Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Έξη.




   Οι ενδορφίνες είναι φυσικές ουσίες που παράγονται στον εγκέφαλο και η δράση τους είναι ανάλογη των οπιοειδών ουσιών. Είναι ουσίες αντι stress, βασικό δηλαδή στοιχείο ευτυχίας. Επίσης μπορούν και μπλοκάρουν τα μηνύματα πόνου στο νευρικό σύστημα, με αναλγητικά αποτελέσματα ανάλογα, ή και καλύτερα, της μορφίνης. Η ίδια η λέξη προέρχεται από το συνδυασμό των λέξεων ενδογενής και μορφίνη. Με δυο λόγια, πρόκειται για φυσικές ουσίες οι οποίες ανεβάζουν τη διάθεση κι ελαττώνουν τον πόνο. Καθώς τα επίπεδά τους αυξάνονται στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια παρατεταμένης άσκησης - όπως τα περίφημα long runs των δρομέων - σ’ αυτές οφείλεται το λεγόμενο runners high, δηλαδή η περιβόητη ευφορία που νιώθουν οι δρομείς.
Το φαινόμενο της ευφορίας των δρομέων μπορεί να το βεβαιώσει ο καθένας που τρέχει, και χωρίς να χρειαστεί να προβεί σε δηλώσεις. Αυτός που επιστρέφει από το τρέξιμο, παρά την κούραση, μεταφέρει μια ευδιάκριτη ευδιαθεσία, που διαρκεί αρκετά. Αυτό, ωστόσο, που μπορούν να βεβαιώσουν όσοι ζουν με δρομείς, είναι η δυσθυμία, ο εκνευρισμός, ακόμα και οι εκδηλώσεις συνδρόμου στέρησης, που εμφανίζονται όταν, για κάποιους λόγους, ο δρομέας αποκόπτεται από τη δραστηριότητά του. Ιδίως αν αυτό διαρκέσει για αρκετό διάστημα, κάτι σύνηθες σε περιπτώσεις τραυματισμών.
Αυτό είναι εύκολα εξηγήσιμο. Ένας υψηλός πυρετός δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια διάθεσης για τρέξιμο, ένας τραυματισμός, όμως, είναι πραγματικός εφιάλτης για κάποιον που σφύζει από ζωντάνια, αλλά παραμένει καθηλωμένος εξ αιτίας ενός πόνου. Είναι πολύ δύσκολο να βιώνεις για εβδομάδες και μήνες την έλλειψη αυτού που αποτελούσε για σένα τρόπο ζωής. Αν προστεθεί το ότι παρατεταμένη αποχή σημαίνει και μερική απώλεια μιας δύσκολα κεκτημένης φυσικής κατάστασης ή και το χάσιμο ενός πολυπόθητου αγώνα, τότε το πράγμα χειροτερεύει.
Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις όπου το σύνδρομο στέρησης εμφανίζεται κατά τη διάρκεια μιας ολιγοήμερης αποχής, ή, ακόμα και στο διάστημα μιας και μόνης μέρας. Φαίνεται υπερβολικό στον οποιοδήποτε, ακόμα και στον ίδιο το δρομέα πολλές φορές, αλλά συμβαίνει. Δεν υπάρχει προπονητικό πρόγραμμα που να μην προβλέπει μια τουλάχιστον μέρα ξεκούρασης την εβδομάδα, κι όμως ένα μεγάλο ποσοστό δρομέων δηλώνει πως αυτή η μέρα είναι η δυσκολότερη. Σε πρόσφατη έρευνα, στην Αμερική, το μεγαλύτερο ποσοστό των δρομέων δήλωσε πως δεν θα θυσίαζε το τρέξιμό του για ζητήματα όπως, εργασιακή συνάντηση, οικογενειακή συγκέντρωση, συμμετοχή του παιδιού του σε κάποιο αθλητικό γεγονός, ακόμα και ελαφρά αδιαθεσία. Σύμφωνα πάντα με την έρευνα, μόνο η περίπτωση ενός άρρωστου παιδιού θα έκανε τους περισσότερους δρομείς να παρεκκλίνουν από το πλάνο τους, αλλά, και πάλι, ένα διόλου ευκαταφρόνητο 38%, ούτε τότε θα έχανε το τρέξιμό του.
Ίσως πρόκειται για την αρχή ενός προβλήματος που μπορεί να πάρει σοβαρές διαστάσεις, όπως από πρώτο χέρι μου έλαχε να ξέρω. Και μολονότι μ’ αρέσει να αισθάνομαι μοναδικός, δεν νομίζω πως αυτό που μου συνέβη αποτελεί ατομική περίπτωση. Αντίθετα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, συνέβη και συμβαίνει σε πολλά μέλη της δρομικής κοινότητας.


   Κανείς δεν ξεκινάει ξαφνικά να γίνει δρομέας μεγάλων αποστάσεων ή υψηλών επιδόσεων. Αυτά έρχονται με τον καιρό. Είναι όπως μια κουκίδα στον ορίζοντα, που όσο την πλησιάζεις την βλέπεις να μεγαλώνει και να μορφοποιείται. Η ικανότητα για μεγάλες αποστάσεις προκύπτει από τη συνεχή βελτίωση και τη ριζωμένη επιθυμία που μας σπρώχνει πάντα για κάτι καλύτερο. Citius, Altius, Fortiuς.
Ξεκίνησα να τρέχω συμπτωματικά. Την ένδοξη εποχή του Γκάλη και του Γιαννάκη οι αθλητικοί χώροι είχαν γεμίσει με μπασκέτες, τα αθλητικά μαγαζιά με μπάλες καλαθοσφαίρισης και κάθε παρέα είχε μετατραπεί σε μικρογραφία εθνικής ομάδας. Δίπλα στα πολύβουα γήπεδα της περιοχής μου υπήρχε ένα μικρό ανοιχτό στάδιο, με ταπεινή στροφή 200 μέτρων. Μ’ έστελνε σ’ αυτό η ντροπή της ήττας, η αίσθηση της αδικίας, ή ένας καυγάς στα ενδότερα του συγκρουσιακού αυτού παιχνιδιού. Ξεκίνησα να πηγαίνω πιο τακτικά, όταν επέλεξα να ασχοληθώ με την ορειβασία. Η ορειβασία ήταν ένα άθλημα όπως ακριβώς το ήθελα. Με σωματική και ψυχοπνευματική διάσταση. Με κοινωνικότητα και συντροφικότητα. Χωρίς φάουλ, εντάσεις, νικητές και νικημένους. Κάτι που σου χαρίζει την αίσθηση του μεγαλείου, αλλά ταυτόχρονα σε βοηθά να συνειδητοποιείς την ασημαντότητά σου. Το βουνό τοποθετεί τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις. Δεν υπήρξε κορυφή που να μην με βοήθησε να ξεχάσω τις σκοτούρες μου. Όπως και το τρέξιμο, νομίζω πως δεν θα σταματήσω ποτέ να το κάνω.
Για να χαρείς όμως όσα το βουνό έχει να σου δώσει χρειάζεται μια καλή φυσική κατάσταση. Ακόμα και για θέματα ασφαλείας, της δικιάς σου ή του διπλανού σου. Δεν μπορείς ν’ απολαύσεις μια ανάβαση, όταν σε τσακίζει το βάρος του σακιδίου. Ούτε μπορείς να χαρείς μια κορυφή, αν φτάσεις σ’ αυτήν ξεθεωμένος.
Το τρέξιμο, λοιπόν, ήταν απαραίτητο. Πολύ σύντομα, όμως, διεκδίκησε και κέρδισε την ανεξαρτησία του.
Δεν θυμάμαι επακριβώς πως εξελίχτηκε, μπορώ όμως να περιγράψω σε γενικές γραμμές τα στάδιά του. Η διακοσάρα στροφή, πολύ γρήγορα, αποδείχτηκε μικρή και βαρετή. Ο δασικός δρόμος, έρημος τότε, ήταν το επόμενο, φυσικό τερέν. Είχε ανηφόρες, κατηφόρες και στροφές. Πίσω από κάθε στροφή κρυβόταν ένας πίνακας, με μια άγνωστη θέα των λόφων, των βουνών και του κάμπου ανάμεσά τους. Επίσης, όσο μακριά κι αν μου φαινόταν πως πήγαινα, ο δρόμος έμοιαζε να συνεχίζει ατέλειωτος. Κάθε φορά που κατάφερνα να φθάνω λίγο παραπέρα ανταμειβόμουν από μια καινούργια θέα. Και κάθε φορά, πριν αρχίσω να επιστρέφω, έκανα μια μικρή στάση, για να δω πως ο δρόμος συνέχιζε, γεμάτος ομορφιά και υποσχέσεις. Ήταν μια συναρπαστική πρόκληση.
Όλα ακολούθησαν φυσιολογικά. Ήρθαν οι συντροφιές, οι σχέσεις, οι αγώνες. Γνώρισα την μαραθώνια κλασική διαδρομή, το 96, κάνοντας ένα χρόνο αρκετά καλό για κάποιον που δεν είχε πρόγραμμα και χρονόμετρο, αλλά έτρεχε ενστικτωδώς σ’ ένα δασικό δρόμο. Μετά ήρθε και το πρόγραμμα και το χρονόμετρο. Μαζί τους, οι καλύτερες επιδόσεις και οι περαιτέρω φιλοδοξίες. Κάτι που είχε ξεκινήσει ως βοηθητικό άθλημα άρχισε να γίνεται αυτοσκοπός. Ροκάνιζε κομμάτια που είχα φυλαγμένα γι’ άλλες πλευρές της ζωής μου. Μου χάριζε ζωτικότητα, την οποία όμως έπρεπε να διατηρώ για την επόμενη προπόνηση. Συμπεριφερόταν σαν ζηλιάρα ερωμένη, που δεν σου επιτρέπει να κοιτάξεις αλλού. Μου πρόσφερε όμορφες στιγμές, αλλά με απορροφούσε από τα υπόλοιπα ενδιαφέροντά μου, κάτι που το δέχτηκα δίχως ενοχές. Αντίθετα, μεμφόμουν τον εαυτό μου, που ενώ είχε δοκιμάσει τόσα αθλήματα, αυτό, το τόσο απλό κι ωραίο, δεν το είχα γνωρίσει πριν από τα τριάντα τόσα μου χρόνια.
Πτυχές της καθημερινότητας, κοινωνικές σχέσεις, λοιπά ενδιαφέροντα, συρρικνώθηκαν και τοποθετήθηκαν σε τροχιά γύρω από τον ήλιο του νέου αθλήματός μου. Ούτε και τότε υπήρξε πρόβλημα. Άρχισε να εμφανίζεται όμως, σιγά - σιγά, όταν οι προπονήσεις έφτασαν να γίνονται εξαντλητικές. Και καθώς, λόγω ιδεολογίας ή ιδιοτροπίας, απέφευγα τη βοήθεια ακόμα κι ενός απλού διατροφικού συμπληρώματος, έφτανα τακτικά ως το κατώφλι μιας ήπιας υπερκόπωσης. Ένιωθα πως μπορώ να κάνω τα πάντα στο στάδιο - ναι, το στάδιο είχε αντικαταστήσει τον αγαπημένο μου δασικό δρόμο, αφού στους διαδρόμους του λειτουργούσε η ακριβής χρονομέτρηση - αλλά αν το βράδυ χρειαζόμουν ένα ποτήρι νερό θα προτιμούσα να υπήρχε κάποιος που θα μου το φέρει.
Οι έξοδοι τροποποιήθηκαν ώστε να περιλαμβάνουν έγκαιρη επιστροφή για τον βραδινό ύπνο. Δεν υπήρχαν διαλείμματα, ούτε καν τα καλοκαίρια. Κάθε μια από τις ημέρες του χρόνου, συμπεριλαμβανομένων των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των ονομαστικών εορτών και γενεθλίων, θα έπρεπε να χωρά τουλάχιστον 10 χιλιόμετρα, αλλιώς δεν ήταν καλή. Όταν δεν το επέτρεπε ο φόρτος εργασίας ή οι οικογενειακές υποχρεώσεις, επιστρατεύονταν οι πιο απίθανες ώρες και τα πιο εξωφρενικά μέρη. Ζούσα δίπλα στη θάλασσα, αλλά δεν έκανα μπάνια. Συνόδευα την οικογένεια και τους περίμενα να βγουν απ' αυτήν, πίνοντας καφέ και καταστρώνοντας το δρομικό μου πλάνο. Ήμουν αρκετά εξαντλημένος και το νερό μου φαινόταν παγωμένο τις λίγες φορές που το δοκίμασα. Αλλά η συναλλαγή δούλευε. Έτρεχα και, παρότι κατάκοπος, γύριζα ευτυχισμένος. Το τρέξιμο μου χάριζε την ευτυχία κι εγώ την αποκλειστική αφοσίωση. Είχα αρχίσει να λησμονώ άλλα πράγματα, που επίσης μου έδιναν χαρά κάποτε.
Κάθε φορά που το συναντώ να συμβαίνει - και συμβαίνει συχνά - μου φαίνεται περίεργο. Άνθρωποι υψηλής αντίληψης, που μπορούν με θαυμαστή ευκολία ν’ αποκωδικοποιούν τρόπους και συμπεριφορές τρίτων, αδυνατούν ν’ αντιληφθούν κάτι εμφανές που ενυπάρχει στους ίδιους και ταλανίζει τη ζωή τους. Δεν ξέρω αν είμαι ευφυής, δεν ξέρω καν αν χρειαζόταν ευφυΐα για να συνειδητοποιήσω τι μου συνέβαινε. Αυτό που με ταρακούνησε ήταν η απλή θλιμμένη παρατήρηση μιας φίλης της παρέας μας, κάποιο βράδυ, σε μια πιτσαρία. (οι δρομείς ξέρουν τι είχα παραγγείλει, ήμουν τόσο σταθερός που δεν άνοιγα καν τον κατάλογο στα εστιατόρια). Η εύστοχη παρατήρηση της ήταν πως έχω χάσει το χιούμορ μου, αυτό το χαρακτηριστικό, που πάντα με συνόδευε. Ακόμα και το χαμόγελό μου, είχε γίνει πια σπάνιο.
Έμεινα συλλογισμένος. Η ίδια δεν είχε τον τρόπο να καταλάβει το γιατί. Εγώ όμως το ήξερα. Η κουβέντα της ήταν ένας καθρέφτης, που απορούσα γιατί έπρεπε κάποιος άλλος να μου τον φέρει μπροστά, ώστε να μπορέσω να δω τον εαυτό μου. Ήταν τόσο φανερό πως το αγαπημένο μου άθλημα είχε από καιρό αρχίσει να επιφέρει ακριβώς τα αντίθετα, από όσα το καθιστούν τόσο ωφέλιμο κι αγαπητό στους πιστούς του.

