρεψα και του απάντησα πως και στο Βερολίνο και στη Βουδαπέστη, ο χρόνος μου ήταν ο ίδιος μ’ αυτόν που θα κάνω κι εδώ. Τεσσεράμισι ώρες
Κι ένιωσα πάλι περήφανος. Δεν την γλιτώνω την κόλαση.


Πίστεψα πως αυτή ήταν η συνάντηση της ημέρας. Ούτε πέντε χιλιόμετρα δεν απέμεναν ακόμα. Αλλά έκανα λάθος. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η συνάντηση της ημέρας έτρεχε περίπου 500 μέτρα μπροστά μου, κι εγώ, χωρίς να το ξέρω, την κυνηγούσα.
Σε κάποια στιγμή της ομώνυμης ταινίας, ο Φόρεστ Γκάμπ, με τα ορθοπεδικά εξαρτήματα στα πόδια του, προσπαθεί κουτσαίνοντας να ξεφύγει από τους αλήτες που τον κυνηγούν. Διηγούμενος μετά από χρόνια το γεγονός βεβαιώνει πως, οι άνθρωποι δεν πιστεύουν στα θαύματα, αλλά θαύματα γίνονται. Μετά η σκηνή επανέρχεται στην καταδίωξη. Τα μεταλλικά στηρίγματα αποβάλλονται από τα πόδια του, κι αυτός, ελευθερωμένος πια, τρέχει και ξεμακραίνει από τους αποσβολωμένους διώκτες του.
Ήδη, από τη Ζυρίχη, ήμουν με το μέρος του Φόρεστ Γκαμπ. Θαύματα γίνονται. Τουλάχιστον στο σπορ που αγαπώ, γίνονται σίγουρα.
Με την Ιλεάνα διασταυρωθήκαμε περίπου δυο χιλιόμετρα πριν το τέλος. Δεν ξέρω αν την λένε Ιλεάνα, έτσι θέλω να τη λέω εγώ. Δεν πρόλαβα να μάθω το πραγματικό της όνομα, ούτε και θα το μάθω ποτέ. Ήταν η τέταρτη κοπέλα μιας ομάδας σκυταλοδρομίας. Αυτή είχε ήδη πάρει τη στροφή κι επέστρεφε από την Burevista, εγώ πήγαινα φορτσάτος. Μόνο αν συνέχιζα έτσι θα μπορούσα να διορθώσω κάπως το αίσχος της τρίτης στροφής και να προλάβω τις τεσσεράμισι ώρες.
Με χαιρέτησε μ’ ένα γλυκό χαμόγελο και μια κίνηση που φαινόταν, ακόμα κι αυτή, να την κουράζει. Ανταπέδωσα ξαφνιασμένα.
Καθώς διασταυρωνόμασταν από απέναντι, την πρόσεξα καλύτερα. Ήταν μια νέα κι όμορφη κοπέλα, κάπου στα 25. Φαινόταν ν’ αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα. Τα πόδια της σχεδόν σέρνονταν, σαν να βαρύνονταν από τις μεταλλικές κατασκευές του Φόρεστ Γκάμπ. Ούτε το δεκάρι συγχωρεί, αν δεν του δείξεις σεβασμό.
Καθώς, μπρος και πίσω μου, υπήρχαν πολλοί αθλητές, αισθάνθηκα πως κάτι με καθιστούσε ξεχωριστό. Είχε παραμερίσει την συγκέντρωση που απαιτούσε η προσπάθειά της, και είχε επιλέξει έναν και μοναδικό χαιρετισμό. Κάποτε δεν θα μπορούσα, αλλά τώρα είχα τα εφόδια για να τον μεταφράσω. Ήταν ένας χαιρετισμός που μετέφερε την αθώα ζήλεια και την ειλικρινή επιβράβευση, τα ίδια ακριβώς κι απαράλλαχτα συναισθήματα που είχα νιώσει κι εγώ, τότε, απέναντι στους χαρούμενους και γεμάτους ζωντάνια συναθλητές μου στη Ζυρίχη.