                                                            -------------------

   Το βιβλίο του Colin Blakemore ‘Η μηχανή του Νου’ είναι από αυτά που θέτουν τη μηχανή του νου μας σε βαθύ προβληματισμό. Η πλήρης εξερεύνηση της λειτουργίας του εγκέφαλου θέλει πολύ δρόμο ακόμα, καθώς το πεδίο αποδεικνύεται άπειρο, όπως και το σύμπαν. Όπως πολύ σωστά αναφέρεται, αν ο ανθρώπινος εγκέφαλος ήταν κάτι απλό, τότε, πάλι, θα ήμασταν πολύ χαζοί για να το κατανοήσουμε. Αυτό που στο προκείμενο μας ενδιαφέρει αφορά το ρόλο της χημείας στη γενικότερη συμπεριφορά. Είναι γνωστό το πόσο αυτή μπορεί να επηρεάζεται από μια απορύθμιση του θυρεοειδούς, από μια κλιμακτήριο, ή από μια απλή έλλειψη ύπνου. Η θεωρία πως τα πάντα είναι θέμα χημείας στοιχειοθετείται με τρόπο που δεν μπορείς να αρνηθείς, αλλά και δυσκολεύεσαι να παραδεχτείς. Βάσει της θεωρίας, η κάθε συμπεριφορά ακολουθείται (ή μήπως ακολουθεί;) μια συγκεκριμένη χημική αντίδραση που λαμβάνει χώρα στον εγκέφαλο.
Είναι, λοιπόν, ο έρωτας θέμα χημείας; Είναι το γέλιο ή η θλίψη αποτέλεσμα ένωσης ουσιών; Είναι η παραβατική  συμπεριφορά κατάληξη μιας ιδιοτροπίας των ορμονών; Η οργή; Η κατάθλιψη; Το πάθος; Αν ναι, τότε αυτό που ονομάζουμε ελεύθερη βούληση δεν είναι άλλο από μια ψευδαίσθηση; Είναι οι αξίες μας θέμα ορμονών κι όχι κουλτούρας; Μήπως η συμπεριφορά μας οφείλεται σε ρυάκια ουσιών που σμίγουν και χωρίζουν κι όχι σε θέματα ανατροφής και διαπαιδαγώγησης;
Και, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν η εξάρτησή μου από το τρέξιμο αποτέλεσμα εθισμού σε ουσίες που, αν και απόλυτα φυσικές, λειτουργούσαν όπως τα ναρκωτικά;


   Στα είκοσι χρόνια που τρέχω υπήρξαν αρκετοί, λιγότερο ή περισσότερο σοβαροί, τραυματισμοί. Τους περισσότερους τους προκαλούσα μόνος μου. Στην αρχή ήταν η κατάχρηση, που επέφερε το πρώτο πλήγμα. Ακολουθούσε η άρνηση συμμόρφωσης απέναντι σε εύλογες οδηγίες. Θύμα στενοκεφαλιάς, (ή ίδιον εξαρτημένου ατόμου;) κατάφερνα να μετατρέπω κάτι αρχικά ασήμαντο σε σοβαρό. Ό,τι θα μπορούσε να ιαθεί με λίγες μέρες ανάπαυλας, το έφερνα σε κατάσταση που απαιτούσε εβδομάδες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μήνες.
Το πρώτο μου σοβαρό τραυματισμό τον βίωσα τόσο βασανιστικά, που, ακόμα και σήμερα, ζω με τη φοβία της επανάληψής του. Θυμάμαι τις ατέλειωτες μέρες στην αίθουσα των βαρών του εθνικού σταδίου, όπου προσπαθούσα να παρηγορηθώ μ’ εναλλακτικές ασκήσεις. Θυμάμαι ν’ ασφυκτιώ, ν’ ανοίγω την πόρτα, ίσα για να βλέπω την παρέα των φίλων μου να τρέχει και να αισθάνομαι σαν  θηρίο στο κλουβί του. Ωστόσο, το αποτέλεσμα ήταν πως αυτό που αδυνατούσα να πράξω αυτοβούλως, το έπραττα αναγκαστικά. Ήμουν σε υποχρεωτική  αποχή από το τρέξιμο. Δεν έτρεχα, διότι δεν μπορούσα να τρέξω.
Σ’ έναν από τους ύστερους, όμως, τραυματισμούς οι αντιδράσεις μου ήταν διαφορετικές. Δεν μ’ ενδιέφερε πια να τρέξω, διότι δεν είχα το κουράγιο ν’ αρχίσω από την αρχή, ούτε να ξεκινήσω μια καινούργια πάλη με το χρονόμετρο. Άλλωστε, είχαν περάσει χρόνια, κι ίσως να μην είχα καν την ικανότητα να επανέλθω στο παλιό μου επίπεδο. Τι νόημα είχε, λοιπόν, να επιμείνω σε κάτι που δεν θα μπορούσα πια να το κάνω καλύτερα, απ’ ότι το έκανα κάποτε;
Σταμάτησα το τρέξιμο. Επέστρεψα ξανά στα παλιά μου ενδιαφέροντα. Μ’ έπιασε απελπισία όταν συνειδητοποίησα πόσο πίσω είχαν μείνει τα διαβάσματά μου. Δεν μπορούσα πια να συνεισφέρω πολλά στις σοβαρές συζητήσεις της παρέας. Άρχισα να βλέπω μανιωδώς κινηματογράφο, έπρεπε να καλύψω τα κενά. Βιαζόμουν να επουλώσω τα χάσματα που είχαν δημιουργηθεί. Ήταν η εποχή που έγραφα βιβλία, και δεν μπορείς να γράφεις βιβλία αν δεν διαβάζεις βιβλία, όπως δεν θα μπορούσα να γράψω για το τρέξιμο αν δεν έτρεχα. Με βοηθούσε που οι μέρες μου είχαν πια περισσότερες ώρες. Τα απογεύματα είχαν ελευθερωθεί και μεγαλώσει. Μπορούσα να παρακολουθώ συναυλίες που ξεκινούσαν στις 12 το βράδυ και τελείωναν στις 4,30 το πρωί. Δεν υπήρχε long run στο πρόγραμμα της επομένης. Ήμουν ελεύθερος. Κι υπήρξαν στιγμές που έφτασα να μέμφομαι το τρέξιμο, γι’ αυτά που είχα στερηθεί εξ αιτίας του.
Παρόλο, λοιπόν, που το τρέξιμο, μ’ όλες τις παράγωγες ουσίες του, είχε ενσωματωθεί στη ζωή μου, εν τούτοις, είχα καταφέρει να μπαινοβγαίνω. Και όταν επανήλθα, οριστικά αυτή τη φορά, έχω την πεποίθηση πως δεν ήταν οι ενδορφίνες μου που το αποφάσισαν.


Πρωί Κυριακής, 7 Σεπτεμβρίου 2008
   Το πρώτο Σαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου του 2008 το πρόγραμμα του ορειβατικού μου συλλόγου προέβλεπε ανάβαση στον Όλυμπο, από τη δύσκολη και μακρινή κόψη του Μπαρμπαλά. Ήταν μια από τις πιο ζεστές μέρες που θυμάμαι. Επιπλέον, λίγο πριν βγούμε από την πίσω πλευρά στο καταφύγιο του Σ.Ε.Ο. Θεσσαλονίκης, ένα πέρασμα μου φάνηκε αρκετά επικίνδυνο, για να επιχειρήσω να το κατεβώ την επομένη. Έτσι, το πρωί της Κυριακής, επιστρέφαμε από διαφορετική διαδρομή, από το μονοπάτι που περνά από το λαιμό της Σκούρτας.
Το τρέξιμο και οι αγώνες ήταν παρελθόν, ορισμένων, αλλά καθοριστικών μηνών. Ένα φοβερό στραπάτσο στο μαραθώνιο της Ζυρίχης, κι ένα επόμενο στο Περτούλι, ήταν το πλήγμα στον εγωισμό που συμπλήρωνε τους λόγους της απόφασής μου, να αποκοπώ οριστικά από κάτι στο οποίο, έτσι κι αλλιώς, παρέμενα με μισή καρδιά. Έκανα θαλασσινά μπάνια με την ψυχή μου εκείνο το καλοκαίρι, που σε συνδυασμό με τις αναβάσεις μου στα βουνά καθιστούσαν το ζήτημα της φυσικής μου κατάστασης καλυμμένο.
Και δεν ξέρω ποια θα ήταν η εξέλιξη της ζωής μου, αν επιστρέφαμε από την ίδια που ανεβήκαμε διαδρομή. Ή αν επρόκειτο για μια Κυριακή από τις συνηθισμένες. Απορώ πόσο αψήφιστα είχα πάρει το γεγονός πως βρισκόμουν στον Όλυμπο μια πολύ συγκεκριμένη και σημαδιακή μέρα. Την μέρα που, κάποτε, περίμενα έναν ολόκληρο χρόνο για να έρθει. Την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, που από παράδοση φιλοξενούσε τον αγαπημένο μου αγώνα. Τον ορειβατικό μαραθώνιο του Ολύμπου.
Ο Νίκος Σιδερίδης
Κατεβαίνοντας την περιβόητη για την κλίση της Σκούρτα, είδαμε τον πρώτο, άγνωστο σε μένα, αθλητή ν’ ανεβαίνει. Τον ενθάρρυνα, ενώ είδα να πλησιάζει κι ο δεύτερος. Όταν συναντηθήκαμε τα πρόσωπά μας έλαμψαν. Ήταν ο Νίκος. Τον ήξερα από παλιά, νεαρό ακόμα. Είχα ακούσει πως έκανε προόδους στο άθλημα, αλλά εγώ ήμουν έξω απ’ αυτό για να γνωρίζω λεπτομέρειες. Το διαπίστωνα τώρα και με χαροποιούσε, καθώς θεωρώ πως ήμουν ένας απ’ αυτούς που τον επηρέασαν στο ξεκίνημά του. Σήμερα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στο χώρο του ορεινού τρεξίματος.
Με την ομάδα μου χειροκροτήσαμε, έναν έναν, όλους τους αθλητές, μέχρι τον τελευταίο. Και ζήλεψα έναν έναν, όλους τους αθλητές, μέχρι τον τελευταίο. Γιατί κι ο τελευταίος, ίδρωνε, πάσχιζε, δεν θα κατάφερνε να τελειώσει τον αγώνα, αλλά ήταν εκεί. Σε κάθε έναν από τους ανθρώπους που πάλευαν με μια ανυπόφορη θερμοκρασία, σε μια ατέλειωτη ανηφορική διαδρομή, έβλεπα ξανά τον εαυτό μου. Εκείνη τη στιγμή είχα γυρίσει. Δεν έτρεχα, αλλά ήμουν πάλι δρομέας. Η απόφαση πάντα προηγείται και το σώμα ακολουθεί.
Την επόμενη κιόλας εβδομάδα πάσχιζα να βγάλω έναν αγώνα 16 χιλιομέτρων στα Γιαννιτσά. Την αμέσως επόμενη, έναν ημιμαραθώνιο στην Αριδαία. Την αμέσως επόμενη, τον πρώτο ορεινό αγώνα στον Μπούρινο. Ήταν Σεπτέμβριος του 2008 κι είχα αποδυθεί σ' ένα αγωνιστικό σερί που, αν και εξασθενημένο λόγω κρίσης, διαρκεί ακόμα. Ήμουν σαν ένας διψασμένος που βουτούσε ολόκληρος στη στέρνα. Ένας αναβαπτισμένος πιστός. Ένας εμφορούμενος από μια ζωογόνο μανία.
Επρόκειτο για μια φρενίτιδα. Το 2009 έτρεξα σε 23 αγώνες - η βενζίνη ήταν φθηνή τότε και μπορούσα να τραβολογιέμαι στα διάφορα σημεία της χώρας. Το 2010 σε 25. Το 2011 μόνο 12, αλλά ήταν οι μεγαλύτεροι που έχω τρέξει ποτέ. Για πάνω από 3 χρόνια δεν υπήρξε Κυριακή με αγώνα εντός ή και εκτός βολής, από Θράκη μέχρι Πελοπόννησο, που το όνομά μου να λείπει από τη λίστα των συμμετοχών. Ξανάγινα συνδρομητής στο αγαπημένο μου περιοδικό, Runners World. Προμηθευόμουν ταυτόχρονα και το ελληνικό. Έστειλα επιστολή στη στήλη των αναγνωστών του, σχετική με την επιστροφή μου στο άθλημα, και κέρδισα ένα ζευγάρι Ν.Β. Δεν ήταν αρκετά, αφού, ταυτόχρονα, είχε επιστρέψει και το πάθος μου για τα αθλητικά παπούτσια. Τα ράφια μου σύντομα γέμισαν από μοντέλα όλων των εταιριών - ακόμα διαθέτω αφόρετα ζευγάρια τα οποία μπορούν να με καλύψουν για μια μακρά περίοδο οικονομικής ύφεσης. Ξαναβρήκα τους φίλους μου και τις παλιές μας συζητήσεις. Ξαναθυμήθηκα τις ιστορίες που μας συνέδεαν, τόσα χρόνια, σε προπονήσεις και αγώνες. Το τρέξιμο μπήκε στο καθημερινό μου πρόγραμμα. Ούτε μια μέρα χαμένη, όπως παλιά. Η ζωή μου είχε ξαναβρεί το χαμένο της στόχο.
Με λίγα λόγια, ήμουν πάλι εξαρτημένος.



Όχι. Δεν ήμουν.
Δεν υπήρχε πια άγχος, μόνο χαρά. Δεν υπήρχαν χρονομετρημένες προπονήσεις, αλλά αποστάσεις γενικής διάρκειας. Δεν υπήρχαν απαιτήσεις επιδόσεων, ήξερα πως ποτέ δεν θα ξανάβρισκα την παλιά μου, όχι σπουδαία έτσι κι αλλιώς, ταχύτητα. Ανακάλυψα, όμως, πως μπορώ να πηγαίνω μακρύτερα, περισσότερο απ’ όσο ποτέ μου είχα φανταστεί. Η έκταση της απόστασης που μπορούσα να καλύψω ήταν η νέα μου και απείρως συναρπαστικότερη πρόκληση. Στους περισσότερους πλέον αγώνες κατατασσόμουν αρκετά κάτω από τη μέση, αλλά ήμουν με ασφάλεια μέσα στα χρονικά περιθώρια των διοργανωτών. Δεν μ’ ένοιαζε η θέση, μ’ ένοιαζε να τελειώσω εμπρόθεσμα, όσους περισσότερους αγώνες μπορώ, κι αυτό το κατάφερνα ακόμα και στους πιο απαιτητικούς από αυτούς.
Και, το κυριότερο, ήμουν ο εαυτός μου. Με το χιούμορ και τα ενδιαφέροντά μου. Με τις παρέες και τις συντροφιές μου. Η προετοιμασία και οι αγώνες δεν ήταν ψυχικό άγος, αλλά μια γιορτή από την οποία δεν ήθελα  να λείπω.  Η συμμετοχή μου σ’ αυτούς συνδεόταν με την ευκαιρία για μια οικογενειακή εκδρομή ή ένα ταξίδι, όπου όλοι ήμασταν ικανοποιημένοι. Τα ξενύχτια περιορίστηκαν πάλι, αλλά δεν ήταν παραχώρηση στον επανακτημένο τρόπο ζωής μου. Δεν ήθελα να ξενυχτώ, έτσι κι αλλιώς. Με τα χρόνια οι συνήθειες αλλάζουν. Ως νέος, σπάνια έβλεπα την ανατολή. Τώρα προτιμώ να πετιέμαι γεμάτος ζωντάνια από το κρεβάτι, κάτι που το οφείλω στο τρέξιμο.
Είμαι, λοιπόν, ξανά στο δασικό μου δρόμο και ξαναβρίσκω το παιδί που ήμουν, μέσα στις διαδρομές του. Μετρώ το αεροβικό μου κατώφλι όχι με ρολόγια, αλλά με την ικανότητα να συντηρώ μια κουβέντα με τους φίλους μου, τρέχοντας στον καθαρό αέρα και στα εναλλασσόμενα τοπία.
Κι ας κάνω πάλι τα παλιά μου λάθη. Αυτή τη στιγμή ένας πόνος στο γόνατο δεν θα υπήρχε, αν εφάρμοζα σε πράξη μερικά απ’ όσα η πείρα μου δίδαξε. Μόνο να ελπίζω μπορώ πως δεν θα χειροτερέψει, γιατί σκοπεύω πάλι να τρέξω αύριο. Αργά έστω, αρκεί να τρέξω. Αυτούς τους δύσκολους καιρούς το έχω περισσότερο ανάγκη από ποτέ. Τα ψυχοφάρμακα ας περιμένουν άλλους στα ράφια των φαρμακείων. Οι ενδορφίνες μου κάνουν υπέροχη δουλειά.
Αλλά δεν επιλέγουν αυτές τον τρόπο της ζωής μου. Η μουσική δεν ενεργοποιεί ενδορφίνες, κι όμως, αν για κάποιο λόγο δεν μπορούσα ν’ ακούω, θα εμφάνιζα στερητικά συμπτώματα. Όλα τα πάθη και οι λαχτάρες μας δεν είναι χημικοί εθισμοί, κι ας μοιάζουν. Το θύμα ενός άτυχου έρωτα μπορεί να αντιδρά όπως κάποιος χρόνια καταθλιπτικός, ο καθαυτός έρωτας, όμως, είναι πηγή δύναμης κι ευτυχίας. Χιλιάδες άνθρωποι πηγαίνουν στην εκκλησία, κάθε Κυριακή. Άλλοι τόσοι παρακολουθούν  ποδόσφαιρο, κάθε Κυριακή.
Εγώ, είτε σε αγώνες, είτε στον αγαπημένο δασικό μου δρόμο, τρέχω κάθε Κυριακή. Όχι γιατί μου το επιτάσσουν χημικοί λόγοι, αλλά γιατί αυτό είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής μου.
Έτσι το νιώθω, τουλάχιστον.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Ο βασιλιάς κι ο τελευταίος στρατιώτης.

στη μνήμη Νίκου Νίντου


Μέχρι πριν από κάποια χρόνια έπαιζα σκάκι. Όπως μ’ όλα τα πράγματα με τα οποία έχω κατά καιρούς καταπιαστεί το έφτασα κι αυτό σ’ ένα αξιοπρεπές ερασιτεχνικό επίπεδο και τίποτα παραπάνω. Σταμάτησα κάποτε, όταν αποφάσισα πως μου τρώει πολύ χρόνο. Αφορμή υπήρξε και μια φίλη μου, μαθηματικό μυαλό κι επάγγελμα, με την οποία διεξήγαγα τις τελευταίες μου παρτίδες. Συνήθως την κέρδιζα, αλλά ήταν ο τύπος που δεν τα παρατούσε, ακόμα κι όταν γινόταν φανερό πως δεν είχε τρόπο ν’ ανατρέψει το παιχνίδι. Αγωνιζόταν μέχρι και τον τελευταίο της στρατιώτη. Κι όταν αυτός έπεφτε, έπρεπε να κυνηγώ το βασιλιά της μέχρι το έσχατο τετράγωνο. Η τελευταία μας παρτίδα άγγιξε τις 2,5 ώρες. Παρότι έχανε, έδειχνε πολύ ικανοποιημένη που είχε παλέψει μέχρι το τέλος, αντίθετα με μένα που με φόρτιζε η οριστικοποίηση μιας βέβαιης νίκης, που όμως καθυστερούσε εκνευριστικά.
Το σίγουρο είναι πως ο χρόνος που αφιέρωνα στο σκάκι ήταν αρκετός για μια στατιστική πιθανότητα του θανάτου μου πάνω στην σκακιέρα, πόσο μάλλον που συνοδευόταν από καθισιό και άγχος. Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η πιθανότητα να πεθάνω κάποιες ώρες μετά την παρτίδα. Θα μπορούσα να πεθάνω διαβάζοντας, γράφοντας ή βλέποντας κινηματογράφο. Μόνο που κανείς δεν θα συνέδεε το θάνατό μου με το σκάκι, το διάβασμα, το γράψιμο ή το σινεμά.
Αλλάζω σκηνικό. Το φθινόπωρο του 2011 τερμάτισα τρεις μαραθώνιους σε τρεις εβδομάδες. Βερολίνο, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι. 6 μέρες μετά ξεκινούσα το VFT των 120 ορεινών χιλιομέτρων. Το τερμάτισα κι αυτό. Όλα μέσα σε διάστημα ενός μήνα. Έζησα μια από τις ωραιότερες περιόδους της ζωής μου, που ακόμα κι αν βρω τη δύναμη δεν θα βρω τον κουμπαρά για να την επαναλάβω. Μην βιαστείτε να με μεμφθείτε, αυτά που διαβάζετε δεν είναι αποτέλεσμα κρίσης αλαζονείας. Είναι τα αποτελέσματα ενός πειράματος που δεν θέλω να κρατήσω για τον εαυτό μου. Ανάλογα πειράματα θα έχουν κάνει κι ο φίλος μου Δημήτρης Βενετικίδης ή ο αγαπητός Γιάννης Γερμακόπουλος, (περιορίζω το παράδειγμα σε ίδιας ή και μεγαλύτερης από μένα ηλικίας αθλητές), αλλά αυτά δεν αφορούν τους περισσότερους από εμάς. Πρόκειται για χαρισματικές περιπτώσεις ατόμων, που μας εμπνέουν, αλλά δεν γίνεται να μιμηθούμε όσα κάνουν, παρά μόνο προσαρμόζοντάς τα στα δικά μας δεδομένα. Αλλά τους αγώνες που κατάφερα εγώ, είμαι σίγουρος, τους μπορούν οι περισσότεροι, πόσο μάλλον στους συγκεκριμένους χρόνους, που δεν αναφέρω γιατί είναι αστείοι. Ακόμα κι αυτοί, όμως, μου επιτρέπουν να θαυμάζω αυτήν την υπάκουη και προσαρμοστική μηχανή που μου χάρισε η φύση. Να αισθάνομαι περήφανος και ν’ απολαμβάνω τη διάσταση που αυτή η μηχανή δίνει στην ελευθερία μου.
Δυστυχώς, αποδεικνύεται πως μερικές φορές η καταπληκτική αυτή μηχανή μπορεί να σταματήσει και μάλιστα ξαφνικά κι αδικαιολόγητα. Αποδεικνύεται πως όσο γερή κι αν την πιστεύουμε, η καρδιά μας μπορεί να πάψει να χτυπά. Όχι όμως πριν μας χαρίσει μερικές από τις ομορφότερες βόλτες της ζωής μας. Όχι πριν μας οδηγήσει στην πιο απομακρυσμένη κι αντίπερα όχθη του θανάτου. Μόνο ο έρωτας μπορεί να καταφέρει κάτι ανάλογο, αλλά κι αυτό η ποίηση στην καρδιά το αποδίδει.
Οι αιφνίδιοι θάνατοι δρομέων μας φέρνουν σε δυσάρεστη θέση άμυνας απέναντι στους άλλους και σε άβολη απέναντι στον εαυτό μας. Φαντάζομαι πως οι περισσότεροί μας ανακουφίζονται ν’ ακούσουν πως ο θάνατος του δρομέα δεν έχει σχέση με τη δραστηριότητα με την οποία ήταν συνδεδεμένη η ζωή του. Καθώς δεν είμαστε χαρισματικοί όπως οι προαναφερόμενοι αθλητές, το όριο της υπερβολής είναι εφικτό κι αρκετοί το ξεπερνάμε. Έτσι, τέτοια περιστατικά μας προκαλούν και κάποια δικαιολογημένη ανησυχία. Μήπως κι εμείς;
Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα σχετικά άρθρα και τα σχόλια που ακολούθησαν το θλιβερό περιστατικό, μήπως βρω κάτι που θα μπορούσε να με προφυλάξει από ανάλογη μοίρα. Ναι, το γνωρίζω, είναι απαραίτητες οι ιατρικές εξετάσεις. Μην ακολουθείτε το παράδειγμά μου, εγώ δεν κάνω ποτέ. Τρέχω για ν’ αποφεύγω τους γιατρούς κι όχι για να τους βλέπω πιο τακτικά απ’ όσο οι καθιστικοί τύποι. Μόνο οι ορθοπεδικοί σπάζουν τον κανόνα. Επίσης ο φόβος μιας γενικής εξέτασης με στρεσάρει τόσο που νομίζω πως θ’ αρρωστήσω περιμένοντας τ’ αποτελέσματα. Παραείμαι δειλός για να κάνω εξετάσεις. Ιδίως όταν το λιγότερο που περιμένω απ’ αυτές είναι να μου υποδείξουν χαμηλά επίπεδα σιδήρου, πράγμα που σημαίνει πως είτε εγκαταλείπω την επιθυμία των υπεραποστάσεων είτε μπαίνω σε διαδικασία διατροφικών συμπληρωμάτων, που δεν επιθυμώ. Θ’ αρκεστώ στο σίδηρο που περιέχει το πιάτο μου. Επαναλαμβάνω, δεν είναι συμβουλή για σας. Ακολουθείστε όσα οι ειδικοί συνιστούν. Έχουμε εξαιρετικούς γιατρούς, προπονητές και διατροφολόγους στο χώρο μας. Εγώ δεν είμαι τίποτα απ’ όλα αυτά.
Κι όμως, αν κάτι μ’ ενοχλεί περισσότερο στην ιδέα ενός ξαφνικού θανάτου μου είναι αυτό που προείπα. Ότι θα συνδυαστεί με τη δραστηριότητα που μου χαρίζει ζωή κι ευτυχία. Καθώς τελευταία έχω αδυνατίσει κάπως, ήδη ο κύκλος μου συσχετίζει τη γενικότερη υγεία μου μ’ αυτό. Και τουλάχιστον σε τρεις περιπτώσεις έπιασα την καρδιά μου να χτυπά σε ρυθμούς που μου φάνηκαν όχι απλώς προειδοποιητικοί, αλλά αποχαιρετιστήριοι.
Ωστόσο, όλες τις υπόλοιπες φορές, τα φτερουγίσματα της καρδιάς μου ήταν τόσο ευεργετικά που θα έλεγα χαλάλι, σ’ οτιδήποτε. Κι ας με τρομάζει η ιδέα πως με λιγότερο καλή τύχη θα χρησίμευα ως αρνητικό παράδειγμα για τους φίλους μου δρομείς, ενώ φροντίζω επιμελώς για το αντίθετο. Αλλά δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω  γι’ αυτό.  Πόσο μάλλον όταν δεν κάνω αυτό που ξέρω πως πρέπει.
Τον κύριο Νίκο δεν τον γνώριζα. Η είδηση για το θάνατο ενός δρομέα έφτασε στον απόηχο του μεγάλου αγώνα. Κατόπιν, στο φόρουμ του RN, ήρθαν οι πρώτες πληροφορίες. Επρόκειτο για γνωστό άτομο, διαπίστωσα. Μεσολάβησαν κάποιες στιγμές άρνησης από τον περίγυρό του, αλλά οι μετέπειτα ειδήσεις διέλυσαν τις ελπίδες. Ήταν κάποιος γνωστός κι αγαπητός, ακόμα και σε μερικούς που δεν τον είχαν συναντήσει ποτέ. Έμαθα πως τον θρήνησαν στην κηδεία του κι έτρεξαν σε αγώνα που έγινε στη μνήμη του. Διάβασα πλημμυρισμένα από συγκίνηση σχόλια. Νομίζω πως τα ειλικρινή συλλυπητήρια είναι η καλύτερη παρηγοριά για τους συγγενείς. Οι συγγενείς σηκώνουν το περισσότερο βάρος, αλλά πάντα κάποιο μέρος του ελαφρύνεται απ’ όσους συναισθηματικά βρίσκονται κοντά τους. Και, στην συγκεκριμένη περίπτωση, κοντά τους βρέθηκαν πολλοί.
Δυστυχώς, το αιωνία η μνήμη είναι ένα συμβατικό ψέμα που αιωρείται μέσα κι έξω από τις εκκλησιές. Εκτός κι αν ο αγώνας καθιερωθεί σε ετήσια βάση, η μνήμη του κύριου Νίκου δεν θα είναι αθάνατη. Η μνήμη όλων μας θα σβήσει μαζί με τον τελευταίο άνθρωπο που θα μας θυμάται. Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα και κανείς δεν μπορεί να μας μεμφθεί γι’ αυτό. Κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει περισσότερα.
Φαίνεται, όμως, πως ο κύριος Νίκος κατάφερε περισσότερα απ’ όσα του ζητήθηκαν. Κατάφερε να κερδίσει το γύρω του κόσμο. Να αγαπηθεί, κάνοντας αυτό που αγαπά. Να συγκεντρώσει γνωστούς κι άγνωστους σ’ ένα κύκλο που δεν χωρά καμιά αντιπαράθεση. Κατάφερε να αποκτήσει το ειδικό βάρος όσων η απουσία γίνεται αισθητή, ακόμα και σ’ αυτούς που δεν τους γνώρισαν. Είναι τυχεροί κι άξιοι όσοι φεύγοντας από τις ζωές μας παίρνουν ως αντίδωρο κάτι από αυτά που μας χάρισαν.
Η θρησκευτική εκδοχή της μετά θάνατον συνέχειας παραμένει η πλέον παρηγορητική. Η επιστημονική θεωρία περί της μετατροπής μας σε αστρόσκονη, που θα συνενωθεί για να σχηματίσει νέα πράγματα, μάλλον είναι λιγότερο παρηγορητική, αλλά περισσότερο αλτρουιστική. Θα τελειώσουμε εμείς, για να ξεκινήσει κάτι άλλο. Σκέφτομαι πως αυτό καθιστά το θάνατο δυσκολότερο για τους εγωιστές κι ευκολότερο γι’ αυτούς που έχουν μάθει να δίνουν.
Δεν ξέρω αν ο κύριος Νίκος συνήθιζε τις εξετάσεις, ούτε τι αυτές του υπέδειξαν. Έχω την αίσθηση, όμως, πως έζησε σαν βασιλιάς μέχρι την τελευταία του στιγμή, μέχρι τον τελευταίο του στρατιώτη. Δεν ξέρω αν θα προτιμούσε να παρατήσει την παρτίδα για να ζήσει μια μεγαλύτερη κι άπραγη ζωή. Ξέρω ότι έφυγε με το ίδιο χαμόγελο που είχε η φίλη μου, όταν η παρτίδα τέλειωνε, όχι όμως πριν εξαντλήσει την έσχατη σταγόνα που της έδινε έργο και νόημα. Έτσι, ας μου επιτραπεί να αφιερώσω στον κύριο Νίκο το παρακάτω, γλυκό σαν βάλσαμο, τραγουδάκι. Είναι γραμμένο για έναν κύριο Νίκο που γνώρισα πριν φύγει, αλλά νομίζω πως ταιριάζει και σ’ αυτόν που γνώρισα μετά την αναχώρησή του. 