Στη Ζυρίχη με είχε σώσει μια άγνωστη. Και τώρα, στο Βουκουρέστι, μολονότι δεν το ήξερα ακόμα, θα γινόμουν εγώ ο καλός κι απρόβλεπτος άγγελος για κάποιαν άγνωστη. Η ζωή είναι το μεγαλύτερο θέατρο και οι ρόλοι μας αλλάζουν διαρκώς. Μακάρι να είναι μεγάλη και πλούσια, ώστε να μπορέσουμε να τους παίξουμε όλους.


Πρόφτασα την Ιλεάνα στην τελευταία στροφή, πριν την τελική ευθεία. Φαινόταν χειρότερα. Ίσως και να την παίδευαν οι τύψεις, αφού η καθυστέρησή της έριχνε πίσω το χρόνο όλης της ομάδας. Φαντάστηκα πως είναι δύσκολο να τρέχεις μόνο 10 χιλιόμετρα και να βλέπεις να σε προφταίνουν οι μαραθωνοδρόμοι, και μάλιστα του μέσου όρου. Τη στιγμή που την προσπερνούσα, έστρεψα προς το μέρος της. Είχε κατεβασμένο το κεφάλι, σαν να ντρεπόταν. Σήκωσα το χέρι μου και την χαιρέτησα μ’ ένα νεύμα που ήλπιζα πως θα της μεταφέρει κουράγιο. Ανταπέδωσε με το ίδιο γλυκό χαμόγελο, αλλά τώρα μου φάνηκε μελαγχολικό. Η Ιλεάνα ήταν θλιμμένη γι’ αυτό που δεν μπορούσε. Την φαντάστηκα να ξεκινά τον αγώνα με την ορμή της ηλικίας της κι ήξερα πως μετά το τέλος του θα μεμφόταν για καιρό τον εαυτό της. Επειδή απέτυχε, επειδή δεν τα κατάφερε να φανεί αντάξια των προσδοκιών της ομάδας της. Το τρέξιμο είναι ατομικό αγώνισμα, όχι όμως όταν γίνεται με τη μορφή της σκυταλοδρομίας. Η Ιλεάνα, μετά από την κοπιαστική της προσπάθεια, δεν θα αισθανόταν άξια συγχαρητηρίων. Θα είχε την ανάγκη καλών λόγων και παρηγοριάς.
Αγνοώ πως μου ήρθε η έμπνευση. Ήταν απρόσμενο, σαν κάποιος να μου το υπέβαλλε. Δεν είχα προλάβει ακόμα ν’ απομακρυνθώ. Στράφηκα πίσω και της φώναξα μόνο δυο λέξεις. Follow me. Δυνατά. Με κατηγορηματικό τρόπο. Κάτι σαν παρότρυνση, κάτι σαν εντολή. Πιο ευγενικό θα ήταν να υπήρχε κι ένα try to στην αρχή, αλλά δεν υπήρχε. Άλλωστε θα το έκανε πιο σύνθετο. Μόνο δυο, απλές λέξεις, που θα μπορούσες να τις ξέρεις κι από το σινεμά.
Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να φανταστώ το αποτέλεσμα. Υπέθετα ότι, όπως κι ο προηγούμενος συναθλητής, η Ιλεάνα, απλώς δεν θα μπορούσε. Κι όμως, την είδα να μ’ ακολουθεί. Εκατό, διακόσια μέτρα, την ένιωθα πίσω μου, να κρατά σταθερά. Από τα οκτώ λεπτά του ρυθμού της είχε κατεβεί στα πέντε. Και συνέχιζε. Η Ιλεάνα περνούσε τώρα, σωρηδόν, όσους την είχανε περάσει πριν.