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Aπολογισμός 2012.



Για μένα είναι 15. Για εσάς, παραπάνω ή παρακάτω. Αλλά, για να διαβάζετε αυτές τις γραμμές, μάλλον υπάρχουν. Για τους αγώνες μιλάω, και τις στιγμές που μέσα τους ζούμε. Που τις σταχυολογούμε κάθε που ο χρόνος αναχωρεί. Τις δικές μας στιγμές, τις ιδιαίτερες. Αυτές που δεν ξεθωριάζουν με τον καιρό. Που τις σκεφτόμαστε χαμογελώντας. Που δεν τις χρωστάμε πουθενά, γιατί τις κερδίσαμε με την αξία μας. Που δεν ενδιαφέρουν κανένα ανταλλακτήριο, δεν θα τις εξαργυρώναμε, έτσι κι αλλιώς.

Ανατρέχοντας σ’ αυτές, τις ξαναζώ. Άλλωστε, είναι τόσο δυνατές, που μπορούν να τινάζουν τα στρώματα των βαριών σκέψεων και να επιστρέφουν από μόνες τους. Σαν ζωντανές εικόνες. Σαν συναισθήματα παντοτινά. Σαν αναμνήσεις και σαν προτροπές. Σαν στηρίγματα στο ταρακούνημα των καιρών που ζούμε.

Δεν ξέρω αν θυμάστε εκείνο το χρυσαφί δέντρο, λίγο πάνω από τη διαδρομή, στο Πάικο. Αν όχι, σίγουρα, θα θυμάστε κάτι άλλο που εμένα μου διέφυγε. Δεν ξέρω αν γνωρίσατε αξιόλογους ανθρώπους, ή αν δέσατε φιλίες, όπως είχα την τύχη εγώ να κάνω. Αλλά θα γνωρίσατε κάποιους άλλους, που εγώ δεν έτυχε. Θα πετύχατε τους στόχους σας, κι αν όχι δεν θα στεναχωρηθήκατε γι’ αυτό, έτσι δεν είναι; Παραμένουν μπροστά σας και σας περιμένουν.

Αλλά, σίγουρα, νιώσατε πλούσιοι, αφού πλούσιος είναι όποιος τη ζωή του γέμισε μ’ εμπειρίες. Όποιος έχει καλή υγεία και κράση μικρού παιδιού. Όποιος έχει γύρω του αγαπημένα πρόσωπα. Αρκετά οικονομικά ζόρια τραβώ τελευταία, ωστόσο δεν θα άλλαζα τη θέση μου με κανέναν από τους γνωστούς μου κατέχοντες.  Κι εσείς το ίδιο, φαντάζομαι.

Αν όχι, αν κάτι από τα παραπάνω δεν ισχύει, αν οι στιγμές σας είχαν περισσότερη απογοήτευση και άγχος απ’ όση χαρά και διασκέδαση, τότε ελαττώστε τις προπονήσεις κι εστιάστε μέσα σας. Δοκιμάστε να δείτε τα πράγματα αλλιώς. Δεν είναι δύσκολο. Μια μικρή μετατόπιση της σκέψης είναι, μια στιγμιαία αναλαμπή. Έτσι κι αστράψει, σταματάμε να χτυπιόμαστε στο τζάμι κι απλωνόμαστε στον ανοιχτό ορίζοντα.

Κι όσο για τη νέα, δύσκολη για όλους μας, χρονιά, ας προσπαθήσουμε να ξαναβρεθούμε. Ας πλημμυρίσουμε τους αγώνες, ας γεμίσουμε με μικρές, σύντομες γιορτές τη ζωή μας. Από κάθε Δευτέρα θα ξεκινά μια δύσκολη εβδομάδα, αλλά τις Κυριακές δεν θα μας νοιάζει αυτό. Δεν θα βρίσκει ανάμεσά μας τόπο η μελαγχολία. Θα χαθεί σε μια στροφή μονοπατιού, θα την παρασύρει κάποιο ατίθασο ρέμα. Θα ξαναβρούμε τους φίλους μας και θα μοιάζουν όλα όπως πριν. Θα ανανεώσουμε τα ραντεβού μας και θα κυνηγήσουμε τους καινούργιους μας στόχους. Θα καταστρώσουμε τα μελλοντικά μας σχέδια, κι ας μην γίνει δυνατόν να πραγματοποιηθούν όλα. Και μόνο που τα ονειρευόμαστε αρκούν.

Και, μακάρι, να είμαστε πάλι εδώ, σε δώδεκα μήνες, να αναπολήσουμε όσα κάναμε. Να μετρήσουμε τους καινούργιους φίλους μας, να κλείσουμε σε κόκκινο κύκλο τις ημερομηνίες της χρονιάς που περιμένει, να προοιωνίσουμε τις ωραίες στιγμές που λαχταράμε να ζήσουμε. Θα τα καταφέρουμε, νομίζω. Ας αφήσουμε τον ιδεατό μας εαυτό να δώσει, σε μας πρώτα, το παράδειγμα κι όλα θα πάνε καλά.  


                                                               ------------------------



1) Χορτιάτης Trail Run. 4 Μαρτίου. Ούτε που φανταζόμουν πόσο συναρπαστικός μπορούσε ν’ αποδειχτεί αυτός ο σπαρμένος με κεραίες ορεινός όγκος. Στον πρώτο αγώνα της χρονιάς το ανακαλύπτω. Το τερέν του, χώμα, λάσπη, πέτρες, χιόνι, πάγος, τα πάντα δηλαδή. Κι ο Στυλιανός, εγγύηση. Ο τραυματισμός που με ανησυχούσε σαν να ξεπεράστηκε, κι η τύχη να κερδίσω ένα ζευγάρι παπούτσια, επιπρόσθετη. Ό,τι καλύτερο για ξεκίνημα χρονιάς, αναμφιβόλως. Πάντα τέτοια, μου εύχομαι, λησμονώντας πως οι ευχές μόνο όταν τις απευθύνεις στους άλλους αξίζει να ευοδωθούν.

2) Άεθλος. 18 Μαρτίου. Το Σειχ Σου το τρέχεις και χαίρεσαι που υπάρχει. Αλλά και το φαντασιώνεσαι πριν τη φωτιά. Ιδίως όταν η εμπροσθοφυλακή των ζεστών ημερών έχει φτάσει απρόσμενα νωρίς. Διάολε, δυο βδομάδες πριν, πάγωνες στον Χορτιάτη και τώρα δεν σου φτάνει το νερό. Πάλι κάτω από το μέσο όρο της κατάταξης βρέθηκα. Όλο λέω πως δεν με νοιάζει, αλλά πάντα χαίρομαι κάτι παραπάνω όταν δεν συμβαίνει αυτό. Δεν πειράζει, θα μεγαλώσω και θα ωριμάσω κάποτε. Άλλωστε, και μόνο που μπορείς να υποκρίνεσαι αποτελεσματικά τον ώριμο, σημαίνει πως κοντεύεις να το καταφέρεις.

3) 7ος Μαραθώνιος Μέγας Αλέξανδρος. 1 Απριλίου. Άλλος ένας παρέα με τον αδερφό μου. Πάλι δεν κατάφερε τις 4 ώρες, αλλά δεν τον στεναχωρεί πια. Μας αρκεί που τερματίσαμε χαρούμενοι. Λίγο πριν την εκκίνηση συναντώ την Γεωργία. Καιρό είχαμε να τα πούμε. Την Γεωργία, την αθλήτρια των Πυρηναίων, του UMTB, του Mythical, του Rout, κι ένα σωρό ακόμα, που μόνο προσωπικός βιογράφος θα μπορούσε να της τα συμμαζέψει. Μου εξιστορεί μια θύελλα στο Mont Blanc και κάνει τον ευθυτενή μαραθώνιο να μοιάζει πιο φιλικός απ’ το σαλόνι μου. Το κουράγιο κάποιων ανθρώπων μεταγγίζεται, αρκεί να ξέρεις τον τρόπο.

4) Sfendami Mountain Festival. 21 Απριλίου. Φεστιβάλ, κυριολεκτικό. Ατέλειωτο πλήθος δρομέων και ποδηλατών, που βρέθηκαν όλοι αυτοί; Και ποιος από εμάς ήξερε την Σφενδάμη πριν από κάποια χρόνια; Η άλλη διάσταση των αγώνων, αυτή, της γνωριμίας ενός τόπου. Η διαδρομή πρόσφορη για μειδίαμα σκληροπυρηνικών, αλλά η εκδρομή μια χαρά συνταιριάζει το πράσινο της εξοχής, το γαλάζιο της θάλασσας και την άνοιξη, που, ναι, ήρθε και φέτος, μια ματιά ολόγυρα αρκεί για να καταλάβεις πως βρέθηκες στην καρδιά της.

5) Paggaio Trail Run Race. 13 Μαΐου.  Εδώ και χρόνια αυτό το μονοπάτι μ’ ανεβάζει στο αγαπημένο μου βουνό. Τώρα με συναντά με νέα αμφίεση κι άλλους σκοπούς. Η μοναξιά του σπάει για σήμερα, οι γαλήνιες πλαγιές αντιλαλούν πρωτοφανή ζωντάνια. Αύριο θα επιστρέψει στη μοναξιά. Λίγο πριν το τέλος, το μαγγάνιο που καταπίνω για να μην προσβάλλω ευγενικό συναθλητή, μου σφοντυλιάζει τον ουρανό. Ζωγραφίζω οχτάρια. Καιρό είχα να φοβηθώ πως θα πεθάνω. Πίνω από ευλογημένο ρυάκι και σώζομαι. Ευτυχώς, γιατί τερματίζοντας μου ζητούν δήλωση στο μικρόφωνο. Βάζω τα δυνατά μου και ξεγελιούνται πως είμαι ζωντανός. Ο ήλιος προβολέας, διαλαλεί τις χάρες του βουνού, αλλά μια αναπάντεχη καταιγίδα δεν περιμένει όλους τους δρομείς να τερματίσουν. Η αναστάτωση είναι στο πρόγραμμα τέτοιων πραγμάτων. Στεγνοί και βρεγμένοι εύχονται και του χρόνου.    

6) 20 χλμ. στα βήματα του Αποστόλου Παύλου. 27 Μαΐου. Τον εμπνευστήκαμε, τον δουλέψαμε, του δώσαμε ζωή. Πασχίζουμε να τον διατηρήσουμε, παρά την αδιαφορία όσων δεν θα έπρεπε ν’ αδιαφορούν. Τον συντηρεί η ψυχική ευρυχωρία κάποιων λίγων, που δουλεύουν και τον πληρώνουν απ’ την τσέπη τους, σεμνά κι αθόρυβα, ούτε τ’ όνομά τους δεν μας επιτρέπουν ν’ αναφέρουμε. Δεν ξέρω πως θα τον μπορέσουμε δωρεάν και του χρόνου. Ούτε καταφέραμε κάτι ανάλογο της επιτυχίας της λίμνης των Ιωαννίνων. Δεν πειράζει. Τρέχουμε τόσοι πολλοί στην πόλη μας, που μόνο για μας θα άξιζε να γίνεται. Όχι πως είμαστε μόνοι, δηλαδή. Και ιδιαίτερα εγώ, δεν ήμουν καθόλου μόνος στη διαδρομή. Δεν βάλαμε γλώσσα μέσα. Τερμάτισα με την πρώτη και παντοτινή δρομική μου συντροφιά, εγκαινίασα μια καινούργια. Θα γελάμε για πολύ καιρό με τα απρόοπτά του.
 
7) 3ος Αγώνας Δρόμου Νερού. 3 Ιουνίου. Το μονοπάτι που εξερεύνησες με τον ορειβατικό σου σύλλογο, που άνοιξες και καθάρισες με τους φίλους σου, που περπατάς πάνω του ή καμαρώνεις από απέναντι. Τρέχεις όπως παιδί στην αυλή του σπιτιού του. Δεύτερος τερματισμός αγώνα με τον Χρήστο. Το πανηγύρι συντηρεί τη χαρά ανέπαφη κι η κούραση ασήμαντο στοιχείο. Δυο χρονιές, στο τέλος του, επέστρεψα στην Καβάλα με τα πόδια, στα πλαίσια κάποιου προπονητικού καθήκοντος, αλλά σήμερα θα χαρώ τη γιορτή. Αγώνες που ξεκινούν λίγο έξω από την πόρτα σου, ποιος θα το φανταζόταν κάποτε;

8) Δρόμος του Σειχ Σου. 10 Ιουνίου. Απρόσμενος, καλοκαιρινός, απλά, με πέτυχε στην Θεσσαλονίκη και μου έμαθε πως οι δασικοί δρόμοι και τα μονοπάτια του εκτείνονται πολύ περισσότερο απ’ όσο πίστευα. Κι η πόλη μου αποκαλύπτεται από νέες γωνιές. Να που θα ήμουν κάθε μέρα, αν ζούσα εδώ.

9) 10ος  Δρόμος Αυγερινού. 8 Ιουλίου. Πολλές φορές πέρασα από κοντά, αλλά αν δεν υπήρχε ο αγώνας δεν θα ήξερα τον Αυγερινό. Τώρα που τον γνώρισα θα ήθελα να μην απείχε τόσο από την πόλη μου. Δύσκολο ν’ αποσυνδέσω τον αγώνα από το όμορφο Σαββατοκύριακο που πέρασα εκεί. Η διαδρομή ελαφρά αλλαγμένη μου φάνηκε, αλλά η ασφάλτινη ανηφόρα του τέλους σταθερή κι ατέλειωτη. Καλά που υπήρχε πάντως, αλλιώς θα ήμουν πιο κάτω στην κατάταξη. Να το πάλι. Εκείνο το απρόσμενο μοναστήρι, κάπου στα μισά του αγώνα, υπάρχει ή είναι παιχνίδι φαντασίας; Αν  το ξαναδώ για τρίτη φορά θα βεβαιωθώ.

10) Haidou trail party. 21 Ιουλίου. Χάσαμε που δεν πήγαμε κάποιες μέρες νωρίτερα. Δροσιά μέσα στον καύσωνα, αντίσκηνο στη σκιά, ποδηλατάδα για αύριο και πανέμορφος απογευματινός αγώνας για σήμερα. Ο Χρήστος στην υποδοχή. Όταν σε υποδέχεται τέτοιο χαμόγελο ξέρεις πως όλα θα πάνε καλά. Στη διαδρομή γνωριμία με Γρηγόρη, Δήμητρα, Βασιλική. Απορούν που βρίσκω την ενέργεια ενώ κουβαλούν την απάντηση. Οι επόμενοι αγώνες θα μας δέσουν περισσότερο. Όλες οι τελευταίες μου γνωριμίες γίνονται σε μονοπάτια, αναλογίζομαι και βρίσκω έναν ακόμα λόγο για να τ’ αγαπώ. Στην επιστροφή κάνουμε να μετανιώσουν όσους δίστασαν να έρθουν.

11) Paranesti Path. 13 Οκτωβρίου. Ο πρώτος, μετά από ένα ατέλειωτο καλοκαίρι. Αλλά η ζέστη καλοκαιρινή κι ο καιρός ξεγελά. Τέτοια δίψα καιρό είχα να νιώσω. Στον τελευταίο σταθμό θα πιω όσο μπορώ κι ας σκάσω. Πίνω όσο μπορώ, αλλά δεν σκάω, ευτυχώς. Του χρόνου τον σχεδιάζουν μεγαλύτερο, κάπου στα 50. Αν δειλιάσω πάλι για το VFT, θα τον τρέξω. Καλύτερα ενυδατωμένος.

12) 2ος ημιμαραθώνιος Πάικου. 4 Νοεμβρίου. Όμορφα φθινοπωρινός. Μ’ ένα χρυσαφί δέντρο, σηματωρό, στο πλάι. Τα πρώτα χρώματα της τρίτης εποχής, που πολύ σκέφτηκε να έρθει. Η κρίση δεν άγγιξε τις συμμετοχές, ούτε τις καλές προαιρέσεις των διοργανωτών του. Όλη η ντόπια κοινωνία στο πόδι. Υποχρεωτικοί άνθρωποι. Στο αυτοκίνητο, επιστρέφοντας, ακόμα περισσεύουν μέσα μου πολλά ευχαριστώ. Η σαλαμάνδρα, σε πανό, διπλώματα και μετάλλια, τρισχαριτωμένη.

13) 3ος ημιμαραθώνιος Οχυρού Νυμφαίας.  25 Νοεμβρίου. Πέρσι δεν εμφανίστηκα, λόγω τραυματισμού. Έτρεξε φίλος με το νούμερο και τ’ όνομά μου και μου κατέφερε ατομική επίδοση. Φέτος, διάθεση πρωτοφανής, μακάρι να ήμουν έτσι κάθε μέρα. Τα πόδια μου σαν καινούργια, τα κοιτάζω για να βεβαιωθώ πως είναι δικά μου. Πισωγυρίζω τακτικά, με πρόσχημα πως συνοδεύω Θανάση και Βαγγέλη. Θα τα κατάφερναν μια χαρά και χωρίς εμένα. Ο κοινός μας τερματισμός, ανταμοιβή. Κι ο Λαμπρινός για την Νυμφαία, ό,τι ο Χρήστος για τη Χαιντού. Και μόνο που γνώρισα τέτοιους ανθρώπους θα άξιζε το τρέξιμο, επιβεβαιώνω πάλι.

14) Αγώνας δρόμου Εμ. Παππά. 2 Δεκεμβρίου. Καιρό είχε να με δει η άσφαλτος. Χρειάζεται κι αυτή. Ξεκαπνίζεις. Συναντάς τους ασφάλτινους φίλους σου. Ξαναβάζεις τ’ ακουστικά και χάρη στον Rory κάνεις τα δυο γρηγορότερα χιλιάρια της χρονιάς. Το θαύμα της τέχνης. Παραδίδω νούμερο κι επιστρέφω με τζόκινγκ, να συναντήσω τον Γιώργο. Προσπαθεί να επανέλθει από τραυματισμό. Τον εντοπίζω 3 χιλιόμετρα μακριά. Μαζί του έρχεται κι ο χειμώνας. Κάθεται πάνω σ’ ένα γκρίζο σύννεφο και ρίχνει την πρώτη παγωμένη βροχή. Μετά τον δεύτερο τερματισμό αναζητώ αγωνιωδώς τα στεγνά μου ρούχα. Τα φορώ και δεν τα αισθάνομαι αρκετά.

15) Χειμωνιάτικος Ενιπέας. 9 Δεκεμβρίου. Την τελευταία φορά που γύρισα έτσι στο σπίτι η μαμά μου τραβούσε τα μαλλιά της. Παρέα με τον Γρηγόρη, της Χαιντού, τάμα το είχαμε. Βιάζεται όταν δεν βιάζομαι, βιάζομαι όταν δεν βιάζεται, τερματίζουμε μαζί. 4 ώρες επιθυμούσαμε, 4.14΄44΄΄μας κοκκίνισε ο φωτεινός. (Βαρήκοος άγιος ανέλαβε την ευχή και μας φλόμωσε στα τεσσάρια). Δυο χρόνια πριν, με την Παρασκευή, στο 4 και 6΄ μου βγήκε και χωρίς να ζοριστώ τόσο. Προβληματίζομαι πρόχειρα και το αποδίδω στις δυσμενείς καιρικές. Η άλλη εξήγηση είναι η ηλικία, δεν με συμφέρει. Στην εθνική το σιντί ροκάρει στη διαπασών. Στην πλάτη το Λιτόχωρο και μπροστά η χειμερία αγωνιστική μου νάρκη.

 
Ευτυχισμένο, για όλους, το 2013. 





Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Τα πρώτα σκαλιά.