Είχαμε ακόμα περίπου 700 μέτρα μπροστά μας, όταν σκέφτηκα πως μπορεί να έχω κάνει κάποιο λάθος. Αν η παρότρυνσή μου είχε ξυπνήσει έναν ενθουσιασμό που δεν ανταποκρινόταν στ’ αποθέματα της δύναμής της η Ιλεάνα θα στράγγιζε τον εαυτό της περισσότερο από όσο το άντεχε, και θα κατέρρεε, πριν φτάσει στο τέρμα. Αυτή δεν είχε την εμπειρία, αλλά εγώ το είχα δει να γίνεται. Ο συναθλητής, που μόλις είχα γνωρίσει, ερχόταν από απέναντι, εμφανώς καταβεβλημένος. Υπήρξε κι αυτός θύμα της ίδιας παρόρμησης, σκέφτηκα, που τώρα απειλούσε την Ιλεάνα.
Έκοψα κάπως, για να την αναγκάσω να κόψει κι αυτή. Ξαφνιάστηκα καθώς την είδα να με φτάνει και να πλασάρεται δίπλα μου. Προσπάθησα να καταλάβω από την ανάσα της την ένταση της προσπάθειας, αλλά τα τελευταία μέτρα ενός μαραθωνίου, ακόμα και του Βουκουρεστίου, έχουν πολύ θόρυβο για ν’ ακούς άλλη ανάσα εκτός απ’ τη δική σου.
Συνεχίσαμε να προσπερνάμε κουρασμένους δρομείς. Πολλές φορές περνούσαμε κάποιον, από δεξιά εγώ, από αριστερά η Ιλεάνα, ταυτόχρονα, για να σχηματίσουμε ξανά το ντουέτο μας. Γύρισα και την κοίταξα. Έβλεπε μπροστά. Στο πρότερα θλιμμένο πρόσωπό της σχηματιζόταν ένα πλατύ χαμόγελο, γεμάτο αποφασιστικότητα και δύναμη. Τα μάτια της ήταν γεμάτα ζωντάνια. Φαινόταν ν’ απορεί κι ίδια γι’ αυτό που συνέβαινε. Ο εαυτός της, που τόσο την είχε απογοητεύσει, της είχε κρατημένη μια απρόσμενη, ευχάριστη έκπληξη.
Ήμουν ο μεγάλος κι ο έμπειρος, αλλά ακόμα μάθαινα. Τώρα, από την Ιλεάνα. Αυτή η άγνωστη κοπέλα μετέφερε στην πράξη τη μεταφυσική λειτουργία του τρεξίματος. Το περιβάλλον βοηθούσε. Ο κόσμος και οι ιαχές πλήθαιναν, και οι δυο αθλητές που φορτσάριζαν προς το Π μαγνήτιζαν τις επευφημίες. Εκατό μέτρα έμεναν μόνο, κι εμείς είχαμε σταθεροποιηθεί στις ψηλές στροφές. Οπότε…
Είχα δυο λέξεις ακόμα. Go now. Ακούστηκε σαν διαταγή, αλλά ήταν παιχνίδι. Ξεκινούσε το σπριντ.
Και μόνο γι’ αυτά τα τελευταία μέτρα θα άξιζε ο αγώνας. Τώρα τρέχαμε μ’ όλη μας τη δύναμη. Δεν σκόπευα να την περάσω, αν αναγκαζόταν να κόψει θα έκοβα κι εγώ, διακριτικά. Μόνο που δεν έκοβε. Έτρεχε σαν να μην είχαν προηγηθεί δέκα κοπιαστικά γι’ αυτήν χιλιόμετρα. Σύντομα κατάλαβα πως εγώ ήμουν αυτός που προσπαθούσε να κρατηθεί δίπλα της, και πως μπορεί να πάθαινα εγώ αυτό που φοβήθηκα γι’ αυτήν. Σε αντίθεση με την Ιλεάνα, εμένα δεν με προστάτευε η ανθεκτική ασπίδα των νιάτων. Ευτυχώς ήταν κοντά. Διέκρινα κιόλας τις φίλες της, την ομάδα της. Σχημάτιζαν μια αλυσίδα, λίγο μετά από τη γραμμή του τερματισμού. Χοροπηδούσαν μ’ ενθουσιασμό. Φαντάστηκα την πρότερη αγωνία τους. Θα την είχαν δει, πριν από ώρα, να πλησιάσει ταλαιπωρημένη για να πάρει τη στροφή της πλατείας, και τώρα, μετά από έναν αιώνα ανησυχίας, έβλεπαν έκπληκτοι να ξεχύνεται προς το τέρμα μια αναγεννημένη Ιλεάνα.