   Ένα πρώτο ζητούμενο για κάποιον που ξεκινά το τρέξιμο, είναι να καταφέρει να καλύψει πέντε χιλιόμετρα, χωρίς ν’ αναγκαστεί να περπατήσει. Είναι και το χρονικό σημείο της αερόβιας άσκησης, καθώς απαιτείται τουλάχιστον ένα εικοσάλεπτο τέτοιας, για να τύχεις των απολαβών της. Δεν είναι καθόλου δύσκολο, αν και μπορεί να φαντάζει έτσι σε κάποιον αγύμναστο. Το καταφέρνει ο καθένας, αρκεί ν’ αφιερώσει τον ελάχιστο χρόνο που απαιτεί η φυσική του υγεία.
Τα 10 χιλιόμετρα - ή μια περίπου συνεχόμενη ώρα τρεξίματος - έρχονται κατόπιν, κι είναι το σημείο απ’ όπου θα ξεκινούσε κάποιος να θεωρεί τον εαυτό του συστηματικό δρομέα. Ούτε κι αυτό είναι δύσκολο, αλλά απαιτεί μια σταθερότητα. Περίπου δυο μήνες είναι το διάστημα που χρειάζεται για να καταλήξει συνήθεια κάτι που κάνουμε τακτικά. Η βελτίωση που παρατηρείται σ’ όσους ξεκινούν την άθληση είναι εντυπωσιακή κι αυτό τους ενθαρρύνει να συνεχίσουν. Προοδεύουν εύκολα, αντίθετα με τους φτασμένους αθλητές, οι οποίοι χρειάζεται ν’ αυξήσουν στο πολλαπλάσιο τον όγκο της προπόνησής τους, για να δουν το όφελος ελάχιστων λεπτών, ή ακόμα και δευτερολέπτων, στις επιδόσεις τους.
Ο αρχάριος δεν πρέπει να παρασυρθεί απ’ αυτόν τον ενθουσιασμό. Είναι ακόμα πολύ ευάλωτος στους τραυματισμούς. Ακόμα περισσότερο αν προέρχεται από άλλο άθλημα, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο. Αν υπάρχει κάτι κακό στο τρέξιμο, είναι πως, σε αντίθεση με το κολύμπι ή το ποδήλατο, καταπονεί με υψηλούς και συνεχόμενους κραδασμούς τις αρθρώσεις. Ο αγύμναστος θα ξεκινήσει, εξ ανάγκης, προσεκτικά, με περπάτημα και με ολιγόλεπτο τρέξιμο, κι αυτό θα δώσει ευκαιρία στους μύες και στους τένοντες να προσαρμοστούν. Αντίθετα, αυτός που διαθέτει ικανό καρδιοαναπνευστικό σύστημα, μπορεί να ξεπεράσει εύκολα το όριο της επιβαλλόμενης σταδιακής προσαρμογής και να εκτεθεί στις επιπτώσεις της βιασύνης.
Με την συνέπεια και με τον καιρό, κάποτε φτάνεις να τρέχεις άνετα τα δέκα χιλιόμετρα. Άνετα σημαίνει να κινείσαι μέσα στο αερόβιο σου κατώφλι, ώστε το σώμα να χρησιμοποιεί ως μορφή ενέργειας τα λίπη, που είναι πάντα διαθέσιμα ακόμα κι αν θεωρείστε αδύνατοι. Αεροβική άσκηση είναι αυτή που ανεβάζει και κρατά τους παλμούς της καρδιάς γύρω στο 60 με 80 % του μέγιστου ορίου. Ο μέγιστος καρδιακός παλμός βρίσκεται αν αφαιρέσεις την ηλικία σου από τον αριθμό 220. Αλλά δεν χρειάζεται να σκοτίζεται κανείς μ’ όλα αυτά, εγώ προσωπικά δεν σκοτίστηκα ποτέ. Υπάρχει ένας ευχάριστος κι εμπειρικός τρόπος για να καταλαβαίνεις πότε βρίσκεσαι μέσα στο αερόβιο όριο, χωρίς να χρησιμοποιείς άβολες συσκευές. Αν καταφέρνεις, ενώ τρέχεις, να ολοκληρώνεις άνετα μια πρόταση, είσαι εντάξει. Αν η κουβέντα σου διακόπτεται από απότομα κι ακανόνιστα λαχανιάσματα, τότε βρίσκεσαι στο αναερόβιο στάδιο. Σ’ αυτήν την περίπτωση μάλλον δεν έχεις και όρεξη για πολλές κουβέντες.
Σταθείτε στο πρώτο στάδιο για καιρό. Δώστε ευκαιρίες στο σώμα και στην ψυχή σας να δουν ως απόλαυση, αυτό που πρέπει να είναι απόλαυση. Αν θέλετε, ή αν οι υποχρεώσεις της ζωής σας δεν σας επιτρέπουν, μείνετε εδώ, για πάντα. Δέκα χιλιόμετρα, ή μια ώρα τρεξίματος, 3 με 4 φορές την εβδομάδα είναι ιδεατό. Πολλοί το κάνουν, σταθερά, για χρόνια. Είναι οι περισσότερο ωφελημένοι. Έχουν εντάξει το τρέξιμο στη ζωή τους κι αποκομίζουν μακροχρόνια τα οφέλη του. Άλλοι εμφανίζονται δυναμικά, καταρρίπτουν ατομικά ρεκόρ, συλλέγουν δόξες και εξαφανίζονται. Κάποιους από αυτούς τους συναντάς αδρανείς και υπέρβαρους, μετά από καιρό.
Τίποτα βασανιστικό δεν μπορεί να διαρκέσει. Πολλοί έχουν την εντύπωση πως βασανιζόμαστε, αλλά αυτό συμβαίνει γιατί αγνοούν τις δυνατότητες του ανθρώπινου σώματος. Αρκετοί γνωστοί μου δυσκολεύονταν να καταλάβουν πως ο κόπος που κατέβαλλαν για να τρέξουν 3 χιλιόμετρα, δεν ήταν μεγαλύτερος απ’ αυτόν που κατέβαλλα εγώ για να τρέξω 10. Το διαπίστωσαν όταν έφτασαν να το κάνουν. Αυτοί που λαχανιάζουν στα δέκα μέτρα είναι δύσκολο να κατανοήσουν ότι μπορεί να είναι απολαυστικό να τρέχεις δέκα χιλιόμετρα. Το αποδίδουν σε γονίδια και σε ασκητική θέληση, όμως δεν είναι. Όχι μέχρι εδώ, τουλάχιστον.
Για τους υπόλοιπους που συνεχίζουν: Όταν φτάσεις να τρέχεις τακτικά δέκα, και ενίοτε 15 χιλιόμετρα, τότε έχεις βελτιώσει τις επιδόσεις σου, ακόμα κι αν δεν ήταν αυτός ο σκοπός σου. Τότε, μπορείς να δοκιμάσεις έναν αγώνα 5 ή 10 χιλιομέτρων. Στην Αθήνα, παράλληλα με τον κλασικό μαραθώνιο, χιλιάδες άνθρωποι το επιχειρούν, με καλά αποτελέσματα. Η αδρεναλίνη του αγώνα βοηθά να πετυχαίνουν χρόνους που δεν τους βλέπουν στην προπόνηση.
Και μετά προχωράς κι άλλο. Μ’ ένα καλό δεκάρι στα πόδια σου, ξεκινάς να σκέφτεσαι τον ημιμαραθώνιο. Στο βάθος της ατέλειωτης διαδρομής υπάρχει πάντα ένας ορίζοντας, που ολοένα απομακρύνεται καθώς τον πλησιάσεις. Δεν πρόκειται για μυθικό μαρτύριο, αλλά για τη γοητεία του αθλήματος. 
Αγώνες από 5 έως 21 χιλιόμετρα θεωρούνται μικροί έως μεσαίοι, εντούτοις δεν είναι καθόλου εύκολοι. Ακόμα κι ένα κατοστάρι θα σε ρίξει ξέπνοο, αν βάλεις τα δυνατά σου. Τα 5 και τα 10 χιλιόμετρα συνδυάζουν ταχύτητα κι αντοχή. Στους μύες σου συγκεντρώνεται το γαλακτικό οξύ και νιώθεις τα πνευμόνια σου να καίγονται. Οι μικροί αγώνες είναι προσφορότεροι για τους μικρότερους σε ηλικία αθλητές, αν και πολλοί άνω των 50, εκεί έξω, καταφέρνουν και διαψεύδουν αυτόν τον αφορισμό. Ωστόσο, η αντοχή είναι αυτή που διατηρείται περισσότερο με τα χρόνια κι οι μικρές αποστάσεις είναι τα θεμέλια στα οποία βασίζεται το υπόλοιπο οικοδόμημα. Είναι η ζώνη των αστεροειδών, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στον πλανήτη της απραξίας και στο ατέρμονο σύμπαν. Ακόμα είναι νωρίς, αλλά με τον καιρό θα τις βλέπεις σαν τους πρόποδες ενός βουνού, από τους οποίους ξεκίνησες για να φτάσεις ψηλότερα. Διαθέτουν ομορφιές και συγκινήσεις, όμως κάποτε ξεκινάς για την κορυφή που διακρίνεται παραπάνω.



                                           --------------------------------



   Είναι τόσοι πολλοί αυτοί οι μικροί μου αγώνες, όλα αυτά τα χρόνια, που δυσκολεύομαι να τους συμμαζέψω στη μνήμη μου. Η μνήμη είναι περίεργη, αποφασίζει αυτή τι θεωρεί σημαντικό να διατηρήσει και τι να ξεφορτωθεί. Κι εφόσον οι αναμνήσεις αποτελούν βασικό συντελεστή της προσωπικότητάς μας, σκέφτομαι πως οι σημειώσεις και οι φωτογραφίες εκείνης της εποχής βοηθούν στη σωστή της διαμόρφωση.
Οι πρώτες μικρές αποστάσεις είχαν τη μαγεία του πρωτόγνωρου και της παρθενικής ματιάς με την οποία αντικρίζεις το θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Είναι οι πρώτες δοκιμές και οι πρώτες προκλήσεις. Η θεωρία της σχετικότητας εφαρμόζει στο σύμπαν των δρομέων, κι όχι μόνο από την άποψη πως τους κρατά νεότερους, όπως το γνωστό παράδειγμα των δίδυμων αδερφών. Όταν, για πρώτη φορά, έτρεξα σε προπόνηση 10 χιλιόμετρα αισθάνθηκα πως κατάφερα έναν άθλο, καθώς μάλιστα δεν υπήρχαν τα συγκριτικά μέτρα της σημερινής εποχής. Για μένα ήταν το, μέχρι τότε, πιο πολύ. Όταν δοκίμασα τα 15 και τα 20 χιλιόμετρα, ένιωσα το ίδιο. Ένας ακόμα άθλος, μεγαλύτερος από τον προηγούμενο. Το μετά ήταν συνεχώς άγνωστο και μακρινό, αν και καταλάβαινα πια πως μπορούσα να διαμορφώνω τους όρους. Ο ορίζοντας υποχωρούσε και κάθε που κοίταζα στο πέρα αχνόφεγγε μια πρόκληση που με καλούσε να την ακολουθήσω. Και η αγαπημένη μου δασική διαδρομή, ακόμα και σήμερα, μοιάζει πολύ με τη διαδρομή που ακολούθησα, για να φτάσω από το τότε στο τώρα. Θα έλεγα πως ήταν μια προσομοίωση της. Έκρυβε συγκινήσεις το ίδιο άγνωστες μ’ αυτές που με περίμεναν στα χρόνια που κύλησαν. Δεν φαινόταν το τέλος της, όπως ακόμα δεν βλέπω το τέλος ολόκληρης της διαδρομής μου, παρόλο που δεν το φαντάζομαι πια και πολύ μακριά.
Ωστόσο, πίσω μου απομένουν πολλά από τα πρώτα στάδια, ταπεινά, από τη σημερινή μου σκοπιά, πάντα όμως προσφιλή κι αγαπημένα. Μια νοσταλγία συνοδεύει τις πρώτες μου εξερευνήσεις, τις πρώτες μου συγκινήσεις, τις πρώτες μου περιπέτειες κι απογοητεύσεις. Κάπου εκεί, στο παρελθόν, βρίσκονται και οι πρώτοι μου αγώνες. Κάποιοι σημαντικοί, κάποιοι ασήμαντοι, κάποιοι παράπλευρες εκδηλώσεις επαρχιακών γιορτών. Ουρανούπολη, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Καρδίτσα, Τρίκαλα, Κατερίνη, Δράμα. Κούπτιος, Καραισκάκιος, Δίος, Αλεξάνδρειος. Ονόματα πόλεων και αγώνων, που κάποιοι υπάρχουν ακόμα, κάποιοι όχι. Μαζί τους ονόματα φίλων και συναθλητών, που, επίσης, κάποιοι υπάρχουν ακόμα, κάποιοι όχι. Όχι στη δικιά μου διαδρομή, τουλάχιστον. Παραμένουν ωστόσο σε κάποιες στάσεις της και μου χαμογελούν μέσα από τις παλιές μας φωτογραφίες. Ίσως διασκεδάζουν που με βλέπουν να προσπαθώ να θυμηθώ και ν’ αντιστοιχίσω το σωστό σε κάθε πρόσωπο, όνομα κάθε φορά.

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Οι ορεινοί αγώνες. 1.





    Πολλοί δρομείς είναι πιστοί της ασφάλτου. Το βουνό αντιπροσωπεύει ένα δύσκολο κι επικίνδυνο για τα πόδια τους πεδίο. Οι ανηφόρες είναι ένας ατέλειωτος Γολγοθάς, και οι κατηφόρες ολέθριες δοκιμασίες. Αδυνατούν να καταστρώσουν στρατηγική και να προβλέψουν περάσματα. Οι προσπάθειές τους υπόκεινται στις ιδιοτροπίες του εδάφους και στις διαθέσεις του καιρού. Για τους προσκολλημένους στη σχέση χιλιομέτρων και χρόνου, απλά, δεν τίθεται θέμα.

  Ωστόσο υπάρχουν και οι λάτρεις του βουνού. Αν και το τρέξιμο δεν έχει στεγανά, εντούτοις, κάποιους αθλητές τους συναντάς κυρίως σε μονοπάτια και πλαγιές, σπάνια στην άσφαλτο. Είναι αυτοί που ανακαλύπτουν τη γοητεία σ’ όλα τα παραπάνω. Οι κακουχίες αντιπροσωπεύουν την περιπέτεια, οι φυσικές δυσκολίες την πρόκληση. Το ανώμαλο τερέν, με τη λάσπη, το νερό, το χιόνι, τις πέτρες και τα κλαδιά, δίνουν το συναρπαστικό τόνο στην προσπάθειά τους. Το βουνό δυναμώνει τα πόδια τους. Οι ορεινές διαδρομές διώχνουν τη μονοτονία κι αποκαλύπτουν κρυμμένους κόσμους. Το τρέξιμο παύει να είναι αυτόματη διαδικασία. Η προσοχή απαιτείται τεταμένη και οι εκτιμήσεις συνεχείς, πολλές φορές, σε κάθε βήμα. Το περιβάλλον δεν είναι ένα αδιάφορο ντεκόρ που αγνοείς. Περιβάλλον κι αγώνας είναι ένα. Ο χώρος που κινείσαι στο βουνό είναι τρισδιάστατος και ο χρόνος μετρά διαφορετικά. Οι αποστάσεις είναι μακρινές, δύσκολα προσβάσιμες κι απαιτούν αυτονομία. Ο αγώνας βουνού είναι ένα μικρό σακίδιο στην πλάτη, με νερό, τροφή, ρούχα, και μια εξόρμηση στο άγνωστο. 

Οι ορεινοί αγώνες είναι χτύποι καρδιάς στις ανηφοριές, ηλιοφώτιστα ξάγναντα, δροσερά ποτάμια, σκιές δέντρων, γοητευτικές γωνιές φύσης, μονοπάτια άγνωστων μυθικών τόπων. Είναι εξάντληση, θερμοπληξία, υποθερμία, συναγερμός αισθήσεων, χάσιμο της διαδρομής, αγωνία να φθάσεις έγκαιρα. Είναι η περιπέτεια του σύγχρονου ανθρώπου όπως την εφηύρε ξανά, για ν’ αντικαταστήσει αυτήν που χάθηκε, σ’ ένα κόσμο που μας είναι πια ανιαρά γνωστός. Είναι σενάριο μιας συναρπαστικής ταινίας, που επιθυμείς να πρωταγωνιστήσεις. Και, κυρίως, είναι η ανεκτίμητη αίσθηση πως είσαι ζωντανός. Όχι, απλώς, ότι ζεις κι ανασαίνεις.


   Το τρέξιμο στο βουνό έχει μια ιδιαίτερη γοητεία. Η αναμέτρηση των δυνάμεών μας στη φύση μας ξαναγυρίζει σε πρότερους καιρούς. Αναβιώνει τις εξερευνήσεις και τις δοκιμασίες, σ’ ένα χώρο στον οποίο ήμασταν πλασμένοι για να ζούμε. Μας ξυπνά τη γονιδιακή μνήμη και μας επαναφέρει εκεί που για χιλιετίες υπήρχαμε, αλλά το έχουμε ξεχάσει. Ξαναπιάνει το νήμα που κόπηκε βιαστικά, αυτά τα ελάχιστα χρόνια της ιστορικής παρουσίας μας στον πλανήτη. Μας επιστρέφει τα νεανικά μας βιώματα, μας ξαναρίχνει στο ανέμελο κλίμα του παιχνιδιού, μας λασπώνει τα πόδια και μας γρατζουνά τα γόνατα, για να μας θυμίζει τα παιδιά που κάποτε ήμασταν.



                                                  ----------------------------


    Αν και για πολλά χρόνια παρέμενε ο μοναδικός στο είδος του, ο μαραθώνιος του Ολύμπου, του Ε.Ο.Σ. Θεσσαλονίκης, με δυσκολία έφτανε τους 100 δρομείς. Σήμερα δέχεται όσους του επιτρέπουν οι δυνατότητές του, περίπου 350 αθλητές. Το 2012, μόνο στον Όλυμπο, θα συμπληρωθούν πέντε αγώνες, απόστασης από 24 έως 100 χιλιόμετρα. Ο αριθμός των αθλητών θ’ ανέλθει σ’ εκατοντάδες, ενώ η συμμετοχή σε κάποιους προϋποθέτει κριτήρια βασισμένα σε πρότερες συμμετοχές κι επιδόσεις. Κάτι σαν εξετάσεις δηλαδή.
Από στατιστική σκοπιά, σε διεθνές επίπεδο, υπολογίζεται πως σε λίγα χρόνια ο αριθμός συμμετεχόντων σ’ ορεινούς αγώνες θα προσεγγίσει αυτόν της ασφάλτου. Κι αφού ό,τι καλό συμβαίνει στον αναπτυγμένο κόσμο, έρχεται κάποτε και σε μας - έστω και με καθυστέρηση ορισμένων δεκαετιών - έτσι και στη χώρα μας η ανάπτυξη των ορεινών αγώνων αποκτά πρωτοφανείς διαστάσεις. Ορεινοί αγώνες ξεφυτρώνουν συνεχώς, ολοένα και περισσότεροι, ολοένα και πιο απαιτητικοί. Καλοκαίρι και χειμώνα, με χιόνια ή με καύσωνα. Παρόλο το τουριστικό στερεότυπο που θέλει τη χώρα μας θαλασσινή, η Ελλάδα διαθέτει αμέτρητα βουνά, από τα βόρεια σύνορά της, μέχρι την Κρήτη και οι ορεινοί αγώνες δίνουν μια ευκαιρία γνωριμίας και μια νέα διάσταση στην ομορφιά τους. Αν συνυπολογιστούν και όσοι διεξάγονται σε ορεινό περιβάλλον, χωρίς απαραίτητα να χαρακτηρίζονται ορεινοί, το καλεντάρι ασφυκτιά.
Και παρά το πλήθος των διοργανώσεων, ο αριθμός των συμμετοχών εμφανίζεται από ικανοποιητικός έως ασφυκτικός, φαινόμενο που ακόμα αντιστέκεται στην κρίση. Έτσι, όσοι σχεδιάζουν έναν καινούργιο ορεινό αγώνα, πρέπει να προβληματιστούν για το που θα τον τοποθετήσουν ημερολογιακά. Ολοένα και περισσότεροι δρομείς εισχωρούν στο κυνήγι των χιλιομέτρων, της δυσκολίας, της υψομετρικής διαφοράς και των επιδόσεων. Στους ορεινούς αγώνες γίνονται πράγματα, που λίγα χρόνια πριν θεωρούνταν αδύνατα. Τα παλιά προπονητικά προγράμματα αποδεικνύονται ανεπαρκή. Ερασιτέχνες αθλητές μπορούν και καταφέρνουν, ό,τι για τις παλιότερες σχολές θεωρούνταν αδύνατον ή, στην καλύτερη περίπτωση, επικίνδυνη υπερβολή. Οι ορθοπεδικοί βλέπουν τις δουλειές τους ν’ αυγαταίνουν, αλλά συχνά βρίσκονται απροετοίμαστοι, απέναντι στα προβλήματα αυτής της υπερβολής. Ένας πόνος στο γόνατο, που εμφανίζεται μετά από 50 χιλιόμετρα ή 8 ώρες τρεξίματος δεν είναι κάτι συνηθισμένο, ούτε εύκολα αντιμετωπίσιμο. Ιδίως όταν έχουν απέναντί τους ξεροκέφαλους ασθενείς, πρόθυμους να υποστούν τα πάντα, εκτός από το να σταματήσουν να τρέχουν.
Οι δρομείς αξιολογούν τη δραστηριότητά τους ως σημαντικό κομμάτι της ζωής τους κι οι δρομείς του ορεινού τρεξίματος, ίσως, κάτι παραπάνω. Το αγωνιστικό τους περιβάλλον απαντά καλύτερα στην ανάγκη φυγής απ’ τη ρουτίνα. Παράλληλα, θέτει κι αυστηρότερες προϋποθέσεις. Οι δρομείς αποδεικνύονται διαβασμένοι. Μελετούν τα νέα προπονητικά προγράμματα, συμμετέχουν σ’ αθλητικά κλαμπ, μοιράζονται γνώσεις κι εμπειρίες στις διαδικτυακές τους συζητήσεις. Στην γκαρνταρόμπα τους θα βρεις τα πιο εξελιγμένα εφόδια. Σακίδια, ζώνες, αντιανεμικά, αδιάβροχα, ισοθερμικά, κάλτσες συμπίεσης κι ένα σωρό άλλα. Στις αφετηρίες των ορεινών αγώνων θ’ αναγνωρίσεις τα πιο εξειδικευμένα υποδήματα της αγοράς. Οι επιδόσεις τους αποδεικνύουν πως δεν πρόκειται για κοκεταρία. Ο εξοπλισμός τους είναι όμορφος, αλλά ταυτόχρονα εξυπηρετεί λειτουργικές ανάγκες. Οι δρομείς του βουνού το παίρνουν στα σοβαρά, άλλωστε, όπως είπαμε και πριν, μόνο έτσι αξίζει το παιχνίδι.
Οι ορεινοί αγώνες έχουν δημιουργήσει δικούς τους θρύλους κι έχουν φέρει στο προσκήνιο καινούργιους ήρωες. Έλληνες αθλητές που γίνονται σύμβολα και διαπρέπουν ακόμα και σε μακρινά μέρη της γης, παλεύοντας με τις καιρικές δυσκολίες, τα ιλιγγιώδη υψόμετρα και τις ασύλληπτες αποστάσεις. Στις Άλπεις, στα Πυρηναία, στα βουνά του Μαρόκου και στα Ιμαλάια, σε μέρη μ’ άγνωστα κι εξωτικά ονόματα, αλλά και σε δικά μας ανεξερεύνητα μονοπάτια, άντρες και γυναίκες, όλο και συχνότερα μας καθηλώνουν στους υπολογιστές, να παρακολουθούμε μια προσπάθεια που μοιάζει υπεράνθρωπη, και το σημάδι τους στο χάρτη, που ανεβοκατεβαίνει και προοδεύει, πάνω στο καρδιογράφημα μιας ατέλειωτης διαδρομής.




                                             ------------------------------





   Πόσες Κυριακές της ζωής μας θυμόμαστε; Τι ακριβώς θυμόμαστε από αυτές; Ποιά ίχνη άφησαν στην ψυχή μας οι ‘όμοιες στιγμές’, που αναφέρει ο Αλεξανδρινός; Τι κρύβεται στην τραγική φράση, πέρασε, χωρίς να το καταλάβω, η ζωή  μου;
Κρύβεται η απουσία ξεχωριστών στιγμών. Αυτών που συμπυκνώνουν την ουσία της ζωής. Αυτών που γαντζώνονται στην ψυχή και δεν γλιστρούν στο σκοτεινό πηγάδι της λήθης. Στιγμές, σαν φωτεινές σημαδούρες στη θάλασσα του χρόνου, που μπορείς να κρατιέσαι πάνω τους, όταν σε βρίσκει η τρικυμία.
Οι ορεινοί μου αγώνες είναι μια συλλογή όμορφων στιγμών, τοποθετημένων στο καλύτερο κομμάτι της μνήμης. Μοσχοβολούν δροσιά κι αέρα βουνού. Μου προσέφεραν συγκινήσεις, αρκετές για να γεμίσουν τη ζωή πολλών ανθρώπων. Και το κυριότερο, ήρθαν την πιο κρίσιμη περίοδο. Σημάδεψαν την τελευταία, κι οριστική φαντάζομαι, επιστροφή μου στο τρέξιμο. Αποτέλεσαν το αντίδοτο στο δηλητήριο που, συχνά πυκνά, εισέρχεται στην ψυχή μας, για περισσότερο ή λιγότερο προφανείς λόγους.
Οι ορεινοί αγώνες άνθισαν στην Ελλάδα, όταν η ηλικία μου μετρούσε αρνητικά πια.  Και το ντελίριο των συνεχών αγώνων, πολλές φορές ενός κάθε εβδομάδα, δεν θα μου επέτρεπε, παρά μόνο σπάνια, να ξεπεράσω το μέσο όρο της γενικής κατάταξης. Αλλά το κέρδος μου βρισκόταν αλλού. Βρισκόταν στις νέες παραστάσεις, στα πρωτόγνωρα συναισθήματα, στις έντονες εμπειρίες. Ήθελα να γεμίσω τη ζωή μου, έτσι ώστε να μην παραπονεθώ πως πέρασε χωρίς να την καταλάβω, ακόμα κι αν, για κάποιο λόγο, τέλειωνε νωρίτερα απ’ ότι θα έπρεπε. Είχα πλέον έναν καινούργιο τρόπο ν’ αξιολογώ τα πράγματα. Μπορούσα, επιτέλους, να διακρίνω το σημαντικό από το δευτερεύον. Ο καιρός που συνέλλεγα διπλώματα συμμετοχής είχε τελειώσει. Ακόμα και στη συλλογή των μεταλλίων μου απομένουν μόνο αυτά στα οποία αναγνωρίζω κάποια αξία.
Έτσι, μετά από τόσους αγώνες στο βουνό, μπορώ πια να παραλλάσω ασφαλώς το τραγούδι, ‘κείνο που θυμάμαι απ’ τα νησιά μας’. Όπου νησιά, βουνά. Κουβαλάω μέσα μου κάτι από το καθένα τους, όπως κι αυτά φιλοξενούν ένα κομμάτι του εαυτού μου, που νομίζω πως έμεινε για πάντα εκεί.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Μαραθώνιος.



   Τον μαραθώνιο τον οφείλουμε σε πρόσωπα και γεγονότα, που η ύπαρξή τους τοποθετείται σ’ ένα ομιχλώδες τοπίο, κάπου ανάμεσα στο θρύλο και στην πραγματικότητα. Το αγώνισμα αναβιώνει το θρυλικό επίτευγμα, βάσει του οποίου, ο ημεροδρόμος Φειδιππίδης, μετά την κρίσιμη για όλο τον δυτικό πολιτισμό μάχη, έτρεξε μέχρι την Αθήνα, για να αναγγείλει την είδηση της νίκης, και να ξεψυχήσει, αμέσως μετά, από την υπεράνθρωπη προσπάθεια. Η ιδέα και η εφαρμογή του ανήκει στους Γάλλους φιλέλληνες Michel Bréal και Pierre de Coubertin. Ο πρώτος την σκέφτηκε, κι ο δεύτερος, ως ιδρυτής των σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων, την εφάρμοσε το 1896, στην Αθήνα. Εκεί, ο μαραθώνιος δρόμος διεξήχθη για πρώτη φορά και χάρισε στους Έλληνες την πολυπόθητη νίκη του Σπύρου Λούη.
Αρχικά η απόστασή του ήταν αρκετά μικρότερη από τη σημερινή. O Σπύρος Λούης έτρεξε περί τα 38 χιλιόμετρα. Στους επόμενους Ολυμπιακούς η απόσταση άγγιξε τα 40.2 και το 1908, στο Λονδίνο, έφτασε για πρώτη φορά σ’ αυτό που σήμερα αναγνωρίζεται επίσημα ως απόσταση μαραθωνίου: Ένας δρόμος 42.195 μέτρων. Η παράδοση υποστηρίζει πως αυτό το οφείλουμε σε μια πριγκίπισσα, η οποία επιθυμούσε να παρακολουθήσει το ξεκίνημα των αθλητών, από τα ανάκτορά της στο Ουίνδσορ, και κατόπιν τον τερματισμό τους στο Ολυμπιακό στάδιο, όπου ένας επιπλέον γύρος θα προσέφερε καλύτερο θέαμα. Το μέτρημα εκείνης της απόστασης υπήρξε καθοριστικό για το σημερινό δρώμενο.
Βέβαια, ότι το οφείλουμε στην πριγκίπισσα, είναι σχετικό. Επισήμως, η έμπνευση της διαδρομής του 1906 ανήκει σ’ ολόκληρη τη βασιλική οικογένεια, κι όχι μόνο σ’ ένα χαριτωμένο μέλος της. Έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι τα επιπλέον χιλιόμετρα, από το αρχικό 38 μέχρι το τελικό 42, κάνουν τη μεγάλη διαφορά. Είναι αυτά που καθιστούν τον μαραθώνιο μια απόλυτη σωματική και πνευματική δοκιμασία. Η μάχη των χιλιάδων δρομέων που αγωνίζονται στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής προσδίδει μια αξία, που δεν θα υπήρχε αν έλειπαν αυτά τα 4 κρίσιμα χιλιόμετρα. Απ’ αυτήν την σκοπιά, θα πρέπει ν’ αποδοθούν εύσημα στην πριγκίπισσα που το σκέφτηκε, και που μάλλον δεν είχε τρέξει ποτέ στη ζωή της, ώστε να ξέρει σε τι δοκιμασία θα υποβάλλει, όχι μόνο τους αθλητές, αλλά και εκατομμύρια ανθρώπους σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αν, όμως,  ο ταλαίπωρος δρομέας το εκλάβει ως ένα επιπλέον μαρτύριο, που θα το είχε αποφύγει αν δεν υπήρχε αυτή η γαλαζοαίματη έμπνευση, τότε καλύτερα οι κατάρες του να μοιράζονται σ’ ολόκληρη τη βασιλική οικογένεια, ώστε ν’ αποφευχθεί μια αδικία, αποτέλεσμα προσφιλούς παράδοσης παραμυθιών που λαμπρύνεται από βασιλόπουλα και πριγκιποπούλες.