Είχα εξαρχής σκοπό να σταματήσω, ακριβώς λίγο πριν τη γραμμή, για να την αφήσω να περάσει πρώτη. Ladies first. Αλλά με βόλεψε κιόλας. Οι καρδιακοί μου παλμοί είχαν ανέβει παραπάνω απ’ ότι θα ήθελα.
Η Ιλεάνα προσγειώθηκε σ’ ανοιχτές αγκαλιές. Όταν βγήκε από αυτές ήρθε η σειρά μου. Έλαμπε από χαρά. Δυσκολευόταν να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί.
Συγχαρήκαμε ο ένας τον άλλον, της είπα πως αυτή κέρδισε στο σπριντ. Δεν ήταν και ψέμα. Πήραμε τα μετάλλιά μας και βιάστηκα να χαθώ στο πλήθος. Όταν κάτι το θεωρείς τέλειο, μην προσπαθήσεις, ούτε να προσθέσεις, ούτε ν’ αφαιρέσεις πινελιά. Θα το χαλάσεις.
Μέρες μετά, κοιτάζοντας τ’ αποτελέσματα στο σάιτ της διοργάνωσης, έψαξα να βρω την ομάδα σκυταλοδρομίας που ο χρόνος της συνέπιπτε με τον δικό μου, 4.29. Την βρήκα. Δεν υπήρχε Ιλεάνα, δηλαδή, δεν ήταν αυτό το όνομά της, αλλά δεν ξέρω σε ποιο από τα τέσσερα που έβλεπα θα έστρεφε το κεφάλι της. Στο τέταρτο, πιθανολογώ. Δεν έχει σημασία όμως, εγώ θα την λέω Ιλεάνα, έτσι κι αλλιώς. Αν κάτι το μάθεις στραβά, δεν διορθώνει εύκολα.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν δεν είχα βιαστεί να φύγω. Αν έμενα λίγο παραπάνω κι επέμενε να της εξηγήσω τι ακριβώς είχε συμβεί. Δεν ξέρω τι θα απαντούσα, ούτε σε ποια γλώσσα. Ίσως όμως και να κατάφερνα να βρω λέξεις που τις καταλαβαίνουν όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο. Θα της έλεγα, λοιπόν, για τη μαγική δύναμη που ηρεμεί μέσα μας, και ξυπνά, όταν νιώθει την αγωνία μας να φτάσουμε κάπου που λαχταράμε. Τότε πετά από πάνω μας τα ψεύτικα στηρίγματα, συντονίζει τα πόδια μας με την ψυχή μας και μας στέλνει με την ορμή του ανέμου στην ακτή της Ιθάκης μας, και στην αγκαλιά όσων υπομονετικά εκεί μας περιμένουν.


Επόμενη μέρα

Απομακρυνόμασταν από το Βουκουρέστι ένα θολό και μελαγχολικό πρωινό. Οι καλές μέρες τελείωναν, κι ό,τι είχα ζήσει ήταν τα τελευταία μέτρα μιας διαδρομής που διένυα από κεκτημένη ταχύτητα. Κάτι που είχα σχεδιάσει και προγραμματίσει μήνες πριν, όταν η πραγματικότητα στη χώρα μου δεν είχε εκδηλωθεί ακόμα τόσο σκληρή. Έμενε μόνο ο αγώνας του VFT για να τελειώσει κι αυτό το μπαράζ, μιας φρενίτιδας που κρατούσε πλέον κοντά 3,5 χρόνια, με αμέτρητους αγώνες, χιλιόμετρα κι εμπειρίες. Μετά όλα θα περνούσαν από επανεξέταση. Η ζωή μας δεν ήταν, ούτε θα ήταν ποτέ πια ίδια. Το Βουκουρέστι ήταν το τέρμα μια μακριάς πορείας αγώνων σε τόπους που θεωρούνται ξένοι, αλλά που εγώ, τώρα, τους θεωρώ δικούς μου.