                                                        -------------------

   Το αγώνισμα των 42.195 μέτρων θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το πιο θρυλικό επί γης. Αποτελεί τον υπέρτατο στόχο χιλιάδων δρομέων. Η προετοιμασία, η διεξαγωγή και η χαρά του τερματισμού του προσφέρουν τόσο δυνατές εμπειρίες, ώστε η συμμετοχή σ’ όλους τους μικρότερους αγώνες να φαντάζει ως αναγκαίο σκαλί μιας μακριάς κλίμακας που οδηγεί σ’ αυτόν. Σχεδόν κάθε δρομέας ο οποίος αφιερώνει κάποιες ημέρες προπόνησης την εβδομάδα κι έχει δοκιμαστεί σε αγώνες 5, 10 και 21 χιλιομέτρων, αργά ή γρήγορα, θα επιζητήσει την πρόκληση του μαραθωνίου.
Ο μαραθώνιος είναι το πιο δύσκολο αγώνισμα δρόμου, από πολλές απόψεις. Για έναν καλά προετοιμασμένο αθλητή είναι μικρός για να τον πάει αργά, αλλά μεγάλος για να τον τρέξει γρήγορα. Η επιπολαιότητα ενός βιαστικού ξεκινήματος δεν διορθώνεται εύκολα και πληρώνεται με χαμένους στόχους, σωματική ταλαιπωρία και πιθανή εγκατάλειψη. Οι περισσότεροι καλά προπονημένοι αθλητές θα μπορούσαν εύκολα να διανύσουν 25-30χλμ. με αγωνιστικό ρυθμό, από κει και πέρα όμως τα πράγματα αλλάζουν δραματικά. Μ’ έναν περίεργο τρόπο που μόνο ο μαραθωνοδρόμος μπορεί να βεβαιώσει, τα 30 χιλιόμετρα αποτελούν για το σώμα όχι τα ¾, αλλά το μισό της διαδρομής. Ο οργανισμός δεν μετρά χιλιόμετρα. Μετρά την ένταση της προσπάθειας, την έκτασή της στο χρόνο και την υποβολή του στον πόνο, στοιχεία που μπορούν να βιωθούν οδυνηρά στα τελευταία 12 χιλιόμετρα. Ο ‘τοίχος’, όρος ταυτισμένος με το συγκεκριμένο αγώνισμα, αναφέρεται στην εξάντληση των αποθεμάτων του γλυκογόνου στους μυς. Καραδοκεί κάπου μετά του 30ου χιλιομέτρου, και μπορεί να μετατρέψει έναν ελπιδοφόρο κι αισιόδοξο δρομέα, σ’ έναν ξεθεωμένο μάρτυρα, που αγωνιά να φτάσει σ’ ένα τέρμα που δείχνει να μην έρχεται ποτέ. Κανένας αγώνας των 10 ή και των 20 χιλιομέτρων δεν απειλεί να σ’ εξοντώσει και δεν αφήνει τόσο λίγα περιθώρια διορθωτικών κινήσεων σε πιθανό λάθος τακτικής.
Ο μαραθώνιος είναι αγώνισμα ψυχής και σώματος. Προϋποθέτει τη συμμετοχή αμφοτέρων. Όταν οι δυνάμεις εξαντλούνται, η ψυχή πρέπει να καταδυθεί για ν’ ανασύρει άλλες, βαθιά κρυμμένες. Πρέπει να στύψει τις τελευταίες σταγόνες του λεμονιού, να ξεπεράσει τους πόνους, που με κάθε βήμα γίνονται όλο και πιο οδυνηροί, και να ωθήσει το δρομέα ώστε να φτάσει, τρέχοντας, περπατώντας, ακόμα και παραπατώντας, μέχρι το τέρμα.
Υπάρχουν πολλά ακόμα που καθιστούν τον μαραθώνιο ένα ξεχωριστό άθλημα. Η αβεβαιότητα πως θα τα καταφέρεις, ιδίως την πρώτη φορά, ασχέτως του επιπέδου και της προσπάθειας που κατέβαλες. Σε κανένα μικρότερο αγώνα δεν συμβαίνει αυτό. Οι περισσότεροι δρομείς θα μπορούσαν να προβλέψουν με ακρίβεια δευτερολέπτων την επίδοσή τους σε αγώνες 5 και 10 χλμ, και με απόσταση ελαχίστων λεπτών τον ημιμαραθώνιο. Στον μαραθώνιο, όμως, υπάρχουν αρκετοί λόγοι που θα μπορούσαν να σε βγάλουν ακόμα και μισή ώρα έξω από τους υπολογισμούς σου.
Ο μαραθώνιος ρίχνει το σώμα σε αχαρτογράφητη θάλασσα. Ένας αθλητής των 100 μέτρων μπορεί και κάνει προπονήσεις των 100 μέτρων. Ένας των 400, 800, 1500, 3000μ, το ίδιο. Κανείς τους δεν θα ζητήσει από τον εαυτό του κάτι τόσο διαφορετικό απ’ αυτό που του ζητά στις προπονήσεις. Ο μαραθωνοδρόμος δεν μπορεί να κάνει προπονήσεις των 42 χιλιομέτρων. Τα 32 χιλιόμετρα είναι το μέγιστο που συνιστούν για long run τα περισσότερα προπονητικά προγράμματα. Το long run, το πιο βασικό στοιχείο κάθε προπονητικής μεθόδου, μαθαίνει τον οργανισμό να διαχειρίζεται την ενέργεια για τα παραπάνω χιλιόμετρα, για την παραπάνω ώρα. Τα επιπλέον χιλιόμετρα, αυτά που θα συναντήσεις την ημέρα του αγώνα, είναι τα άγνωστα νερά στα οποία ο οργανισμός καλείται να κολυμπήσει, χωρίς να μπορείς να προδικάσεις το πώς θα συμπεριφερθεί.
Επιπλέον, η διάρκεια του μαραθωνίου δίνει περιθώρια σε πολλούς αστάθμητους κι ανεπιθύμητους παράγοντες. Μια ‘κακιά’ μέρα σ’ έναν αγώνα 5 χιλιομέτρων δεν μπορεί να σε ρίξει πολύ έξω. Οι επιπτώσεις οποιουδήποτε προβλήματος που θα παρουσιαστεί στο 18ο χιλιόμετρο είναι εντελώς διαφορετικές σ’ έναν ημιμαραθώνιο, από έναν αγώνα κατά τον οποίο σε χωρίζουν από το τέρμα όχι 3, αλλά 24 ακόμα χιλιόμετρα. Ο πόνος ενός τραυματισμού γίνεται ανυπόφορος, όταν σκέφτεσαι πως θα τον κουβαλάς σε μια προσπάθεια που μπορεί να διαρκέσει ώρες.
Έχει, στ’ αλήθεια, ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθείς τους μαραθωνοδρόμους. Τις εκφράσεις της επιμονής, της αποφασιστικότητας, της αγωνίας τους, ιδίως στα τελευταία χιλιόμετρα. Οι συνοδοί και οι απλοί συμπαραστάτες ενός διεθνούς μαραθωνίου γίνονται μέτοχοι μιας παγκόσμιας αθλητικής γιορτής και των μοναδικών στιγμών που την συνοδεύουν. Της χαράς, των πανηγυρισμών, των δακρύων, της προσωπικής νίκης του καθενός, που φθάνει ως επισφράγισμα μιας δύσκολης και μακράς πορείας, η αρχή της οποίας βρίσκεται μήνες πριν. Η συναισθηματική φόρτιση της στιγμής του τερματισμού δεν έχει όμοιό της. Είναι κρίμα που οι θεατές αυτού του αγωνίσματος είναι τόσο λίγοι στη χώρα μας, αν κι αυτό, τελευταία, πήρε κάπως ν’ αλλάζει.
Αυτό που ονομάζεται νίκη στα περισσότερα αθλήματα είναι κάτι απόλυτο. Στον μαραθώνιο είναι απολύτως σχετικό. Θα συναντήσεις μαραθωνοδρόμους να πανηγυρίζουν, επειδή κατάφεραν να τερματίσουν κάτω από 5 ώρες, κι άλλους απογοητευμένους που δεν έσπασαν το φράγμα των 3. Η νίκη ή η ήττα, αν αρμόζει η δεύτερη ως έννοια σε κάτι τόσο σπουδαίο, είναι εντελώς προσωπική υπόθεση. Χαίρομαι όταν περνώ και δεν μ’ αρέσει να με περνούν, αλλά δεν θεωρώ τον εαυτό μου νικητή ή ηττημένο απέναντι στους άγνωστους συναθλητές μου. Το νόημα του συγκεκριμένου αγωνίσματος για τους μη επαγγελματίες δρομείς δεν περιορίζεται στο αντικειμενικό της επίδοσής τους. Ο μαραθώνιος είναι προσομοίωση της ζωής μας και στη ζωή υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν εξαρτώνται από μας. Η ηλικία. Ο επαγγελματικός φόρτος. Οι καταιγίδες που χτυπούν την οικογενειακή μας πόρτα.
Στον μαραθώνιο μπορείς να περνάς, χωρίς απαραίτητα να προηγείσαι. Έχω περάσει δρομείς που αποφάσισαν να ξεφύγουν από τις κακές τους συνήθειες και ν’ αλλάξουν ζωή. Που ξεπέρασαν μια βαριά ασθένεια ή που ανακάλυψαν το άθλημα σε μεγάλη ηλικία. Που λίγους μήνες πριν έχασαν κάποιον δικό τους και τρέχουν στη μνήμη του. Που συγκεντρώνουν χρήματα για την καταπολέμηση μιας ασθένειας. Κάποτε πέρασα έναν δρομέα που έσερνε σ’ όλη τη διαδρομή το καρότσι με τον ανάπηρο γιο του. Μια κοπέλα, που τη θυμάμαι, στο Βερολίνο, να τρέχει με τον ίδιο κοπιαστικό τρόπο, για να δωρίσει χαρά στην παράλυτη αδερφή της.
Όλους αυτούς τους ανθρώπους τους πέρασα, αλλά δεν τους ξεπέρασα ποτέ. Εγώ έτρεχα στην κατηφοριά, ενώ αυτοί πάσχιζαν στην ανηφόρα της ζωής τους.
Ο μαραθώνιος δεν είναι ανταγωνιστικός, δεν θα έπρεπε τουλάχιστον να είναι για τους περισσότερούς μας. Είναι ένας αγώνας στον οποίο μετέχουμε όλοι μαζί, κι ελπίζουμε να είμαστε όλοι νικητές. Ένας αγώνας προσωπικός, με σύμμαχο κι αντίπαλο τον εαυτό μας. Πολλοί συμμετέχοντες σ’ ένα μαραθώνιο δεν γνωρίζουν καν το όνομα των πρώτων νικητών, ή, τουλάχιστον, δεν βιάζονται να το μάθουν. Είναι απορροφημένοι στα συναισθήματα του δικού τους αγώνα. Ζουν τη χαρά, τη δική τους και των φίλων τους, που με τη φυσική τους παρουσία, με τη σκέψη, μ’ ένα πλακάτ στο πλάι της διαδρομής ή μ’ ένα ενθαρρυντικό μήνυμα της προηγουμένης στο κινητό, τους βεβαιώνουν πως είναι παρόντες στον αγώνα τους. 
Στα σπίτια των μαραθωνοδρόμων το δίπλωμα του μαραθωνίου, και η φωτογραφία του τερματισμού, στέκονται σε χώρο ανάλογο μ’ αυτόν που κρατάς για τις σημαντικές σου στιγμές. Όπως το πτυχίο, ο γάμος, ή η γέννηση του παιδιού, οριοθετούν το πριν και το μετά. Και, μολονότι όλες αυτές οι στιγμές έχουν τη μοναδική τους σημασία, αυτά έχουν μια παραπάνω. Σου θυμίζουν πως κατάφερες κάτι που λίγοι άνθρωποι μπορούν. Οριστικό και αναφαίρετο αξίωμα, που θα σε συνοδεύει σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής σου.