Περνούσαμε ξανά την ιστορική γέφυρα, σύνορο ανάμεσα στις δυο χώρες, Ρουμανία και Βουλγαρία. Ήταν, ταυτόχρονα, και σύνορο δυο κόσμων. Χώριζε την ευτυχισμένη μου περίοδο, με μια περίοδο ανασφάλειας, που πλησίαζε απειλητικά.
Έριξα μια τελευταία ματιά στον απέραντο Δούναβη. Δεν είναι ο γαλάζιος που χορεύει στα βαλς του Στράους, αφού η ανάπτυξη ξεφορτώθηκε στα νερά τη μόλυνσή της, αλλά εμένα μου φαίνεται όμορφος. Στις όχθες του, αραγμένα πλοιάρια. Δυο έπλεαν στο βάθος. Ήταν παλιά και γερασμένα, αλλά έκαναν και θα κάνουν γι’ αρκετά ακόμα χρόνια τη δουλειά τους. Μετά η γέφυρα, ο Δούναβης κι η Ρουμανία, χάθηκαν στην αχλή του πρωινού.
Όταν η ζωή στερεύει τις υποσχέσεις της, δραπετεύουμε σε μια άλλη. Σε μια άλλη ζωή, λοιπόν, σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, βρίσκομαι πάνω σ’ ένα πλοιάριο που πλέει το μεγάλο ποταμό. Ξεκινώ από τις πηγές του, στον Μέλανα Δρυμό, κι αγναντεύω από την κουπαστή τις χώρες και τις πόλεις που περνά. Βιέννη, Βουδαπέστη, Νόβι Σαντ, Βελιγράδι, Βουκουρέστι. Έχω ένα βιβλίο στο χέρι κι ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Διαβάζω την ιστορία των τόπων και τρέχω στους μαραθώνιους των πόλεων. Εναλλάσσω τη ζωογόνο πολυκοσμία των αγώνων με την πολύτιμη μοναξιά. Κάνω μια στάση στη Βραίλα, ίσα για να δω τα μέρη που κάποτε μεσουράνησε ο Ελληνισμός. Βγαίνω στη Μαύρη θάλασσα και κοιτάζω απέναντι, μήπως και διακρίνω τα μέρη που ταξίδεψα πριν από κάποια χρόνια, ακολουθώντας το οδοιπορικό των παππούδων μου. Είναι μακριά, αλλά τα βλέπω με τη φαντασία μου. Τους βλέπω και τους ίδιους, πάλι, μπροστά μου, ένα ζευγάρι προσφιλών ηλικιωμένων. Έχω ξεχάσει τόσα πράγματα, αλλά, τι περίεργο, θυμάμαι ακόμα το νούμερο του τηλεφώνου τους. Τέσσερα μόνο ψηφία, 2918. Τους παίρνω καμιά φορά από το κινητό, αλλά δεν μου απαντούν. Τώρα όμως, σ’ αυτή την εναλλακτική ζωή, στην απέναντι πλευρά της Μαύρης Θάλασσας, όπου μ’ έφερε ένα φανταστικό πλοιάριο που διέσχισε ολόκληρο τον Δούναβη, ίσως και να σηκώσουν το ακουστικό. Θα χαρούν ν’ ακούσουν τη φωνή μου, είμαι σίγουρος. Πέρασαν χρόνια, κι έχω πολλά να τους πω.
Η Ρουμανία είναι μια χώρα της φαντασίας, εντέλει. Δεν θ’ απορήσω αν μου πουν πως δεν υπάρχει.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου